Η ΣΤΑΦΙΔΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΡΕΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

,

,

Η ΣΤΑΦΙΔΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ  

Σωκράτης Δ. Πετμεζάς 

Τρύγος. Φρεντερίκ Μπουασονά

Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η σταφίδα αποτελούσε το βασικό εξαγωγικό προϊόν του ελληνικού βασιλείου. Συνήθως υπερέβαινε το ήμισυ της αξίας όλων  των εξαγωγών και υπερκάλυπτε το κόστος των εισαγόμενων δημητριακών. Με την ενσωμάτωση των Ιονίων Νήσων το 1864, το σύνολο της παγκόσμιας παραγωγής κορινθιακής σταφίδας αποτέλεσε ελληνικό «φυσικό μονοπώλιο», ταυτόχρονα όμως μεγιστοποιήθηκε το διατροφικό έλλειμμα της ελληνικής σιτοκαλλιέργειας. Η επέκταση της κατανάλωσης σταφίδας και άλλων ομοειδών καρπών από ευρύτερα λαϊκά στρώματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, ώθησε τη διεύρυνση των ζωνών καλλιέργειας κατώτερης ποιότητας και τιμής αλλά υψηλής απόδοσης προς τις περιοχές της παράλιας Δυτικής Πελοποννήσου (Ηλεία, Τριφυλία κλπ).

Στα 1878, για πρώτη φορά η κατανάλωση κορινθιακής σταφίδας έδειξε σημάδια κορεσμού στη Βρετανία, αλλά η επαπειλούμενη κρίση απεφεύχθη χάρις στην απρόσμενη εμφάνιση μιάς νέας αγοράς κατανάλωσης·  η φυλλοξήρα είχε καταστρέψει τους γαλλικούς αμπελώνες και η γαλλική ζήτηση αναζήτησε στις γειτονικές αγορές υποκατάστατα της δικής της πρώτης ύλης (γλεύκους) ή και της παραγωγής (οίνου). Πέρα από την ελληνική παραγωγή γλεύκους και οίνου, η οποία σε μικρό μόνο βαθμό επωφελήθηκε από την συγκυρία, η απούλητη σταφίδα του 1878 βρήκε αγοραστές στην Γαλλία ακριβώς ως πρώτη ύλη για την παραγωγή σταφιδίτη οίνου (υψηλής περιεκτικότητας σε οινόπνευμα και χαμηλής ποιότητας και τιμής). Η συνεχής επέκταση της κατανάλωσης σταφίδας ως πρώτης ύλης επέτρεψε, την επόμενη δεκαετία, την περαιτέρω επέκταση των ελληνικών σταφιδαμπέλων στην παράλια Νότια Πελοπόννησο, σε περιοχές προϊόντος χαμηλότατης ποιότητας αλλά υψηλότατης στρεμματικής απόδοσης.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης σε γελοιογραφία εποχής με τον τίτλο «το όγδοο θαύμα».

Η τρικουπική περίοδος χαρακτηρίζεται από μία εξαιρετική συγκυρία, δηλαδή από το γεγονός ότι, παρά τη γενική μακροχρόνια πτώση των τιμών των γεωργικών προϊόντων (ιδίως του σιταριού), που σημειώθηκε κατά την περίοδο της μακράς ύφεσης της παγκόσμιας οικονομίας (σχηματικά μεταξύ 1872 και 1896), η κρίση της φυλλοξήρας επέτρεψε την διατήρηση της τιμής του οίνου και της σταφίδας σε υψηλά σχετικά επίπεδα. Κατά συνέπεια, κατά την διάρκεια της περιόδου 1878-1892, η κίνηση των τιμών του σίτου ως προς την κορινθιακή ήταν θετική για την ελληνική οικονομία, επιτρέποντας την αγορά φθηνότερου σίτου με όλο και ακριβότερη σταφίδα.  Η θετική αυτή συγκυρία, ανατράπηκε απότομα, αλλά όχι απρόβλεπτα, καθώς η ανανέωση του γαλλικού αμπελώνα ολοκληρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1890 και οι γαλλικές βιοτεχνίες σταφιδίτη οίνου, οι οποίες χρησιμοποιούσαν ελληνική σταφίδα κατώτερης ποιότητας, ανταγωνίζονταν πλέον ευθέως τους γάλλους αμπελουργούς.

Η γαλλική κυβέρνηση, υποχωρώντας στις πιέσεις των μικροκαλλιεργητών, επέβαλε υψηλότατους δασμούς στην εισαγόμενη σταφίδα, καθιστώντας ασύμφορη την βιομηχανική της χρήση. Το λεγόμενο δασμολόγιο Μελίν (από το όνομα του σοσιαλιστή υπουργού οικονομικών Meline), κατέστησε μετά το 1893, απαγορευτική την εισαγωγή ελληνικής σταφίδας. Έκτοτε, η παραγωγή κορινθιακής σταφίδας ήταν χρονίως πλεονάζουσα.

Καθώς μάλιστα η διεθνής ζήτηση ήταν ανελαστική και συνεπώς η αύξηση της προσφοράς οδηγούσε σε δυσανάλογα μεγάλη πτώση της τιμής, η τιμή της μέσης ποιότητας σταφίδας (Πατρών, Επτανήσων, Ηλείας, Τριφυλίας) συμπιέστηκε αφόρητα από την υπερβάλλουσα προσφορά σταφίδας κατώτερης ποιότητας (Νομού Μεσσηνίας) και έπεσε τόσο χαμηλά ώστε κάποτε δεν κάλυπτε ούτε τα έξοδα μεταφοράς.

Ζύγισμα σταφίδας

Η λεγόμενη «σταφιδική κρίση» αποτέλεσε έκτοτε σταθερό παράγοντα της ελληνικής οικονομίας, καθώς η πλεονάζουσα προσφορά ανερχόταν, κατά μέσο όρο σε 80.000 βαριά ενετικά χιλιόλιτρα (βάρους 480 χγρ.). Βασική παράμετρο της κρίσης συνιστούσε η αδυναμία του εμπορικού κυκλώματος να απαντήσει δραστικά στην πρόκληση αυτή. Εφόσον η υποχρέωση εκρίζωσης των σταφιδαμπέλων ήταν συνταγματικά αδύνατη και πολιτικά ανεφάρμοστη, η εύλογη λύση θα ήταν η αποθήκευση του πλεονάζοντος καρπού και η διοχέτευση στην διεθνή αγορά τόσης ποσότητας ( και ποιότητας ) όσης θα μπορούσε να απορροφηθεί σε ικανοποιητικές τιμές. Το προϊόν κακής ποιότητας θα τροφοδοτούσε αποκλειστικά την βιομηχανική χρήση ή θα καταστρεφόταν.  Η δομή του εμπορευματικού κυκλώματος όμως, ήταν τέτοια ώστε η συνεννόηση μεταξύ των λίγων μεγάλων εξαγωγικών οίκων ήταν αδύνατη. Εξάλλου δεν υπήρχε η απαιτούμενη υποδομή για την αποθήκευση του πλεονάσματος. Μέχρι τότε την εξαγωγή του προϊόντος ήλεγχαν λίγοι μεγάλοι εξαγωγικοί οίκοι, οι οποίοι συνεργάζονταν με αντίστοιχους βρετανικούς κυρίως, εισαγωγικούς οίκους.

(…) Ο χωρικός αναλάμβανε, έναντι προκαταβολής εν είδει δανείου, την υποχρέωση να παραδώσει το προϊόν του στον «αποθηκάριο», στις περισσότερες περιπτώσεις – ειδικά προς το τέλος του 19ου αιώνα- χωρίς καθορισμένη τιμή. Και ο «αποθηκάριος», εξάλλου, παρέδιδε το προϊόν στους εξαγωγείς με «άκοπη» τιμή. Η τιμή καθοριζόταν στην αγορά εισαγωγής (συνήθως στην Μεγάλη Βρετανία) και ακολούθως γίνονταν οι εκκαθαρίσεις λογαριασμών μεταξύ εισαγωγέων και εξαγωγέων, εξαγωγέων και ενδιάμεσων, ενδιάμεσων και παραγωγών.  Μέχρι το 1893, δηλαδή για όσο καιρό διατηρήθηκαν οι ευνοϊκές συνθήκες της διεθνούς ζήτησης, τα κέρδη των εμπόρων και των σταφιδοκτηματιών, τα τελωνειακά έσοδα του κράτους, αλλά και η ευημερία των χωρικών έμοιαζαν αιώνια. Η απότομη εκδήλωση της κρίσης απαιτούσε άμεσες απαντήσεις από τους οικονομικούς εταίρους. Αν υπήρχε η κατάλληλη υποδομή αποθήκευσης του προϊόντος και η διάθεση να ακινητοποιηθούν μεγάλα κεφάλαια, θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί, μέσω του περιορισμού της προσφοράς, άνοδος των τιμών. Ουδέποτε το εμπορικό δίκτυο επέλεξε αυτό τον δρόμο.

Επεξεργασία σταφίδας

(…) Μεταξύ 1893 και 1896 αρκετοί ισχυροί εξαγωγικοί οίκοι της Πάτρας πτώχευσαν, ενώ πολλές ενδείξεις μας κάνουν να πιστεύουμε ότι και σημαντικό μέρος των ενδιάμεσων και των αποθηκάριων περιόρισε την εμπλοκή του στον μηχανισμό εμπορευματοποίησης της σταφίδας. (…) Οι αγροτικοί πληθυσμοί και οι έμποροι των επαρχιών (κυρίως της Πάτρας, της Ηλείας και της Τριφυλίας), συγκρότησαν συλλαλητήρια, συγκάλεσαν Σταφιδικά Συνέδρια, προπηλάκισαν τους διστακτικούς βουλευτές, επετέθησαν σε τοκιστές κλπ. Παρά την πίεση που δέχθηκε η τελευταία κυβέρνηση του Χαριλάου Τρικούπη έμεινε πιστή στις αρχές του απόλυτου οικονομικού φιλελευθερισμού και αρνήθηκε για δύο έτη (σοδειές Αυγούστου 1893 και 1894), να υποκύψει στα αιτήματα των σταφιδικών συλλαλητηρίων, ελπίζοντας ότι οι νόμοι της αγοράς θα εξυγιάνουν το σύστημα παραγωγής και διακίνησης, ώστε να σωθεί «ἡ σταφὶς διὰ τῆς σταφίδος».

 Η ΥΠΕΡΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ   

Αλέξανδρος Κιτροέφ

Έλληνες μετανάστες κατά την μετάβασή τους στις ΗΠΑ

Το μαζικό μεταναστευτικό ρεύμα προς την Αμερική, και ειδικότερα τις ΗΠΑ, το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στην δεκαετία του 1890, αποτελούσε εντελώς νέο φαινόμενο, τόσο από την άποψη των συνθηκών που το γέννησαν όσο και από την άποψη των κοινωνικών χαρακτηριστικών των μεταναστών. Τα εσωτερικά αίτια αυτής της μεταναστευτικής εκροής συνδέονταν σε μεγάλο βαθμό με την εμπορευματοποίηση της ελληνικής γεωργίας και τις συνέπειες μιάς οικονομικής κρίσης που προέκυψε στην εξαγωγή και την παραγωγή της σταφίδας. Αδιάφορα αν οι μετανάστες προέρχονταν από σταφιδοπαραγωγικές περιοχές ή από γειτονικές που ωστόσο συμμετείχαν στην σταφιδοπαραγωγή ή τέλος δεν συμμετείχαν άμεσα ή έμμεσα στην παραγωγή και εξαγωγή της σταφίδας, σε κάθε περίπτωση επέλεξαν να μεταναστεύσουν προκειμένου να διατηρήσουν το βιοτικό επίπεδο που είχαν επιτύχει πρόσφατα ή που είχαν ελπίσει ότι θα επιτύγχαναν, σε μία περίοδο που συντελείτο η εμπορευματοποίηση της αγροτικής οικονομίας. Αυτό αποδεικνύει το γεγονός ότι η πλειοψηφία των μεταναστών δεν ήταν οι φτωχότεροι στην περιοχή τους.

(…) Η υπερατλαντική μετανάστευση, στα τέλη του 19ου αιώνα, αποτελούσε νέο φαινόμενο και από την άποψη του τύπου των οικονομιών και των κοινωνιών, στις οποίες εγκαθίσταντο οι μετανάστες. Κατά τις προηγούμενες περιόδους οι έλληνες μετανάστες ήταν κυρίως έμποροι και δευτερευόντως άνθρωποι που επιδίωκαν την ενσωμάτωση στην κοινωνική δομή που σχηματιζόταν γύρω από τους εμπόρους, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών.  Η σχετική εγγύτητα με την Ελλάδα καθιστούσε την μόνιμη εγκατάσταση σε πόλεις όπως την Αλεξάνδρεια ή την Σμύρνη σχετικά εύκολη. Η παρουσία μία δυναμικής εμπορικής ελίτ και τα ειδικά προνόμια που τους παρέχονταν μέσω του συστήματος των διαμολογήσεων προσέδιδαν στους έλληνες μετανάστες σημαντικό κοινωνικό κύρος και πολιτική ασφάλεια. Αντίθετα, η μετανάστευση προς τις ΗΠΑ αποτελούσε εντελώς διαφορετική εμπειρία. Οι έλληνες μετανάστες έφθαναν εκεί πουλώντας την εργατική τους δύναμη κυρίως ως ανειδίκευτοι εργάτες. Οι περισσότεροι από αυτούς έγιναν εργάτες στο βιοτεχνικό και βιομηχανικό τομέα ή στα ορυχεία, ή έγιναν υπάλληλοι σ’ επιχειρήσεις. Μόνον ένας μικρός αριθμός ελλήνων μεταναστών μπόρεσαν ν’ ανοίξουν την δική τους μικρή επιχείρηση σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την άφιξή τους στις ΗΠΑ. Για πολλούς οι ταλαιπωρίες ανταμείβονταν από τα σημαντικά υψηλότερα ημερομίσθια που μπορούσαν να έχουν στις ΗΠΑ και αρχικά τουλάχιστον οι μετανάστες σχεδίαζαν μία σύντομη ολιγόχρονη παραμονή εκεί.

Ο Έλληνας Ηλίας Βαρέσης ίδρυσε το «Garden Fruit Store» στο Σαν Αντόνιο του Τέξας.

(…) Γύρω στο μισό εκατομμύριο Έλληνες έφθασαν εκεί, κατά την περίοδο ανάμεσα στην δεκαετία του 1890 και τις αρχές της δεκαετίας του 1920. Αντίθετα ο αριθμός των Ελλήνων που μετανάστευσαν στον Καναδά ή την Νότιο Αφρική ήταν σχετικά μικρός. (…) Από τις αρχές του μεταναστευτικού ρεύματος προς τις ΗΠΑ, γύρω στα 1890, και ως το τέλος της δεκαετίας αυτής, πάνω από δύο χιλιάδες Έλληνες είχαν ήδη μεταναστεύσει στην χώρα αυτή. Στα πρώτα έτη του 20ου αιώνα, ο αριθμός αυτός είχε ξεπεράσει τις δέκα χιλιάδες ετησίως. Στην αύξηση συνέτεινε η άφιξη ανθρώπων που καταγράφονταν ως έχοντες ελληνική καταγωγή αλλά όχι και υποκοότητα. Προφανώς επρόκειτο για Έλληνες από αλύτρωτες περιοχές, οι οποίοι είχαν την οθωμανική ή κάποια άλλη μη ελληνική υποκοότητα. Το 1907 σημειώθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός σε εισόδους ατόμων εχόντων ελληνική υποκοότητα. 46.282. Αυτός ο ετήσιος αριθμός σχεδόν ξεπεράστηκε στην διάρκεια των επομένων ετών ως την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Η μετανάστευση σταμάτησε το 1924, εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων που θεσπίστηκαν από το Κογκρέσο και τα οποία είχαν σχεδιαστεί ειδικά για να κάμψουν την μετανάστευση από τις χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης.

(…) Παρά την έλλειψη στατιστικών στοιχείων σχετικά με τον τόπο προέλευσης των Ελλήνων, οι σχετικές με την κατά τόπους εγκατάσταση πηγές δείχνουν καθαρά ότι αρχικά η μετανάστευση ξεκίνησε από την Πελοπόννησο, αλλά στις αρχές του 20ου αιώνα εξαπλωνόταν σε ολόκληρη την Ελλάδα. Για παράδειγμα περιγραφές της ζωής των Ελλήνων στην πόλη Λόουελ της Μασαχουσέτης αναφέρουν ότι οι περίπου 200 Έλληνες που επέστρεψαν στην Ελλάδα ως εθελοντές για τον πόλεμο του 1897, κυρίως Μανιάτες και Σπαρτιάτες, επέστρεψαν μαζί με νέους μετανάστες από την Θεσσαλία, ενώ λίγα χρόνια αργότερα έφθασαν στο Λόουελ Ηπειρώτες και Μακεδόνες. Στις αρχές του 20ου αιώνα σε μια πόλη με σημαντικό ελληνικό στοιχείο το Τάρπον Σπρίνγκς στην Φλώριδα συγκεντρώθηκαν Αιγινήτες και Δωδεκανήσιοι, οι οποίο ασχολήθηκαν με την σπογγαλιεία που αναπτύχθηκε εκεί.

Στον βαθμό που μπορούμε να εξαγάγουμε συμπεράσματα για τους τόπους καταγωγής των πρώτων μεταναστών από τις χρονολογίες ιδρύσεως των ελληνοαμερικανικών σωματείων, φαίνεται καθαρά ότι τα τοπικά σωματεία αποτελούσαν πρώιμες μορφές οργάνωσης των Ελλήνων στις ΗΠΑ και συγκέντρωναν άτομα από τον ίδιο νομό ή ακόμη και την ίδια περιοχή ή πόλη. Ήδη από το 1897, λειτουργούσαν στο Σικάγο, όπου εγκαταστάθηκε μεγάλος αριθμός Πελοποννησίων, τα τοπικά σωματεία Σπάρτης, Τεγέας, Αρκαδίας και Λακωνίας. Στη Νέα Υόρκη τα τοπικά σωματεία το 1904, ήταν η Αδελφότης Λακαεδαιμονίων, ο Σύλλογος Ναυπακτίων, ο Σύλλογος Καστοριανών και οι σύλλογοι Κοζανιτών, Κρητών, Μεσσηνίων, Αρκάδων και Ηλείων. Λίγο αργότερα προστέθηκε και ο Σύλλογος Θεσσαλών.

Ουσιαστικά η μετανάστευση εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά πρέπει να σημειώσουμε πως οι μεγαλύτεροι αριθμοί και τα υψηλότερα ποσοστά μεταναστών, στο σύνολο του πληθυσμού κατά νομό, σημειώθηκαν στις σταφιδοπαραγωγικές περιοχές και στους γειτονικούς τους νομούς.

 Πηγή : Ιστορία της Ελλάδος του 20ου αιώνα-Οι απαρχές 1900-1922.

Αφήστε μια απάντηση