Η ΟΜΗΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΥΠΟ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟ 1821

.

Έργο τού Ζαν Μπαπτίστ Βανμούρ «Ο σουλτάνος Αχμέτ Γ΄». (Sultan Ahmed III, Jean Baptiste Vanmour, c. 1727 - c. 1730)
Έργο τού Ζαν Μπαπτίστ Βανμούρ «Ο σουλτάνος Αχμέτ Γ΄». (Sultan Ahmed III, Jean Baptiste Vanmour, c. 1727 – c. 1730)

.

……….Στις 9 Νοεμβρίου 1820, λόγω υπονοιών και φημών περί επικείμενης εξεγέρσεως των Ελληνικών πληθυσμών τής νότιας Ελλάδος, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ διόρισε τον Χουρσίτ πασά στο αξίωμα τού Μόρα Βαλεσή, δηλαδή τού στρατιωτικού διοικητή τής Πελοποννήσου.

……….Τον Οκτώβριο τού 1820, όλη η πελοποννησιακή δημογεροντία συγκεντρώθηκε στην Τρίπολη γιά την υποδοχή τού Χουρσίτ. Ο Χουρσίτ έφθασε μέσω Ναυπλίου και η επίσημη υποδοχή του έγινε στην Τρίπολη, στις 8 Νοεμβρίου 1820. Η θεατρικά θερμή υποδοχή που επιφύλαξαν οι Πελοποννήσιοι προεστοί (οι περισσότεροι ήδη μυημένοι στην επικείμενη Επανάσταση) στον Χουρσίτ και τα πανάκριβα δώρα που τού χάρισαν, καθώς και οι καθησυχαστικές τους διαβεβαιώσεις, τον υπνώτισαν. Οι προεστοί τού Μοριά τον διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει θέμα επανάστασης και ότι επρόκειτο γιά παραπλανητικές διαδόσεις τού Αλή πασά. Ο Χουρσίτ παραπλανήθηκε και διεμήνυσε στον Σουλτάνο ότι η Πελοπόννησος είναι υπό έλεγχον.

……….Παρά ταύτα, έλεγξε την κατάσταση των οχυρών τής Πελοποννήσου και τα ενίσχυσε με εφόδια. Επίσης δήλωσε εις επήκοον όλων ότι «[]ο Αλλάχ να γλυτώνει τον δίκαιο από το σπαθί μου». Στις 6 Ιανουαρίου τού 1821 (ημέρα επιστροφής τού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στον Μοριά), ο Χουρσίτ διετάχθη να μεταβεί στην Ήπειρο και να κινηθεί εναντίον τού Αλή- πασά. Τοποτηρητή του (καϊμακάμη) στην Τρίπολη, όρισε τον Μεχμέτ Σελήχ.

……….Οι επαναστατικοί σχεδιασμοί των Πελοποννήσιων προεστών και κληρικών, οι ασυνήθιστες κινήσεις και η ανήσυχη συμπεριφορά των υποδούλων Ελλήνων προβλημάτισαν την τουρκική διοίκηση στην διοικητική πρωτεύουσα τής Πελοποννήσου, την Τρίπολη, αρκετούς μήνες πριν από την έκρηξη τής Επαναστάσεως. Ο Χουρσίτ είχε παραδώσει στον καϊμακάμη του, τον Μεχμέτ-Σαλήχ, αντίγραφο από σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο ο σουλτάνος έδινε στον Χουρσίτ απόλυτη εξουσία να εκτελέσει όλους τους προεστούς, αρχιερείς και εμπόρους τής Πελοποννήσου, εάν διαπίστωνε ότι υπήρχε σχέδιο επαναστάσεως εναντίον των τούρκων.

……….Περίπου έναν μήνα πριν από την έκρηξη τής Επαναστάσεως, τον Φεβρουάριο τού 1821, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να προσκαλέσει στην Τρίπολη τους προύχοντες και αρχιερείς τής Πελοποννήσου, υπό το πρόσχημα διαβουλεύσεων.

……….Στην μυστική Συνέλευση των προεστών και κληρικών τής βόρειας Πελοποννήσου στην Βοστίτζα (δηλαδή το προεπαναστατικό Αίγιο) στις 26-29 Ιανουαρίου 1821, οι παρευρεθέντες είχαν συμφωνήσει να μην μεταβούν στην Τρίπολη, εάν εκαλούντο, γιατί ήταν βέβαιη η καταδίκη τους. Οι περισσότεροι όμως προύχοντες και αρχιερείς, παρά τα συμφωνηθέντα στην Βοστίτζα, αποφάσισαν να ανταποκριθούν στις τουρκικές αρχές, προκειμένου να διασκεδάσουν τις υποψίες τους και να μην δώσουν επιχειρήματα γιά γενικευμένες σφαγές.

……….Τής προσέλευσης των προεστών στην Τρίπολη προηγήθηκε η επίσκεψη, στις αρχές τού 1821, τού προεστού τής Γορτυνίας και Μοραγιάννη (δηλαδή γενικού εκπροσώπου των προεστών τής Πελοποννήσου στις οθωμανικές αρχές). Θεόδωρου Δελιγιάννη, που σκοπό είχε την παραπλάνηση των τούρκων σχετικά με την προετοιμαζόμενη Επανάσταση. Ο Δελιγιάννης έπεισε τους τούρκους ότι οι φήμες περί επικείμενης εξεγέρσεως ήταν διαδόσεις τού Αλή πασά, με σκοπό τον αντιπερισπασμό τής οθωμανικής κυβέρνησης. Ο Δελιγιάννης μάλιστα παρέμεινε στην Τρίπολη, στην εκεί οικία του (οι προεστοί διέθεταν καταλύματα στην Τρίπολη, όπου μετέβαιναν συχνά γιά συσκέψεις.)

……….Στην συνέχεια, ο καϊμακάμης τού Χουρσίτ διέταξε τον Μητροπολίτη Τριπόλεως Δανιήλ να περιοδεύσει στην επαρχία του και να συνετίσει τον πληθυσμό, με την απειλή ότι «[]τυχόν εξέγερση εναντίον τού κολοσσού τής τουρκικής ισχύος θα έθαβε τους ραγιάδες κάτω από τα ερείπια τής πατρίδος τους». Ο Δανιήλ περιόδευσε πράγματι, συνοδευόμενος μάλιστα και στην πραγματικότητα επιτηρούμενος από τούρκο αξιωματικό. Αλλά ενώ δημοσίως προέτρεπε τους Έλληνες σε υπακοή στον κατακτητή, ιδιωτικά και μυστικά προετοίμαζε τους προκρίτους γιά την Επανάσταση.

……….Στα μέσα Φεβρουαρίου, προσκαλούνται από τον Σταυράκη Ιωβίκη, τον δραγουμάνο τού Μόρα-Βαλεσή, στο σπίτι τού Σωτήρου Κουγιά, προεστού τής Τριπόλεως, ο Μητροπολίτης Τριπόλεως, ο Θεόδωρος Δελιγιάννης και ο προεστός τής Τριφυλλίας και παλαιότερα Μοραγιάννης Παπαλέξης, στους οποίους ανακοινώθηκε η απόφαση των τούρκων να προσκληθούν όλοι οι Αρχιερείς και οι Πρόκριτοι τής Πελοποννήσου, ώστε από την προσέλευσή τους ή όχι να ελεγχθεί η νομιμοφροσύνη τους. Όταν ο Μητροπολίτης αντέτεινε ότι οι Αρχιερείς πρέπει να παραμείνουν στις επαρχίες τους ώστε να καθοδηγούν τον λαό σε πειθαρχία, ο δραγουμάνος εξεμάνη, οπότε οι προαναφερθέντες συνέταξαν την επιστολή τής προσκλήσεως.

……….Η πρόσκληση, σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη (Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α’, ΚΕΦ. Δ’), καταθορύβησε τους παραλήπτες προεστούς και αρχιερείς, καθ’ όσον ήσαν μυημένοι στην επαναστατική συνωμοσία. Αλλά συλλογίζονταν ότι η μη προσέλευσή τους θα επιβεβαίωνε τις υποψίες των τούρκων, οι οποίοι θα προέβαιναν αμέσως, και βάσει τού διατάγματος τού Σουλτάνου, σε αντίποινα, προληπτικές σφαγές και άρα ακύρωση τής Επαναστάσεως.

images……….Το πρώτο δεκαήμερο τού Φεβρουαρίου 1821, εμφανίστηκαν ενώπιον τού καϊμακάμη δεκαέξι προεστοί και οχτώ αρχιερείς με τις συνοδείες τους΄ ο Αναστάσιος Μαυρομιχάλης (γιός τού Πετρόμπεη) από την Μάνη, οι Ιωάννης Τομαράς και Αντωνάκης Καραπατάς από την Τριφυλλία, ο Ιωάννης Βιλαέτης από τον Πύργο, ο Πανάγος Κυριακός από την Καλαμάτα, ο Αναγνώστης Κωστόπουλος από τα Μηλιάκικα, ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης και ο Μήτρος Ροδόπουλος από την Πάτρα, ο Σωτηράκης Νοταράς από την Κόρινθο, ο Ιωάννης Περούκας από το Άργος, ο Γιαννούλης Καραμάνος από τον Πραστό Κυνουρίας, ο Αναγνώστης Κοπανίτζας και ο Μελέτης Μελετόπουλος από τον Μυστρά, ο Νικόλαος Γεωργακόπουλος και ο Θεόδωρος Δεληγιάννης, γόνος μίας από τις ισχυρότερες οικογένειες Μοραγιάννηδων τής Πελοποννήσου, από τα Λαγκάδια Γορτυνίας. Ο Παπαλέξης Οικονόμος από την Τριφυλλία, που είχε μεγάλο κύρος και είχε διατελέσει και αυτός Μοραγιάννης, οι αρχιερείς, Τριπολιτσάς Δανιήλ, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Δημητσάνης Φιλόθεος, Ναυπλίου Γρηγόριος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Κορίνθου Κύριλλος και Ωλένης Φιλάρετος. Σύμφωνα με άλλες πηγές μετέβησαν και ο Έλους Άνθιμος και ο Βρεσθένης Θεοδώρητος (στην δραματική περιπέτεια που εξιστορείται εδώ, από τους μεν αρχιερείς επιβίωσαν ο Τριπόλεως και ο Μεσσήνης, από τους δε προκρίτους ο Κοπανίτσας, ο Γιαννούλης Καραμάνος, ο Ιωάννης Τομαράς και ουδείς άλλος).

……….Οι προύχοντες και αρχιερείς των Πατρών και των Καλαβρύτων δεν προσήλθαν, εφαρμόζοντας την σχετική απόφαση τής Βοστίτζας, παρά τις επίμονες προσκλήσεις και τις διαβεβαιώσεις των τούρκων γιά την ασφάλειά τους. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Κερνίτσης Προκόπιος, ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο Γεώργιος Σισίνης, ο Ανδρέας Ζαΐμης, ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, ο Ανδρέας Λόντος αλλά και ο Παναγιώτης Κρεββατάς από τον Μυστρά, συνειδητοποίησαν τί τους περίμενε, αποφάσισαν να μην υπακούσουν και απάντησαν παραπλανητικά ότι θα πήγαιναν στον ίδιο τον Σουλτάνο.

……….Το γεγονός αυτό ενίσχυσε τις υποψίες τού Σελήχ και των τούρκων τής Τριπολιτσάς. Αλλά η προσέλευση των υπολοίπων τους καθησύχασε. Η τουρκική διοίκηση υπέθετε ότι η αιχμαλωσία των περισσοτέρων πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών τού Πελοποννησιακού λαού θα ακύρωνε κάθε επαναστατική πρωτοβουλία. Την τεράστια επίδραση που είχε η προσέλευση των προεστών στις μετέπειτα εξελίξεις, δείχνει η επιστολή που εστάλη από τις τουρκικές αρχές Τριπόλεως στον Χουρσίτ, στην οποία τού έγραφαν ότι :

……….«[]Επειδή οι προσκληθέντες Αρχιερείς και Προύχοντες να έρθουν στην Έδρα κατά προσταγή σας ήρθαν όλοι με απόλυτη υποταγή, γιά τούτο τολμάμε να γνωμοδοτήσουμε ενώπιον τής Υψηλότητάς Σας να μην θανατωθούν οι Αρχιερείς και οι λοιποί. Αν όμως ιδούμε αιτίες και σημάδια επαναστατικά, τότε εκτελούμε την προσταγή Σας κατά τα Υψηλά Βασιλικά Φιρμάνια». [Ιωσήφ Ζαφειροπούλου, Αρχιερείς και προύχοντες στην φυλακή τής Τρίπολης κατά το 1821, Αθήνα 1982, ανατύπωση από την Αδελφότητα «Χριστιανική Αλληλεγγύη», επιμέλεια Δημ. Παπαβασιλόπουλου, σ.16, το πρωτότυπο τού 1851, από το οποίο τα αποσπάσματα στην καθαρεύουσα, υπάρχει στην Εθνική Βιβλιοθήκη].

……….Προκύπτει επομένως από τα παραπάνω ότι οι αρχιερείς και προεστοί, μεταβαίνοντας στην Τρίπολη προκειμένου να αποσοβηθούν οι υποψίες των τούρκων και να δοθεί πολύτιμος χρόνος γιά την προετοιμασία τής Επαναστάσεως, προσέφεραν τους εαυτούς τους ως θυσία στον βωμό τής Ελευθερίας, έχοντας εκ των προτέρων πλήρη επίγνωση τού πεπρωμένου τους.

……….Στον Μυστρά προεστοί ήσαν οι Παναγιώτης Κρεββατάς, Μελέτης Μελετόπουλος, Αναγνώστης Κοπανίτσας και Αναγνώστης Οικονομόπουλος. Ο Κρεββατάς, όπως προαναφέρθηκε, αποφάσισε να μην μεταβεί στην Τρίπολη. Επομένως θα πήγαιναν μόνον οι Κοπανίτσας και Μελετόπουλος (ο Σιγανός, σ.474, αναφέρει ότι πήγαν οι Μελετόπουλος, Κοπανίτσας και Γεώργιος Μανουσάκης, πιθανώς ο τελευταίος ως σωματοφύλακας των δύο προεστών).

……….Την δραματική πορεία τού Μελέτη Μελετόπουλου προς την Τρίπολη, όπου πέθανε μάρτυρας τής Πατρίδας, περιγράφει ο Π. Δούκας, στο έργο του: «Η ΣΠΑΡΤΗ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ» (σ.804).

……….«[]Εν Μυστρά έτυχε τότε να είναι προεστώτες οι Αναγνώστης Κοπανίτσας και Μελέτιος Μελετόπουλος, αμφότεροι όντες μεμυημένοι εις τα τής Φιλικής Εταιρείας. Μεταξύ δε των πρώτων ενεχείρων, τους οποίους ο διοικητής τής Πελοποννήσου εδρεύων εν Τριπόλει έλαβεν προς πρόληψιν τής επικειμένης επαναστάσεως, περί ής οι Τούρκοι είχον συλλάβει υπονοίας, ήσαν και οι ανωτέρω Κοπανίτσας και Μελετόπουλος.

……….Ενώ δε μετέβαινον ούτοι εις Τρίπολιν διά Βρουλιά [σ.σ. Σελασσία] εσκέφθη εκεί ο Μελετόπουλος να επιστρέψη οπίσω και εις την απόφασιν ταύτην προέτρεψε και τον Κοπανίτσαν. Αλλ’ούτος απήντησεν: Αφ’ού ημείς, οίτινες είμεθα κεφαλή των Χριστιανών, δώσωμεν το παράδειγμα τής δειλίας, τί θα περιμένωμεν από τους μικρούς, οι οποίοι θέλομεν να φονευθώσι διά την πατρίδα και την πίστιν; Θα μάς φονεύθωσιν οι Τούρκοι ευθύς ως γίνει τι, είπεν ο Μελετόπουλος. Ο δε Κοπανίτσας απεκρίθη: ‘Αγιος ο Θεός, κερδίζομεν τον Παράδεισον, διότι αποθνήσκωμεν διά την Αγίαν πίστιν τού Χριστού, αφ’ ού μάλιστα εφάγαμεν το ψωμί μας (διότι αμφότεροι ήσαν υπερεξηκοντούτεις). Εις την απάντησιν αυτήν ο Μελετόπουλος προσέθηκεν: Ιδού όπου ευρήκα και ένα όστις θέλει να αγιάση ζωντανός. Ας υπάγωμεν λοιπόν εις Τρίπολιν, αφ’ού εκεί είναι ο Παράδεισος και οι Τούρκοι είναι άγγελοι, οίτινες θα παραλάβουν την ψυχήν μας.» Μελετόπουλος και Κοπανίτσας φθάνουν αρχές Μαρτίου στην Τρίπολη, όπου και η έδρα τής οθωμανικής διοικήσεως Πελοποννήσου (Μόρα βαλεσί).

……….Λεπτομέρειες τής φυλακίσεως των ομήρων γνωρίζουμε από τρία, μικρά σε έκταση, αλλά εξαιρετικής σημασίας, απομνημονεύματα αιχμαλώτων κληρικών΄ τού διακόνου Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου, τού Τριπόλεως Δανιήλ (στιχούργημα) και τού Ανδρούσης Ιωσήφ. Εδώ η βασική πηγή είναι ο Ζαφειρόπουλος [το πρωτότυπο βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη και έχει μεταγραφεί στην δημοτική, σε έκδοση τής Αδελφότητας Χριστιανικής Αλληλεγγύης Τριπόλεως, επιμέλεια Δ. Παπαβασιλόπουλου, Αθήναι 1982].

……….Στις 11 Μαρτίου οι τούρκοι ζητούν χρήματα από τους κρατουμένους, αυτοί ανταποκρίνονται πρόθυμα και αυτό καθησυχάζει τους τούρκους. Στις 20 Μαρτίου, οι όμηροι καλούνται στο σαράϊ (κυβερνείο) από τον καϊμακάμη και επιπλήττονται: «[]Τί πράγματα είναι αυτά που κάνετε; Δεν σκέφτεσθε ότι εδώ είναι βασιλιάς, ότι η Τουρκία είναι βασίλειο απέραντο και δύναται να στείλει διακόσιες χιλιάδες στράτευμα, και να χαλάσει τον τόπο και να πάρετε τον κόσμο στον λαιμό σας;». Ομοφώνως οι όμηροι απαντούν ότι δεν γνωρίζουν τίποτε, αλλιώς «δεν θα ερχόμασταν εδώ όπως οι Καλαβρυτινοί.» Ακολουθεί σύσκεψη μεταξύ τού Καϊμακάμη, τού Δραγουμάνου και τού προεστού τής Τριπόλεως Σωτήρου Κουγιά (ο Κουγιάς ήταν πεθερός τού Θεοδώρου Δεληγιάννη. Κατηγορήθηκε ότι, όταν ο Παναγιώτης Ζαφειρόπουλος προσπάθησε να τον μυήσει στην Φιλική Εταιρεία, εκείνος πρόδωσε το μυστικό στις τουρκικές αρχές. Εσφάγη από τους Έλληνες κατά την άλωση τής Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο τού 1821). Όταν η σύσκεψη τελείωσε, οι τούρκοι ανακοίνωσαν στους ομήρους ότι τίθενται υπό περιορισμό στο σαράϊ.

……….Μετά από τρεις ημέρες, οι τούρκοι αφόπλισαν και φυλάκισαν τους σωματοφύλακες των προκρίτων και των αρχιερέων, και διάρπαξαν τις αποσκευές, τα άλογα και την οικοσκευή τους, που είχαν στα οικήματα τα οποία διατηρούσαν οι προεστοί στην Τρίπολη. Καθώς οι πρώτες επαναστατικές ενέργειες των Ελλήνων έχουν ήδη εμφανιστεί, οι νίκες τους και ο απόηχός τους φθάνει στο σαράϊ. Ταυτόχρονα, αρχίζουν να δημιουργούνται και τα πρώτα επεισόδια μεταξύ Ελλήνων και τούρκων μέσα στην Τρίπολη, όπου συρρέουν από τις γύρω περιοχές διωκόμενοι τούρκοι πρόσφυγες.

……….Οι όμηροι κρυφά κλαίνε από συγκίνηση και αλληλοασπάζονται μετά από κάθε εθνική επιτυχία, ενώ μπροστά στους τούρκους είναι υποχρεωμένοι να αποκηρύσσουν την επαναστατική δράση των συμπατριωτών τους.

……….Μετά την μάχη στην Καρύταινα, ένας τούρκος, γνωστός τού Δεληγιάννη, πήγε στο σαράϊ και τον μέμφθηκε: «Δεν ήλπιζα από σάς να γίνουν τέτοια πράγματα.» Ο Δεληγιάννης προσποιήθηκε τον άσχετο: «Από εμάς ούτε έγιναν ούτε γίνονται τέτοια πράγματα». «Πώς δεν γίνονται», αντέτεινε ο τούρκος, «αφού ο αδελφός σου ο Κανέλλος ήρθε όταν είμαστε κλεισμένοι στην Καρύταινα και μάς πιστόλιζε καβάλλα από την ψαριά φοράδα;». «Δεν ξέρω αγά μου αν τρελλάθηκαν, εγώ όμως δεν ξέρω τίποτε από αυτά», απάντησε ο Δελιγιάννης. Αντιλαμβάνεται κανείς σε τί θανατηφόρες ισορροπίες έπρεπε να βαδίζουν οι όμηροι.

……….Το Μεγάλο Σάββατο, 9 Απριλίου 1821, οι αιχμάλωτοι αρχιερείς και προεστοί έκαναν Ανάσταση στο σκοτάδι. Στις έξι το πρωί σηκώθηκαν, ανέγνωσαν τα τροπάρια και ασπάστηκαν αλλήλους με λυγμούς.

……….Η Επανάσταση έχει εν τω μεταξύ γενικευθεί και η Τρίπολη πολιορκείται ήδη από τους Έλληνες, υπό την αρχηγία τού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Μέσα στην Τρίπολη, στις τάξεις των τούρκων, επικρατεί πανικός. Όλες οι απόπειρες των τούρκων να καταστείλουν την Επανάσταση αποτυγχάνουν. Οι ελληνικές νίκες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβενα και στην Γράνα έχουν εξουδετερώσει και παραλύσει κάθε πιθανή τουρκική αντίδραση.

……….Τον Απρίλιο ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ προωθούνται προς νότον, αλλά ο Αθανάσιος Διάκος τους αναχαιτίζει στις 23 Απριλίου προσωρινά στην γέφυρα τής Αλαμάνας και στις 8 Μαΐου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος τους σταματά οριστικά στο Χάνι τής Γραβιάς. Στις 6 Μαΐου ο Κεχαγιάμπεης Μουσταφά, με 3.500 τουρκαλβανούς, φτάνει στην Τρίπολη, αλλά οι εξελίξεις έχουν ήδη δρομολογηθεί δυσμενώς γιά τους τούρκους. Η πανίσχυρη οθωμανική αυτοκρατορία, που εκτείνεται από τον Δούναβη μέχρι τον Νείλο και από τον Περσικό κόλπο μέχρι την Σαχάρα, συντρίβεται και ταπεινώνεται από μερικές εκατοντάδες ατάκτων τού Μοριά και τής Ρούμελης. Ο αρχιστράτηγος Χουρσίτ, που είχε αποτύχει να εκτιμήσει σωστά την πιθανότητα τής εξέγερσης, κινδυνεύει τώρα να χάσει το κεφάλι του (όπως και τελικά το έχασε), ενώ έχει αφήσει τα χαρέμια του και τους θησαυρούς του στην πολιορκημένη Τρίπολη.

……….Οι τούρκοι κάτοικοι τής πολιορκημένης Τρίπολης, εξαγριωμένοι, επιχειρούν να λυντσάρουν τους επιφανείς ομήρους, αλλά τους εμποδίζει η φρουρά. Οι τούρκοι ιθύνοντες ελπίζουν ακόμη να έρθουν σε κάποιου είδους συνθηκολόγηση με τους πολιορκητές, χρησιμοποιώντας τους προεστούς και αρχιερείς ως διαμεσολαβητές. Αλλά ο όχλος έχει εξαγριωθεί. Οι όμηροι ακούν φήμες ότι θα εκτελεστούν. Εξομολογούνται, μεταλαμβάνουν και περιμένουν το τέλος τους.

……….Στις 16 Απριλίου 1821, Σάββατο τού Πάσχα, οι υπηρέτες και ακόλουθοι των ομήρων καλούνται στο δωμάτιο τού καϊμακάμη, ενώ στο προαύλιο έχει συγκεντρωθεί πλήθος τούρκων. Εκεί, κατόπιν παρωδίας δίκης με ψευδομάρτυρα, εκτελούνται ο ανιψιός τού προεστού Παπαλέξη και ο σωματοφύλακας τού Μαυρομιχάλη.

……….Την νύχτα τής 17ης Απριλίου 1821, Κυριακής τού Θωμά, έρχονται οι δήμιοι. Οι όμηροι πληροφορούνται όμως ότι τελικά θα τους μεταγάγουν στην ειρκτή. Αφηγείται ο επίσκοπος Ανδρούσης (Κοπανίτσας, έ.α., σ.98 κ.ε.):

……….«[]Επλησιάσαμεν και εστάθημεν κατά σειράν, πρώτος τής σειράς ευρέθη ο Αναγνώστης Κοπανίτσας και ο Μελέτιος δεύτερος από Μυστράν. Ο Καϊμακάμ μετά των πρωτίστων Οθωμανών, άνω εις τα οικήματα εκάθηντο και έβλεπον ημάς τους μετά καταδίκης διερχομένους….Εβλήθη ο Μελέτιος εις την άλυσσον. []Τέλος πάντων εξ αρχιερείς []και δέκα προεστώτες κατεκλείσθησαν εις την ζοφεράν και πολυβάσανον φυλακήν βαστάζοντες την άλυσσον. Η ολκή αυτής ήταν οκάδες εκατόν ογδοήκοντα, άνευ των κουλούρων των επί τον τράχηλον ημών. Εκεί εύρομεν τους διακόνους και δούλους μας εν ελεεινή καταστάσει

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ……….Την επόμενη ημέρα οι τούρκοι εξετέλεσαν 17 υπηρέτες, πλην ενός δεκαεπτάχρονου από τα Φιλιατρά που δείλιασε και απαρνήθηκε την πίστη του. Οι τούρκοι τοποθέτησαν τα κομμένα κεφάλια τους μπροστά στην φυλακή. Ο τουρκικός όχλος φώναζε ότι «αύριο αποφασίστηκε να κάνουμε κιμά τα γουρούνια που είναι εδώ μέσα και να τα ρίξουμε στα σκυλιά γιά να φάνε», κάτι που έκανε τους ομήρους να χάσουν κάθε ελπίδα, να μεταλάβουν των Αχράντων Μυστηρίων και να περιμένουν με εγκαρτέρηση το τέλος τους. Αλλά ένας τούρκος τούς ενημέρωσε ότι «[]μη φοβείσθε, οι δούλοι σας εθανατώθησαν, διά να γλυτώσητε σεις επειδή και όλον το πλήθος των Τούρκων απεφάσισε και ωρκίσθη χθες διά να σάς κατακομματιάσωσι και διά να εύρη τον τόπον του ο όρκος αυτού ο Καϊμακάμης αντί υμών έδωσε την προσταγήν, κατά τον φετφά τού μουφτή και εθανατώθησαν οι δούλοι σας». (έ.α., σ.99).

……….Σύμφωνα όμως με τον φιλέλληνα Βουτιέ (Απομνημονεύματα, στον Ζαφειρόπουλο σ.49), η μη εκτέλεση των ομήρων οφείλεται σε προειδοποιητική επιστολή τού Κολοκοτρώνη στον Κεχαγιάμπεη: «Σάς καθιστώ υπευθύνους, και το χαρέμι τού Χουρσίτ, γιά τους ομήρους που βρίσκονται στα χέρια σας. Αν βγείτε νικητές στον αγώνα που αρχίζει, θα έχετε τον καιρό να ικανοποιήσετε την εκδίκησή σας. Αν νικηθείτε, θα σάς σφάξουμε πάνω στους τάφους σας».

……….Καθώς εξιστορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, οι όμηροι μεταφέρθηκαν «[]εις το κάτω μέρος τού Σεραγίου, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων.[]Αυτή δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό το Σεράγιον επί τού εδάφους, αριστερόθεν τού εισερχομένου διά τής τού Σεραγίου Πύλης».

……….Οι άρχοντες δέθηκαν όλοι στο φοβερό Κούτσουρο, «εις τας οπάς τού οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων. []Εισελθόντες δε εις ταύτην την φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας την εσπέραν εκείνην».

……….Ο προεστός τής Πάτρας Μήτρος Ροδόπουλος «[]ένεκα τού φόβου ηρνήθη την πατρώαν ημών θρησκείαν» και απέφυγε τα δεινά τής φυλακής. Μάλιστα μεταλλάχθηκε σε φανατικό μισέλληνα, διώκοντας ανελέητα τους πρώην ομοεθνείς του. [Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο εξωμότης Ροδόπουλος ήταν ο απευθείας πρόγονος τού προέδρου τής Βουλής κατά την οκταετία τής ΕΡΕ (1955-1963) Κωνσταντίνου Ροδόπουλου και τού αδελφού τού συγγραφέα Δημήτρη Καραγάτση. Δεν είναι ευρύτερα γνωστή η πορεία τής οικογένειας μετά την Επανάσταση, πάντως μετά την προσάρτηση τής Θεσσαλίας οι Ροδόπουλοι εγκαθίστανται εκεί ως μεγαλοκτηματίες, ενώ ο πατέρας των Κωνσταντίνου και Δημήτρη εξελέγη εκεί βουλευτής. Στο μυθιστόρημά του «Ο ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΠΥΡΓΟΥ», ο Καραγάτσης ανασυνθέτει μυθιστορηματικά την βιογραφία τού εξωμότη προγόνου του, εμφανίζοντάς τον όμως να εξιλεώνεται μετά τον εξισλαμισμό του, πολεμώντας ηρωϊκά αν και εκ παραδρομής υπέρ των Ελλήνων σε μάχη τής Επανάστασης, και τελικώς να αποκαθίσταται εθνικά και κοινωνικά. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι συνέβη, μάλλον η οικογένεια επανεκχριστιανίστηκε ή παρέκαμψε ως μη γενόμενο τον εξισλαμισμό τού Μήτρου Ροδόπουλου και σιωπηλά επανήλθε στην μετεπαναστική ελληνική κοινωνία, διανύοντας μία άγνωστη πορεία μέχρι να επανεμφανιστεί μέσω Θεσσαλίας στο πολιτικό προσκήνιο.]

……….Ο καϊμακάμης παρέλαβε υπό την προστασία του τον Αναστάση Καλαμογδάρτη και τον Αναστάση Μαυρομιχάλη και ο Κιαμήλμπεης, λόγω δεσμών εντοπιότητας, τον Κορίνθου Κύριλλο και τον Σωτήρη Νοταρά, οι οποίοι δεν φυλακίστηκαν, αλλά παρέμειναν στο σεράϊ καθ’ όλη την διάρκεια τής πολιορκίας.

ΟΙ ΟΜΗΡΟΙ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ……….Οι υπόλοιποι όμηροι βίωσαν την φρίκη και την απαθλίωση. Τόσο στενά ήταν στοιβαγμένοι μέσα στο μικρό χώρο οι δεκαεννέα φυλακισμένοι, «[]ώστε ουδέ τους πόδας ηδύναντο να εκτείνωσιν, αλλά νυχθημερόν καθήμενοι διελέγοντο, και ούτως εκοιμώντο επί πέντε ολόκληρους μήνας, μη δυνάμενοι να ανακληθώσι. []Αέναος ιδρώς έρρεε ποταμηδόν εκ των σωμάτων αυτών, εξ ου τα ενδύματα αυτών εσάπησαν».

……….Η πολιορκία τής Τρίπολης γινόταν όλο και πιό στενή, λιμός και λοιμός επικράτησε στην άλλοτε κραταιά οθωμανική πρωτεύουσα τού Μοριά. Οι δρόμοι και οι πλατείες ήταν γεμάτα άταφα πτώματα ανθρώπων και ζώων. Στην φυλακή υπήρχε μόνον ένα άνοιγμα εξαερισμού. Οι συνθήκες υγιεινής ήταν τραγικές. Τα ρούχα των ομήρων έλειωσαν, τα γένια τους μάκρυναν και γέμισαν ψείρες. Ο Θεόδωρος Δελιγιάννης κάλεσε από το παράθυρο κάποιον τούρκο αξιωματούχο, ο οποίος αηδίασε με την τραγική κατάσταση των ομήρων και ξυλοφόρτωσε τους δεσμοφύλακες, υποχρεώνοντάς τους να μεταχειρίζονται καλύτερα τους εγκάθειρκτους. Αλλά μετά την ελληνική νίκη στο Βαλτέτσι τους ζήτησε και έλαβε χρήματα.

……….Παρά ταύτα, στα σκοτάδια τής φυλακής έφθαναν κάποιες πληροφορίες. Στα τέλη Απριλίου, οι τούρκοι έριξαν στην ειρκτή έναν αιχμάλωτο Έλληνα αρτοποιό, ο οποίος τους ενημέρωσε γιά τις εξελίξεις. Ένας τούρκος, ο Τατάραγας (επικεφαλής τής ταχυδρομικής υπηρεσίας), ανακοίνωσε στους ομήρους τον απαγχονισμό τού (Δημητσανίτη) Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου τού Πέμπτου, που αγνοούσαν.

……….Λίγο αργότερα, ένας τούρκος μπέης, παλαιός φίλος τού Δελιγιάννη, τον κάλεσε κατ’ ιδίαν και τού ζήτησε οι όμηροι να στείλουν επιστολές στις επαρχίες τους, συνιστώντας υπακοή στους επαναστατημένους Έλληνες. Ο Δελιγιάννης αντέτεινε ότι δεν μπορούν πιά να ασκήσουν καμμία επιρροή, αλλά ο μπέης επέμεινε, και τότε ο Δελιγιάννης ζήτησε ως αντάλλαγμα να τους βγάλουν από την ειρκτή. Ο Δελιγιάννης στην συνέχεια εισηγήθηκε στους ομήρους να δεχθούν, ώστε οι τούρκοι να χάσουν χρόνο περιμένοντας μάταια απάντηση. Τελικά ο δραγουμάνος Σταυράκης Ιωβίκης συνέταξε τις επιστολές, οι όμηροι τις υπέγραψαν και σαράντα Έλληνες αγγελιοφόροι τις μετέφεραν στις επαρχίες, διαφεύγοντας ταυτόχρονα από την πολιορκημένη Τρίπολη και γλυτώνοντας την ζωή τους. Απαντήσεις φυσικά δεν ήρθαν ποτέ και οι όμηροι επανήλθαν στο μπουντρούμι.

……….Στις 12 Μαΐου 1821, μπροστά από την φυλακή περνάει τουρκικός στρατός, ιππικό, πεζικό. Ο Παπαλέξης ρωτάει τον δεσμοφύλακα πού κατευθύνονται, και ο τούρκος τού δίνει παραπλανητική απάντηση: «Διορίστηκε ο Αχμέτ-μπέης ο Κορωνιός να κατεβεί στο Άργος γιά να θερίσει τα κριθάρια και να μπάσει τις προμήθειες». «Πού πηγαίνουν οι πεζοί;», ρωτάει ο Παπαλέξης. «Πηγαίνουν στα χωριά γιά πλιάτσικο.» Αλλά το μεσημέρι ένας Έλληνας μαραγκός ήρθε στο παράθυρο τής φυλακής, προσέφερε στους κρατούμενους ψωμί, χαβιάρι και ξύδι και ψιθύρισε: «Στο Βαλτέτσι καίγεται το λιθάρι». Οι όμηροι, κλαίγοντας από χαρά, έψαλλαν παρακλήσεις μέχρι τα μεσάνυχτα. Την νύχτα, ο Θεόδωρος Δελιγιάννης έμεινε άγρυπνος, όπως το συνήθιζε, γιά να κρυφακούει. Στην σιωπή τής νύχτας άκουσε να χτυπούν την πύλη τού σεραγιού. Κάποιος άνθρωπος έφερε τραυματίες, και, όταν ρωτήθηκε από τον φρουρό, απάντησε: «Μάς έφαγαν τα σκυλιά». Ο Δελιγιάννης ξύπνησε τους ομήρους, τους ανήγγειλε τα νέα και όλοι ενθουσιασμένοι έψαλλαν μέχρι το πρωί δοξολογίες.

……….Την επομένη (13/5) το πρωί, ακούστηκε από μακρυά κρότος εκατοντάδων όπλων (ήταν από τους Καλαβρυτινούς που έσπευδαν στο Βαλτέτσι), αλλά, καθώς δεν γνώριζαν τί είχε συμβεί, στέκονταν αμίλητοι. Ο τούρκος δεσμοφύλακας τους ρώτησε: «Γιατί δεν μιλάτε σαν άλλες φορές;». «Τί να πούμε και τί να μιλήσουμε. Εξ άλλου δεν έχουμε και τίποτα να πούμε», απάντησαν οι όμηροι. Γιά να συμπεράνει ο τούρκος θυμόσοφα: «Πόλεμος είναι αυτός και πότε το ένα μέρος νικάει πότε τ’άλλο».

………..Ο Αναστάσης Μαυρομιχάλης ο οποίος βρισκόταν υπό την επιτήρηση τού καϊμακάμη, τους ενημέρωσε μεν με υπηρέτη του γιά την νίκη στο Βαλτέτσι, αλλά λεπτομέρειες έμαθαν από τούρκο που φυλακίσθηκε μαζί τους γιά κάποιον λόγο, τον οποίον επιτήδεια ανέκριναν.

……….Τον Ιούλιο, και ενώ είχε αποτύχει μία προσπάθεια τού Δελιγιάννη να εξαγοράσει την σωτηρία τους μέσω τού τουρκαλβανού μισθοφόρου Αχμέτ-Δέμου, λόγω τού θανάτου τού τελευταίου, οι όμηροι μεταφέρθηκαν στον επάνω όροφο. Ο Σωτήρος Κουγιάς τους έφερε καθαρά ρούχα, διότι τα άλλα είχαν σαπίσει από τον ιδρώτα και την αναλλαξιά. Μετά τον Δεκαπενταύγουστο, ένας τούρκος αξιωματούχος προσέφερε αρνί στον Έλληνα χειρουργό που τού θεράπευσε την πληγή. Ο Δελιγιάννης το έμαθε και παρήγγειλε στον γιατρό την ωμοπλάτη γιά να την «διαβάσει» (η ωμοπλάτη από την εποχή τού Ομήρου θεωρείται οιωνός). Άφωνοι οι όμηροι βλέπουν το σχήμα ανθρώπου με αποκολλημένο το ένα πόδι. Ο Παπαλέξης ερμήνευσε ότι ο άνθρωπος ήταν η οθωμανική αυτοκρατορία και το αποκολλημένο πόδι η Ελλάδα (την ωμοπλάτη την φύλαξε μέχρι τον θάνατό του).

……….Τον Αύγουστο, οι όμηροι άρχισαν να καταρρέουν σωματικά. Επίσης τους τελείωσαν τα χρήματα που είχαν μαζί τους και με τα οποία εξαγόραζαν διάφορες στοιχειώδεις εξυπηρετήσεις από τους δεσμοφύλακες. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1821 (και αφού ο Μητροπολίτης Κορίνθου, που είχε τύχει προνομιακής μεταχείρισης από τον Κιαμήλμπεη, ζήτησε από τους κρατουμένους να υπογράψουν προσκυνοχάρτι στους τούρκους γιά να τους δανείσει χρήματα, προκαλώντας την οργή των ομήρων), ο Περούκας πρότεινε να στείλουν καταπραϋντική επιστολή στους τούρκους γιά να ελευθερωθούν. Παπαλέξης και Δελιγιάννης ομόφωνα απάντησαν: «Πώς να προσπέσουμε μεις σ’αυτούς, αφού μάς μεταχειρίστηκαν με τέτοιο τρόπο; Αυτοί έπρεπε γιά την ασφάλειά τους να μάς φυλάξουν και να μάς περιποιηθούν παίρνοντας έναν από μάς ο καθένας στο σπίτι του και ύστερα ας μάς έκαναν ό,τι ήθελαν. Μπορούν λοιπόν τώρα τα χέρια μας να γράφουν ‘οι σκλάβοι σας’, αφού εμείς σε λίγο θα πάρομε αυτούς σκλάβους;».

……….Τον Σεπτέμβριο όμως οι όμηροι άρχισαν να πεθαίνουν. Πρώτος πέθανε ο Μονεμβασίας Χρύσανθος από ασιτία. Μετά από λίγες μέρες πέθανε ο ιεροδιάκονος τού Χριστιανουπόλεως. Εν τω μεταξύ αρρώστησε (πιθανώς από τύφο) ο Κοπανίτσας.

……….Η στάση τού Μελέτη Μελετόπουλου δείχνει την αλληλεγγύη, τον ανθρωπισμό και την αυτοθυσία ενός άρχοντα σε συνθήκες απαθλίωσης. Σύμφωνα με τον Ζαφειρόπουλο, «Τον δε Κοπανίτσαν ασθενήσαντα, υπηρέτει μεν ο Μελέτιος, όστις ήτο παρ’ αυτώ, ανεπλήρωνε δε τον ιατρόν ο Περρούκας. Αλλ’ όμως, αναρρώσαντος αυτού μετ’ ολίγας ημέρας, ησθένησε την 17 Σεπτεμβρίου ο Μελέτιος και εκινδύνευσε, συγχρόνως δε ανεβιβάσθησαν άπαντες εις το άνω δωμάτιον τού Σεραγίου, όπου ήταν εν αρχή, απαλλαχθέντες και τής αλύσσεως, αλλά την επιούσαν απέθανεν ο Μελέτιος». Ο Μελέτης Μελετόπουλος απεβίωσε επομένως στις 18-9-1821, μία εβδομάδα πριν την Άλωση τής Τριπολιτσάς (το γεγονός αναφέρεται και από πολλές άλλες πηγές, όπως Φωτόπουλος, έ.α., σ. 139, Φραντζής, έ.α., τόμος Δ’, σ. 109). Πιθανόν μολύνθηκε από τύφο, οπωσδήποτε όμως συνετέλεσε καθοριστικά η εξάντληση, η ασιτία, η κακουχία, που στάθηκε μοιραία γιά την προχωρημένη ηλικία του. Ήταν έτσι ο πρώτος νεκρός από τους άρχοντες που προσφέρθηκαν ως όμηροι στους τούρκους, προκειμένου να αποτρέψουν την καταστολή τής Επαναστάσεως, γνωρίζοντας ότι αυτή επίκειται και μάλιστα έχοντας συμμετάσχει στην προετοιμασία της. Γι’ αυτό και το όνομά του αναγράφεται πρώτο στο ηρώο των μαρτύρων τής Επαναστάσεως, στην πλατεία τού Άρεως, στην Τρίπολη.

……….Οι όμηροι, όπως προαναφέρθηκε, μεταφέρθηκαν στο επάνω δωμάτιο και τους παρασχέθηκε τροφή, η οποία όμως τους έβλαψε λόγω τής προηγηθείσας παρατεταμένης ασιτίας, και πέθαναν σε μία μέρα ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο Δημητσάνης Φιλόθεος, ο Παπαλέξης, ο Αναγνώστης Κωστόπουλος, ο πρωτοσύγγελος τού Ανδρούσης Χρύσανθος. Τις επόμενες μέρες πέθαναν ο Τριπόλεως και ο Θεόδωρος Δελιγιάννης. Επεβίωσαν τελικά μόνον δύο αρχιερείς και έξι πρόκριτοι, που έζησαν το συγκλονιστικό γεγονός τής Απελευθέρωσης τής Τριπολιτσάς από τα Ελληνικά στρατεύματα στις 23 Σεπτεμβρίου τού 1821, μετά από τέσσερις φρικτούς αιώνες δουλείας. Λίγοι όμως έφθασαν ζωντανοί πίσω στις επαρχίες τους και πολλοί λίγοι επέζησαν από τις κακουχίες.

……….Ο Κανέλλος Δελιγιάννης γράφει στα Απομνημονεύματά του: «[]Οι εις την Πελοπόννησον τής πρώτης τάξεως υποκινήσαντες και ενεργήσαντες αυτόν τον αγώνα και (οίτινες) έρριψαν τον ακρογωνιαίον λίθον τού κολοσσαίου αυτού οικοδομήματος, ήτον οι εξής: Οι αδελφοί Δεληγιανναίοι, ο πατήρ και υιός Ζαϊμαίοι, ο Παπαλέξης, οι Παπατσώναι, ο Κρεββατάς, ο Λόντος, ο Σ. Χαραλάμπης, ο Ιωάννης Περρούκας, ο Κανακάρης, ο Σισίνης, ο Φωτήλας, ο Κοπανίτσας και Μελέτης Μισθριώται. Κατά δεύτερον δε λόγον….» [και αναφέρει άλλα ονόματα]. (Κοπανίτσας, 90).

……….Σύμφωνα με τον Σιγανό (σ.651), «Ο Μελέτιος Μελετόπουλος κατατάσσεται μεταξύ των επτά εξαιρέτων πολιτικών ανδρών τού Αγώνος». Εις το Μητρώον των Πολιτικών, ο Μελέτης Μελετόπουλος αναγράφεται υπ’ αύξοντα αριθμόν.-53, με την παρατήρηση: «Εκ των προκρίτων τής Πελοποννήσου. Μέλος τής Φιλικής Εταιρείας, προσεφέρθη όμηρος εις τους εν Τριπόλει Οθωμανούς. Μετά την έκρηξιν τής Επαναστάσεως απεβίωσεν εκ των βασάνων. Διά τής τελευταίας πράξεώς της, η Ολομέλεια τον κατέταξεν εις την εξαίρετον τάξιν».

……….Το όνομα τού Μελέτη Μελετόπουλου αναγράφεται πρώτο στην αναθηματική στήλη στην πλατεία τού ΄Αρεως, στην Τρίπολη, στην βάση τής οποίας βρίσκεται το οστεοφυλάκιο τού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.


Αφήστε μια απάντηση