ΣΠΥΡΟΣ ΧΑΜΠΑΣ-ΑΓΝΩΣΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 93 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΗΡΩΑ ΤΗΣ «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΓΚΕΜΠΕΝ» (23/1/1918)

,

Φωτογραφία τού Χάμπα(αριστερά) μπροστά στον έλικα του Sopwith 1 ½ Strutter. Το σημείωμα στα γερμανικά που διακρίνεται στο κάτω μέρος τής φωτογραφίας δείχνει ότι οι γερμανοί θα πρέπει να βρήκαν την φωτογραφία πάνω στο πτώμα τού Χάμπα, όταν τον κατέρριψαν στις 23/1/1918

,

ΣΠΥΡΟΣ ΧΑΜΠΑΣ-ΑΓΝΩΣΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 93 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΗΡΩΑ ΤΗΣ «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΓΚΕΜΠΕΝ» (23/1/1918)

Τοῦ Κωνσταντίνου Λαγοῦ. Περιοδικό Ἴκαρος, τεῦχος 7, Ἄνοιξη 2010.

(Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα)

Τὸ παρὸν ἄρθρο ἀφορᾶ τὴν δράση τοῦ Σπύρου Χάμπα, Ἀεροπόρου-Ἀνθυποπλοιάρχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ Σώματος, ὁ ὁποῖος σκοτώθηκε σὲ ἀεροπορική ἐπιχείρηση τῆς «Κατάστασης Γκέμπεν» (20-31 Ἰανουαρίου 1918), κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.  Ὁ Χάμπας ὑπῆρξε ὁ μοναδικὸς πεσῶν Ἕλληνας ἀεροπόρος τῆς «Κατάστασης Γκέμπεν», κάτι ποὺ κάνει ἀκόμη πιὸ σημαντικὴ τὴν δημοσιοποίηση τῶν νέων στοιχείων.

Ὁ Σπύρος Χάμπας γεννήθηκε τῷ 1893 στὸ Ξηροχώρι Εὐβοίας καὶ κατατάχθηκε στὸ Πολεμικό Ναυτικό ὡς ἀξιωματικός φαρμακοποιός. Μετὰ τὴν ἔκρηξη τοῦ κινήματος τῆς «Ἐθνικῆς Ἀμύνης» τῷ 1916, ὁ Σημαιοφόρος Σ.Χάμπας, ἦταν ἕνας ἀπό τοὺς πρώτους ποὺ κατατάχθηκαν στὸ Ναυτικὸ Ἀεροπορικό Σῶμα ποὺ ἱδρύθηκε τὸν Ὀκτώβριο τοῦ ἰδίου χρόνου. Σχεδὸν ἀμέσως τὸ Ναυτικό Ἀεροπορικό Σῶμα ξεκίνησε τὴν δράση του στὸν Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Ὁ Χάμπας ἐκπαιδεύθηκε ὡς χειριστὴς στὸ Καζαβίτι τῆς Θάσου ἀπό τοὺς Βρετανούς καὶ στὶς 5/7/1917, πῆρε τὸ πτυχίο του, μὲ ἀριθμό 5249. Τὸν ἴδιο μῆνα μετατάχθηκε στὴν Ἀεροπορική Βάση τοῦ Μούδρου (Λῆμνος) στὴν δύναμη τῆς Ἑλληνικῆς Ναυτικῆς Ἀεροπορίας ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ ὑπό τὶς διαταγὲς τοῦ Ἀριστείδη Μωραϊτίνη.

Ἐνῶ  ὑπηρετοῦσε στὸν Μοῦδρο, ὁ Χάμπας ἔλαβε καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ πυρὸς συμμετέχοντας σὲ ἐπιχειρήσεις κυρίως ἐναντίον τουρκικῶν στόχων στὰ Δαρδανέλια καὶ τὰ παράλια τῆς Ἰωνίας. Στὶς ἀρχές Ἰανουαρίου 1918, ἀνέλαβε προσωρινὰ τὴν διοίκηση τῆς Ἑλληνικῆς Μοίρας (μὲ τὴν κωδικὴ ὀνομασία Ζ΄) στὴν Θᾶσο στὴν θέση τοῦ Μωραϊτίνη, ὁ ὁποῖος γιὰ δεύτερη φορὰ μετατέθηκε ἀπό ἐκεῖ στὸν Μοῦδρο. Ἄν καὶ ἡ ἑλληνική ἀεροπορική δύναμη στὴν Λῆμνο, Θᾶσο καὶ Ἴμβρο ἦταν χωριστὴ ἀπό τὴν ἀντίστοιχη βρετανικὴ, ἐντούτοις ὑπαγόταν στὴν ἴδια-βρετανικὴ- ἀνώτατη διοίκηση καὶ οἱ ἰπτάμενοι τῶν δύο Συμμάχων ποὺ ἐπιχειροῦσαν ἀπό τὰ τρία αὐτά νησιᾶ, χρησιμοποιούσαν κοινοὺς ἀεροδιαδρόμους καὶ ἐγκαταστάσεις.  Στὶς 19 Ἰανουαρίου 1918 ὁ Χάμπας παρέδωσε τὴν διοίκηση τῆς Ζ΄ Μοίρας στὸν Κωνσταντῖνο Παναγιώτου, καὶ τὴν ἄλλη μέρα θὰ ἀναχωροῦσε γιὰ τὸν Μοῦδρο. Τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἐπέστρεφε στὸν Μοῦδρο, ξεκίνησε ἡ «Κατάσταση Γκέμπεν», κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας ἔμελλε νὰ χάσῃ τὴν ζωὴ του λίγες μέρες ἀργότερα.

Ὁ χαρακτηρισμός «Κατάσταση Γκέμπεν», εἶχε δοθεῖ ἀπό τὸ βρετανικό γενικό ἐπιτελεῖο ὡς κωδική ὀνομασία τῆς ἐπιχείρησης ποὺ θὰ ἀναλάμβαναν ναυτικὲς καὶ ἀεροπορικές δυνάμεις  ἐναντίον τῶν γερμανικῶν καταδρομικῶν Γκέμπεν και Μπρέσλάου, τὰ ὁποῖα βρίσκονταν στὸν τούρκικο ναύσταθμο τοῦ Ναγαρᾶ, ἄν αὐτά ἀποτολμοῦσαν νὰ ἐπιχειρήσουν στὸ Αἰγαῖο. Τὰ δύο καταδρομικὰ εἶχαν εἰσέλθει στὰ Δαρδανέλια τὸν Αὔγουστο τοῦ 1914 καὶ εἶχαν ἐνσωματωθεῖ στὸν τούρκικο στόλο, ἄν καὶ συνέχιζαν νὰ ἔχουν γερμανικὰ πληρώματα καὶ διοικητὲς καὶ νὰ εἶναι ἐνταγμένα στὸν σχεδιασμὸ τοῦ γερμανικοῦ ἐπιτελείου τοῦ ὁποίου ἐκτελοῦσαν διαταγές.

(Σημείωση Ἑ.Ἡ.: Ἀπὸ τὰ παραλειπόμενα τῆς ἱστορίας, γιὰ τὰ συγκεκριμένα θωρηκτά, στὶς 6 Αὐγούστου τοῦ 1914, ὁ Ἐλ. Βενιζέλος, εἶχε δώσῃ τὴν ἄδεια ἀνθρακεύσεώς τους, ἐνῶ κατεδιώκοντο ἀπὸ τὸν Ἀγγλικὸ Στόλο. Λίγο πρὶν τὰ μεσάνυχτα τῆς 5ης προς τὴν 6η Αὐγούστου, ὅταν ἔληγε τὸ Ἀγγλικὸ τελεσίγραφο πρὸς τὴν Γερμανία, ὁ Γερμανὸς πρέσβυς στὴν Ἀθήνα, Κόμης Κουάτ, ξύπνησε τὸν πρωθυπουργὸ Ἐλευθέριο Βενιζέλο ζητῶντας γαιάνθρακες γιὰ τὰ δύο πολεμικὰ πλοῖα ποὺ βρίσκονταν στὴν Μεσόγειο μὲ κατεύθυνση πρὸς τὰ Δαρδανέλια. Ὁ Βενιζέλος ἔγραψε πάνω στὸ ἐπισκεπτήριο τοῦ Γερμανοῦ πρέσβυ τὴν ἐντολὴ του πρὸς τὸν Λιμενάρχη Πειραιῶς γιὰ τὴν χορήγηση γαιανθράκων. Ἔτσι παρ’ ὅλη τὴν καταδίωξη τῶν γερμανικῶν πολεμικῶν ἀπό τὸν Ἄγγλο Ναύαρχο Τρούμπριτζ, κατόρθωσαν νὰ φτάσουν μὲ ἀσφάλεια στὰ Δαρδανέλια καὶ ν’ ἀποκτήσῃ ἡ τουρκία δύο σύγχρονα πολεμικὰ πλοῖα, τὰ μετονομασθέντα σὲ “Γιαβούζ” καὶ “Μιντιλί”. Τὸ “Γιαβούζ” μάλιστα ἐντάχθηκε μεταπολεμικὰ (Β΄Π.Π) στὶς ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις ἔως τὸ 1973, ὁπότε καὶ διαλύθηκε).

(…) Τὸ ξημέρωμα τῆς 20ης Ἰανουαρίου 1918, οἱ Σύμμαχοι πληροφορήθηκαν ὅτι τὸ Goeben εἶχε ἀρχίσει νὰ πλέῃ πρὸς τὴν ἔξοδο τῶν Δαρδανελίων. Στοὺς σταθμοὺς ἀσυρμάτου τους, στὰ νησιᾶ τοῦ βορείου Αἰγαίου, κατέφθασε τὸ σῆμα «Κατάσταση Γκέμπεν!»ποὺ σηματοδοτοῦσε τὴν ἔναρξη ἐπιχειρήσεων ἀπό τὸ Ναυτικὸ καὶ τὴν Ἀεροπορία ἐναντίον τῶν δύο ἐχθρικῶν καταδρομικῶν. Στὸ πλαίσιο αὐτό, τὰ συμμαχικὰ βομβαρδιστικὰ θὰ συγκεντρώνονταν στὸν Μοῦδρο καὶ τὰ καταδιωκτικὰ στὴν Ἴμβρο. Ὅμως τὶς πρῶτες ὧρες τὰ γεγονότα ἐξελίχθηκαν ἀρνητικά γιὰ τοὺς Συμμάχους. Τὸ Γκέμπεν αἰφνιδίασε τὸ ναυτικό τους καὶ βύθισε δύο βρετανικοὺς κανονιοφόρους ποὺ περιπολοῦσαν ἀπέναντι ἀπό τὰ Δαρδανέλια κοντὰ στὴν Ἴμβρο. Ἡ σύγκρουση αὐτή εἶναι γνωστὴ στὴν ἀγγλική βιβλιογραφία ὡς «Ναυμαχία τῆς Ἴμβρου». Μετὰ τὴν ἐπιτυχία του, τὸ Γκέμπεν πλησίασε τὶς ἀκτές τῆς Ἴμβρου καὶ ἄνοιξε πῦρ ἐναντίον ναυτικῶν ἐγκαταστάσεων στὸ Ἀκρωτήρι Κέφαλος. Ὅμως κατὰ τὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς ἐνέργειας, χτύπησε δύο φορὲς σὲ νάρκες τὶς ὁποῖες οἱ Σύμμαχοι εἶχαν ποντίσει κοντὰ στὴν Ἴμβρο. Ἄν καὶ τὸ Γκέμπεν δὲν ἔπαθε μεγάλες ζημιές, ὁ κυβερνήτης του, Ναύαρχος von Rabeur Paschwitz, ἀποφάσισε νὰ μὴν συνεχίσῃ πρὸς τὸν Μοῦδρο τῆς Λήμνου, τὸν μεγάλο στόχο τῶν Γερμανῶν. Κάλεσε τὸν κυβερνήτη τοῦ Μπρέσλαου νὰ πλεύσῃ σὲ βοήθεια καὶ νὰ τὸν καλύψῃ ὅπως θὰ ἔπλεε πίσω στὰ Δαρδανέλια, ὅμως καὶ τὸ Μπρέσλαου ἔπεσε στὸ ἴδιο ναρκοπέδιο μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βυθιστῇ.

Τὸ τραυματισμένο Γκέμπεν ἄρχισε νὰ καταδιώκεται ἀπό δύο βρετανικά τορπιλοβόλα, ἀλλά κατάφερε νὰ μπῇ στὰ Δαρδανέλια τὸ μεσημέρι τῆς 20ης Ἰανουαρίου 1918. Ὅμως οἱ περιπέτειές του δὲν εἶχαν τελειώσει ἀκόμη ἀφοῦ κοντά στὸ Ναγαρᾶ κόλλησε στὰ ἀβαθῆ. Τὸ Γκέμπεν ἀποτελοῦσε τώρα ἰδανικό στόχο γιὰ τοὺς Συμμάχους.

Ἤδη ἀπό τὴν πρώτη μέρα τῆς «Κατάστασης Γκέμπεν» βρετανικὰ καὶ ἑλληνικά ἀεροσκάφη ἐπιχειροῦσαν ἐναντίον τῶν δύο γερμανικῶν καταδρομικῶν. Ἀντίστοιχα, γερμανικὰ καὶ τούρκικα ἀεροσκάφη, ποὺ ἀπογειώνονταν κυρίως ἀπό τὴν βουργαροκρατούμενη Ξάνθη καὶ τὸ ἀεροδρόμιο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου κοντὰ στὴν Κωνσταντινούπολη, προσπαθοῦσαν νὰ προστατεύσουν τὰ πλοῖα ἀπό τὶς ἐπιδρομές τῶν συμμαχικῶν ἀεροσκαφῶν. Στὴν βρετανική ἀεροπορική δύναμη ποὺ βρισκόταν στὸ βόρειο Αἰγαῖο, ὑπάγονταν καὶ ἡ Ἑλληνική Ναυτική Ἀεροπορία μὲ βάση τὴν Θάσο καὶ διοικητή τὸν Ἀριστείδη Μωραϊτίνη.

Οἱ Ἕλληνες ἀεροπόροι διακρίθηκαν ἰδιαίτερα στὶς ἐπιχειρήσεις έναντίον τοῦ Γκέμπεν στὸ Ναγαρᾶ τὴν περίοδο 20-31 Ἰανουαρίου 1918, μὲ ἀποκορύφωμα τὸ ἐπίτευγμα τοῦ Μωραϊτίνη ὁ ὁποῖος κατέρριψε συνολικὰ τρία γερμανικὰ ἀεροσκάφη. Ἡ δράση τῆς ἑλληνικῆς ἀεροπορίας ἐκτιμήθηκε δεόντως ἀπό τοὺς Βρετανούς καὶ ἀνέβασε κατακόρυφα τὴν αἴγλη της. Μέχρι τὶς ἀρχές τοῦ 1918, οἱ Ἕλληνες ἀεροπόροι θεωροῦνταν ὑποδεέστεροι τῶν Βρετανῶν οἱ ὁποῖοι καὶ τοὺς χορηγούσαν ὅ,τι κατώτερο ἀεροπορικό ὑλικό εἶχαν στὴν κατοχὴ τους. Οἱ Ἕλληνες διέθεταν μόνο την Μοίρα Ζ΄ στὴν Θᾶσο καὶ λίγους πιλότους στὸν Μοῦδρο καὶ τὴν Ἴμβρο ὑπό ἀγγλική διοίκηση. Ὅμως τὸν Μάϊο τοῦ 1918 ἡ Ἑλληνική Ναυτική Ἀεροπορία ενδυναμώθηκε ἀφοῦ προστέθηκαν τρεῖς ἀκόμη Μοῖρες. Ἐπιπλέον ἀπέκτησε δικὴ της μόνιμη βάση καὶ στὸν Μοῦδρο.

Ὅταν τὸ Γκέμπεν προσάραξε στὸ Ναγαρᾶ οἱ Βρετανοί ἔστειλαν ἐναντίον του πολεμικὰ σκάφη, ἀεροπλάνα ἀκόμη καὶ ὑποβρύχια. Ὅμως τὰ τούρκικα πυροβόλα στὴν Καλλίπολη ἐμπόδιζαν τὶς κινήσεις τῶν βρετανικών πλοίων καὶ ἡ ἐπίθεση μὲ τὰ ὑποβρύχια ἐπίσης ἀπέτυχε. Τελικὰ πρωταγωνιστικό ρόλο ἐναντίον τοῦ Γκέμπεν ἀνέλαβε ἡ Ἀεροπορία καὶ κυρίως τὰ βομβαρδιστικά. Στὴν διάρκεια αὐτῶν τῶν ἐπιχειρήσεων χάθηκε ὁ Σπῦρος Χάμπας.

Χρονολογικά πρώτη ἀναφορά γιὰ τὸν θάνατό του γίνεται σὲ ἔγγραφο ποὺ ἔστειλε ὁ Ναύαρχος Κλίφτον Μπράουν, στὶς 24 Ἰανουαρίου 1918 στὸν Ναύαρχο Παῦλο Κουντουριώτη, ὁ ὁποῖος ἦταν Ὑπουργός τῶν Ναυτικῶν στὴν κυβέρνηση τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ὁ προϊστάμενος τοῦ Χάμπα: «Ἀριθ.25 Β-Ὑπουργόν Ναυτικῶν-Μετὰ λύπης πληροφορῶ ὑμᾶς ὅτι ἐλήφθη τηλεγράφημα τοῦ ἐν Μούδρῳ Πλοιάρχου Πτέρυγος, ἀγγέλον ὅτι ὁ Ἀεροπόρος Ἀνθυποπλοίαρχος Σπῦρος Χάμπας κατερρίφθη φλεγόμενος ὑπέρ τὸν Ναγαρὰν βληθεῖς ὑπό σφοδροῦ πυρὸς πυροβόλων. Δεχθῆτε παρακαλῶ τὴν ἔκφρασιν τῆς βαθειᾶς μου συμπαθείας διὰ τὴν άπώλειαν τοῦ γενναίου ἀξιωματικοῦ». Οἱ Ἄγγλοι ἐνημέρωσαν ὅτι ὁ Χάμπας κατερρίφθη ἀπό τούρκικα ἀντιαεροπορικὰ πυροβόλα.

Ὅμως αύτό δὲν φαίνεται σωστὸ διότι οἱ ἴδιοι οἱ Γερμανοί χρεώνουν τήν κατάρριψή του στὸν ἄσσο τους, Ἐμίλ Μέϊνεκ (Emil Meinecke), ὁ ὁποῖος τῷ 1915, εἶχε σταλεῖ στὴν τουρκία γιὰ νὰ ἐκπαιδεύσῃ τούρκους πιλότους. Στὴν διάρκεια τῆς “Kατάστασης Γκέμπεν” ἐπιχειροῦσε ὡς πιλότος καταδιωκτικοῦ Albatros D11 ἀπό τὸ ἀεροδρομιο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τῆς Κωνσταντινούπολης. Ὁ Χάμπας ἦταν ὁ τέταρτος πιλότος τῶν Συμμάχων ποὺ ὁ συγκεκριμένος γερμανός ἄσσος κατέρριψε στὸν Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Ἡ λεπτομέρεια αὐτή ἴσως ἐξηγεῖ γιατὶ οἱ Γερμανοί ἐντόπισαν καὶ ἀνέσυραν τὸ πτῶμα τοῦ Χάμπα. Φαίνεται ὅτι ὁ Μέϊνεκ μετὰ τὴν προσγείωση τοῦ ἀεροσκάφους του, εἰδοποίησε γιὰ τὸ σημεῖο ποὺ εἶχε καταπέσει τὸ ἐχθρικό ἀεροσκάφος καὶ ἔτσι στάθηκε δυνατός ὁ ἐντοπισμός τοῦ πιλότου.

Ὁ Κωνσταντῖνος Λαγός ποὺ ἀσχολήθηκε σὲ βάθος μὲ τὶς συνθῆκες θανάτου τοῦ Σπύρου Χάμπα, ἐρευνώντας Ἀγγλικά καὶ Γερμανικά πολεμικὰ ἀρχεῖα, βρῆκε μία ἄγνωστη φωτογραφία τοῦ Χάμπα μπροστά καὶ ἀριστερά στὸν ἔλικα τοῦ Sopwith 1 ½ Sutter μὲ τὸ ὁποῖο πέταξε ἀπό τὴν Θᾶσο στὸν Μοῦδρο στὶς 19 Ἰανουαρίου 1918. Δεξιὰ του διακρίνεται ἕνας χειριστής τῆς Βρετανικῆς Ναυτικῆς Ἀεροπορίας, ποὺ μᾶλλον πρέπει νὰ εἶναι ὁ βρετανός Διοικητής τῆς ἀεροπορικῆς δύναμης στὴν Θᾶσο. Αὐτό ποὺ τῆς προσδίδει ἰδιαίτερη σημασία εἶναι ἕνα σημείωμα στὰ γερμανικὰ ποὺ διακρίνεται στὸ κάτω μέρος της καὶ ποὺ ἀναφέρει ὅτι τὸ συγκεκριμένο ἀεροσκάφος κατερρίφθη στὶς 23 Ἰανουαρίου 1918 πάνω ἀπό τὴν περιοχή τοῦ Μάϊδου-στὰ Δαρδανέλλια- καὶ ὅτι σκοτώθηκε ὁ κυβερνήτης του, Ἀνθυποπλοίαρχος Χάμπας. Μάλιστα αὐτός ποὺ ἔγραψε τὸ σημείωμα ἔκανε ἕνα σημάδι πάνω στὸν Χάμπα γιὰ νὰ δείξῃ ὅτι αὐτός εἶναι ὁ νεκρός.

(…) Οἱ Γερμανοὶ στὴν ἐπιστολή τους σημειώνουν ὅτι ἔθαψαν τὸν Χάμπα μὲ ὅλες τὶς στρατιωτικὲς τιμὲς στὸ Ἀγγλικό νεκροταφεῖο τοῦ Τσανάκ, δηλαδὴ τοῦ Τσανάκκαλε. (…) Οἱ τάφοι τοῦ συγκεκριμένου νεκροταφείου εἶναι 91, ἀπό τοὺς ὁποίους 39 ἀνήκουν σὲ βρετανούς στρατιωτικούς ποὺ ἔχουν ταυτοποιηθεῖ. Ἡ πλειοψηφία τῶν ὑπολοίπων τάφων ἀνήκουν σὲ βρετανούς πολίτες ποὺ διέμεναν καὶ πέθαναν στὸ Τσανάκκαλε τὴν περίοδο 1860-1914. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἑπτά τάφοι ποὺ άνήκουν σὲ στρατιωτικοὺς ποὺ δὲν εἶναι τῆς Βρετανικῆς Κοινοπολιτείας. Τὰ ὀνόματά τους δὲν εἶναι καταγεγραμμένα στὴν σχετικὴ ἱστοσελίδα. Ἐνῷ γράφονται αὐτές οἱ γραμμὲς – ἔτος 2010 – ἀναμένουμε ἀπάντηση σὲ ἐρώτημά μας πρὸς τὸ βρετανικό προξενεῖο τοῦ Τσανάκκαλε γιὰ τὸ ἄν ὁ Χάμπας συγκαταλέγεται ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς τοὺς ἑπτά.

Ἐπιμέλεια κειμένου, Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο

Αφήστε μια απάντηση