Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΝΙΝΕΥΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΧΟΣΡΟΗ

.

Μάχη μεταξύ τού στρατού τού Ηρακλείου και των Περσών υπό τον Χοσρόη Β΄. Τοιχογραφία τού Piero della Francesca, 1452

.

Ἡ μάχη στὴν Νινευὶ  12/12/627

 

……….Ὅσο οἱ Ἄβαροι καὶ ὁ στρατὸς τοῦ Σαρβαραζᾶ πολιορκοῦσαν τὴν Κωνσταντινούπολη (6ος -8ος 626), ὁ Ἡράκλειος μὲ τὸν λίγο στρατὸ ποὺ εἶχε κρατήσει, συνέχιζε τὸ κυνήγι τοῦ Χοσρόη.

……….Εὑρισκόμενος στὴ Λαζική, ἐξασφάλισε τὴν συμμαχία τῶν Χαζάρων τούρκων, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐνίσχυσαν μὲ 40.000 μαχητές. Ἔτσι τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 627, ἀφοῦ πέρασε τὸν ποταμὸ Ἄραξη καὶ ἑνώθηκε πάλι μὲ τὸν στρατὸ τοῦ Θεόδωρου, ὁ Ἡράκλειος εἰσέβαλε στὴν Ἀτροπατηνή Μηδία καὶ λεηλατῶντας τὴν περιοχὴ σὲ ἀντίποινα πρὸς τοὺς Πέρσες, κατέβαινε πρὸς τὰ Κορδυαῖα ὄρη.

……….Στὸ μεταξὺ οἱ Χάζαροι ἐγκατέλειψαν τὸν Ἡράκλειο, φοβούμενοι μήπως ἀποκλειστοῦν ἀπό τοὺς Πέρσες καὶ τὸν χειμῶνα. Ὁ Αὐτοκράτορας ὅμως ἐνθάρρυνε τοὺς ἄνδρες του λέγοντας «τὶ νὰ τοὺς κάνουμε τοὺς Χαζάρους ὅταν ἔχουμε τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας;».

……….Οἱ Πέρσες μὲ ἀρχηγό ἕναν ἄλλον σατράπη, τὸν Ῥαζάτη, προσπάθησαν νὰ ἀναχαιτίσουν τὴν προέλαση τῶν Βυζαντινῶν ἐπιδιώκοντας νὰ κλείσουν τὰ ὀρεινὰ περάσματα τῶν Κορδυαίων. Δὲν πρόλαβαν ὅμως. Ὁ Ἡράκλειος μὲ τὸν στρατὸ του πέρασε τὰ Κορδυαῖα καὶ κατευθυνόταν πρὸς τὴν Μεσοποταμία.

……….Ἀπ’ ὅπου περνοῦσε ὁ Βυζαντινὸς στρατός, ἐξαντλοῦσε τὰ τρόφιμα τῆς περιοχῆς μὲ ἀποτέλεσμα ὁ Ῥαζάτης ποὺ ἀκολουθοῦσε κατὰ πόδας νὰ μὴν βρίσκει τίποτε γιὰ νὰ θρέψει τοὺς ἄνδρες του. Ἦταν δηλαδὴ «ὁπίσω ὡς κύων πεινῶν μόλις ἐκ τῶν ψιχίων αὐτοῦ ἐτρέφετο», ὅπως γράφει στὴν Χρονογραφία του ὁ Θεοφάνης Ὁμολογητής.

……….Φθάνοντας στὴν πεδιάδα τῆς Μεσοποταμίας ὁ Ἡράκλειος ἄφησε τοὺς ἄνδρες του νὰ ξεκουραστοῦν. Ἀλλὰ τὴν 1η Δεκεμβρίου τοῦ 627 ξεκίνησε ξανὰ μὲ προορισμὸ τὴν πρωτεύουσα τοῦ περσικοῦ κράτους, τὴν Κτησιφῶντα. Πέρασε τὸν ποταμὸ Ζάβατο καὶ στρατοπέδευσε κοντὰ στὴν ἀρχαία πρωτεύουσα τῶν Ἀσσυρίων Νινευί, «οὔ μακράν, καὶ ἴσως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ πεδίου τῶν Γαυγαμήλων, ὅπου ὁ μέγας Ἀλέξανδρος ἐνίκησε τὸν δεύτερον ἐκ παρατάξεως τὸν τελευταῖον τοῦ πρώτου περσικοῦ κράτους βασιλέα» γράφει ὁ K. Παπαρρηγόπουλος στὴν Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Έθνους.

……….Οἱ Πέρσες πέρασαν καὶ αὐτοί τὸν Ζάβατο καὶ στρατοπέδευσαν λίγο πιὸ κάτω, στὴν συμβολὴ τοῦ Ζάβατου μὲ τὸν Τίγρη καὶ ὁ Ῥαζάτης ἀποφάσισε νὰ ἐπιτεθῇ. Γιὰ τούτη τὴν ἀποφασιστική μάχη, στὶς 12 Δεκεμβρίου τοῦ 627, ἡ ὁποία ἔκρινε τὸ τέλος τοῦ πολέμου τοῦ Ἡρακλείου κατὰ τῶν Περσῶν, ἐλάχιστα ἔχουν διασωθεῖ στὴν χρονογραφία ὡς πρὸς τὶς δυνάμεις καὶ τὴν τακτικὴ ποὺ ἀκολουθήθηκε ἀπό τοὺς δύο στρατούς, «ἀλλ’ ἐξυμνοῦσι μόνον ἄπαντες τὴν προσωπικὴν τοῦ Ἡρακλείου ἀνδρείαν, ἤτις κατὰ τὴν ἀείμνηστον ταύτην ἡμέραν ἀνεδείχθη φαίνεται ἐφάμιλλος τῆς ἀκατασχέτου ὁρμῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου» (Παπαρρηγόπουλος).

……….Ὁ Ἡράκλειος πάνω στὸ ἄλογό του, τὸν Δόρκωνα, παρ’ ὅτι πληγωμένος στὸ χεῖλος καὶ στὸ πόδι, σκότωσε τρεῖς ἀπό τοὺς κυριώτερους ἀξιωματικούς τῶν Περσῶν καὶ τὸν ἴδιο τὸν Ῥαζάτη. Οἱ ἀπώλειες τῶν Περσῶν ἦταν πολὺ μεγάλες. Ὅσοι γλίτωσαν τὸν θάνατο ἤ δὲν πιάστηκαν αἰχμάλωτοι τράπηκαν σὲ φυγή.

 Τὸ τέλος τοῦ Χοσρόη

……….Μετὰ τὴν νίκη του στὴν Νινευί, ὁ Ἡράκλειος στράφηκε νοτιοανατολικὰ κυνηγώντας τὸν Χοσρόη καὶ προσπαθώντας ἐπιτέλους νὰ τὸν κάνει νὰ πολεμήσει. Ἀλλὰ παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Χοσρόης εἶχε μαζὶ του ἕναν στρατὸ 40.000 ἀνδρῶν, ἀπέφευγε τὴν ἀπ’εὐθείας σύγκρουση μὲ τὸν Ἡράκλειο, ταυτόχρονα ὅμως δὲν δέχθηκε οὔτε αὐτή τὴν φορὰ νὰ συνθηκολογήσῃ, ἀλλὰ συγκέντρωνε πυρετωδῶς καὶ ἄλλα στρατεύματα.

……….Ὥσπου, τὸν Φεβρουάριο τοῦ 628, ὁ πρωτότοκος γιὸς τοῦ Χοσρόη, Σιρόης ἤ Καβάδης B’, ἀνέτρεψε τὸν πατέρα του, τὸν ὁποῖο καὶ σκότωσε, κλείνοντας εἰρήνη μὲ τὸν Ἡράκλειο καὶ ἐπιστρέφοντας στὴν Αὐτοκρατορία τῆς Ῥωμανίας [Βυζάντιο] ὅλες της τὶς κτήσεις, μαζὶ μὲ τὸν Τίμιο Σταυρό, τὸν ὁποῖο ὁ Ἡράκλειος μετέφερε μὲ μεγάλη ἐπισημότητα στὰ Ἱεροσόλυμα, εἴτε τὸ 629, εἴτε τὸ 630, ἀναλόγως τὴν ἱστορικὴ πηγή.


  • Ὁλόκληρο τὸ κείμενο μὲ τὶς νικηφόρες μάχες τοῦ Ἡρακλείου μπορεῖτε νὰ διαβάσετε στό : www.e-istoria.com
  • Πηγή εἰκόνας: https://el.wikipedia.org/

0 απαντήσεις στο “Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΝΙΝΕΥΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΧΟΣΡΟΗ”

  1. Η στρατιωτική οργάνωση των Περσών
    XPHΣTOΣ Γ. MAKPYΠOYΛIAΣ
    Ιστορικός

    OI ΠOΛEMOI των Σασσανιδών Περσών με το Βυζάντιο θεωρούνται από ορισμένους ως η τελική φάση της συγκρούσεως του ιρανικού με τον ελληνικό πολιτισμό, σύγκρουση που είχε αρχίσει τον 6ο αι. π.Χ. με την κατάκτηση της Ιωνίας από τους Αχαιμενίδες Πέρσες. Πρωταγωνιστής των πολέμων αυτών ήταν ο στρατός των Σασσανιδών, η καλύτερα οργανωμένη πολεμική μηχανή που χρειάστηκε να αντιμετωπίσει η Βυζαντινή αυτοκρατορία κατά τους πρώτους αιώνες της ιστορίας της.

    Για την εικόνα που είχαν οι Βυζαντινοί για τους Σασσανίδες και τον στρατό τους, διαφωτιστικό είναι το σχετικό με την αντιμετώπιση των Περσών κεφάλαιο στο Στρατηγικόν, ένα εγχειρίδιο τακτικής των αρχών του 7ου αι. που αποδίδεται, μάλλον λανθασμένα, στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο: «Το Περσικόν έθνος μοχθηρόν και κρυψίνουν και δουλοπρεπές εστιν, φιλοπάτριον δε και ευπειθές. Υπάρχει τοις άρχουσι διά φόβον· όθεν και καρτερικώς τους τε πόνους και τους υπέρ της πατρίδος πολέμους υφίστανται».

    Χαρακτηριστικό της έμφασης που απέδιδαν οι Σασσανίδες στη στρατιωτική προετοιμασία της αυτοκρατορίας τους είναι και το γεγονός ότι οι δυνάμεις τους ήταν σχεδόν ισάριθμες με αυτές των Βυζαντινών κατά τον 4ο-6ο αι., περί τις 250.000-350.000 ανδρών· καθώς όμως το Ιράν διέθετε πολύ λιγότερη καλλιεργήσιμη γη και πληθυσμό σαφώς μικρότερο από αυτόν του Βυζαντίου, το συμπέρασμα είναι ότι οι Πέρσες στρατολογούσαν σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από ό,τι οι Βυζαντινοί.

    Κατά τους πρώτους αιώνες μετά την πτώση των Πάρθων (226 μ.Χ.), ο στρατός των Σασσανιδών ήταν ένα συνονθύλευμα μεγάλων γαιοκτημόνων και των ιδιωτικών στρατών τους, οι οποίοι πολεμούσαν ως βαρύ ή ελαφρό ιππικό, με την προσθήκη μεγάλου αριθμού επιστρατευμένων χωρικών, που επάνδρωναν τις τάξεις του πεζικού κυρίως ως τοξότες. Ο συγκεκριμένος τρόπος στρατολογίας αντικατόπτριζε την ταξική διαστρωμάτωση της ιρανικής κοινωνίας, η οποία χωριζόταν σε κάστες ελευθέρων και μη ελευθέρων, και βασιζόταν σε φυλετικά κριτήρια. Κάθε κλήρος γης όφειλε να διαθέτει συγκεκριμένο αριθμό ιππέων στο στράτευμα, ενώ όταν ένας γαιοκτήμονας πέθαινε η γη του περνούσε στην ιδιοκτησία του κράτους, εκτός αν ο κληρονόμος του επέλεγε να υπηρετήσει και αυτός στο ιππικό.

    Η στρατολόγηση του ιππικού από μεγάλους ευγενείς που υποχρεούνταν να εξοπλίζονται μόνοι τους και να συμμετέχουν στις εκστρατείες χωρίς μισθό μαζί με τους ακολούθους τους, ίσχυσε μέχρι την εποχή του Χοσρόη Α΄ (531-579). Μετά τις μεταρρυθμίσεις του τελευταίου, τη ραχοκοκαλιά του ιππικού αποτελούσαν πλέον οι dihqan, οι κατώτεροι ευγενείς, οι οποίοι τώρα στρατολογούνταν ανεξάρτητα από τους μεγάλους ευγενείς και λάμβαναν μισθό για τις υπηρεσίες τους.

    Η οργάνωση του περσικού στρατού

    Πέρα από τους ιρανόφωνους κατοίκους της αυτοκρατορίας τους, οι Σασσανίδες βασίζονταν και στις στρατιωτικές υπηρεσίες πολλών ξένων λαών, εγκατεστημένων εντός των συνόρων του περσικού κράτους ή γύρω από αυτό. Στη Μεσοποταμία η αραβική φυλή των Λαχμιδών χρησίμευε ως αντίβαρο στους Γασσανίδες Aραβες της Συρίας και τις άλλες αραβικές φυλές στην υπηρεσία των Βυζαντινών, ενώ παρόμοια ήταν η κατάσταση στην Αρμενία. Eνας από τους πιο πολεμικότερους λαούς στην υπηρεσία των Σασσανιδών ήταν οι Δαϋλαμίτες ή Διαλεμίτες, που κατοικούσαν στα όρη Ελμπούρτζ, νοτίως της Κασπίας Θάλασσας, και ήταν ακαταμάχητοι ως πεζοί πολεμιστές, γεγονός που αναγνώρισαν αργότερα και οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι ενέταξαν και αυτοί τους Διαλεμίτες στους στρατούς τους.

    Η οργάνωση του περσικού στρατού παρουσίαζε αρκετές ομοιότητες με την αντίστοιχη του στρατού των Βυζαντινών. Το κράτος των Σασσανιδών χωριζόταν σε έναν αριθμό επαρχιακών διοικήσεων, με επικεφαλής τους marzban ή kanarang. Κατά τους πρώτους αιώνες οι διοικήσεις αυτές κάλυπταν όλη την επικράτεια, από την Αρμενία έως το Αφγανιστάν και από την Κασπία έως την Αραβία. Αργότερα, όμως, στα πλαίσια των μεταρρυθμίσεων του Χοσρόη, το μεγαλύτερο μέρος του στρατού αποσύρθηκε από το εσωτερικό της αυτοκρατορίας και συγκεντρώθηκε, υπό τους spahbad, σε τέσσερις μεγάλες συνοριακές διοικήσεις: το Χορασάν στα ανατολικά, το Αζερμπαϊτζάν στα βόρεια, το Φαρς στα νότια και το Ιράκ στα δυτικά.

    Εκτός από τα στρατεύματα που στρατολογούνταν από τους ευγενείς γαιοκτήμονες και τους ακολούθους τους, ο Πέρσης βασιλιάς διέθετε και έναν αριθμό στρατιωτών υπό την άμεση διοίκησή του. Οι μονάδες αυτές της ανακτορικής φρουράς περιελάμβαναν τους Varhranighan-khvadhay (μονάδα ανάλογη με τους «Αθανάτους», τη γνωστή σωματοφυλακή των Αχαιμενιδών), τους Pushtighbansalar και τους Jan-avaspar («αυτοί που θυσιάζουν τη ζωή τους»), μονάδα μάλλον αποτελούμενη από μισθοφόρους, αφού ένας από τους διοικητές της ήταν Βυζαντινός.

    Τη ραχοκοκαλιά του στρατού των Σασσανιδών, όπως ακριβώς και των Πάρθων προκατόχων τους, αποτελούσε, όπως είπαμε, το ιππικό των μικρών και μεγάλων γαιοκτημόνων. Την αιχμή του δόρατος αποτελούσαν οι κατάφρακτοι ιππείς ή «κλιβανάριοι», υποστηριζόμενοι από μεγάλους αριθμούς ιπποτοξοτών. Oπως και την εποχή των Πάρθων, η αναλογία μεταξύ καταφράκτων και ελαφρών ιππέων ήταν περίπου ένας προς δέκα. Οι κατάφρακτοι προστατεύονταν από αλυσιδωτούς ή φολιδωτούς θώρακες και ήταν οπλισμένοι με μακριές λόγχες, ξίφη και τόξα. Χαρακτηριστικό του θωρακισμένου ιππικού των καταφράκτων ήταν το ότι ακόμη και τα άλογά τους έφεραν θωράκιση, είτε μεταλλική είτε υφασμάτινη. Οι Πέρσες είχαν το πλεονέκτημα να διαθέτουν πολύ καλά άλογα, αρκετά δυνατά ώστε να αντέχουν το βάρος του θωρακισμένου αναβάτη αλλά και του δικού τους θώρακα. Σε αντίθεση με τους «κλιβαναρίους», τα άλογα του απλού ιππικού ή των ιπποτοξοτών δεν έφεραν συνήθως θωράκιση, αν και υπήρχαν περιπτώσεις ιπποτοξοτών πάνω σε θωρακισμένα άλογα. Aλλά και στον βυζαντινό στρατό υπήρχε, τον 5ο αι., μία μονάδα θωρακισμένων ιπποτοξοτών, οι Equites Sagittarii Clibanarii.

    Eλλειψη αξιόμαχου πεζικού

    Το σημαντικότερο μειονέκτημα των περσικών στρατών ήταν ανέκαθεν η έλλειψη αξιόμαχου πεζικού. Βεβαίως, οι Σασσανίδες δεν έκαναν το λάθος να εξαλείψουν εντελώς το πεζικό από τους στρατούς τους, όπως έκαναν οι Πάρθοι, αλλά ο οπλισμός και η τακτική των πεζών τους ήταν σε μάλλον χαμηλό επίπεδο. Hταν οπλισμένοι κυρίως με τόξα τα οποία, ως λιγότερο ισχυρά από εκείνα των Βυζαντινών, τους προσέδιδαν μεγάλη ταχυβολία αλλά μικρή διατρητική ικανότητα. Από την άλλη, το γεγονός ότι δεν διέθεταν δόρατα ή ασπίδες τούς καθιστούσε ανίκανους να λειτουργήσουν ως όπλο κρούσεως. Κάποιες μάχες μεταξύ Βυζαντινών και Περσών δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ανταλλαγή τοξευμάτων.

    Οι τακτικές των Περσών χαρακτηρίζονταν, όπως και οι αντίστοιχες των Βυζαντινών, από τάξη και πειθαρχία. Ο συγγραφέας του Στρατηγικού αναγκάζεται να παραδεχθεί ότι οι Πέρσες, σε αντίθεση με τους λαούς της στέππας, δεν δείχνουν προπέτεια και παράλογο θάρρος στη μάχη, αλλά ενεργούν με σύνεση και στρατηγική σκέψη. Ο στρατός των Σασσανιδών παρατασσόταν σε μία γραμμή μάχης, χωρισμένος σε κέντρο και δύο πτέρυγες. Η μάχη άρχιζε συνήθως με την κραυγή «mard u mard» («άνδρας με άνδρα»), που καλούσε τους καλύτερους πολεμιστές του εχθρού σε μονομαχία. Στις πηγές αναφέρονται αρκετά παραδείγματα τέτοιων μονομαχιών, όπως εκείνη ανάμεσα στον αυτοκράτορα Ηράκλειο και τη σωματοφυλακή του εναντίον του Πέρση στρατηγού Ραζάτη κατά τη μάχη της Νινευή (Δεκέμβριος 627). Το πλέον εντυπωσιακό περιστατικό είναι η μονομαχία πριν τη μάχη του Δάρας (530), όταν δύο από τους καλύτερους Πέρσες πολεμιστές ηττήθηκαν και σκοτώθηκαν από τον Ανδρέα, ο οποίος δεν ήταν στρατιώτης, αλλά απλός υπηρέτης (υπεύθυνος λουτρού) του Βυζαντινού στρατηγού!

    Eνα από τα χαρακτηριστικά των μεγάλων αυτοκρατοριών της Ανατολής ήταν και η προσπάθειά τους να προστατεύσουν τα αχανή σύνορά τους με γραμμικές οχυρώσεις, προκειμένου να αποτρέψουν τη διείσδυση νομάδων επιδρομέων στα καλλιεργημένα εδάφη των παραμεθορίων περιοχών. Η τακτική αυτή (της οποίας το γνωστότερο παράδειγμα ήταν το περίφημο Σινικό Τείχος) χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τους Σασσανίδες, όπως άλλωστε, σε μικρότερη κλίμακα, και από τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς. Το σημαντικότερο από τα διατειχίσματα αυτά των Περσών ήταν εκείνο που κάλυπτε τα σύνορα στο Ντερμπέντ, ανάμεσα στην Κασπία Θάλασσα και στον Καύκασο, γνωστό στις αραβικές πηγές ως Bab al-Abwab (Πύλη των Πυλών). Απετελείτο από πέντε τείχη και κτίστηκε σε συνεργασία με τους Βυζαντινούς για την αποτροπή των επιδρομών των Ούννων τον 5ο αι. Παρόμοιο ήταν και το μήκους 170 χλμ. διατείχισμα από την Κασπία έως τα ανατολικά όρη του Κουργκάν· ονομαζόταν Sadd-i Iskander (Φράγμα του Αλεξάνδρου) στα Περσικά ή Qizil Yilan (Κόκκινο Φίδι) στα τουρκικά και απετελείτο από πλίνθινο τείχος με τάφρο.

    Aλλα διατειχίσματα κάλυπταν τις οάσεις της Μαρβ και της Μπουχάρας, ενώ ένα τείχος στους πρόποδες του Ελμπούρτζ προστάτευε την πεδιάδα από τις επιδρομές των Διαλεμιτών. Στο νότιο τμήμα του Ιράκ υπήρχε ένα σύστημα τάφρων και προτειχισμάτων γνωστό ως Khandaq Shapur (Τάφρος του Σαπώρη/Σαπούρ), καθώς και άλλες παρόμοιες γραμμές αμύνης. Δυστυχώς για τους Σασσανίδες, ενώ οι οχυρώσεις στα ανατολικά και βόρεια σύνορα διατηρούνταν σε καλή κατάσταση και φυλάσσονταν συνεχώς, το αραβικό σύνορο είχε παραμεληθεί, καθώς οι Πέρσες δεν θεωρούσαν ότι απειλούνταν από τους Aραβες. Η άνοδος του Ισλάμ στις αρχές του 7ου αι. θα έθετε τέρμα τόσο στη λανθασμένη αυτή αντίληψη, όσο και στην ίδια τη δυναστεία των Σασσανιδών.

Αφήστε μια απάντηση