ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ «ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ» ΚΑΙ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΙΩΑΚΕΙΜ Β΄(+4/8/1878)

,

33333333333

«Γ.Μ.Βιζυηνὸς-Ἄπαντα Διηγήματα»- Ἐπιλεγμένο ἀπόσπασμα

.

……….Στὶς 4 Αὐγούστου τοῦ 1878, ἀπεβίωσε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Ἰωακείμ Β΄(κατὰ κόσμον Ἰωάννης Κοκκώνης). Γεννημένος στὰ 1802, στὴν διάρκεια τῆς πολυτάραχης σταδιοδρομίας του ἀνέβηκε δύο φορὲς στὸν πατριαρχικὸ θρόνο. Ἀπ’ τὶς 4/10/1860 ἔως τὶς 9/7/1863 – ὁπότε ἐξαναγκάσθηκε σὲ παραίτηση ἀπὸ τὴν Ὑψηλὴ Πύλη – καὶ κατόπιν ἐπανακλογῆς του, ἀπὸ τὶς 23/11/1873 ἔως τὸν θάνατό του, στὶς 4/8/1878.

……….Ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ ἀναφορὰ τοῦ Γεωργίου Βιζυηνοῦ στὸ ἐξαιρετικὸ διήγημά του: «Τὸ ἁμάρτημα τῆς μητρὸς μου», στὸ πρόσωπο τοῦ Πατριάρχου, ὁ ὁποῖος ἐξομολόγησε τὴν μητέρα του κατόπιν δικῆς του παρακλήσεως, ἔτσι ὥστε νὰ βρῇ ἐκείνη τὴν ψυχικὴ ἡρεμία ποὺ τόσο τῆς ἔλειπε, μιᾶς καὶ θεωροῦσε τὸν ἑαυτὸ της ἔνοχο γιὰ τὸν θάνατο τῆς νεογέννητης κόρης της, Ἄννας. Ἡ ἐξομολόγηση τῆς βασανισμένης μητέρας, διήρκεσε πολὺ ὥρα, καὶ ὁ πατριάρχης χρειάσθηκε ὅλη τὴν δύναμη τῆς ἁπλῆς καὶ κατανοητῆς ῥητορικῆς του γιὰ νὰ ἐπιφέρει τὸ ποθητὸ ἀποτέλεσμα, μὲ μία ὅμως ἀναπάντεχη ἀνατροπὴ στὸ τέλος τῆς διηγηματικῆς πλοκῆς. Ἡ ὁποία, ὅπως σ’ ὅλα τὰ ἰσχυρὰ διηγήματα τοῦ Θρᾳκιώτη Βιζυηνοῦ, σφραγίζει σὰν ἐπιτύμβια πλάκα ὅσα δὲν ἐπιδέχονται περαιτέρω συζήτηση.

……….Ὅσοι/ὅσες ἔχουν διαβάσει τὸ διήγημα, γνωρίζουν ὅτι βασικὴ ἡρωίδα εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Βιζυηνοῦ Δεσποινιῶ, ἡ ὁποία λόγῳ τοῦ ὅτι θεωροῦσε τὸν ἑαυτὸ της ἔνοχο γιὰ τὸν θάνατο τοῦ νεογέννητου κοριτσιοῦ της, μεγάλωσε μὲ ἀνιδιοτελὴ ἀγάπη δύο ψυχοκόρες, ἐργαζόμενη σκληρὰ μόνη της, μετὰ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ συζύγου της, ζητῶντας καὶ τὴν συνδρομὴ τῶν ἀγοριῶν της. Ὁ τόπος στὸν ὁποῖο ἐκτυλίσσεται ἡ ἱστορία, εἶναι ἡ Βιζύη τῆς Ἀνατολικῆς Θρᾲκης καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις.

……….Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀγανάκτησή τοῦ Βιζυηνοῦ μπροστὰ στὴν ἀγνώμονα συμπεριφορὰ τῆς ψυχοκόρης, ἡ μητέρα του τοῦ ἐκμυστηρεύθηκε τὸν βαθὺ καὶ ἀγιάτρευτο πόνο της καὶ τὴν ἀνάγκη ἐξιλεώσεως καὶ τότε ἐκεῖνος θέλησε νὰ βρῇ τρόπο νὰ τὴν ἀνακουφίσῃ καὶ νὰ ἡρεμήσῃ τὴν ταραγμένη της ψυχή.

……….«….Ὅποιος δὲν τὸ ἐδοκίμασε μοναχός του, παιδί μου, δὲν ξεύρει τί πικρὸ ποτήρι ἦταν ἐκεῖνο. Ἐλπίδα νὰ κάνω ἄλλο κορίτσι δὲν ἦταν πλέον. Ὁ πατέρας σου εἶχε ἀποθάνει. Ἄν δὲν εὑρίσκετο ἕνας γονιὸς νὰ μὲ χαρίσῃ τὸ κορίτσι του, ἤθελα νὰ πάρῳ τὰ βουνὰ νὰ φύγῳ. Ἀλήθεια ποὺ δὲν ἐβγῆκε καλόγνωμο. Μὰ ὅσο τὸ εἶχα καὶ τὸ κήδευα καὶ τὸ κανάκευα, θαρροῦσα πὼς τὸ εἶχα δικὸ μου, καὶ ξεχνοῦσα κεῖνο πόχασα, κ’ ἡμέρωνα τὴ συνείδησή μου.

……….Καθὼς τὸ λέγ’ ὁ λόγος, ”ξένο παιδί ‘ναι παίδεψη” . Μὰ γιὰ μένα, ἡ παίδεψη αὐτὴ εἶναι παρηγοριὰ κ’ ἐλαφροσύνη. Γιατὶ ὅσο περισσότερο τυραννηθῶ καὶ χολοσκάσω, τόσο λιγώτερο θὰ μὲ παιδέψῃ ὁ Θεὸς γιὰ τὸ παιδὶ ποὺ πλάκωσα. Γι’ αὐτό  – νὰ ‘χῃς τὴν εὐχή μου! – μὴ μὲ γυρεύῃς νὰ διώξῳ τώρα τὴν Κατερινιῶ, γιὰ νὰ πάρω ἕνα παιδὶ καλόγνωμο καὶ προκομμένο.

  • Ὄχι, ὄχι, μητέρα!, ἀνέκραξα, διακόψας αὐτὴν ἀκρατήτως. Δὲν γυρεύω τίποτε. Ὕστερα ἀπ’ ὅσα μ’ ἀφηγήθης, σὲ ζητῶ συγχώρηση διὰ τὴν ἀσπλαχνίαν μου. Σὲ ὑπόσχομαι ν’ ἀγαπῶ τὸ Κατερινιῶ σὰν ἀδελφὴ μου καὶ νὰ μὴ τῆς εἴπω τίποτε πλέον – τίποτε δυσάρεστο!
  • Ἔτσι, νάχῃς τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας!, εἶπεν ἡ μήτηρ μου, ἀναπνεύσασα. Γιατί, βλέπεις, τὸ πόνεσε ἡ καρδιὰ μου τὸ πολλοκαμένο, καὶ δὲν θέλω νὰ τὸ κακολογοῦνε. Ξέρω κ’ ἐγώ, μαθές; Τῆς τύχης ἤτανε; Τοῦ Θεοῦ ἤτανε; Τόσο κακὴ καὶ ἀνεπιδέξια ποὺ εἶναι – τὴν πῆρα στὸ λαιμὸ μου, ἐτελείωσε!

……….Ἡ ἐκμυστήρευσις αὕτη ἔκαμε βαθυτάτην ἐπ’ ἐμοῦ ἐντύπωσιν. Τώρα μοῦ ἠνοίγησαν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἐκατάλαβα πολλὰς πράξεις τῆς μητρὸς μου, αἱ ὁποῖαι πότε μὲ ἐφαίνοντο ὡς δεισιδαιμονία, πότε δὲ ὡς αὐτόχρημα μονομανίας ἀποτελέσματα. Τὸ φοβερὸν ἐκεῖνο δυστύχημα ἐπηρέασε τόσον πολὺ τὸν βίον της ὅλον, ὅσῳ μᾶλλον ἁπλῆ καὶ ἐνάρετος καὶ θεοφοβουμένη ἦτον ἡ μήτηρ μου.

,,,,,,,,,,Ἡ συναίσθησις τοῦ ἁμαρτήματος, ἡ ἠθικὴ ἀνάγκη τῆς ἐξαγνίσεως καὶ τὸ ἀδύνατον τῆς ἐξαγνίσεως αὐτοῦ – τί φρικτὴ καὶ ἀμείλικτος κόλασις!.. Ἐπὶ εἰκοσιοκτὼ ἔτη βασανίζεται ἡ τάλαινα γυνή, χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ κοιμήσῃ τὸν ἔλεγχον τῆς συνειδήσεώς της, οὔτε ἐν ταῖς δυστυχίαις, οὔτε ἐν ταῖς εὐτυχίαις της!

……….Ἄφ’ ἧς στιγμῆς ἔμαθον τὴν θλιβερὰν της ἱστορίαν, συνεκέντρωσα ὅλην μου τὴν προσοχὴν εἰς τὸ πῶς ν’ ἀνακουφίσῳ τὴν καρδίαν της, προσπαθῶν νὰ παραστήσῳ εἰς αὐτὴν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ ἀπρομελέτητον καὶ ἀβούλητον τοῦ ἁμαρτήματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἄκραν τοῦ Θεοῦ εὐσπλαγχνίαν, τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, ἥτις δὲν ἀνταποδίδει ἴσα ἀντὶ ἴσων, ἀλλὰ κρίνει κατὰ τοὺς διαλογισμοὺς καὶ τὰς προθέσεις μας. Καὶ ὑπῆρξε καιρὸς καθ’ ὅν ἐπίστευον ὅτι αἱ προσπάθειαί μου δὲν ἔμειναν ἀνεπιτυχεῖς. Ἐντούτοις, ὅταν, μετὰ δύο ἐτῶν νέαν ἀπουσίαν, ἦλθεν ἡ μήτηρ μου νὰ μὲ ἰδῇ ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐθεώρησα καλὸν νὰ κάμῳ ὑπέρ αὐτῆς κάτι τι ἐπιβλητικώτερον:

……….Ἐξενιζόμην τότε ἐν τῷ περιφανεστέρῳ τῆς Πόλεως οἴκῳ, ἐν ᾦ ἔσχον ἀφορμὴν νὰ γνωρισθῶ μὲ τὸν Πατριάρχην Ἰωακεὶμ τὸν δεύτερον.

……….Ἐνῷ μίαν ἡμέραν συνεβαδίζομεν μόνοι, ὑπὸ τὰς ἀμφιλαφεῖς τοῦ κήπου σκιάς, τῷ ἐξέθηκα τὴν ἱστορίαν κ’ ἐπεκαλέσθην τὴν ἐπικουρίαν του. Τὸ ὕψιστον αὐτοῦ ἀξίωμα, τὸ ἐξαίρετον κῦρος μεθ’ οὗ περιβάλλεται πᾶσα θρησκευτικὴ του ρήτρα, ἔμελλεν, ἀναμφιβόλως, νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὴν μητέρα μου τὴν πεποίθησιν τῆς ἀφέσεως τοῦ κρίματός της. Ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος γέρων, ἐπαινέσας τὸν περὶ τὰ θρησκευτικὰ ζῆλον μου, μοὶ ὑπεσχέθη τὴν πρόθυμον σύμπραξίν του.

………Οὕτω λοιπὸν ὡδήγησα μετ’ ὀλίγον τὴν μητέρα μου εἰς τὸ πατριαρχεῖον, διὰ νὰ ἐξομολογηθῆ εἰς τὴν Παναγιότητά του. Ἡ ἐξομολόγησις διήρκεσε πολλὴν ὥραν, καὶ ἐκ τῶν νευμάτων καὶ ἐκ τῶν ρημάτων τοῦ πατριάρχου ἐννόησα ὅτι ἐχρειάσθη νὰ διαθέσῃ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ἁπλῆς καὶ εὐλήπτου ρητορικῆς του ὅπως ἐπιφέρῃ τὸ ποθητὸν ἀποτέλεσμα.

……….Ἡ χαρὰ μου ἦτον ἀπερίγραπτος. Ἡ μήτηρ μου ἀπεχαιρέτησε τὸν γεραρὸν ποιμενάρχην μετ’ εἰλικρινοῦς εὐγνωμοσύνης, καὶ ἐξῆλθε τῶν πατριαρχείων τόσον εὐχαριστημένη, τόσο ἐλαφρά, ὡς ἐὰν ἤρθη ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῆς μία μεγάλη μυλόπετρα. Ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ κατάλυμά της, ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κόλπου της ἕνα σταυρόν, δῶρον τῆς Παναγιότητός του, τὸν ἐφίλησε καὶ ἤρχισε νὰ τὸν περιεργάζεται, βυθιζομένη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς σκέψεις.

  • Καλὸς ἄνθρωπος, τῇ εἶπον, αὐτὸς ὁ πατριάρχηςὁρίστε;.. Τώρα πιὰ πιστεύω ὅτι ἦλθεν ἡ καρδία σου στὸν τόπον της… Ἡ μήτηρ μου δὲν ἀπεκρίθη.
  • Δὲν λέγεις τίποτε, μητέρα;, τὴν ἠρώτησα μετὰ τινος δισταγμοῦ.
  • Τί νὰ σὲ πῷ παιδὶ μου!, ἀπήντησε τότε, σύννους καθὼς ἦτον. Ὁ πατριάρχης εἶναι σοφὸς καὶ ἅγιος ἄνθρωπος. Γνωρίζει ὅλες τὲς βουλὲς καὶ τὰ θελήματα τοῦ Θεοῦ, καὶ συγχωρνᾶ τὲς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου. Μὰ.. – τί νὰ σὲ πῷ! Εἶναι καλόγερος! Δὲν ἔκαμε παιδιά, γιὰ νὰ μπορῇ νὰ γνωρίσῃ τί πρᾶγμα εἶναι νὰ σκοτώσῃ κανεὶς τὸ ἴδιο τὸ παιδὶ του!
Οἱ ὀφθαλμοὶ της ἐπληρώθησαν δακρύων, καὶ ἐγώ ἐσιώπησα.

Σχολιασμὸς τῶν Ἥρκου καὶ Στάντη  Ῥ. Ἀποστολίδη:

……….«….Κι ὄντως ἡ μάνα μένει κατὰ συνείδησιν ἔνοχη. Ὅλος ὁ στοχασμὸς κι ὅλ’ ἡ Πίστη μαζὶ δὲ φτουρᾶνε μπρὸς στὶς ἀδυσώπητες Ἐρινύες τοῦ Ἀ-λογου, τοῦ Ὑποσυνειδήτου ποὺ ἁλωνίζει ἀνέλεγκτο στὰ σκοτεινά, τοῦ Ένστίκτου ποὺ γυρεύει ἐκδικητικὰ τὴν ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, μιᾶς ἰδεατῆς  μ ά ν α ς, πούνοιωσε μέσα της ἀνεπαρκής… Ἡ μόρφωση, τὰ ἐπιχειρήματα κ’ ἡ ἀγάπη τοῦ γιοῦ, τὸ κῦρος κ’ ἡ ρητορικὴ τοῦ ἱεράρχη, δὲν ἀρκοῦν νὰ τὴ μεταστρέψουν. Σὰ γέρικη ρίζα δέντρου κεραυνοβολημένου, στὸ ἔδαφος βαθιὰ χωμένη, νὰ μὴν κουνιέται – κι ἄς μὴν ὑπάρχῃ πιὰ κορμός, κλαδιὰ καὶ φύλλα γιὰ νὰ θρέψῃ….»


  • Πηγὴ τὸ βιβλίο: «Γ.Μ.Βιζυηνὸς-Ἄπαντα Διηγήματα»-ἐκδ. «Τὰ Νέα Ἑλληνικὰ». (Σχόλια, Ἥρκου καὶ Στάντη Ῥ. Ἀποστολίδη)
Copyright (©) «Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο

Αφήστε μια απάντηση