Ο ΛΗΝΟΣ ΤΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΩΝ – ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ 01 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1806

.. .

……….Στα 1806, οι τούρκοι πολιόρκησαν στην μονή τής Παναγίας των Αιμυαλών, που βρίσκεται κοντά στην Δημητσάνα, τους Κολοκοτρωναίους Γιάννη (τον επικαλούμενο Ζορμπά)  τον Γεώργον και άλλους συντρόφους, αναγκάζοντάς τους να βγουν από τον ληνό όπου είχαν καταφύγει, ρίχνοντάς τους αναμμένα θειαφοκέρια. Στην συνέχεια τους κατακρεούργησαν.

Διήγηση Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
Μονή Αιμυαλών

………

………..[…]«Το δειλινό εφύγαμε και έστρεψε κατά την Καρύταινα, και δια να μην γνωρίσουν τον τορό, από πέτρα εις πέτρα επήγαμεν εις μία στάνη, και μας είπαν πως ήτον γεμάτη τούρκοι. Τότε, αποφάσισα να γίνομε εις 4 μπουλούκια και να υπάγωμεν εις φίλους να κρυφθούμε. Ο Αντώνιος ο Κολοκοτρώνης με άλλον ένα εκρύφθηκε εις τους συγγενείς μας· τον Δημητράκη Κολοκοτρώνη με άλλους τρείς να πάνε να κρυφθούν εις την Βυτίνα όπου είχαμε συγγενείς και τον αδελφόν μου Γιάννη με άλλους 4 να υπάγει αποκάτω εις την Δημητζάνα, όπου είν’ ένα χωργιό, διά να τους κρύψει ένας πιστός φίλος οπού είχαμε. Ο Αντώνης εγλύτωσε και σώζεται έως την σήμερον. Τού Δημητράκη του έκοψαν το κεφάλι και το χέρι, το παρρησίασαν ως δικό μου, επειδή είχε γράμματα.

……….Ο Γιάννης δεν εύρε τον φίλον του, επήγε εις τους Αιμυαλούς, μοναστήρι, τού έδωκε ένας καλόγερος φαγί και έπειτα επήγε, έδωσε είδησιν εις τους τούρκους, επήγαν, τον πολιόρκησαν εις τον ληνόν και τον εσκότωσαν.

……….Εγώ έμεινα με άλλους τέσσαρους, επήγα εις ενός φίλου μου προεστού εις το Πυργάκι, ονομαζόμενον κυρ Παρασκευά, εύρηκα το παιδί του, επειδή αυτόν τον είχαν εις την Καρύταιναν, διά να κρυφθώ: «Εγώ σας εφύλαγα τόσον καιρό, τώρα πρέπει να με φυλάξετε και σείς». Με επήγε εις μία τρύπα και τον έστειλα έως την Βυτίνα δια να μάθει τι γίνεται. Ο μήνας ήτον Γενάρης [7]. Είκοσι ημέρες εμείναμε ζωντανοί, αφότου μας κατέτρεξαν. Αυτό το παιδί έδωσε είδηση τού πατρός του. Και αυτός επήγε εις την Βυτίνα και επήρε τους τούρκους δια να τους φέρει εις την τρύπα, να μας πιάσουν, αλλά ήλθε εμπρστά δια να ιδεί, εάν είμεθα εκεί ακόμη. Ήτον αρματωμένος, τον ερώτησα:

……….«Κάτι αρματωμένος Ζαχαριά;» τού είπα και έβαλα ευθύς υποψία. Τού είπα: «Βρε να μη μας επρόδωσες;». Αυτός μου απεκρίθη: «Δεν γίνεται αυτό». Ενώ επήγαινε αυτός να τους μιλήσει, εγώ με τους άλλους 4 επήρα το βουνό, και μας εκυνήγησαν όλην την ημέρα. Η τύχη μας έκαμε και δεν ήτον πολύ χιόνι εις το βουνό, και εμπορούσαμε να περπατούμε. Μας εκυνηγούσαν όλην την ημέραν έως το Ζυγοβίστι.

……….Εκείνην την ημέρα εσκότωσαν τον αδελφόν μου και έκαμαν χαρές οι τούρκοι. Ευθύς εκατάλαβα, ότι τους εσκότωσαν, αφού ήκουσα τες μπαταριές, το σημείον τής χαράς των. Ετράβηξα λοιπόν διά την Λιοδώρα, εις τον γέρο Κόλια και Δημήτρη γαμβρόν μου. Τους είχα ενέχυρο εις την Καρύταινα και δεν εύρηκα παρά μόνον τον αδελφόν του τον Γεωργάκη εις την στάνη.

……….Ομίλησα τού Γεωργάκη, μας έφερε ψωμί, και τον είπα να υπάγει έως την Ζάτουνα. Έμαθε, ότι εσκότωσαν όλους τους εδικούς μας. Οι τούρκοι τού έδωκαν μία διαταγή εις τους Ψαραίους, Παλουμπαίους και τα λοιπά χωρία ότι, αν σκοτώσετε τον Κολοκοτρώνη, να είναι τα χωριά σας τόσους χρόνους ασύδοτα, και αν δεν τον σκοτώσετε, από 7 χρόνους και επάνου θέλει τους περάσωμε όλους από το σπαθί.

……….Οι τούρκοι αφού μ’ εκυνηγούσαν απ’ όλα τα μέρη, εστοχάσθηκαν ότι αλλού βέβαια δεν ημπορεί να καταφύγει, ειμή εις τους Κολιαίους, και δια τούτο έκαμαν αυτήν την διαταγήν. Ο Γεωργάκης με έσμιξε και μ’ εδιηγήθηκε τα πάντα και έτζι έφυγα και ακούσθηκα εις την Λαγκάδα. Επήγαμεν εις τού Χρυσοβίτζι, Καλύβια, εσφάξαμε ένα αρνί, εκεί μας επρόδωσαν. Επήγαμεν έπειτα εις τους Αραχαμίτες, ευρήκαμε τους τούρκους, εφύγαμε, επήγαμε εις το Μοναστήρι τής Καλτεζιάς, βροντούμε την πόρτα και μέσα ήταν 200 τούρκοι. Μας εκατάλαβαν, μας επήραν κυνηγώντας, και εφθάσαμεν κατά την Καλαμάτα τα Γιάννιτζα, όπου ένας σύντροφός μου ονομαζόμενος Μακρυγιάννης, από την πείναν των τεσσάρων ημερών, απόστασε και δεν ημπορούσε πλέον να περπατήσει.

……….Ευρήκαμεν παντού τούρκους και δεν είχαμε πού να σταθούμε να πάρουμε και τρόφιμα. Εις την Γιάννιτζα ήτον ο Ρουμπής με μια τετρακοσαριά Μπαρδουνιώτας. Εμβήκα μέσα εις ένα σπίτι και ευρίσκω τούρκους. Αγάλια-αγάλια σηκωμένο το τουφέκι εγύρισα οπίσω, χωρίς να μ’ εννοήσουν διότι εκοιμούνταν, επήγα εις άλλα σπίτια πλην εύρηκα τούρκους παντού. Εις την άκραν τού χωριού επήγα εις μιάς κουμπάρας μου σπίτι και μας έδωσε τρείς οκάδες ψωμί, και τής έδωκα ένα φλωρί βενέτικο.

……….Ετραβήξαμε τότε εις την Σέλιτζα. Το ψωμί μας έπιασε εις την καρδιά και δεν ημπορούσαμε να περπατήσομε. Από την Σέλιτζα επήγαμε εις την Μεγάλην Καστανίτζαν, στου καπετάν Κωνσταντή Δουράκη, όπου ήτον εμπιστευμένος μου, επειδή εκεί πρωτύτερα είχα την φαμιλιάν μου και τον είχα συμπέθερο. Είχα αρραβωνιάσει μία θυγατέρα μου με ένα παιδί τού Δουράκη.

……….Ο Αντωνόμπεης τής Μάνης μας εκυνηγούσε και εκείνος. Από τους 5 όπου είμεθα ήταν οι δύο Μανιάτες και έφυγαν εις τα σπίτια τους και έμεινα εγώ και άλλοι δύο Ρουμελιώται. Εκάθησα κρυμμένος ένα μήνα εις το σπίτι τού Δουράκη. Ήλθε ένας Νικήτας από τού Τουρκολέκα και με ηύρε με μία εικοσιπενταριά και τού είπα : «Να ευρούμε καΐκι και ν’απεράσομε εις την Ζάκυνθο».

……….Αυτός ενόμιζε ότι δεν είναι πλέον φόβος δια να υπάγει εις το μεσόγειον τού Μορέως και εγύρισε οπίσω. Οι τούρκοι τους εσκότωσαν όλους, μόνον ένας επιάσθη ζωντανός ο οποίος επήγεν εις την Τριπολιτζάν. Τον εζήτησε εκεί ο Πασάς: «αν εσκοτώθηκαν όλοι», και αυτός τού επεκρίθη ότι «όλοι εχάθηκαν, εκτός από τον Θεοδωράκη τον Κολοκοτρώνη». Τότε ο Πασάς εθύμωσε και έκοψε καμπόσους τούρκους και ρωμαίους όπου εβεβαίωναν ότι ο Θεοδωράκης ήτον χαμένος.


  • Ολόκληρη τήν διήγηση τού Θ.Κολοκοτρώνη μπορείτε να διαβάσετε στο : www.e-istoria.com

……….[Ο ληνός είναι ένα παραδοσιακό κτίσμα που η κατασκευή του εξυπηρετεί την εποχιακή κατοίκηση των μικροκαλλιεργητών τής περιοχής. Τότε που στα χωράφια ή στα αμπέλια δούλευαν από την ανατολή έως την δύση τού ηλίου, οι αγρότες έμεναν σ’ αυτόν που ήταν μια πλήρης κατοικία.  Εκτός από κατοικία χρησίμευε και ως αποθηκευτικός χώρος, αλλά και ως χώρος επεξεργασίας τής παραγωγής. Η λέξις χρησιμοποιείται  και στα Δωδεκάνησα].

Αφήστε μια απάντηση