Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΤΩΝ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ

 

.

Αθανάσιος Α. Τσακνάκης.

.

 Ο  Κώδικας τής  Αρετής των  Πυθαγορείων

.

.

Α΄ ΜΕΡΟΣ 

Θεσσαλονίκη  2006

Στην Γεωργία, την Βασιλική,

την Μαρία και τον Γεώργιο.

 

Α.Τ.

Αντί προλόγου…

«Αρετή, λοιπόν, τής ψυχής θα ήταν η τελειότητα και η αρμονία τής ζωής, η ακριβέστατη και καθαρότατη ενέργεια τού λόγου και τού νου και τής διανόησης, ενώ τα έργα τής αρετής ας θεωρούνται κυρίως αγαθόμορφα, κάλλιστα, πνευματικά, σπουδαία, πλήρη μεσότητας, με συμμετοχή στην καλή περίσταση, πρωτοποριακά, με στόχο προς τον άριστο σκοπό, χαριτωμένα».

Ιάμβλιχος

«Ποτέ μην επαινέσεις κάποιον άνδρα, πριν με σαφήνεια δεις τι είδους οργή και συναισθήματα και τρόπους έχει. Πολλοί, έχοντας ήθος κίβδηλο και πονηρό, κρύβονται, φορώντας ένα εφήμερο συναίσθημα. Καθενός τους, όμως, το ήθος το φανερώνει ο χρόνος. Κ’ εγώ έπεσα πολύ έξω στις εντυπώσεις που είχα».

Θέογνις

«Η αρετή τής φρόνησης σχετίζεται με τον λογισμό, τής ανδρείας με το θυμοειδές, τής σωφροσύνης με την ομολογία και την συμφωνία μεταξύ επιθυμητικού και λογισμού, τής δικαιοσύνης με την φροντίδα τής από κοινού ενέργειας τού καθενός απ’ αυτά, σε σχέση με το ν’ ασκεί και να υφίσταται κάποιος την εξουσία».

Πορφύριος

«Αξιέπαινα είναι τα ωραία, αξιόμεμπτα τα αισχρά. Στα ωραία ηγούνται οι αρετές, στα αισχρά οι κακίες. Αξιέπαινα είναι και τα αίτια των αρετών και τα παρεπόμενα των αρετών και τα γεννήματά τους και τα έργα τους, ενώ αξιόμεμπτα είναι τ’ αντίθετα».

Αριστοτέλης


Τμήμα Πρώτο

  

Ε ι σ α γ ω γ ή

  

Ως πρώτο τμήμα τής εισαγωγής αυτής τής έκδοσης επέλεξα το σύντομο κεφάλαιο που ο διακεκριμένος Βάσκος ελληνοκεντρικός φιλόσοφος και συγγραφέας Φεδερίκο Κάρλος Κρούτβιγκ Σαγρέδο (1921-1998) αφιερώνει στην προσωπικότητα τού Πυθαγόρα, γιά τον οποίον κάνει λόγο στο ένατο κεφάλαιο τού βιβλίου του «Το Ελληνικό Θαύμα: από την Μαγεία στην Επιστήμη» (Θεσσαλονίκη, 2006).

Ακόμη και αν αποφάσιζα να λάβω σοβαρά υπ’ όψιν τις περί Πυθαγόρα διαφωνίες μου με τον διαπρεπή Βάσκο στοχαστή, δεν θα μπορούσα ν’ αντισταθώ στον πειρασμό και να μην παραθέσω εδώ το ακόλουθο ενδιαφέρον κείμενό του, τού οποίου το λιτό και απότομο ύφος – ταλαντευόμενο μεταξύ ειρωνείας και αμφιβολίας – ασκεί πάντοτε ξεχωριστή γοητεία σ’ ένα πλήθος μαθητών, θαυμαστών και αναγνωστών του. Ο λόγος, λοιπόν, περνά στον σεβαστό Φεδερίκο:

Πυθαγόρας

Μεταξύ των προσωκρατικών φιλοσόφων, ο Διογένης ο Λαέρτιος ξεχωρίζει δύο ομάδες: την ομάδα τής Ανατολίας και την ομάδα τής Ιταλίας. Ανάμεσα στους δεύτερους διακρίνεται ο Πυθαγόρας, ο οποίος έδρασε στην Ιταλία γύρω στο 500 π.Χ., αλλά ήταν Ίωνας στην καταγωγή, αφού είχε γεννηθεί στο νησί τής Σάμου. Στην ιστοριογραφία, ο Πυθαγόρας έχει διπλή προσωπικότητα: γιά ορισμένους είναι ένα είδος «ασκητή», που επιδίδεται στην μαγεία, ενώ γιά κάποιους άλλους είναι ένας μαθηματικός.

Η αντιμετώπιση τού Πυθαγόρα ως μάγου φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα μίας ανάμειξης διαφόρων στοιχείων, τα οποία επινοήθηκαν κατά την χριστιανική εποχή. Κατ’ αυτή την θεώρηση, ο Πυθαγόρας – όπως και αρκετοί άλλοι ιδρυτές μυστικιστικών ή μαγικών σχολών – δεν έγραψε τίποτε, ενώ σχεδόν όλες οι ιδέες και οι θεωρίες, που του αποδίδονται, είναι καθ’ ολοκληρίαν επινοημένες από άλλους. Σε αυτό το κλίμα, ο φιλόσοφος εμφανίζεται να εκπροσωπεί μία «θρησκευτική» θεώρηση τής φύσης, η οποία αποτελεί ένα είδος αντίδρασης στην επιστημονική σκέψη.

Ήδη από την αρχαία εποχή, λεγόταν γιά τον Πυθαγόρα ότι, ενώ όντως μελέτησε πολύ, δεν έμαθε τίποτε. Τέτοια ήταν και η γνώμη τού Ηράκλειτου. Ο Διογένης ο Λαέρτιος γράφει:

«Ο Πυθαγόρας, γιός τού Μνησάρχου, επιδόθηκε στην έρευνα περισσότερο απ’ όλους τους ανθρώπους, επέλεξε αυτά τα συγγράμματα και κατασκεύασε την σοφία του, που είναι πολυμάθεια και κακοτεχνία…».

(Διογένης Λαέρτιος, 8)

Ο Πυθαγόρας υπερασπίστηκε μεταξύ των Ελλήνων την θεωρία τής μετενσάρκωσης, την οποία φαίνεται να δανείστηκε από τους Αιγύπτιους, που πίστευαν ότι ο άνθρωπος – όταν πεθαίνει – μετενσαρκώνεται σε κάποιο ζώο, πραγματοποιώντας έτσι έναν κύκλο επανενσαρκώσεων, ο οποίος διαρκεί τρεις χιλιάδες έτη, μέχρι η ανθρώπινη ψυχή εκ νέου να ενσαρκωθεί σε έναν άνθρωπο.

Ο πυθαγορισμός συσχετίζεται με τον Ορφέα, γιά τον οποίον – στην πραγματικότητα – το μόνον που μπορούμε να πούμε είναι ότι υπήρξε μυθικό πρόσωπο, το οποίο βεβαίως δεν έζησε ποτέ. Όμως, είτε υπήρξε είτε όχι, οι αρχαίοι ήδη γνώριζαν ότι τα γραπτά κείμενα, που αποδίδονταν στον Ορφέα, είχαν συνταχθεί από τους μαθητές τού Πυθαγόρα.

Η Ιστορία αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας εγκατέλειψε την Σάμο, στην οποία βασίλευε ο Πολυκράτης, και μετεγκαταστάθηκε στην Ιταλία, στον Κρότωνα, όπου ίδρυσε μία θρησκευτική αίρεση. Εκεί, όταν ήταν ήδη ηλικιωμένος, έγινε επανάσταση. Τότε ο φιλόσοφος εκδιώχτηκε και κατέφυγε στο Μεταπόντιο, όπου απεβίωσε μετά από αρκετά έτη.

Στην Ιταλία επινοήθηκαν πολλοί θρύλοι γιά τον Πυθαγόρα. Μεταξύ άλλων, τον αποκαλούσαν «Υπερβόρειο Απόλλωνα», ενώ έφτασαν στο σημείο να βεβαιώνουν ότι κατείχε το χάρισμα τής «πανταχού παρουσίας», αφού ορισμένοι ισχυρίζονταν ότι τον είχαν δει και στο Μεταπόντιο και στον Κρότωνα την ίδια ώρα.

Όπως συμβαίνει σε όλες τις αιρέσεις, τα μέλη της διατηρούσαν την ενότητά τους μέσω τής εφαρμογής συγκεκριμένων τελετών. Αυτές οι τελετές ονομάζονταν «ακούσματα». Ήταν συνταγμένα σε μία αρκετά δυσνόητη γλώσσα, ώστε να καθίστανται περισσότερο μυστηριώδη.

Παρά τις ποικίλες γνώμες και τις αλληλοαμφισβητούμενες απόψεις, που – μέσα από συγκρούσεις και αντιρρήσεις – εκφράζουν οι διάφοροι μελετητές γιά τον βίο και το έργο τού φημισμένου μύστη και διδασκάλου Πυθαγόρα, υπάρχει ένα σημείο στο οποίο σχεδόν όλοι είναι σύμφωνοι: το πρόσωπο τού Πυθαγόρα κινείται ανάμεσα στην ιστορία και στον θρύλο, στην πραγματικότητα και στην φαντασία, στην πίστη και στην απόδειξη. Ο ίδιος «πέπλος μυστηρίου» φαίνεται να καλύπτει επίσης την συλλογική ζωή και δράση των μαθητών του, των περίφημων Πυθαγορείων, που διέσωσαν, καλλιέργησαν και διέδωσαν την διδασκαλία τού σοφού Σάμιου σε όλα τα πνευματικά κέντρα τής εποχής τους, καθιστώντας την αντικείμενο εκτεταμένων συζητήσεων και μεγάλου θαυμασμού ή έντονης απόρριψης.

Σημαντικό μέρος τής πυθαγόρειας διδασκαλίας καλύπτει η φιλοσοφική αναζήτηση τής Αρετής, με την οποία ασχολήθηκαν – κατά καιρούς – σχεδόν όλες οι φιλοσοφικές σχολές τής αρχαίας Ελλάδας. Πριν εισέλθουμε στα πυθαγορικά κείμενα, θα επιτρέψουμε στον Ξενοφώντα (Ιωάννης Στοβαίος, «Ανθολόγιο», βιβλίο γ΄, κεφάλαιο α΄, απόσπασμα 206), στον Πλάτωνα (Πλάτων, «Τίμαιος»), στον Πλούταρχο (Πλούταρχος, «Περί αρετής και κακίας») και στον Σαλούστιο (Σαλούστιος, «Περί Θεών και Κόσμου», κεφάλαιο ιη΄) να μας μιλήσουν γιά την Αρετή, η οποία αποτελεί τον κορμό, την κεντρική και κυρίαρχη ιδέα, τού παρόντος βιβλίου. Ο λόγος, αρχικά, δίνεται στον Ξενοφώντα:

Και ο σοφός Πρόδικος, όμως, στο σύγγραμμά του γιά τον Ηρακλή, τ’ οποίο επιδεικνύει στους περισσότερους, με τον ίδιο τρόπο αναφέρεται στην αρετή, μιλώντας, απ’ όσο θυμάμαι, κάπως έτσι, λέγοντας, δηλαδή, ότι ο Ηρακλής, όταν από την παιδική εισερχόταν στην εφηβική ηλικία – κατά την οποία οι νέοι, όντας ήδη αυτεξούσιοι, φανερώνουν εάν ο βίος τους θα στραφεί προς την οδό τής αρετής ή προς την οδό τής κακίας – βγήκε έξω και κάθησε στην ησυχία και απορούσε προς ποιά από τις δύο οδούς να στραφεί.

Τότε τού φάνηκε ότι τον πλησίασαν δύο μεγαλόσωμες γυναίκες, η μία ευπρεπής στην όψη κ’ εκ φύσεως γενναιόδωρη, έχοντας την επιδερμίδα της κοσμημένη με καθαριότητα, τα μάτια της μ’ αιδημοσύνη, το παράστημά της με σωφροσύνη, ντυμένη με λευκή εσθήτα, και η άλλη καλοθρεμμένη, παχιά, τρυφερή, με καλλωπισμένη επιδερμίδα, η οποία φαινόταν να είναι λευκότερη και ροδινότερη απ’ όσο πραγματικά ήταν, με παράστημα που φαινόταν να είναι ψηλότερο από το φυσικό της, με μάτια ανασηκωμένα και μ’ εσθήτα, μέσ’ από την οποία περισσότερο έλαμπε η ωραιότητά της. Συχνά παρατηρούσε τον εαυτό της και κοίταζε μήπως και κάποιος άλλον την παρατηρεί, ενώ πολλές φορές κοίταζε και προς την σκιά της.

Ενώ πλησίαζαν τον Ηρακλή, η πρώτη – γιά την οποία μιλήσαμε πρωτύτερα – βάδιζε με τον ίδιο τρόπο, ενώ η δεύτερη έτρεξε προς τον Ηρακλή, επιθυμώντας να τον προφτάσει, και τού είπε: «Ηρακλή, σε βλέπω που απορείς γιά την οδό προς την οποία πρέπει να στρέψεις τον βίο σου. Εάν, λοιπόν, με κάνεις φίλη σου, θα σε οδηγήσω στην πιό ευχάριστη κ’ εύκολη οδό, και δεν θα μείνεις άγευστος από τίποτε τερπνό, ενώ θα ζήσεις χωρίς εμπειρία στις δυσκολίες, διότι πρώτα-πρώτα δεν θα προβληματίζεσαι ούτε γιά πολέμους ούτε γιά ενοχλήσεις, αλλά θα διαβιώνεις κοιτάζοντας τι ευχάριστο θα βρεις, είτε φαγητό είτε ποτό, ή τι θα δεις και θ’ ακούσεις γιά να ευχαριστηθείς, ή τι θα μυρίσεις και θ’ αγγίξεις, και ποιές ερωτικές σχέσεις θα κάνεις γιά να ευφρανθείς, και πώς θα κοιμηθείς όσο πιό μαλακά γίνεται, και πώς όλα τούτα θα σου τύχουν χωρίς να καταπονηθείς. Εάν, πάλι, κάποτε σού γεννηθεί η υποψία τής έλλειψης των μέσων που παρέχουν όλα τα παραπάνω, δεν υπάρχει ο φόβος να σε οδηγήσω σε σωματικές και ψυχικές καταπονήσεις και ταλαιπωρίες, ώστε να τα προσποριστείς, αλλά εσύ θα χρησιμοποιείς εκείνα που οι άλλοι αποκτούν με την εργασία τους, χωρίς ν’ αποφεύγεις τίποτε απ’ όσα δύνανται να σου αποφέρουν κάποιο κέρδος, γιατί εγώ παρέχω στους δικούς μου την δύναμη να επωφελούνται από παντού».

Ο Ηρακλής, ακούγοντας αυτά, τής είπε: «Γυναίκα, ποιό είναι τ’ όνομά σου;». Εκείνη απάντησε: «Οι φίλοι μου με αποκαλούν Ευδαιμονία, και όσοι με μισούν με ονομάζουν, υποτιμητικά, Κακία».

Τότε προσήλθε η άλλη γυναίκα και τού είπε: «Ηρακλή, έρχομαι κ’ εγώ σ’ εσένα, γνωρίζοντας τους γεννήτορές σου κ’ έχοντας μάθει γιά την φύση σου κατά την διάρκεια τής εκπαίδευσής σου. Ελπίζω, βασιζόμενη σ’ αυτά, ότι αν στραφείς προς την οδό μου, οπωσδήποτε θα γίνεις ένας αγαθός εργάτης των ωραίων και σημαντικών έργων, κ’ εγώ θα φανώ ακόμη πιό πολύ τιμημένη και διαπρεπής στ’ αγαθά έργα. Δεν θα σ’ εξαπατήσω, λοιπόν, με ηδονικά προοίμια, αλλά με ειλικρίνεια θα σου διηγηθώ με ποιόν τρόπο οι Θεοί τακτοποίησαν όσα υπάρχουν. Οι Θεοί, χωρίς καταπονήσεις και φροντίδες, δεν δίνουν στους ανθρώπους κανένα απ’ όσα είναι αγαθά και ωραία. Αν, λοιπόν, επιθυμείς να εξιλεωθείς έναντι των Θεών, οφείλεις να υπηρετήσεις τους Θεούς. Αν θέλεις να σ’ αγαπούν οι φίλοι σου, οφείλεις να ευεργετήσεις τους φίλους σου. Αν επιθυμείς να τιμηθείς από κάποια πόλη, οφείλεις να ωφελήσεις την πόλη. Αν έχεις την αξίωση να θαυμάζεσαι απ’ όλη την Ελλάδα γιά την αρετή σου, οφείλεις να προσπαθήσεις να ευεργετήσεις την Ελλάδα. Αν θέλεις να σου αποφέρει άφθονους καρπούς η γη, οφείλεις να υπηρετήσεις την γη. Αν θεωρείς ότι πρέπει να πλουτίσεις από την κτηνοτροφία, οφείλεις να επιμεληθείς τα ζώα. Αν επιδιώκεις ν’ αυξήσεις με πόλεμο την δύναμή σου και αν επιθυμείς να μπορέσεις να ελευθερώσεις τους φίλους σου και να καταβάλεις τους εχθρούς σου, οφείλεις να μάθεις από τους ειδικούς αυτές τις πολεμικές τέχνες, αλλά και ν’ ασκηθείς στο πώς πρέπει να τις χρησιμοποιήσεις. Αν επιθυμείς να είσαι δυνατός στο σώμα, οφείλεις να συνηθίσεις ώστε το σώμα σου να υπηρετεί την σκέψη σου και να γυμνάζεται με καταπονήσεις και ιδρώτα».

Τότε πήρε τον λόγο η Κακία – καθώς λέει ο Πρόδικος – και είπε: «Εννοείς, Ηρακλή, πόσο δύσκολη και μακριά οδό προς τις απολαύσεις σού περιγράφει αυτή η γυναίκα; Εγώ, όμως, θα σε οδηγήσω προς την ευδαιμονία από εύκολη και σύντομη οδό». Και η Αρετή απάντησε: «Ταλαίπωρη, τι αγαθό έχεις εσύ ή τι ευχάριστο ξέρεις, ώστε να μην θέλεις να πραγματοποιήσεις τίποτε γιά χάρη τους; Εσύ δεν αναμένεις ούτε καν την εμφάνιση τής επιθυμίας γιά κάτι ευχάριστο, αλλά τα φτάνεις όλα σε κορεσμό προτού να τα επιθυμήσεις. Τρως πριν πεινάσεις και πίνεις πριν διψάσεις. Γιά να φας ευχάριστα, αναζητάς εδεσματοποιούς. Γιά να πιείς ευχάριστα, προετοιμάζεις πολυτελείς οίνους, ενώ – κατά το καλοκαίρι – τρέχεις παντού αναζητώντας χιόνι. Γιά να κοιμηθείς ευχάριστα, προετοιμάζεις όχι μόνον μαλακά στρώματα, αλλά και κλίνες μαλακές και υποστρώματα μαλακά, γιατί επιθυμείς τον ύπνο επειδή δεν έχεις τίποτε άλλο να κάνεις, και όχι επειδή έχεις καταπονηθεί. Κατασκευάζεις την ανάγκη γιά συνουσία προτού αυτή χρειαστεί, και μηχανεύεσαι τα πάντα και χρησιμοποιείς τους άνδρες σαν γυναίκες, αφού έτσι εκπαιδεύεις τους φίλους σου, ρίχνοντάς τους σε νυκτερινές ακολασίες και κοιμίζοντάς τους κατά το χρησιμότατο μέρος τής ημέρας. Αν και είσαι αθάνατη, οι Θεοί σε απέρριψαν, ενώ οι αγαθοί άνθρωποι δεν σε τιμούν. Ποτέ δεν ακούς το πιό ευχάριστο άκουσμα, τον έπαινό σου. Ποτέ δεν βλέπεις το πιό ευχάριστο θέαμα, γιατί ποτέ δεν έχεις δει ένα ωραίο έργο σου. Ποιός θα σε πίστευε, αν έλεγες κάτι; Ποιός θα σε κάλυπτε, αν χρειαζόσουν κάτι; Ποιός συνετός θα τολμούσε να γίνει μέλος τού θιάσου σου; Οι φίλοι σου είναι σωματικά αδύναμοι όταν είναι νέοι, και ψυχικά ανόητοι όταν μεγαλώσουν. Κατά την νεότητά τους ανατρέφονται χωρίς καταπονήσεις και μέσα στην αφθονία, ενώ περνούν στα γηρατειά καταπονημένοι και αποξηραμένοι. Ντρέπονται γιά όσα έπραξαν και φέρουν βαρέως όσα πράττουν, αφού δοκίμασαν τα ευχάριστα στα νιάτα τους και άφησαν τα δυσάρεστα γιά τα γηρατειά τους. Εγώ, όμως, συναναστρέφομαι τους Θεούς, συναναστρέφομαι και τους αγαθούς ανθρώπους, ενώ κανένα ωραίο έργο, ούτε θεϊκό ούτε ανθρώπινο, δεν γίνεται χωρίς εμένα, και πιό πολύ απ’ όλους με τιμούν και οι Θεοί και οι άνθρωποι – όσοι αρμόζει να το κάνουν – γιατί είμαι αγαπητή συνεργάτιδα των τεχνιτών, πιστή φύλακας των οικοδεσποτών, ευμενής συμπαραστάτιδα των δούλων, αγαθή αρωγός στις ειρηνικές καταπονήσεις και ασφαλής σύμμαχος στα πολεμικά έργα. Γιά τους φίλους μου υπάρχει ευχάριστη και απροβλημάτιστη απόλαυση φαγητών και ποτών, αφού περιμένουν μέχρι να τα επιθυμήσουν, και ο ύπνος τους είναι γλυκύτερος από τον ύπνο όσων δεν μοχθούν, αφού δεν ενοχλούνται όταν τον εγκαταλείπουν, ούτε εξαιτίας του αναβάλλουν την πραγματοποίηση τού καθήκοντος. Οι νέοι μου χαίρονται με τους επαίνους των μεγαλυτέρων. Οι γηραιότεροι αγάλλονται με τις τιμές των νέων. Ευχάριστα θυμούνται τις πράξεις των παλαιών κ’ ευχαριστιούνται όταν σωστά εκτελούν τις παρούσες. Εξαιτίας μου είναι φίλοι των Θεών, αγαπητοί στους φίλους τους, πολύτιμοι στην πατρίδα. Όταν, πάλι, έρθει το πεπρωμένο τέλος, δεν κείτονται λησμονημένοι και ατιμασμένοι, αλλά ακμάζουν, αφού υμνούνται και μνημονεύονται παντοτινά. Ηρακλή, παιδί αγαθών γονέων, έχεις την δυνατότητα – εάν υποφέρεις τέτοιες καταπονήσεις – ν’ αποκτήσεις την πιό μακάρια ευδαιμονία».

Κάπως έτσι ο Πρόδικος καθορίζει την εκπαίδευση τού Ηρακλή από την Αρετή.

Ο λόγος, τώρα, στον Πλάτωνα:

Ας ονομάσουμε νόσο οποιοδήποτε από τα δύο πάθη έχει ο πάσχων, και ας δεχτούμε τις υπερβολικές ηδονές και λύπες ως μέγιστες ψυχικές νόσους, γιατί ο περιχαρής και ο περίλυπος άνθρωπος – σπεύδοντας ακαίρως ν’ αποκτήσει την χαρά και ν’ αποφύγει την λύπη – δεν δύναται ούτε να δει ούτε ν’ ακούσει τίποτε ορθό, αλλά λυσσά και ελάχιστα δύναται να φανεί λογικός.

Όταν το σπέρμα γίνεται πολύ και ορμητικό στον μυελό ενός ανθρώπου – όπως στο δέντρο που παράγει περισσότερο καρπό απ’ ότι ορίζει η φύση του – αυτός δοκιμάζει κάθε φορά πολλές ωδίνες και πολλές ηδονές εξαιτίας των επιθυμιών του και των επιπτώσεών τους. Κατά το μεγαλύτερο μέρος τού βίου του είναι μανιακός, λόγω των μεγίστων ηδονών και λυπών, ενώ έχει νοσούσα και άφρονα ψυχή, εξαιτίας τού σώματός του. Τότε, από τους άλλους δεν θεωρείται ασθενής, αλλά εκούσια κακός.

Όμως, η αλήθεια είναι ότι η αφροδίσια ακολασία είναι νόσος ψυχική και οφείλεται κυρίως σε μία ουσία, που ρέει μέσα στο σώμα και το υγραίνει, λόγω τής πορώδους υφής των οστών. Άρα, όλες σχεδόν οι κατηγορίες, περί ακράτειας στις ηδονές και εκούσιας κλίσης προς το κακό, δεν είναι ορθές, γιατί κανείς δεν είναι εκούσια κακός, αλλά ο κακός γίνεται κακός εξαιτίας κάποιου σωματικού ελαττώματος και τής κακής ανατροφής του, πράγματα που ακούσια έρχονται στον καθένα και τού είναι εχθρικά. Έτσι και στις λύπες.

Ο λόγος, στην συνέχεια, περνά στον Πλούταρχο:

Θεωρείται ότι τα ενδύματα θερμαίνουν τον άνθρωπο, όχι βέβαια ότι τα ίδια θερμαίνουν και προσθέτουν θερμότητα – αφού από μόνο του το καθένα τους είναι ψυχρό, και γι’ αυτό πολλές φορές οι άνθρωποι, όταν ζεσταίνονται κ’ έχουν πυρετό, τ’ αλλάζουν το ένα μετά από το άλλο – αλλά ότι εκείνη την θερμότητα, την οποία αναδίδει ο άνθρωπος από τον εαυτό του, την συνέχει και την περιστέλλει το ένδυμα, το οποίο καλύπτει το σώμα, και την φυλακίζει στο σώμα χωρίς να την αφήνει να διασκορπιστεί εκ νέου. Αυτό το ίδιο, όταν συμβαίνει στις ανθρώπινες καταστάσεις, εξαπατά τους περισσότερους, οι οποίοι θεωρούν ότι θα ζήσουν ευχάριστα, εάν περιβάλλονται από μεγάλες οικίες και εάν συγκεντρώσουν πλήθος δούλων και χρημάτων.

Ωστόσο, η ευχάριστη και χαρούμενη ζωή δεν προέρχεται από τα εξωτερικά πράγματα, αλλά – αντίθετα – ο άνθρωπος προσθέτει ηδονή και χάρη στα πράγματα που βρίσκονται γύρω του, αντλώντας από το ήθος του, σαν από πηγή. «Όταν καίει το πυρ, ο οίκος φαίνεται πιό χαρούμενος», και ο πλούτος πιό ευχάριστος, και πιό λαμπρή η δόξα και η δύναμη, όταν κατέχουν την ευφροσύνη που βγαίνει από την ψυχή, εκεί όπου και η πενία και η εξορία και το γήρας υποφέρονται ανάλαφρα και με προσήνεια, ανάλογα προς την ευκολία και την πραότητα τού ανθρώπινου χαρακτήρα.

Όπως, λοιπόν, τ’ αρώματα κάνουν ευωδιαστά τα βαριά ενδύματα και τα ράκη, ενώ το σώμα τού Αγχίση ανέδιδε δύσοσμο ιδρώτα, «κηλιδώνοντας τον λινό χιτώνα μέχρι τα νώτα του», έτσι και η ζωή και ο βιοπορισμός είναι άλυπος και τερπνός όταν ενυπάρχει η αρετή, ενώ η κακία – όταν αναμιγνύεται – κάνει λυπηρά και αηδιαστικά και δυσπρόσδεκτα γιά τους κατόχους τους όσα φαίνονται λαμπρά και πολυτελή και σεμνά.

«Αυτός θεωρείται μακάριος στην αγορά, όταν όμως ανοίξει τις εξώθυρές του, είναι τρισάθλιος, σε όλα κυριαρχεί η γυναίκα του και προστάζει και πάντοτε φιλονικεί». Ωστόσο, εάν κάποιος είναι άνδρας και όχι ανδράποδο, δεν είναι δύσκολο ν’ απαλλαγεί από γυναίκα πονηρή, ενώ δεν γίνεται να κάνει αγωγή διαζυγίου στην κακία του – ώστε ν’ απαλλαγεί από τα βάσανα και ν’ αναπαυθεί και να μείνει μόνος του – αλλά η κακία πάντοτε είναι σύνοικος των σπλάγχνων του, προσκολλημένη νύχτα και μέρα, «τον καίει χωρίς δάδα και τον εξωθεί σε πρόωρο γήρας», όντας βαρύς συνταξιδιώτης εξαιτίας τής αλαζονείας του, και πολυδάπανος συνδαιτυμόνας εξαιτίας τής βουλιμίας του, και σύζυγος οδυνηρή, η οποία τού κόβει και τού καταστρέφει τον ύπνο με ενοχλήσεις, μέριμνες και ζηλοτυπίες. Όταν κοιμάται, λοιπόν, το σώμα δέχεται ύπνο και ανάπαυση, ενώ η ψυχή – εξαιτίας τής δεισιδαιμονίας – δέχεται τρόμους, όνειρα και ταραχές.

Λέει κάποιος: «Όταν νυστάζω και με παίρνει η λύπη, καταστρέφομαι απ’ τα ενύπνιά μου». Τέτοια διάθεση προκαλεί και ο φθόνος και ο φόβος και ο θυμός και η ακολασία, αφού η κακία κατά την ημέρα βλέπει έξω και συμβιβάζεται με τους άλλους και ντρέπεται και καλύπτει τα πάθη της και δεν αφήνεται εντελώς στις ορμές της, αλλ’ αντιτίθεται και πολλές φορές τις αντιμάχεται, ενώ κατά τον ύπνο, αποφεύγοντας τις κρίσεις και τους νόμους, απομακρύνεται από τον φόβο και την αιδώ, ανακινεί κάθε επιθυμία της κ’ επανεγείρει την κακοήθεια και την ακολασία της. «Επιχειρεί, λοιπόν, να συνουσιαστεί με την μητέρα», όπως λέει ο Πλάτων, δέχεται απαγορευμένα φαγητά και δεν απέχει από καμμία πράξη, απολαμβάνοντας την παρανομία όσο δύναται, μέσω ειδώλων και φαντασμάτων, τα οποία δεν καταλήγουν σε καμμία ηδονή ούτε σ’ εκπλήρωση επιθυμιών, αλλά δύνανται μόνον ν’ ανακινούν και να εξαγριώνουν τα πάθη και τα νοσήματα.

Πού είναι, λοιπόν, η γλύκα τής κακίας, εάν πουθενά δεν έχει αμεριμνησία ούτε αλυπία ούτε αυτάρκεια ούτε αταραξία ούτε ησυχία; Στις ηδονές τής σάρκας δίνει χώρα και γένεση η ευκρασία και η υγεία τού σώματος. Στην ψυχή δεν δύναται να ενυπάρξει ούτε ευφροσύνη ούτε βέβαιη χαρά, εάν πρώτα δεν υποβληθεί η ευθυμία, η αφοβία και το θάρρος ως έδρα και ακύμαντη γαλήνη. Ακόμη και αν κάποια ελπίδα ή τέρψη χαμογελάσει, η ψυχή θα υποβληθεί σε σύγχυση και ταραχή ευθύς μόλις επέλθει η στενοχώρια, όπως ακριβώς η θύελλα μέσα στην καλοκαιρία.

Συνάθροιζε χρυσάφι, συμμάζευε άργυρο, οικοδόμησε χώρους περιπάτων, γέμιζε την οικία σου με δούλους, και την πόλη με οφειλέτες σου! Αν δεν κατανικήσεις τα πάθη τής ψυχής και αν δεν παύσεις την απληστία σου και αν δεν απαλλάξεις τον εαυτό σου από φόβους και φροντίδες, τότε προσφέρεις οίνο σε κάποιον που έχει πυρετό, και μέλι σε κάποιον που πάσχει στην χολή, κ’ ετοιμάζεις φαγητά κ’ εδέσματα σε κάποιους που πάσχουν στην κοιλιά και που έχουν δυσεντερία και που δεν τα συγκρατούν ούτε δυναμώνουν, αλλά περισσότερο φθείρονται από αυτά! Δεν βλέπεις όσους νοσούν, πώς δυσαρεστούνται και αποπτύουν και αρνούνται τα καθαρότερα και πολυτελέστερα φαγητά, όταν τους τα προσφέρουν ακόμη και με την βία, ενώ μετά, όταν η κράση τους μεταβληθεί κ’ επανέλθει η σωστή αναπνοή και το γλυκό αίμα και η οικεία θερμότητα, ξανασηκώνονται και χαίρονται και τους αρέσει να τρώνε λιτό άρτο και τυρί και κάρδαμο; Τέτοιου είδους διάθεση κατασκευάζει στην ψυχή η λογική.

Θα είσαι αυτάρκης, αν μάθεις τι είναι το ωραίο και αγαθό. Θα ζεις πλούσια μέσα στην πενία σου και θα βασιλέψεις και δεν θ’ αγαπήσεις τον αμέριμνο και ιδιωτικό βίο λιγότερο από εκείνον τού στρατηγού και τού ηγεμόνα. Φιλοσοφώντας δεν θα ζήσεις με αηδία, αλλά θα μάθεις παντού και με τα πάντα να ζεις ευχάριστα. Θα σε ευφράνει ο πλούτος σου, που πολλούς θα ευεργετεί, και η πενία σου, αφού δεν θα μεριμνάς γιά πολλά, και η δόξα σου, όταν θα σε τιμούν, και η ασημότητά σου, όταν δεν θα σε φθονούν.

Ο λόγος, τελικά, δίνεται στον Σαλούστιο:

Οι λόγοι περί Αρετής και Κακίας εξαρτώνται από τους λόγους περί ψυχής. Όταν η άλογη ψυχή εισέλθει στα σώματα, ευθύς προκαλεί θυμό κ’ επιθυμία, ενώ η λογική ψυχή στέκεται επάνω από αυτά διαχωρίζοντας την ψυχή σε τρία μέρη: στο λογικό, στο θυμοειδές και στο επιθυμητικό. Αρετή τού λογικού είναι η φρόνηση, τού θυμοειδούς η ανδρεία, τού επιθυμητικού η σωφροσύνη, και όλης τής ψυχής η δικαιοσύνη. Πρέπει, λοιπόν, το λογικό μέρος να κρίνει τα δέοντα, το θυμοειδές να πειθαρχεί στο λογικό και να διακρίνει τα πρέποντα δεινά, και το επιθυμητικό να επιδιώκει όχι εκείνο που φαίνεται ευχάριστο, αλλά εκείνο που είναι λογικά ευχάριστο.

Αν αυτά συμβαίνουν έτσι, ο βίος γίνεται δίκαιος, επειδή η δικαιοσύνη που αφορά τις ανάγκες τής ζωής αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος τής Αρετής, και γι’ αυτό στους ανθρώπους που έχουν παιδεία μπορούμε να δούμε όλες τις αρετές, ενώ στους απαίδευτους βλέπουμε κάποιον που είναι ανδρείος αλλά και άδικος, κάποιον άλλον που είναι σώφρων αλλά και ανόητος, και άλλον που είναι φρόνιμος αλλά και ακόλαστος, ιδιότητες που δεν ταιριάζει ούτε να τις αποκαλούμε αρετές, επειδή έχουν στερηθεί την λογική και είναι ατελείς και εμφανίζονται σε κάποια άλογα όντα.

Την Κακία ας την εξετάσουμε μέσω των αντιθέτων. Η Κακία τού λογικού μέρους είναι η παράνοια, τού θυμοειδούς η δειλία, τού επιθυμητικού η ακολασία, και όλης τής ψυχής η αδικία. Οι αρετές προέρχονται από την ορθή πολιτεία, την καλή ανατροφή και την παιδεία. Οι κακίες προέρχονται από τ’ αντίθετα.

Η περί Αρετής διδασκαλία των Πυθαγορείων αποτελούσε και συνεχίζει ν’ αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κομμάτι τής πνευματικής παρακαταθήκης των Ελλήνων. Οι περί Αρετής αρχές και θέσεις τής πυθαγόρειας φιλοσοφίας εξακολούθησαν να είναι αντικείμενο θαυμασμού και μελέτης επί σειρά αιώνων, ενώ πολλά αξιόλογα αποσπάσματα από σχετικά έργα πυθαγορείων φιλοσόφων φιλοξενήθηκαν στις σελίδες τού περίφημου «Ανθολογίου» τού Ιωάννη Στοβαίου, ο οποίος έζησε κατά τον πέμπτο μετά Χριστόν αιώνα.

Ο Ιωάννης Στοβαίος καταγόταν από τους Στόβους, μία εύπορη πόλη τής Μακεδονίας, που βρισκόταν χτισμένη στην συμβολή των ποταμών Εριγώνα και Αξιού. Σ’ αυτή την πόλη ο Ιωάννης – ο οποίος ήταν «γραμματικός», δηλαδή μελετητής και διδάσκαλος τής κλασικής γραμματείας – οφείλει και το επώνυμό του, που σώζεται και με την μορφή «Στοβεύς» (στο Λεξικό Σούδα).

Γιά τον βίο τού Ιωάννη διαθέτουμε ελάχιστες πληροφορίες. Γνωρίζουμε, όμως, ότι είχε έναν γιό, τον Σεπτίμιο, τού οποίου την παιδεία φρόντιζε με ιδιαίτερη επιμέλεια. Υποθέτουμε, επίσης, ότι – τόσο εξαιτίας τού επαγγέλματός του, όσο και λόγω τού έργου που μας κληροδότησε – πρέπει να διέθετε μία αρκετά μεγάλη προσωπική συλλογή βιβλίων τής αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Το πολυσέλιδο «Ανθολόγιό» του φέρει την ονομασία «Εκλογές, Αποφθέγματα, Υποθήκες» και αποτελείται από τέσσερα βιβλία, τα οποία περιέχουν εκλεκτά αποσπάσματα από έργα ποιητών, θεολόγων, φιλοσόφων, ιστορικών και ρητόρων τής αρχαιότητας και των ελληνιστικών χρόνων, καλύπτοντας μία χρονική περίοδο περίπου δώδεκα αιώνων.

Το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο – με μεταφυσικό και με γνωσιολογικό και ηθικό περιεχόμενο αντίστοιχα – έχουν υποστεί σοβαρούς ακρωτηριασμούς, οπότε η μελέτη τους καθίσταται ελαφρώς προβληματική. Το τρίτο βιβλίο ασχολείται αποκλειστικά με θέματα ηθικής, ενώ το τέταρτο με θέματα ηθικής, παιδαγωγικής και πολιτικής. Σύμφωνα με την μαρτυρία τού πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου Α΄ («Μυριόβιβλος»), το έργο τού Ιωάννη έφερε και πρόλογο, συντεταγμένο και χωρισμένο σε δύο κεφάλαια από τον ίδιο τον ακάματο ανθολόγο. Από αυτόν τον πρόλογο σώζεται μόνον ένα μικρό τμήμα.

Το «Ανθολόγιο» συντάχθηκε από τον Ιωάννη γιά χάρη τού γιού του, με σκοπό να βοηθήσει τον νεαρό Σεπτίμιο στην ταχύτερη ανάγνωση και στην επιτυχέστερη μελέτη των καλύτερων και διδακτικότερων αποσπασμάτων τής αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Σήμερα, το ίδιο έργο αποτελεί πολύτιμη πηγή γνώσεων και πληροφοριών, αφού μέσα στις σελίδες του σώζονται χωρία από έργα διάσημων συγγραφέων, των οποίων τα βιβλία δυστυχώς δεν έφτασαν ακέραια μέχρι την εποχή μας. Η ίδια μοίρα έλαχε και στα βιβλία των περισσότερων πυθαγορείων φιλοσόφων.

Το εκτενέστατο πρώτο κεφάλαιο («Περί αρετής») – από τα εν συνόλω σαρανταδύο – τού τρίτου βιβλίου τού «Ανθολογίου» τού Ιωάννη εμπεριέχει περισσότερα από διακόσια υποκεφάλαια, τα οποία φιλοξενούν εκλεκτά αποσπάσματα με θέμα την Αρετή. Μεταξύ των ανθολογούμενων συγγραφέων ξεχωρίζουν τα ονόματα των πυθαγορείων φιλοσόφων, αλλά και τού ίδιου τού Πυθαγόρα. Με αυτά τα εκλεκτά χωρία τής πυθαγορικής διδασκαλίας θ’ ασχοληθούμε στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας.

Η νεοελληνική μετάφραση των κειμένων τής παρούσας έκδοσης επιχειρεί – στο μέτρο τού ευλόγως δυνατού – να διασώσει την επικοινωνιακή δύναμη, την εσωτερική συνοχή των φιλοσοφικών νοημάτων, καθώς και την εξωτερική δομή των πρωτοτύπων κειμένων τού «Ανθολογίου», χωρίς να προδίδει ή να αγνοεί τις ανεξάντλητες και πολυεπίπεδες εκφραστικές δυνατότητες τού σύγχρονου ελληνικού γραπτού λόγου. Αγκύλες χρησιμοποιούνται στα σημεία όπου το αντίστοιχο πρωτότυπο κείμενο παρουσιάζει κενά ή χάσματα, ενώ εντός παρενθέσων τοποθετούνται οι εντελώς απαραίτητες λέξεις, οι οποίες συμπληρώνουν το νόημα των προβληματικών προτάσεων.

Σ’ αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμη η διευκρίνιση των παρακάτω στοιχείων: τα κείμενα τού Πυθαγόρα και των Πυθαγορείων τής συλλογής τού Ιωάννη Στοβαίου «μεταφράστηκαν» στην νέα ελληνική γλώσσα, δηλαδή οι «φράσεις» τής αρχαίας ελληνικής μετατράπηκαν σε «φράσεις» τής νεοελληνικής γλώσσας. Τα αρχαία κείμενα, λοιπόν, δεν «μεταγλωττίστηκαν» (διότι κινηθήκαμε στα πλαίσια τής ίδιας γλώσσας, τής ελληνικής, αντιμετωπίζοντας δύο μορφές της που διαφέρουν λόγω τού χρόνου, κατά τον οποίον αναπτύχθηκαν), ούτε «αποδόθηκαν» (αφού «αποδίδουμε» ένα νόημα και όχι μία γλώσσα), ούτε «ερμηνεύτηκαν» (επειδή κανενός τύπου διευκρίνιση ή ανάλυση ή επεξήγηση ή σχολιασμός δεν εντάχθηκε στο κείμενο τής νεοελληνικής μετάφρασης).

Το τελικό αποτέλεσμα τής παρούσας προσπάθειας θα κριθεί από τις ερίτιμες αναγνώστριες και τους ευγενικούς αναγνώστες τού βιβλίου, των οποίων οι καλοπροαίρετες παρατηρήσεις θα είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες.

Αθανάσιος Α. Τσακνάκης

Φιλόλογος – Θεολόγος

Καμίνι Άγρας, Λέσβος

Θέρος τού 2006

Τμήμα Δεύτερο  

Κ ώ δ ι κ α ς

  

Ο Κώδικας τής Αρετής των Πυθαγορείων….

Την συνέχεια τής εξαιρετικής εργασίας μπορείτε να διαβάσετε στο:  https://www.academia.edu/

Αφήστε μια απάντηση