Ο ΔΡΑΚΟΣ

.

.

Δήμητρα ἡ θεὰ τῆς γεωργίας Χατζημιχαὴλ Θεόφιλος
Δήμητρα ἡ θεὰ τῆς γεωργίας, Χατζημιχαὴλ Θεόφιλος

.

.

Ο ΔΡΑΚΟΣ

τοῦ Εὐαγγέλου Κ. Ντάγκα

 .

(Ἕνα ἔθιμο ποὺ ἔσβησε ἡ ἐκμηχάνισις τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς)

.

 ..

ΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΥΝΙΑΣὰν ἔμπαινε ὁ θεριστὴς, τὰ χωριὰ ἄδειαζαν, σύψυχα, σχεδὸν. Κάποιοι μόνο γέροντες καὶ κάποιες ἀνήμπορες γριοῦλες ἔμεναν πίσω, μοναδικοὶ τους φύλακες. Ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἄνδρες, γυναίκες καὶ παιδιὰ ἀκόμα, μὲ τὸ πρῶτο χάραμα, πρὶν ἀκόμα ὁ λαμπρὸς Ἀπόλλωνας προφτάσῃ νὰ ξεκινήσῃ τὸ φωτοβόλο ἄρμα του, μὲ τ’ ἀπαραίτητα τῆς δουλειᾶς τοῦ θερισμοῦ σύνεργα, (δρεπάνια, λελέκια, παλαμαριὲς) ἔπαιρ­ναν τὸν δρόμο ποὺ τοὺς ὁδηγοῦσε στὰ χωράφια τους, ποὺ τοὺς περίμενε φτασμένος πιὰ ὁ χρυσὸς εὐλογημένος καρπὸς. Μὲ πόση χαρὰ ἀλλά καὶ ἀγωνία δὲν τὸν περίμεναν τὸν θεριστὴ οἱ γεωργοὶ; Οἱ κόποι καὶ οἱ μόχθοι τους, οἱ φροντίδες τους καὶ ὁ ἱδρωτας μιᾶς ὁλόκληρης χρονιᾶς, ἔβρισκαν τὸν μῆνα αὐτό, τὴν πιὸ τρανὴ ἀνταμοιβή.

Ὁ θέρος, ἔτσι ἔλεγαν ὅλη τὴν περίοδο τοῦ θερισμοῦ, κρατοῦσε μῆνα καμμιὰ φορὰ ὁλόκληρο καὶ τὸν περνοῦσε, ἀναλόγως μὲ τὰ στρέμματα ποὺ εἶχε σπείρει τὸ κάθε νοικοκυριὸ.

Δὲν εἶχε εἰσβάλει ἀκόμα βλέπεις ἡ μηχανὴ, καὶ τὸ θέρισμα γινόταν μὲ τὸ δρεπάνι ἤ τὸ λελέκι, ἀπό τοὺς θεριστάδες.

Ὁ θέρος ἦταν ἡ πιὸ εὐλογημένη στιγμὴ τῆς χρονιᾶς κι ἔπαιρνε τὸν χαρακτῆρα πραγματικῆς ἱεροτελεστίας. Γινόταν πότε ἀπό τὴν οἰκογένεια τὴν ἴδια καὶ πότε μαζὶ μὲ ἄλλη, συνεταιρικὰ. Συνήθως μὲ τοὺς συμπεθέρους ἤ τοὺς κουμπάρους.

Τὸ κανόνιζαν ἔτσι ὥστε νὰ τελειώσῃ πιὸ γρήγορα τὸ θέρισμα τῶν χωραφιῶν, πρὶν τοὺς πιάσει ὁ αὐγουστιάτικος καιρὸς κι εἶναι ἀργᾶ πιὰ, ἀφοῦ ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ καὶ τὸ ἀλώνισμα καὶ νὰ τελειώσῃ κι αὐτό μέχρι τὸ Δεκαπενταύγουστο.

Τὸ θέρισμα ἦταν κουραστικὴ δουλειᾶ, ποὺ τὴν ἔκαμνε κουραστικότερη ἀκόμα ἡ ἀφόρητη ζέστη τοῦ καλοκαιριοῦ. Οὔτε ὅμως ἡ δουλειᾶ, οὔτε καὶ τὸ λιοπύρι φόβιζαν τὸν ἄξιο δουλευτὴ κι ἀκούραστο ξωμᾶχο. Μὲ τὸ χαμογέλιο ἄρχιζε καὶ τὸ χαμογέλιο τέλειωνε, λὲς καὶ πήγαινε σὲ πανηγύρι.

Σὰν ἔφταναν στὰ σταροχώραφά τους, ποὺ ἔμοιαζαν μὲ χρυσαφένια θάλασσα, γιὰ νὰ συνάξουν τοὺς καρποὺς τῶν κόπων τους, τότε ἔφεγγε ὁ νοῦς τους, ἡμέρευε τὸ σῶμα τους, γλύκαινε ἡ καρδιὰ τους καὶ μιὰ σοφία διαπότιζε πέρα ὥς πέρα τὴν ψυχὴ τους.

Πρώτη τους δουλειὰ ἦταν νὰ τακτοποιήσουν τὰ λιγοστὰ τους πράγματα (ψωμὶ, νερὸ, κάποιο κιλίμι) στὸν ἴσκιο τοῦ δέντρου, κέδρου ἤ ἀγριογκορτσιᾶς καὶ νὰ μεριμνήσουν γιὰ τὰ «πράματα», ὅπως ἔλεγαν τὰ ζῶα τους. Κατόπιν κοιτώντας κατὰ τὴν ἀνατολή, ἔκαμναν μ’ εὐλάβεια τὸν σταυρὸ τους καὶ μὲ κέφι πολὺ ξεκινοῦσαν, ὅργο-ὅργο, τὸ θέρισμα. Πίσω τους ἔπεφταν πυκνὲς – πυκνὲς, οἱ χεριὲς, ποὺ τὶς ἔδενε σὲ δεμάτια μὲ τέχνη περισσὴ ὁ μπαγλατζὴς, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγαν τὸν δέτη, χρησιμοποιώντας τὸν κλιτσινίκο, ἐργαλεῖο, χρησιμότατο στὸ δέσιμο.(…)

Τὸ μεσημέρι καὶ σὰν ἡ κάψα, πνιγηρὴ, τύλιγε τὰ πάντα κάτω στὸν κάμπο κι ἕνα γύρω στὶς λοφοπλαγιὲς, ἄφηναν γιὰ λίγο τὴν δουλειᾶ. Στὸν ἴσκιο κάποιου δέντρου ἔτρωγαν τὸ λιτὸ τους φαγητὸ, ποὺ ἦταν συνήθως: ψωμὶ, κρεμμύδι, σκόρδο, τυρὶ, ντομάτα καὶ πίτα ἤ τὸ δροσιστικότατο «σκορδάρι», καμωμένο ἀπό νερὸ, ξύδι καὶ σκόρδο. Ἔπαιρναν μιᾶν ἀνάσα ξεκούρασης καὶ μετὰ πάλι μὲ τὸ ἴδιο μεράκι συνέχι­ζαν τὸ θέρισμα.(…)

Ο ΔΡΑΚΟΣ(…)Ἡ πιὸ μεγάλη χαρὰ, γινόταν σὰν τέλειωνε τὸ θέρισμα καὶ οἱ θεριστάδες θὰ ἔφερναν στὸ σπίτι τὸν δρᾶκο κι ἡ νοικοκυρὰ θὰ εἶχε ἕτοιμο τὸν κριτσμᾶ. Ὅταν οἱ θεριστᾶδες βρίσκονταν στὸ τελευταῖο χωράφι πού εἶχαν νὰ θερίσουν, ἄφηναν ἕνα καλὸ κομμάτι στάρι ἀθέριστο. Ἀφοῦ θέριζαν ὅλο τὸ ἄλλο [ὑπόλοιπο]χωράφι, ὅλοι μαζὶ, ἄντρες καὶ γυναίκες, πήγαιναν στὸ ἀθέριστο.

Τότες… ξεχνοῦσαν μὲ μιᾶς κάθε κούραση, κάθε ταλαιπωρία. Μιὰ δύναμη ἀλλιώτικη, πρωτόγνωρη, ξεχωριστὴ, διαπερνοῦσε τὸ κορμὶ τους, λὲς κι ἄρχιζαν μόλις ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ θέρο……..
.
.
.

.
Διαβᾶστε ὁλόκληρο τὸ ἄρθρο στὸ : www.e-istoria.com
.
.

.

Ἀναδημοσίευσις ἐπιβάλλεται, μὲ τὴν αὐτονόητον πάντοτε ἀναφορά στὴν πηγὴ 

.

.

.

Αφήστε μια απάντηση