ΟΙ «ΚΥΡΙΕΣ ΔΟΞΕΣ» ΚΑΙ Η «ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ»

,

.

Αθανάσιος Α. Τσακνάκης

.

Οι «Κύριες Δόξες»

και η

«Επίκουρου Προσφώνηση»

.

Θεσσαλονίκη  2006

.

Στην Ευαγγελία,

την Ιωάννα,

την Παρασκευή

και την Σοφία.

.

Α.Τ.

 .

«Η ευσέβειά του προς τους Θεούς

και η αγάπη του προς την πατρίδα

δεν περιγράφονται με λέξεις».

Διογένης Λαέρτιος, «Επίκουρος»

,

Αντί προλόγου…

.

«Άνθρωποι, μοχθείτε γιά τα χειρότερα,

και γιά το κέρδος αρχίζετε φιλονικίες και πολέμους,

άπληστοι.

Ο κατά φύση πλούτος, όμως,

έχει συγκεκριμένα όρια,

ενώ οι κενές κρίσεις έχουν απέραντη έκταση.

Αυτό άκουσε ο συνετός γιός τού Νεοκλή,

είτε από τις Μούσες

είτε από τον ιερό τρίποδα τής Πυθίας.

Προχωρώντας, όλο και καλύτερα θα το μαθαίνουμε,

από τις δοξασίες και από τα ρητά του».

Αθήναιος

 .

……….«Είπαμε ότι η Ελλάδα είναι η βάση τού στοχασμού μας, αλλά η Ελλάδα είναι πολύ περισσότερα πράγματα, και γι’ αυτό μιλούμε γιά το «ελληνικό θαύμα», επειδή χωρίς αυτό το θαύμα, οι Ευρωπαίοι δεν θα ήμασταν πολιτισμένοι, όπως επίσης – κατά έμμεσο τρόπο – ένα μεγάλο μέρος τού Κόσμου θα βρισκόταν ακόμη σχεδόν μέσα στις σπηλιές ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα βρισκόταν στην νεολιθική εποχή».

Federico Carlos Krutwig Sagredo

.

Εισαγωγή

Α΄

Διογένης ο Λαέρτιος

.

……….Ο Διογένης ο Λαέρτιος έζησε στον 3ο μ.Χ. αιώνα, σε μία εποχή έντονων αντιπαραθέσεων και μεγάλων αναθεωρήσεων, τόσο στον πολυτάραχο χώρο τής ελληνικής κοινωνίας, όσο και στον πολυδαίδαλο χώρο τής ελληνικής φιλοσοφικής αναζήτησης και θρησκείας. Ο Διογένης υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους μελετητές τής αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους ερευνητές τής ιστορίας τής φιλοσοφίας. Το περίφημο έργο του Διογένη τού Λαέρτιου «Βίοι Φιλοσόφων», αποτελεί μία από τις πληρέστερες και εγκυρότερες περιηγήσεις σ’ έναν εξέχοντα τομέα τής ελληνικής πνευματικής δημιουργίας. Τα κείμενά του – χωρισμένα σε δέκα βιβλία – δεν φιλοξενούν μόνον τις βιογραφίες των μεγαλύτερων στοχαστών τής ελληνικής αρχαιότητας, διανθισμένες με χαριτωμένα στιγμιότυπα τού προσωπικού και τού δημόσιου βίου τους, αλλά εμπεριέχουν και σημαντικότατες αναφορές στην διδασκαλία των διαφόρων φιλοσοφικών σχολών.

……….Ολόκληρο το δέκατο – και τελευταίο – βιβλίο των «Βίων» του είναι αφιερωμένο στην ζωή, στην δράση και στην φιλοσοφική διδασκαλία τού Επίκουρου και τής σχολής του, τού περίφημου «Κήπου». Το γεγονός ότι ο Διογένης, μέσα στην εκτενή βιογραφία τού Επίκουρου, διασώζει ακέραια έξι κείμενα τού μεγάλου φιλοσόφου (τις επιστολές του προς τον Ιδομενέα, τον Ηρόδοτο, τον Πυθοκλή και τον Μενοικέα, την διαθήκη τού φιλοσόφου και τις «Κύριες δόξες» του), καθώς και το όλο ύφος τής συγγραφής του, που είναι γεμάτη από έντονο θαυμασμό γιά τον φιλόσοφο, εύλογα μάς δημιουργεί την υποψία ότι ο Διογένης δεν ήταν μόνον «φιλικά διακείμενος» έναντι των Επικουρείων, αλλά και συνειδητός οπαδός τής επικούρειας κοσμοθεωρίας, την οποία θεωρούσε ως το αποκορύφωμα τής ελληνικής φιλοσοφίας.

……….Το έργο «Κύριες Δόξες» («Κύριαι Δόξαι») – δηλαδή  «Κύριες Δοξασίες» ή «Κύρια Δόγματα» – αποτελεί μία συλλογή από σαράντα ρητά («αφορισμούς»), τα οποία εμπεριέχουν τις θεμελιώδεις αρχές τού ηθικού, κυρίως, μέρους τής φιλοσοφικής διδασκαλίας τού Επίκουρου. Οι φιλόλογοι – όχι άδικα – θεωρούν την γλώσσα τού έργου ιδιαιτέρως δύσκολη, κυρίως λόγω τής αφαιρετικής δομής που ακολουθεί η σύνταξη των προτάσεων, ενώ τοποθετούν το κείμενο μεταξύ των περισσότερο δυσνόητων τής αρχαίας ελληνικής γραμματείας, λόγω τής συμπυκνωμένης μορφής των εννοιών του. Ωστόσο, είναι μάλλον βέβαιο ότι οι «Κύριες Δόξες» δεν συγκροτήθηκαν σε ενιαίο σώμα από τον ίδιο τον Επίκουρο, αλλά από κάποιον επικούρειο φιλόσοφο, συνεργάτη ή μαθητή του.

.

Β΄

Στην βιβλιοθήκη τού Βατικανού

.

……….Η τεράστια σε μέγεθος και πλουσιότατη σε περιεχόμενο βιβλιοθήκη τής Αγίας Έδρας τού Βατικανού έχει γίνει – κατά καιρούς – αντικείμενο ποικίλων συζητήσεων και διαφωνιών στους χώρους τής επίσημης και ανεπίσημης έρευνας. Διάφορες θεωρίες, οι οποίες κινούνται μεταξύ τού απολύτως πραγματικού και τού εξολοκλήρου φανταστικού, ισχυρίζονται ότι μέσα στις αίθουσές της φυλάσσονται γνωστά και άγνωστα, προσιτά και απρόσιτα κείμενα τής αρχαιοελληνικής – και όχι μόνον αυτής – γραμματείας, τα οποία άλλοτε έρχονται στο φως τής δημοσιότητας και άλλοτε παραμένουν κρυμμένα, γιά λόγους που ελάχιστοι φαίνεται να γνωρίζουν, αλλά πολλοί διατείνονται ότι οπωσδήποτε γνωρίζουν.

……….Όποια και αν είναι η αλήθεια, αναμφισβήτητο γεγονός παραμένει ότι αρκετές φορές – στην μακροχρόνια ιστορία τής επιστημονικής διερεύνησης των αρχαίων κωδίκων και χειρογράφων – διακεκριμένοι ερευνητές και επιστήμονες έχουν ανακαλύψει, ενίοτε κατά τύχη, πολύτιμα αντίγραφα μέσα στην μεγαλύτερη βιβλιοθήκη τής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Κάτι τέτοιο συνέβη και στα 1888, όταν ο C. Wotke ανακάλυψε, μελέτησε κ’ εξέδωσε ένα έως τότε άγνωστο έργο, το οποίο έφερε την επικεφαλίδα «Επικούρου Προσφώνησις», δηλαδή «Προσφώνηση τού Επίκουρου» ή «Ομιλία τού Επίκουρου» ή «Χαιρετισμός τού Επίκουρου».

……….Η «Επίκουρου Προσφώνηση» συμπεριλαμβανόταν μέσα στον υπ’ αριθμό 1950 Βατικανό κώδικα, ο οποίος ανάγεται στον 14ο μ.Χ. αιώνα. Το συγκεκριμένο έργο αποτελεί μία συλλογή από ογδονταένα σύντομα κείμενα («ρήσεις», «αφορισμούς», «αποφθέγματα»), άλλα από τα οποία αποδίδονται στον ίδιο τον Επίκουρο, και άλλα στους μαθητές του, κυρίως στον Μητρόδωρο. Ορισμένα από αυτά τα κείμενα συναντιούνται αυτούσια και στις «Κύριες Δόξες». Μερικά άλλα – ωστόσο – αμφισβητούνται, από κάποιους επιστήμονες, ως προς το αν συμβαδίζουν ή όχι με την επικούρεια φιλοσοφία. Πέρ’ απ’ αυτά, όμως, η «Επίκουρου Προσφώνηση» όντως αποτελεί μία πολύτιμη πηγή γιά την μελέτη τής κοσμοθεωρίας τού Επίκουρου και των μαθητών του.

.

Γ΄

Ο βίος και το έργο τού Επίκουρου

.

……….Στον βίο, την εργογραφία και τις θεμελιώδεις αρχές τής φιλοσοφίας τού Επίκουρου θα μας ξεναγήσει ο Διογένης ο Λαέρτιος, τού οποίου τα κείμενα είναι η πληρέστερη και ασφαλέστερη πηγή γιά όσα θέματα σχετίζονται με τον ιδρυτή τού Κήπου. Οι μεταφράσεις των αποσπασμάτων[1] τού δέκατου βιβλίου των «Βίων» τυπώθηκαν σε πλαγιογραφή (italic). Ο λόγος δίδεται αμέσως στον Διογένη:

……….Ο Επίκουρος τού Νεοκλή και τής Χαιρεστράτης, ο Αθηναίος, Γαργήττιος κατά τον δήμο, καταγόταν από το γένος των Φιλαϊδών, όπως λέει ο Μητρόδωρος στο «Περί ευγενείας» βιβλίο του. Ο Ηρακλείδης, στην «Επιτομή Σωτίωνος», και άλλοι, λένε ότι ανατράφηκε στην Σάμο, όταν οι Αθηναίοι έστειλαν κληρούχους[2] εκεί.

……….Στην Αθήνα ήρθε στα δεκαοχτώ του, όταν ο Ξενοκράτης[3] δίδασκε στην Ακαδημία και ο Αριστοτέλης[4] στην Χαλκίδα. Αφού πέθανε ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας και διώχτηκαν από τον Περδίκκα οι Αθηναίοι κληρούχοι, ο Επίκουρος πήγε στον Κολοφώνα, στον πατέρα του. Αφού έζησε εκεί γιά κάποια χρόνια και συνάθροισε μαθητές, γύρισε πάλι στην Αθήνα, κατά την εποχή τού Αναξικράτη.

……….Λέγεται ότι γιά μικρό χρονικό διάστημα φιλοσοφούσε μαζί με άλλους, ενώ έπειτα διατύπωσε δικές του απόψεις και ίδρυσε την σχολή που πήρε τ’ όνομά της απ’ τον ίδιο[5]. Ο ίδιος λέει ότι ήρθε σ’ επαφή με την φιλοσοφία όταν έγινε δεκατεσσάρων ετών. Ο Απολλόδωρος ο Επικούρειος – στο πρώτο βιβλίο του γιά τον βίο τού Επίκουρου – λέει ότι αυτός στράφηκε προς την φιλοσοφία επειδή περιφρόνησε τους δασκάλους τού σχολείου του, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να του ερμηνεύσουν την έννοια τού χάους[6] στον Ησίοδο[7]. Ο Έρμιππος ισχυρίζεται ότι αρχικά ο Επίκουρος έγινε δάσκαλος σχολείου, έπειτα όμως γνώρισε τα έργα τού Δημόκριτου[8] και οδηγήθηκε προς την φιλοσοφία. (…)

……….Μετά από δική του προτροπή, μαζί του φιλοσοφούσαν και οι τρεις αδελφοί του, ο Νεοκλής, ο Χαιρέδημος και ο Αριστόβουλος – σύμφωνα με όσα λέει ο Φιλόδημος ο Επικούρειος στο δέκατο βιβλίο τής «Συντάξεως φιλοσόφων» – αλλά και κάποιος δούλος που ονομαζόταν Μυς[9], σύμφωνα με όσα λέει ο Μυρωνιανός στα «Όμοια ιστορικά κεφάλαια».

……….Ο Διότιμος ο Στωικός, ωστόσο, που ήταν εχθρικός[10] προς τον Επίκουρο, τον διέβαλλε πικρότατα, επικαλούμενος πενήντα αισχρές επιστολές, οι οποίες παρουσιάζονταν σαν να ήταν τού Επίκουρου. Το ίδιο έκανε και ο συγγραφέας που απέδωσε στον Επίκουρο τις επιστολές που αποδίδονται στον Χρύσιππο[11]. Το ίδιο έγινε και από τους μαθητές τού Ποσειδώνιου τού Στωικού, και από τον Νικόλαο και τον Σωτίωνα – στα δώδεκα βιβλία που επιγράφονται «Διόκλειοι έλεγχοι», τα οποία αφορούν την «εικάδα[12]» – καθώς και από τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα. Ισχυρίζονται, λοιπόν, ότι ο Επίκουρος τριγυρνούσε στις καλύβες μαζί με την μητέρα του και διάβαζε προσευχές γιά καθαρμό, ότι δίδασκε γράμματα μαζί με τον πατέρα του εισπράττοντας έναν πενιχρό μισθό, ότι ένας αδελφός του ήταν προαγωγός και συζούσε με την εταίρα Λεόντιον, ότι εμφάνισε ως δικές του την «Ατομική θεωρία» τού Δημόκριτου και την «Ηδονική θεωρία» τού Αρίστιππου[13], ότι δεν ήταν γνήσιος Αθηναίος – σύμφωνα με όσα ισχυρίζονται ο Τιμοκράτης και ο Ηρόδοτος στο έργο «Η εφηβεία τού Επίκουρου» – ότι κολάκευε αισχρά τον Μιθρή, τον κυβερνήτη τού Λυσίμαχου, αποκαλώντας τον «Παιάνα» και «Άνακτα[14]» στις επιστολές του, ότι εγκωμίαζε τον Ιδομενέα και τον Ηρόδοτο και τον Τιμοκράτη, οι οποίοι δημοσίευσαν τις απόκρυφες[15] θεωρίες του, ότι τους κολάκευε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο[16], καθώς και ότι στις επιστολές, που έστελνε προς την Λεόντιον, έγραφε «Παιάνα, άνακτα, αγαπητό Λιονταράκι, με πόσο κροτοθόρυβο μάς γέμισες όταν διαβάσαμε το γραμματάκι σου!», και ότι προς την Θεμίστα, την γυναίκα τού Λεοντέα, έγραφε «Είμαι σε θέση, αν εσείς δεν μ’ επισκεφθείτε, εγώ ο ίδιος να κυλιστώ τρεις φορές και να οδηγηθώ όπου εσείς – και ιδιαίτερα η Θεμίστα! – μού ορίσετε», και ότι προς τον όμορφο Πυθοκλή έγραφε «Θα κάθομαι και θα προσδοκώ την ποθητή και ισόθεη είσοδό σου», και ότι, γράφοντας πάλι προς την Θεμίστα, θεωρούσε ότι την νουθετούσε, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται ο Θεόδωρος στο τέταρτο βιβλίο τού έργου του «Εναντίον τού Επίκουρου», και ότι αλληλογραφούσε και με πολλές άλλες εταίρες[17], και κυρίως με την Λεόντιον, με την οποία ήταν ερωτευμένος και ο Μητρόδωρος.

……….Λέγεται ότι στο «Περί τέλους» έργο του έγραφε τα εξής: «Δεν ξέρω πώς να διανοηθώ το αγαθό εάν αφαιρέσω τις ηδονές των χυλών[18], εάν αφαιρέσω τις αφροδισιακές ηδονές[19] κ’ εκείνες των ακροαμάτων[20] κ’ εκείνες τής μορφής[21]». Στην επιστολή του προς τον Πυθοκλή γράφει: «Απόφυγε κάθε είδους παιδεία, ευτυχισμένε άνθρωπε, υψώνοντας όλα τα ιστία!».

……….Ο Επίκτητος τον αποκαλεί κιναιδολόγο και τον λοιδορεί με τον χειρότερο τρόπο. Αλλά και ο Τιμοκράτης – ο αδελφός τού Μητρόδωρου και μαθητής τής σχολής τού Επίκουρου, την οποία αργότερα εγκατέλειψε – στο βιβλίο του, που επιγράφεται «Ευφραντοί», ισχυρίζεται ότι ο Επίκουρος έκανε εμετό δύο φορές την ημέρα εξαιτίας τής τρυφηλής ζωής του. Συνεχίζει λέγοντας ότι και ο ίδιος μόλις που κατάφερε να διαφύγει από εκείνες τις νυχτερινές φιλοσοφικές αναζητήσεις κ’ εκείνη την μυστική συμβίωση, και ότι ο Επίκουρος αγνοούσε πολλά ως προς την φιλοσοφία και πολύ περισσότερα ως προς την ζωή, ότι και στο σώμα ήταν τόσο ελεεινός, που γιά πολλά χρόνια αδυνατούσε να σηκωθεί απ’ το φορείο, και ότι καθημερινά ξόδευε μία μνα[22] γιά το τραπέζι του – όπως και ο ίδιος ο Επίκουρος γράφει στην επιστολή του προς την Λεόντιον και σ’ εκείνη προς τους φιλοσόφους τής Μυτιλήνης – και ότι συμβίωναν μαζί του, και μαζί με τον Μητρόδωρο, και άλλες εταίρες, όπως η Μαμμάριον και η Ηδεία και η Ερώτιον και η Νικίδιον, και ότι στα τριανταεφτά βιβλία τού «Περί φύσεως» έργου του λέει πολλές φορές τα ίδια πράγματα και γράφει αντικρούοντας άλλους, και κυρίως τον Ναυσιφάνη.

……….Να τα λόγια τού Τιμοκράτη επί λέξει: «Ας χαθούν! Γιατί εκείνος[23], όταν καταπιανόταν με μία θεωρία, είχε έτοιμη την σοφιστική καύχηση, όπως ακριβώς και πολλά άλλα ανδράποδα». Λέει, επίσης, ότι ο Επίκουρος, στις επιστολές του, έγραφε τα εξής γιά τον Ναυσιφάνη: «Τόσο πολύ τον τάραξαν διανοητικά αυτά τα πράγματα, που με λοιδορεί και με αποκαλεί δασκαλάκο». Ο Τιμοκράτης προσθέτει ότι ο Επίκουρος αποκαλούσε τον Ναυσιφάνη μαλάκιο[24] και αγράμματο και απατεώνα και πόρνη, ότι ονόμαζε Διονυσιοκόλακες[25] τους μαθητές τού Πλάτωνα[26], ενώ τον ίδιο τον Πλάτωνα χρυσό, τον Αριστοτέλη άσωτο, που κατέφαγε την πατρική περιουσία, στρατεύτηκε[27] και πουλούσε φάρμακα, ότι αποκαλούσε τον Πρωταγόρα[28] αχθοφόρο και γραμματέα τού Δημόκριτου και χωριατοδάσκαλο, τον Ηράκλειτο[29] ανακατωσούρα, τον Δημόκριτο ληρόκριτο[30], τον Αντίδωρο σαννίδωρο[31], τους Κυνικούς εχθρούς τής Ελλάδας, τους Διαλεκτικούς διαφθορείς, και τον Πύρρωνα[32] αμαθή και απαίδευτο.

……….Αυτοί, όμως, έχουν χάσει τα λογικά τους, γιατί γιά τον Επίκουρο υπάρχουν άφθονοι μάρτυρες τής ανυπέρβλητης καλής διάθεσής του προς όλους: η πατρίδα του, που τον τίμησε με είκοσι χάλκινους ανδριάντες, και οι φίλοι του, τόσο πολλοί στον αριθμό, που είναι αδύνατο να μετρηθούν σ’ όλες τις πόλεις, και όλοι όσοι τον γνώριζαν, πιασμένοι γερά από τις σειρήνες των διδασκαλιών του – εκτός απ’ τον Μητρόδωρο τού Στρατονίκη, που έφυγε και πήγε στον Καρνεάδη[33], επειδή τάχα τού έπεσε βαριά η ανυπέρβλητη χρηστότητα τού Επίκουρου – και η σχολή του, που, ενώ σχεδόν όλες οι άλλες σχολές εξαφανίστηκαν, αυτή παραμένει παντοτινά και αλλάζει αναρίθμητους διευθυντές, τον έναν μετά τον άλλον, και η ευγνωμοσύνη του προς τους γονείς του, και η ευεργεσία του προς τους αδελφούς του, και η ηρεμία του προς τους δούλους του, όπως φαίνεται και από την διαθήκη του και από το γεγονός ότι αυτοί φιλοσοφούσαν μαζί του, ενώ ο πιό διαπρεπής δούλος ήταν ο προαναφερόμενος Μυς, καθώς και – γενικά – η φιλανθρωπία του προς όλους.

……….Η ευσέβειά του προς τους Θεούς και η αγάπη του προς την πατρίδα δεν περιγράφονται με λέξεις. Χάρη στην υπερβολική μετριοφροσύνη του, δεν ασχολήθηκε με την πολιτική. Εξάλλου, παρά τους δύσκολους καιρούς που τότε βρήκαν την Ελλάδα, ο Επίκουρος παρέμεινε εκεί, πηγαίνοντας στα μέρη τής Ιωνίας δύο ή τρεις φορές, γιά να δει τους φίλους του. Οι φίλοι του, πάλι, έρχονταν προς αυτόν από παντού και συμβίωναν μαζί του στον Κήπο[34], όπως λέει ο Απολλόδωρος. Τον Κήπο τον είχε αγοράσει προς ογδόντα μνες.

……….Στο ίδιο κλίμα κινείται και ο Διοκλής, ο οποίος, στο τρίτο βιβλίο τής «Επιδρομής» του, αναφέρει ότι οι Επικούρειοι ζούσαν με απλότητα και λιτότητα: «Αρκούνταν», λέει, «σ’ ένα ποτήρι κρασάκι, ενώ – κατά τ’ άλλα – έπιναν μόνον νερό». Ο Επίκουρος δεν είχε την αξίωση να υπάρχει κοινοκτημοσύνη των περιουσιών – ενώ ο Πυθαγόρας[35] έλεγε ότι τα πράγματα των φίλων είναι κοινά – γιατί αυτό γεννά δυσπιστία και ο δύσπιστος δεν γίνεται φίλος. Ο ίδιος ο Διοκλής αναφέρει ότι ο Επίκουρος, στις επιστολές του, αρκούνταν μόνον στο νερό και στο απλό ψωμί: «Στείλε μου ένα δοχειάκι με τυρί, ώστε, όταν θέλω, να μπορώ να ζω με πολυτέλεια». Τέτοιος ήταν εκείνος που δίδασκε ότι η ηδονή είναι ο σκοπός τής ζωής μας.

……….Λίγο πιό κάτω, στο ίδιο πάντοτε κείμενο, ο Διογένης – χωρίς να λησμονήσει ν’ αναφερθεί στις πολύτιμες πηγές του – μας μιλά γιά τους διδασκάλους τού Επίκουρου:

……….Ο Διοκλής αναφέρει ότι, από τους προγενέστερους φιλοσόφους, ο Επίκουρος προτιμούσε κυρίως τον Αναξαγόρα[36], αν και σε μερικά θέματα διαφωνούσε μ’ αυτόν, καθώς και τον Αρχέλαο[37], τον δάσκαλο τού Σωκράτη, ενώ εκπαίδευε τους φίλους του ν’ απομνημονεύουν τα συγγράμματά του.

……….Ο Απολλόδωρος, στα «Χρονικά» του, λέει ότι ο Επίκουρος υπήρξε μαθητής τού Ναυσιφάνη και τού Πραξιφάνη, αλλά ο ίδιος ο φιλόσοφος, στην επιστολή του προς τον Ευρύλοχο, το αρνείται και δηλώνει αυτοδίδακτος, ενώ αρνείται ότι υπήρξε φιλόσοφος Λεύκιππος – όπως το αρνείται και ο Έρμαρχος – αν και μερικοί, όπως ο Απολλόδωρος ο Επικούρειος, λένε ότι ο Λεύκιππος ήταν ο διδάσκαλος τού Δημόκριτου. Ο Δημήτριος ο Μάγνης, εξάλλου, αναφέρει ότι ο Επίκουρος υπήρξε και μαθητής τού Ξενοκράτη.

……….Ορισμένα επιπλέον στοιχεία έρχονται να συμπληρώσουν τις γνώσεις μας γιά το συγγραφικό ύφος, τις μελέτες και το τέλος τής ζωής τού Επίκουρου:

……….Ο Επίκουρος κυριολεκτούσε γιά τα πράγματα[38] και γι’ αυτό ο Αριστοφάνης ο γραμματικός τον κατηγορεί γιά το πολύ χαρακτηριστικό ύφος του. Ήταν, λοιπόν, τόσο σαφής, ώστε στο «Περί ρητορικής» έργο του θεωρεί την σαφήνεια ως μοναδική απαίτηση από τον ρήτορα. Εξάλλου, στις επιστολές του, αντί γιά ένα απλό «χαίρε», γράφει «να είσαι καλά» ή «να ζεις έξοχα».

……….Ο Αρίστων, στο «Βίος Επίκουρου», αναφέρει ότι ο Επίκουρος αντέγραψε τον «Κανόνα» του από τον «Τρίποδα» τού Ναυσιφάνη, τού οποίου υπήρξε μαθητής, όπως υπήρξε και τού πλατωνικού Παμφίλου, στην Σάμο, ενώ άρχισε να μελετά φιλοσοφία στα δώδεκα χρόνια του και ίδρυσε την δική του σχολή όταν έγινε τριάντα δύο ετών.

……….Ο Απολλόδωρος, στα «Χρονικά» του, αναφέρει ότι ο Επίκουρος γεννήθηκε στο τρίτο έτος τής εκατοστής ενάτης Ολυμπιάδας[39] – όταν άρχοντας ήταν ο Σωσιγένης – στην έβδομη μέρα τού μήνα Γαμηλιώνα, εφτά χρόνια μετά τον θάνατο τού Πλάτωνα. Στα τριάντα δύο χρόνια του ίδρυσε σχολή πρώτα στην Μυτιλήνη και στην Λάμψακο, και την κράτησε γιά πέντε χρόνια. Έπειτα μετακόμισε στην Αθήνα, όπου πέθανε κατά το δεύτερο έτος τής εκατοστής εικοστής έβδομης Ολυμπιάδας – όταν άρχοντας ήταν ο Πυθάρατος – έχοντας ζήσει εβδομήντα δύο χρόνια. Στην σχολή τον διαδέχτηκε ο Μυτιληναίος Έρμαρχος τού Αγεμόρτου. Όπως λέει ο Έρμαρχος, στις επιστολές του, ο Επίκουρος πέθανε από επίσχεση ούρων εξαιτίας πέτρας, αφού ήταν άρρωστος γιά δεκατέσσερις μέρες, οπότε – όπως λέει ο Έρμιππος – μπήκε σ’ έναν χάλκινο λουτήρα, γεμάτο από χλιαρό νερό, ζήτησε να πιεί άκρατο οίνο, παράγγειλε στους φίλους του να θυμούνται τις αρχές τους και πέθανε[40].

……….Ο λόγος τού Διογένη περνά, στην συνέχεια, στους μαθητές και στους διαδόχους τού Επίκουρου:

……….Μαθητές είχε και πολλούς και πολύ διακεκριμένους. Ένας ήταν ο Μητρόδωρος ο Λαμψακηνός, γιός τού Αθηναίου, ή τού Τιμοκράτη, και τής Σάνδης, ο οποίος – αφού γνώρισε τον Επίκουρο – δεν ξανάφυγε μακριά του, εκτός από μία φορά, που επισκέφτηκε γιά έξι μήνες την ιδιαίτερη πατρίδα του και μετά επέστρεψε. Η καλοσύνη του φαινόταν παντού, σύμφωνα με όσα λέει και ο Επίκουρος σε κάποιους προλόγους του καθώς και στο τρίτο βιβλίο τού «Τιμοκράτη» του. Τέτοιος άνθρωπος ήταν. Πάντρεψε την αδελφή του την Βατίδα με τον Ιδομενέα, και ο ίδιος πήρε ως παλλακίδα[41] την Λεόντιον την Αττική, ενώ ήταν ατάραχος και στις δυσκολίες και στον θάνατο, όπως λέει ο Επίκουρος στο πρώτο βιβλίο τού «Μητροδώρου» του. Λέγεται, επίσης, ότι πέθανε εφτά χρόνια πριν από τον Επίκουρο, στα πενήντα τρία του, ενώ ο Επίκουρος – στην προαναφερόμενη διαθήκη του, που γράφτηκε προφανώς αφού ήδη είχε πεθάνει ο Μητρόδωρος – φροντίζει γιά την επιμέλεια των παιδιών του. Μαθητής τού Επίκουρου ήταν και κάποιος αδελφός τού Μητρόδωρου, ένας επιπόλαιος νεαρός, ο Τιμοκράτης. (…)

……….Άλλος μαθητής τού Επίκουρου ήταν ο Πολύαινος ο Λαμψακηνός, γιός τού Αθηνόδωρου, άνθρωπος δίκαιος και φιλικός, καθώς λένε και οι μαθητές τού Φιλόδημου. Έπειτα έρχεται ο διάδοχος τού Επίκουρου, ο Μυτιληναίος Έρμαρχος τού Αγεμόρτου, που καταγόταν από φτωχό πατέρα και αρχικά σπούδαζε Ρητορική. (…)

……….Μαθητής τού Επίκουρου ήταν και ο Λεοντεύς ο Λαμψακηνός, καθώς και η γυναίκα του η Θεμίστα, προς την οποία ο Επίκουρος έστελνε γράμματα. Ακόμη, ήταν ο Κολώτης και ο Ιδομενεύς, επίσης Λαμψακηνοί. Και αυτοί ήταν διακεκριμένοι, όπως και ο Πολύστρατος, ο διάδοχος τού Έρμαρχου. Τον Πολύστρατο διαδέχτηκε ο Διονύσιος, και αυτόν ο Βασιλείδης. Μαθητής του ήταν και ο Απολλόδωρος ο Κηποτύραννος, που διακρίθηκε και συνέγραψε πάνω από τετρακόσια βιβλία, και οι δύο Πτολεμαίοι από την Αλεξάνδρεια, ο μελανός και ο λευκός, και ο Ζήνων ο Σιδώνιος, μαθητής τού Απολλόδωρου, άνδρας πολυγράφος, και ο Δημήτριος ο επωνομαζόμενος Λάκων, και ο Διογένης ο Ταρσεύς, ο οποίος κατέγραψε τα καλύτερα μαθήματα, και ο Ωρίων και άλλοι, τους οποίους οι γνήσιοι Επικούρειοι αποκαλούσαν Σοφιστές.

……….Ο Επίκουρος υπήρξε ένας από τους πιό παραγωγικούς συγγραφείς τής αρχαίας Ελλάδας. Δυστυχώς, η συντριπτική πλειοψηφία των συγγραμμάτων του έχει χαθεί ή – τουλάχιστον – σ’ αυτό το συμπέρασμα κατέληξε η μέχρι σήμερα έρευνα των ειδικών επιστημόνων. Ο Διογένης, ο οποίος είχε την μεγάλη τύχη να μελετήσει – εάν όχι όλα – τα περισσότερα από αυτά, γράφει σχετικά:

……….Ο Επίκουρος ήταν πολυγραφότατος, ενώ είχε ξεπεράσει τους πάντες σε πλήθος βιβλίων. Σώζονται περίπου τριακόσιοι κύλινδροι[42] με έργα του, λόγια τού ίδιου τού Επίκουρου, χωρίς καμμία παράθεση από έργο άλλου συγγραφέα. Στην συγγραφική παραγωγή τον ανταγωνιζόταν ο Χρύσιππος, σύμφωνα με όσα λέει ο Καρνεάδης, ο οποίος αποκαλεί τον τελευταίο «παράσιτο των βιβλίων». Εάν ο Επίκουρος έγραφε κάτι, άλλο τόσο έπρεπε να γράψει και ο Χρύσιππος, στα πλαίσια τής αντιπαλότητάς του, και – γι’ αυτόν τον λόγο – πολλές φορές έγραφε τα ίδια πράγματα ή οτιδήποτε τού ερχόταν στο μυαλό, και τ’ άφηνε αδιόρθωτα εξαιτίας τής βιασύνης του, ενώ οι παραθέσεις από έργα άλλων συγγραφέων ήταν τόσο πολλές, ώστε μόνον απ’ αυτές γέμιζαν τα βιβλία του, κάτι που παρατηρείται και στον Ζήνωνα[43] και στον Αριστοτέλη.

……….Τόσα και τέτοιου είδους, λοιπόν, είναι τα συγγράμματα τού Επίκουρου. Τα καλύτερά του είναι τ’ ακόλουθα:

  • «Περί φύσεως», τριάντα επτά βιβλία,
  • «Περί ατόμων και κενού»,
  • «Περί έρωτα»,
  • «Επιτομή των αντιρρήσεων προς τους φυσικούς φιλοσόφους»,
  • «Εναντίον των Μεγαρικών»,
  • «Διαπορίες»,
  • «Κύριες Δόξες»,
  • «Περί προτιμήσεων και αποφυγών»,
  • «Περί τέλους»,
  • «Περί κριτηρίου» ή «Κανόνας»,
  • «Χαιρέδημος»,
  • «Περί Θεών»,
  • «Περί οσιότητας»,
  • «Ηγησιάναξ»,
  • «Περί βίων», τέσσερα βιβλία,
  • «Περί δικαιοπραγίας»,
  • «Νεοκλής», αφιερωμένο στην Θεμίστα,
  • «Συμπόσιο»,
  • «Ευρύλοχος», αφιερωμένο στον Μητρόδωρο,
  • «Περί οράσεως»,
  • «Περί τής γωνίας στο άτομο»,
  • «Περί αφής»,
  • «Περί ειμαρμένης»,
  • «Δοξασίες περί των αισθημάτων», εναντίον τού Τιμοκράτη,
  • «Προγνωστικό»,
  • «Προτρεπτικός»,
  • «Περί ειδώλων»,
  • «Περί φαντασίας»,
  • «Αριστόβουλος»,
  • «Περί μουσικής»,
  • «Περί δικαιοσύνης και των άλλων αρετών»,
  • «Περί δώρων και χάριτος»,
  • «Πολυμήδης»,
  • «Τιμοκράτης», τρία βιβλία,
  • «Μητρόδωρος», πέντε βιβλία,
  • «Αντίδωρος», δύο βιβλία,
  • «Δοξασίες περί των νόσων», προς τον Μίθρη,
  • «Καλλιστόλας»,
  • «Περί βασιλείας»,
  • «Αναξιμένης»,
  • «Επιστολές[44]».

……….Στο ίδιο πάντοτε κείμενο, ο Διογένης αναφέρεται συνοπτικά, αλλά με ξεχωριστή σαφήνεια, στην επικούρεια φιλοσοφία, αφού πρώτα διαιρέσει την ύλη της σε τρία μέρη:

……….Διαιρείται, λοιπόν, σε τρία μέρη: το κανονικό, το φυσικό και το ηθικό. Το κανονικό είναι η εισαγωγή στο φιλοσοφικό σύστημά του και εντοπίζεται στο βιβλίο του που επιγράφεται «Κανόνας». Το φυσικό είναι ολόκληρη η φυσική θεωρία του και εντοπίζεται στα τριάντα εφτά «Περί φύσεως» βιβλία του και – στοιχειωδώς – στις επιστολές του. Το ηθικό αφορά τις επιλογές και τις αποστροφές και εντοπίζεται στα «Περί βίων» βιβλία, στις επιστολές και στο «Περί τέλους» βιβλίο του.

……….Συνηθίζεται να τάσσονται μαζί το κανονικό και το φυσικό μέρος. Το πρώτο ονομάζεται «Περί κριτηρίου και αρχής» ή «Στοιχειωτικό», το δεύτερο ονομάζεται «Περί γενέσεως και φθοράς» ή «Περί φύσεως», και το ηθικό ονομάζεται «Περί αιρετών και φευκτών»[45] ή «Περί βίων και τέλους».

……….Την διαλεκτική[46] οι Επικούρειοι την απορρίπτουν ως περιττή, διότι στους φυσικούς είναι αρκετό να χρησιμοποιούν τους κανονικούς όρους γιά τα πράγματα. Στον «Κανόνα», εξάλλου, ο Επίκουρος λέει ότι κριτήρια τής αλήθειας είναι οι αισθήσεις[47], οι εκ των προτέρων αντιλήψεις[48] και τα συναισθήματα[49], ενώ οι Επικούρειοι προσθέτουν και τις φανταστικές παραστάσεις τής διάνοιας[50]. Οι θέσεις τού Επίκουρου εντοπίζονται και στην «Επιτομή» του, που απευθύνεται στον Ηρόδοτο, και στις «Κύριες Δόξες». «Κάθε αίσθηση», λέει, «είναι άλογη[51] και δεν επιδέχεται καμμία μνήμη γιατί, είτε από μόνη της κινηθεί, είτε κινηθεί από άλλη αιτία, σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να προβεί σε κάποια πρόσθεση ή αφαίρεση, ούτε υπάρχει κάτι που να μπορεί να ελέγξει τις αισθήσεις, ούτε η ομογενής αίσθηση ελέγχει την ομογενή της, λόγω τής ισοδυναμίας τους, ούτε η ανομογενής την ανομογενή, επειδή δεν κρίνουν τα ίδια πράγματα, ούτε το λογικό μπορεί, γιατί ολόκληρο το λογικό εξαρτάται από τις αισθήσεις, ούτε η μία αίσθηση την άλλη, διότι σ’ όλες δίνουμε την ίδια προσοχή, ενώ η ύπαρξη των ξεχωριστών αισθητηριακών αντιλήψεων διαπιστώνει την αλήθεια των αισθήσεων. Το ότι βλέπουμε και ακούμε είναι τόσο πραγματικό, όσο και το ότι πονούμε. Άρα, πρέπει ν’ αποδεικνύουμε τ’ αφανή[52] ξεκινώντας από τα φαινόμενα[53], γιατί όλες οι σκέψεις μας έχουν γεννηθεί από τις αισθήσεις, είτε από άμεση αντίληψη είτε κατ’ αναλογία είτε λόγω ομοιότητας είτε μέσω σύνθεσης, με μικρή συμβολή τού συλλογισμού. Τα φαντάσματα, εξάλλου, των τρελών και των ονείρων είναι αληθινά, γιατί κινούν τον νου, ενώ το μη ον[54] δεν κινεί.

……….Με την εκ των προτέρων αντίληψη οι Επικούρειοι εννοούν ένα είδος αντίληψης ή ορθής δοξασίας ή έννοιας ή καθολικού νοήματος που αποταμιεύεται στον νου, δηλαδή μιά ανάμνηση ενός εξωτερικού πράγματος που έχει φανεί πολλές φορές, όπως – γιά παράδειγμα – ο άνθρωπος, αφού μόλις πω την λέξη «άνθρωπος», εξαιτίας τής εκ των προτέρων αντίληψης αμέσως εννοείται και ο τύπος τού ανθρώπου, ενώ προηγούνται τ’ ανάλογα αισθήματα. Με κάθε λέξη, λοιπόν, γίνεται ξεκάθαρο εκείνο που αρχικά υποδηλώνει η λέξη, και δεν πρέπει ν’ αναζητούμε το ζητούμενο αν πρώτα δεν το έχουμε αναγνωρίσει, δηλαδή εάν δεν γνωρίζουμε, γιά παράδειγμα, τι είναι εκείνο που υπάρχει μακριά – ίππος ή βόδι; – επειδή χρειάζεται να έχουμε αναγνωρίσει την μορφή ή τού ίππου ή τού βοδιού μέσω τής εκ των προτέρων αντίληψης, και δεν πρέπει να ονομάζουμε κάτι χωρίς πρώτα να έχουμε αναγνωρίσει τον τύπο του μέσω τής εκ των προτέρων αντίληψης, οπότε οι εκ των προτέρων αντιλήψεις είναι ξεκάθαρες, και η δοξασία εξαρτάται από κάτι που είναι εξαρχής ξεκάθαρο, και στο ξεκάθαρο αναφερόμαστε και ρωτάμε – γιά παράδειγμα – «από πού γνωρίζουμε εάν εκείνο το πράγμα είναι άνθρωπος;».

……….Την δοξασία, λοιπόν, οι Επικούρειοι την ονομάζουν και αντίληψη, και αυτή είναι είτε αληθινή είτε ψεύτικη. Εάν επιβεβαιώνεται και δεν αντικρούεται, είναι αληθινή. Εάν δεν επιβεβαιώνεται ή αντικρούεται, είναι ψεύτικη. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται ο όρος «προσμένον», επειδή αυτό προσμένει και να το πλησιάσουμε – γιά παράδειγμα έναν πύργο – και να μάθουμε πώς φαίνεται από κοντά.

……….Τα συναισθήματα, λένε, είναι δύο: η ηδονή και η αλγηδόνα[55]. Αυτά υπάρχουν σε κάθε ζωντανό οργανισμό. Η πρώτη είναι αγαπητή. Η δεύτερη εχθρική. Από αυτές κρίνουμε τις επιλογές και τις αποστροφές μας. Οι αναζητήσεις τους[56], πάλι, είναι δύο ειδών: η μία αφορά τα πράγματα και η άλλη μόνον τις λέξεις. Αυτά, λοιπόν, είναι τα στοιχειώδη σχετικά με την διαίρεση τής φιλοσοφίας τους και τα κριτήριά τους.

……….Πιό κάτω, ο λόγος τού Διογένη εξετάζει τις απόψεις τού Επίκουρου και των μαθητών του σχετικά με τον «σοφό άνθρωπο»:

……….Πρώτα, όμως, ας εξετάσουμε τις απόψεις του – καθώς και τις απόψεις τής σχολής του – γιά τον σοφό άνθρωπο.

……….Οι βλάβες μεταξύ των ανθρώπων προξενούνται ή εξαιτίας τού μίσους ή εξαιτίας τού φθόνου ή εξαιτίας τής καταφρόνησης, πράγματα που ο σοφός ξεπερνά μέσω τού λογισμού. Επιπλέον, εκείνος, που κάποια στιγμή έγινε σοφός, δεν μπορεί να κρατήσει αντίθετη στάση ούτε να μεταπλάσει τον εαυτό του, και θα είναι περισσότερο ευαίσθητος στα συναισθήματα, ενώ αυτό δεν θα εμποδίζει την πρόοδό του στην σοφία, αν και η σοφία δεν γεννιέται σε κάθε είδους σωματική δομή, ούτε σε κάθε έθνος.

……….Ο σοφός, ακόμη και αν βασανιστεί, δεν παύει να ευδαιμονεί. Ο σοφός μόνον ευγνωμοσύνη αισθάνεται, ενώ γιά τους φίλους του – εξίσου γιά παρόντες και απόντες – έχει πάντοτε καλά λόγια να πει. Όταν βασανίζεται, βογγά και οδύρεται.

……….Ο σοφός δεν θα συνουσιαστεί με γυναίκα όταν γι’ αυτήν υπάρχει νομική απαγόρευση, όπως αναφέρει και ο Διογένης στην «Επιτομή των ηθικών δογμάτων τού Επίκουρου», ούτε θα τιμωρήσει τους υπηρέτες του, αλλά μάλλον θα λυπηθεί και θα συγχωρέσει τους καλύτερους.

……….Οι Επικούρειοι ισχυρίζονται ότι ο σοφός δεν πρέπει να ερωτεύεται, ούτε ν’ ασχολείται με κηδείες, ούτε να θεωρεί τον έρωτα σταλμένο απ’ τους Θεούς, όπως λέει ο Διογένης στο […][57], ούτε να ρητορεύει όμορφα. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η συνουσία ποτέ δεν ωφέλησε, αν δεν έχει βλάψει κιόλας.

……….Ούτε γάμο θα κάνει, ούτε παιδιά θ’ αποκτήσει ο σοφός, όπως αναφέρει ο Επίκουρος στις «Διαπορίες» και στο «Περί φύσεως» έργο του. Σε ειδικές περιπτώσεις τής ζωής του θα κάνει γάμο, αν και μερικοί θα τον αποφύγουν.

……….Ο σοφός δεν θα παραληρήσει αφού μεθύσει, όπως λέει ο Επίκουρος στο «Συμπόσιό» του, ούτε θα πολιτευτεί, όπως λέει στο πρώτο βιβλίο τού «Περί βίων» έργου του, ούτε τύραννος θα γίνει, ούτε κυνικός, όπως λέει στο δεύτερο βιβλίο τού «Περί βίων» έργου του, ούτε θα πτωχεύσει, ούτε θ’ αυτοκτονήσει αν τυφλωθεί, όπως λέει στο ίδιο κείμενο.

……….Ο σοφός θα λυπηθεί, όπως αναφέρει ο Διογένης στο πέμπτο βιβλίο των «Επιλέκτων» του, και θα δικαστεί και συγγράμματα θ’ αφήσει πίσω του, αλλά δεν θα γράψει πανηγυρικούς λόγους, και γιά τ’ αποκτήματά του θα προνοήσει και γιά το μέλλον του και θ’ αγαπήσει την αγροτική ζωή και θ’ αντιταχθεί στην κακοτυχία και δεν θα εγκαταλείψει κανέναν φίλο του και θα φροντίσει γιά την φήμη του τόσο, όσο χρειάζεται γιά να μην καταφρονηθεί, και στα θεάματα θα ευχαριστηθεί περισσότερο από τους άλλους.

……….Ο σοφός θ’ αφιερώσει και αναθήματα[58]. Είτε είναι είτε δεν είναι πλούσιος, του είναι αδιάφορο. Μόνον αυτός είναι σε θέση να μιλήσει σωστά γιά ποίηση και μουσική, αλλά ο ίδιος δεν θα γράψει ποιήματα. Επίσης δεν θα ισχυριστεί ότι είναι σοφότερος από άλλον σοφό.

……….Όταν χάσει τους πόρους του, θα δεχτεί χρήματα, αλλά μόνον γιά την σοφία του[59]. Στην κατάλληλη στιγμή θα υπηρετήσει και κάποιον μονάρχη, ενώ θα χαρεί όταν κάποιος διορθωθεί. Και σχολή θα ιδρύσει, αλλά όχι γιά οχλαγωγία, ενώ θα κάνει διαλέξεις μόνον όταν του το ζητήσουν. Θα είναι δογματικός και όχι σκεπτικιστής. Και στον ύπνο του τέτοιος θα είναι, και γιά χάρη ενός φίλου του θα πεθάνει.

……….Οι Επικούρειοι ισχυρίζονταν ότι τ’ αμαρτήματα είναι άνισα μεταξύ τους. Άλλοτε η υγεία είναι αγαθό, άλλοτε κάτι αδιάφορο. Η ανδρεία δεν γεννιέται από την φύση, αλλά από τον υπολογισμό τού συμφέροντος. Η φιλία γεννιέται από τις ανάγκες. Πρέπει, βέβαια, να γίνει η αρχή – γιατί και στην γη πρώτα πέφτει ο σπόρος – αλλά η διατήρηση τής φιλίας συντελείται μέσω τής συμμετοχής στην απόλαυση των ηδονών.

……….Η ευδαιμονία εννοείται με δύο τρόπους: υπάρχει η ακρότατη, όπως εκείνη των Θεών, η οποία δεν επιδέχεται αύξηση, αλλά κ’ εκείνη που επιδέχεται προσθήκη και αφαίρεση ηδονών[60].

……….Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχετικά μικρή αναφορά τού ακάματου βιογράφου στην γνώμη που είχε ο Επίκουρος γιά την μαντική τέχνη:

……….Σε άλλα κείμενά του αναιρεί την μαντική, όπως κάνει και στην «Μικρή επιτομή», όπου αναφέρει: «Η μαντική είναι ανύπαρκτη, αλλά εάν είναι υπαρκτή, τότε κανένα, απ’ όσα συμβαίνουν σύμφωνα μ’ αυτήν, δεν μας αφορά».

……….Εξίσου αξιόλογη παρουσιάζεται και η σύγκριση των επικουρείων με τους κυρηναϊκούς φιλοσόφους:

……….Διαφωνεί με τους Κυρηναϊκούς ως προς την ηδονή, γιατί αυτοί δεν αποδέχονται την ηδονή τής ηρεμίας, αλλά μόνον εκείνη τής κίνησης, ενώ ο Επίκουρος αποδέχεται και τα δύο είδη της, και την ψυχική και την σωματική, όπως αναφέρει στο «Περί προτιμήσεων και αποφυγών» και στο «Περί τέλους» και στο πρώτο βιβλίο τού «Περί βίων» και στην επιστολή προς τους φίλους του που βρίσκονταν στην Μυτιλήνη. Το ίδιο λέει και ο Διογένης στο δέκατο έβδομο βιβλίο των «Επιλέκτων» του, αλλά και ο Μητρόδωρος στον «Τιμοκράτη»: ως ηδονή εννοείται και η προερχόμενη από την κίνηση και η προερχόμενη από την ακινησία. Ο Επίκουρος, στο «Περί προτιμήσεων», λέει τ’ ακόλουθα: «Η αταραξία και η έλλειψη πόνου είναι ηδονές τής ηρεμίας, ενώ η χαρά και η ψυχική ευχαρίστηση εμφανίζονται με την ενεργητικότητα τής κίνησης».

……….Με τους Κυρηναϊκούς διαφωνεί και σ’ άλλα. Αυτοί θεωρούν τους σωματικούς πόνους χειρότερους από τους ψυχικούς, και υποστηρίζουν ότι όσοι κάνουν σφάλματα πρέπει να τιμωρούνται με σωματικές ποινές. Ο Επίκουρος θεωρεί χειρότερο τον ψυχικό πόνο, επειδή η σάρκα υποφέρει μόνον από το παρόν, ενώ η ψυχή υποφέρει και από το παρελθόν και από το παρόν και από το μέλλον. Γι’ αυτό, εξάλλου, οι ψυχικές ηδονές είναι μεγαλύτερες. Γιά ν’ αποδείξει ότι σκοπός τής ζωής είναι η ηδονή, χρησιμοποιεί το παράδειγμα των ζωντανών, που αμέσως μόλις γεννηθούν, ευχαριστιούνται από την ηδονή, ενώ αποκρούουν τον πόνο με τρόπο φυσικό και χωρίς συλλογισμό, αφού αυθόρμητα αποφεύγουμε τον πόνο.

……….Ως επιστέγασμα τής βιογραφίας τού Επίκουρου επέλεξα μία πολύ σημαντική παράγραφο από το έργο τού Διογένη, στην οποία καθίσταται σαφής η διδασκαλία τού Επίκουρου γιά την σχέση μεταξύ ηδονής και αρετής:

……….Επιλέγουμε[61] τις αρετές γιά χάρη τής ηδονής και όχι γιά χάρη των ιδίων, όπως ακριβώς κάνουμε με την ιατρική γιά χάρη τής υγείας. Αυτά υποστηρίζει και ο Διογένης στο εικοστό βιβλίο των «Επιλέκτων» του. Ο ίδιος ονομάζει «διαγωγή» την «αγωγή». Ο Επίκουρος λέει ότι μόνον η αρετή είναι αχώριστη από την ηδονή, ενώ τ’ άλλα χωρίζονται, όπως – γιά παράδειγμα – τα καταναλώσιμα[62].

.

Δ΄

Η παρούσα έκδοση

.

……….Η παρούσα έκδοση είναι χωρισμένη σε τρία τμήματα. Στο «Πρώτο Μέρος» περιλαμβάνονται οι «Κύριες Δόξες» τού Επίκουρου, στο «Δεύτερο Μέρος» περιλαμβάνεται η «Επίκουρου Προσφώνηση», και στο τέλος τοποθετείται ένα «Παράρτημα».

……….Οι νεοελληνικές μεταφράσεις τού «Πρώτου Μέρους» και τού «Παραρτήματος» στηρίζονται στο πρωτότυπο αρχαιοελληνικό κείμενο των ακόλουθων εκδόσεων: (α΄) Cobet C. G., Diogenis Laertii vitae philosophorum, Paris, 1850, και (β΄) Long H. S., Diogenis Laertii vitae philosophorum, O. C. T., Oxford, 1964.

……….Οι νεοελληνικές μεταφράσεις τού «Δεύτερου Μέρους» στηρίζονται κυρίως στην έκδοση τού C. Wotke, Epikureische Spruchsammlung, Wiener Studien, X, 1888 (éd. des Sentences Vaticanes).

……….Σκοπός των μεταφράσεων αυτών είναι να διατηρήσουν την βασική φιλοσοφική ορολογία, να διασώσουν την νοηματική δομή και να διαφυλάξουν την επικοινωνιακή ποιότητα τού πρωτότυπου έργου, χωρίς – ωστόσο – να προδίδουν τις ανεξάντλητες συντακτικές και εκφραστικές δυνατότητες τής νέας ελληνικής γλώσσας.

……….Οι μεταφράσεις συνοδεύονται από διευκρινιστικά σχόλια, τα οποία φιλοδοξούν να τις καταστήσουν σαφέστερες και διαυγέστερες. Η τελική κρίση επαφίεται στις αναγνώστριες και στους αναγνώστες τού βιβλίου, των οποίων οι καλοπροαίρετες παρατηρήσεις θα είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες.

Αθανάσιος Τσακνάκης,

Δεκέμβριος τού 2006,

Κεράμι Καλλονής,

Λέσβος.

Πρώτο Μέρος

«Κύριες Δόξες»

 

  1. «Το μακάριο και άφθαρτο ον[63] – αυτό καθαυτό – ούτε δοκιμάζει ούτε σε άλλον παρέχει ενοχλήσεις, ώστε ούτε οργίζεται ούτε χαρίζεται[64]. Όλα αυτά είναι γνωρίσματα ασθενούς όντος».
  1. «Δεν είναι τίποτε ο θάνατος γιά εμάς, επειδή το διαλυμένο[65] δεν αισθάνεται, και το αναίσθητο δεν είναι τίποτε γιά εμάς[66]».
  1. «Όριο τού μεγέθους των ηδονών είναι η εξάλειψη καθενός άλγους[67]. Όπου ενυπάρχει ηδονή και γιά όσον χρόνο αυτή υφίσταται, δεν υπάρχει άλγος ούτε λύπη ούτε αμφότερα».
  1. «Το σαρκικό άλγος δεν είναι μακροχρόνιο, αλλά το ακραίο άλγος διατηρείται γιά ελάχιστο χρόνο, ενώ το άλγος, που υπερκαλύπτει την σαρκική ηδονή, δεν συνεχίζεται γιά πολλές ημέρες. Στις πολυχρόνιες αρρώστιες, επίσης, υπερέχει στην σάρκα η ηδονή, παρά το άλγος»[68].
  1. «Δεν υπάρχει ευχάριστη ζωή χωρίς φρονιμότητα και ομορφιά και δικαιοσύνη[69], ούτε φρονιμότητα και ομορφιά και δικαιοσύνη χωρίς ευχαρίστηση. Σε όποιον αυτά δεν ενυπάρχουν, αυτός δεν δύναται να ζήσει ευχάριστα».
  1. «Γιά να αισθάνεται κάποιος ασφαλής έναντι των ανθρώπων, εκ φύσεως υπάρχει το αγαθό τής κυριαρχίας και τής βασιλείας[70], μέσω των οποίων αυτός δύναται ενίοτε να προπαρασκευάσει γιά τον εαυτό του την αίσθηση τής ασφάλειας».
  1. «Ορισμένοι θέλησαν να γίνουν ένδοξοι και περίβλεπτοι, θεωρώντας ότι έτσι θα είναι ασφαλείς έναντι των ανθρώπων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εάν ο βίος τους είναι ασφαλής, τότε απέκτησαν αυτό το φυσικό αγαθό, ενώ εάν δεν είναι ασφαλής, τότε δεν έχουν εκείνο, το οποίο εξαρχής ορέχτηκαν εξαιτίας τού φυσικού ενστίκτου τους».
  1. «Καμμία ηδονή δεν είναι κακό αυτή καθαυτήν, αλλά οι παράγοντες[71] ορισμένων ηδονών επιφέρουν ενοχλήσεις πολλαπλάσιες των ηδονών».
  1. «Εάν κάθε ηδονή συμπυκνωνόταν στον χώρο και στον χρόνο, και ενυπήρχε στο σύνολο τού σώματος ή στα κυριότερα μέρη τής φύσης μας, τότε οι ηδονές δεν θα διέφεραν ποτέ μεταξύ τους[72]».
  1. «Εάν, όσα επιφέρουν οι ηδονές των ασώτων[73], κατέλυαν τους φόβους τής διάνοιας έναντι των ουρανίων φαινομένων[74], τού θανάτου και των αλγηδόνων, και εάν – επιπλέον – μας δίδασκαν το πέρας των επιθυμιών, δεν θα είχαμε ποτέ λόγο να μεμφόμαστε τους ασώτους, που από παντού θα γέμιζαν από ηδονές και από πουθενά δεν θα είχαν ούτε άλγος ούτε λύπη, δηλαδή αυτό ακριβώς που είναι το κακό[75]».
  1. «Εάν καθόλου δεν μας ενοχλούσαν οι υποψίες ότι τα ουράνια φαινόμενα και ο θάνατος ίσως μας αφορούν κατά κάποιον τρόπο, και αν – επιπλέον – δεν μας ενοχλούσε η μη κατανόηση των ορίων των αλγηδόνων[76] και των επιθυμιών, δεν θα χρειαζόμασταν την φυσική επιστήμη».
  1. «Είναι αδύνατο να καταλύσουμε τον φόβο απέναντι στα σημαντικότερα φαινόμενα[77], εάν δεν γνωρίζουμε καλά ποιά είναι η φύση τού σύμπαντος, αλλά υποπτευόμαστε διάφορα εξαιτίας των μύθων[78]. Άρα είναι αδύνατο – χωρίς την φυσική επιστήμη – ν’ απολαμβάνουμε ακέραιες τις ηδονές».
  1. «Κανένα όφελος δεν προκύπτει από την προετοιμασία τής εξασφάλισής μας έναντι των ανθρώπων, όταν τα άνω[79] φαινόμενα εξακολουθούν να μας ανησυχούν καθώς και τα υπόγεια[80] και – με απλά λόγια – το άπειρο σύμπαν».
  1. «Η εξασφάλισή μας έναντι των ανθρώπων είναι εφικτή – μέχρι ενός βαθμού – μέσω τής σταθερής δύναμης και τής ευπορίας[81], αλλά η ασφάλεια γίνεται ολοκάθαρη όταν διαβιούμε ήσυχα και μακριά από το πλήθος».
  1. «Ο φυσικός πλούτος και όρια έχει και εύκολα αποκτιέται, ενώ εκείνος τής κενοδοξίας εκπίπτει στο άπειρο[82]».
  1. «Λίγα φέρνει η τύχη στον σοφό, ενώ ο λογισμός διοικεί τα μεγαλύτερα και κυριότερα, και σε όλη την χρονική διάρκεια τού βίου τα διοικεί και θα τα διοικεί[83]».
  1. «Ο δίκαιος είναι εντελώς αδιατάρακτος, ενώ ο άδικος είναι γεμάτος από την περισσότερη ταραχή».
  1. «Δεν επαυξάνεται η ηδονή στην σάρκα, μόλις πάψει μονομιάς το άλγος τής στέρησης, παρά μόνον λαμβάνει ποικίλες μορφές».
  1. «Ο άπειρος και ο πεπερασμένος χρόνος εμπεριέχουν ίση ηδονή[84], εάν κάποιος καταμετρήσει τα πέρατά της με τον λογισμό».
  1. «Γιά την σάρκα είναι απέραντα τα όρια τής ηδονής, και άπειρος χρόνος χρειάζεται γιά να την κατακτήσει, ενώ η διάνοια – που συλλογίστηκε τον σκοπό και το πέρας τής σάρκας, και διέλυσε τους φόβους έναντι τής αιωνιότητας – προετοίμασε τον παντελή βίο και καθόλου πιά δεν έχει ανάγκη τον άπειρο χρόνο[85]. Ούτε, λοιπόν, αποφεύγει την ηδονή, ούτε κάνει σαν να της λείπει κάτι από τον άριστο βίο, όταν οι περιστάσεις την φέρνουν στην έξοδο[86] από την ζωή».
  1. «Όποιος έχει κατανοήσει τα πέρατα τού βίου, γνωρίζει καλά ότι είναι ευπόριστο[87] εκείνο που παύει το άλγος τής στέρησης[88], και ολόκληρο τον βίο καθιστά παντελή, οπότε δεν χρειάζεται τα επιπλέον πράγματα, τα οποία επιφέρουν αγώνες[89]».
  1. «Οφείλουμε να συλλογιζόμαστε τον προϋπάρχοντα σκοπό τής ζωής και όλη την ενάργεια[90], στην οποία ανάγουμε τις δοξασίες μας, ειδεμή τα πάντα θα είναι μεστά αμφιβολίας και ταραχής».
  1. «Εάν αντιμάχεσαι όλες τις αισθήσεις, δεν θα έχεις στην διάθεσή σου ούτε εκείνες[91], μέσω των οποίων θα κάνεις την αναγωγή γιά να κρίνεις αυτές[92] που υποστηρίζεις ότι είναι ψευδείς».
  1. «Εάν εντελώς απορρίψεις μία αίσθηση[93] και δεν κάνεις διάκριση μεταξύ τής δοξασίας[94], που περιμένει την επαλήθευση, και αυτού που ήδη είναι δεδομένο από την αίσθηση και από τα συναισθήματα και από κάθε παράσταση που η διάνοια επιβάλλει, τότε – εξαιτίας τής μάταιας δοξασίας[95] – θα συνταράξεις και τις λοιπές αισθήσεις, οπότε θ’ αποβάλεις κάθε κριτήριο[96]. Εάν, πάλι – στους υποκειμενικούς λογισμούς σου – εκλάβεις ως βέβαιο καθετί που περιμένει εξέταση[97], ή αυτό που ακόμη δεν επαληθεύτηκε[98], δεν θ’ αποφύγεις το διεψευσμένο[99], αφού σε κάθε κρίση, σχετική με το ορθό ή το μη ορθό, θα βρίσκεσαι σε συνεχή αμφιβολία».
  1. «Εάν σε κάθε συγκυρία δεν εναρμονίσεις καθεμιά πράξη σου με τον τελικό σκοπό τής φύσης[100], αλλά οτιδήποτε αποφεύγεις ή επιδιώκεις το στρέψεις εκ των προτέρων προς κάτι άλλο, τότε οι πράξεις δεν θα είναι επακόλουθες των λόγων σου[101]».
  1. «Όσες επιθυμίες δεν οδηγούν στο άλγος εάν δεν ικανοποιηθούν, δεν είναι αναγκαίες, αλλά εύκολα διαχέουν[102] την διάθεση προς αυτές, όταν φανεί ότι εκπληρώνονται δύσκολα ή ότι απεργάζονται κάποια βλάβη».
  1. «Απ’ όσα η σοφία[103] παρέχει στην μακαριότητα ολόκληρου τού βίου, η απόκτηση φίλων είναι το κατά πολύ μεγαλύτερο[104]».
  1. «Η ίδια σκέψη μάς ενθάρρυνε στο ότι κανένα δεινό δεν είναι αιώνιο ούτε πολύχρονο, και μάς έπεισε ότι στα ίδια τα πεπερασμένα πράγματα η φιλία – κατά κύριο λόγο – μάς εξασφαλίζει[105]».
  1. «Ορισμένες επιθυμίες είναι φυσικές και αναγκαίες, ορισμένες είναι φυσικές αλλά όχι αναγκαίες, και ορισμένες δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες, αλλά γεννιούνται από την κενοδοξία[106]».
  1. «Εκείνες οι φυσικές επιθυμίες, οι οποίες δεν οδηγούν στο άλγος εάν δεν ικανοποιηθούν, αλλά διατηρούνται έντονες, γεννιούνται από την κενοδοξία. Δεν διαλύονται, λοιπόν, όχι εξαιτίας τής δικής τους φύσης, αλλά εξαιτίας τής κενοδοξίας τού ανθρώπου[107]».
  1. «Το φυσικό δίκαιο είναι συμβόλαιο γιά το συμφέρον, ώστε να μην βλάπτει ο ένας τον άλλον, ούτε να βλάπτεται».
  1. «Όσα ζωντανά δεν μπόρεσαν να συνάψουν συνθήκες[108] ώστε ούτε να βλάπτουν ούτε να βλάπτονται μεταξύ τους, δεν γνωρίζουν ούτε δίκαιο ούτε άδικο. Ομοίως και όσα έθνη δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να συνάψουν συνθήκες ώστε ούτε να βλάπτουν ούτε να βλάπτονται».
  1. «Η δικαιοσύνη δεν είναι κάτι αυθύπαρκτο, αλλά είναι μία συνθήκη γιά να μην βλάπτουμε και να μην βλαπτόμαστε στις συναναστροφές μας με τους άλλους, οποτεδήποτε και οπουδήποτε».
  1. «Η αδικία δεν είναι κακό αυτή καθαυτήν, αλλά μόνον ως προς τον φόβο, τον οποίον γεννά η υποψία ότι ίσως η αδικία δεν διαφύγει τής προσοχής των τιμωρών[109] αυτών των πράξεων».
  1. «Είναι αδύνατο να θεωρεί ότι θα ξεφύγει όποιος κρυφά παραβαίνει όσα οι άνθρωποι μεταξύ τους συμφώνησαν ώστε να μην βλάπτουν και να μην βλάπτονται, ακόμη και αν αυτός – προς το παρόν – χιλιάδες φορές έχει ξεφύγει, επειδή είναι άδηλο το αν θα ξεφύγει μέχρι τον θάνατό του[110]».
  1. «Ως προς την κοινή αντίληψη, το δίκαιο είναι ίδιο γιά όλους, επειδή είναι συμφέρον στην μεταξύ τους συμβίωση. Ιδιαιτέρως, ως προς την κάθε χώρα και ως προς τις οποιεσδήποτε συνθήκες, δεν συνεπάγεται να είναι το ίδιο πράγμα δίκαιο γιά όλες».

 

  1. «Εκείνο – απ’ όσα θεωρούνται δίκαια – που όντως συμφέρει στις ανάγκες τής κοινωνικής ζωής, πρέπει να έχει την ισχύ τού δικαίου, είτε είναι είτε δεν είναι το ίδιο γιά όλους. Αν, όμως, κάποιος απλώς θεσπίσει έναν νόμο, που δεν αποβαίνει προς το συμφέρον τής κοινωνικής ζωής, τότε αυτός ο νόμος δεν έχει πιά την φύση τού δικαίου. Όταν, πάλι, το συμφέρον – το σύμφωνο προς το δίκαιο – μεταβάλλεται, όμως γιά κάποιο χρονικό διάστημα εναρμονίζεται με την γενική αντίληψη, κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα ήταν εξίσου δίκαιο γιά όλους όσους δεν συνταράσσονται από κενά λόγια, αλλά κοιτάζουν τα πραγματικά δεδομένα».
  1. «Εκεί όπου κατέστη εμφανές – χωρίς να έχουν μεταβληθεί οι πραγματικές συνθήκες – ότι αυτά, που είχαν θεωρηθεί δίκαια, ήταν ανάρμοστα προς την περί δικαίου αντίληψη γιά τούτα τα έργα, εκεί αυτά δεν ήταν δίκαια. Εκεί, πάλι, όπου μεταβλήθηκαν οι πραγματικές συνθήκες και δεν συνέφερε να θεωρούνται δίκαιες οι ίδιες διατάξεις, εκεί οι διατάξεις ήταν δίκαιες τότε που συνέφεραν στην συμβίωση των ανθρώπων, ενώ ύστερα – όταν δεν συνέφεραν – δεν ήταν πιά δίκαιες».
  1. «Όποιος άριστα διευθέτησε καθεμιά εξωτερική απειλή[111], αυτός εξοικειώθηκε με όσα μπόρεσε ενώ, με όσα δεν μπόρεσε να εξοικειωθεί, τουλάχιστον δεν έγινε εχθρός τους. Με όσα, πάλι, δεν κατάφερε ούτε το δεύτερο, από αυτά κρατήθηκε μακριά, και έδιωξε από κοντά του όσα έτσι συνέφερε να αντιμετωπιστούν».
  1. «Όσοι είχαν την δύναμη να προετοιμάσουν την εξασφάλισή τους, κυρίως έναντι των γειτόνων τους, αυτοί έζησαν πάρα πολύ ευχάριστα μεταξύ τους, έχοντας την πιό βέβαια εγγύηση, καθώς απόλαυσαν την πληρέστερη οικειότητα, και δεν οδύρονται γιά εκείνον που πέθανε[112] πριν από αυτούς, σαν να τον λυπούνται».
* * * * * * *

Δεύτερο Μέρος

«Επίκουρου Προσφώνηση»

 

  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 01 «Κύρια Δόξα»]
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 02 «Κύρια Δόξα»]
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 04 «Κύρια Δόξα»]
  1. «Κάθε αλγηδόνα καταφρονείται εύκολα, γιατί ο εντονότατος πόνος διαρκεί γιά σύντομο χρόνο, ενώ ο χρόνιος σαρκικός πόνος είναι ήπιος».
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 05 «Κύρια Δόξα»]
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 35 «Κύρια Δόξα»]
  1. «Ο άδικος δύσκολα ξεφεύγει από την προσοχή μας, ενώ είναι αδύνατον να βεβαιωθεί ότι θα ξεφεύγει[113] από την προσοχή μας».
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 15 «Κύρια Δόξα»]
  1. «Η ανάγκη είναι κακό, αλλά δεν υπάρχει καμμία ανάγκη να ζούμε με την ανάγκη».
  1. «Μητρόδωρος[114]. Να θυμάσαι ότι, έχοντας θνητή φύση και διαθέτοντας περιορισμένο χρόνο, ανέβηκες – μέσω των διαλογισμών γιά την φύση – μέχρι την ενόραση τού απείρου και τής αιωνιότητας, και είδες καλά και τα παρόντα και τα μέλλοντα και τα παρελθόντα».
  1. «Των περισσότερων ανθρώπων η ησυχία μοιάζει με νάρκη[115], και η κίνηση με λύσσα[116]».
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 17 «Κύρια Δόξα»]
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 27 «Κύρια Δόξα»]
  1. «Μία φορά γεννηθήκαμε. Δύο φορές είναι αδύνατον να γεννηθούμε. Πρέπει και η αιωνιότητα να μην υπάρχει πιά[117]. Εσύ, όμως, χωρίς να είσαι κύριος τής αυριανής ημέρας[118], αναβάλλεις την χαρά, αλλά η ζωή μας χάνεται από τις έγνοιες και καθένας μας πεθαίνει από τις πολλές ασχολίες».
  1. «Τα ήθη, που είναι ίδια με τα δικά μας, τα τιμούμε[119], είτε έχουμε χρηστά και ζηλευτά από τους ανθρώπους[120] ήθη, είτε όχι. Έτσι πρέπει να κάνουμε και με τα ήθη των άλλων, αν αυτοί είναι όπως πρέπει[121]».
  1. «Κανείς δεν επιλέγει το κακό αφού το παρατηρήσει[122], αλλά δελεάζεται, θεωρώντας το – σε σχέση με το μεγαλύτερο κακό – ως αγαθό, οπότε το κυνηγά».
  1. «Μακαριστός δεν είναι ο νέος, αλλά ο γέροντας που έχει ζήσει όμορφα, γιατί ο νέος, που βρίσκεται πάνω στην ακμή του, από την τύχη παρασύρεται[123] πότε προς την μία πλευρά, πότε προς την άλλη, ενώ ο γέροντας έχει προσορμιστεί στα γηρατειά[124], σαν σε λιμάνι, έχοντας εξασφαλίσει – μέσα από τα ευχάριστα περιστατικά – όσα αγαθά δύσκολα έλπιζε ν’ αποκτήσει πρωτύτερα».
  1. «Αν αφαιρεθεί η εξωτερική όψη, η ομιλία και η συναναστροφή, το ερωτικό συναίσθημα διαλύεται».
  1. «Όποιος λησμονεί το αγαθό, που του έχει γίνει[125], σήμερα έχει γίνει γέροντας[126]».
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 29 «Κύρια Δόξα»]
  1. «Δεν πρέπει να βιάζουμε την φύση, αλλά να την εμπιστευόμαστε. Την εμπιστοσύνη μας την δείχνουμε εκπληρώνοντας τις αναγκαίες επιθυμίες, καθώς και τις φυσικές εάν δεν βλάπτουν, κ’ ελέγχοντας πικρά τις βλαβερές».
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 19 «Κύρια Δόξα»]
  1. «Κάθε φιλία επιλέγεται γι’ αυτή καθαυτήν[127], ενώ η αρχή της βρίσκεται στην ωφέλεια[128]».
  1. «Τα ενύπνια δεν έχουν θεϊκή φύση ούτε μαντική δύναμη, αλλά προκύπτουν από σύμπτωση ειδώλων[129]».

 

  1. «Η φτώχεια είναι μεγάλος πλούτος αν μετρηθεί σύμφωνα με τον σκοπό τής φύσης μας[130], ενώ ο πλούτος είναι μεγάλη φτώχεια αν δεν περιορίζεται[131]».
  1. «Πρέπει να καταλάβουμε ότι και ο πολύς και ο σύντομος λόγος συντείνουν στον ίδιο σκοπό[132]».
  1. «Στις άλλες ενασχολήσεις ο καρπός των κόπων έρχεται μόλις ολοκληρωθούν, ενώ στην φιλοσοφία η τέρψη συμβαδίζει με την γνώση, γιατί η απόλαυση δεν έρχεται μετά την μάθηση, αλλά μάθηση και απόλαυση συμβαδίζουν».
  1. «Δεν πρέπει να επιδοκιμάζουμε ούτε όσους πρόχειρα[133] συνάπτουν φιλίες, ούτε όσους διστάζουν[134] να συνάψουν, ενώ πρέπει ακόμη και να ριψοκινδυνεύουμε γιά χάρη τής φιλίας».
  1. «Εγώ περισσότερο θα ήθελα – διερευνώντας την φύση – να επισημαίνω με παρρησία όσα συμφέρουν σε όλους τους ανθρώπους, ακόμη και αν κανείς δεν πρόκειται να με κατανοήσει, παρά να συμφωνώ με τις δοξασίες των πολλών[135] και να καρπώνομαι τον πυκνό έπαινο που προέρχεται απ’ αυτούς[136]».
  1. «Μητρόδωρος[137]. Μερικοί διά βίου προετοιμάζουν τα τού βίου τους[138], χωρίς να κατανοούν ότι το θανάσιμο φάρμακο τής γέννησης[139] έχει χυθεί μέσα σε όλους μας».
  1. «Γιά όλα τ’ άλλα είναι δυνατόν να νοιώσουμε ασφάλεια, αλλά έναντι τού θανάτου όλοι οι άνθρωποι κατοικούμε σε ατείχιστη πόλη[140]».
  1. «Ο σεβασμός προς τον σοφό είναι μεγάλο αγαθό γι’ αυτόν που τον σέβεται[141]».
  1. «Η σάρκα φωνάζει γιά να μην πεινά, να μην διψά, να μην κρυώνει. Αυτά, λοιπόν, αν κάποιος τα έχει κ’ ελπίζει να τα έχει, και με τον Δία θ’ αναμετρηθεί γιά την ευδαιμονία του».
  1. «Δεν χρειαζόμαστε τόσο πολύ την βοήθεια των φίλων μας, όσο την εμπιστοσύνη στην βοήθειά τους[142]».
  1. «Δεν πρέπει, εξαιτίας τής επιθυμίας μας γιά όσα δεν διαθέτουμε, να καταστρέφουμε όσα διαθέτουμε, αλλά να θυμόμαστε ότι και όσα διαθέτουμε ήταν μεταξύ εκείνων που κάποτε ευχόμασταν[143]».
  1. «Ο βίος τού Επίκουρου, συγκρινόμενος με τον βίο των άλλων, θα θεωρηθεί μύθος, εξαιτίας τής ημερότητας και τής αυτάρκειάς του»[144].
  1. «Η φύση είναι ασθενής έναντι τού κακού, όχι έναντι τού αγαθού, γιατί σώζεται με τις ηδονές, ενώ διαλύεται με τις αλγηδόνες».
  1. «Είναι παντελώς μικρός όποιος διαθέτει πολλές εύλογες αιτίες γιά να φύγει από την ζωή[145]».
  1. «Δεν είναι φίλος ούτε όποιος πάντοτε ζητά βοήθεια[146], ούτε όποιος ποτέ δεν συνδυάζει την βοήθεια με την φιλία[147], γιατί ο πρώτος καπηλεύεται την ευγενική διάθεση γιά χάρη τής ανταμοιβής, ενώ ο δεύτερος καταστρέφει κάθε ελπίδα μελλοντικής βοήθειας».
  1. «Όποιος λέει ότι τα πάντα γίνονται κατ’ ανάγκη, δεν έχει κανέναν λόγο γιά να κατηγορεί όποιον λέει ότι τίποτε δεν γίνεται κατ’ ανάγκη, γιατί παραδέχεται ότι και αυτό κατ’ ανάγκη γίνεται[148]».
  1. «Πρέπει και να γελάμε και να φιλοσοφούμε και να φροντίζουμε τα τού οίκου μας και να κάνουμε χρήση των πραγμάτων με τα οποία έχουμε εξοικειωθεί και ποτέ να μην σταματούμε να διαλαλούμε τα διδάγματα τής ορθής φιλοσοφίας[149]».
  1. «Η γένεση τού μέγιστου αγαθού[150] και η διάλυση τού κακού[151] συμβαίνουν ταυτόχρονα».
  1. «Η άδικη φιλαργυρία είναι ασέβεια, και η δίκαια είναι αίσχος, γιατί είναι απρέπεια να είμαστε βρομερά φειδωλοί ακόμη και όταν έχουμε δίκαιο».
  1. «Ο σοφός – έχοντας εξασφαλίσει τ’ αναγκαία – γνωρίζει κυρίως να δίνει παρά να παίρνει. Τέτοιον θησαυρό αυτάρκειας έχει βρει[152]».
  1. «Ούτε κομπαστικούς[153] ούτε μεγαλόφωνους ούτε επιδειξίες – προς τους πολλούς – τής περιζήτητης παιδείας δεν προπαρασκευάζει η ενασχόλησή μας με την φυσική επιστήμη, αλλά σοβαρούς και αυτάρκεις και υπερήφανους γιά τα προσωπικά αγαθά τους και όχι γιά τα περιστασιακά».
  1. «Τις κακές συνήθειες, όπως ακριβώς και τους πονηρούς ανθρώπους που γιά πολύ χρόνο μάς έβλαψαν πολύ, τελείως τις εκδιώκουμε».
  1. «Μητρόδωρος[154]. Σ’ έχω προκαταλάβει, τύχη, κ’ έφραξα κάθε δική σου διείσδυση, και ούτε σ’ εσένα ούτε σε καμμία άλλη περίσταση[155] δεν θ’ αφήσουμε εκτεθειμένους τους εαυτούς μας, αλλά, όταν έρθει η στιγμή τής εξόδου μας[156], δυνατά θα φτύσουμε την ζωή και όσους μάταια προσκολλούνται σ’ αυτήν, και θα φύγουμε απ’ την ζωή μ’ ένα όμορφο γιορτινό τραγούδι, αφού όμορφα θα την έχουμε ζήσει».
  1. «Να προσπαθούμε να κάνουμε την επόμενη μέρα καλύτερη από την προηγούμενη[157], γιά όσον χρόνο βρισκόμαστε στην οδό[158]. Όταν, όμως, φτάσουμε στο τέλος[159], να ευφραινόμαστε ισορροπημένα».
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 12 «Κύρια Δόξα»]
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 08 «Κύρια Δόξα»]
  1. «Πληροφορούμαι ότι η σάρκα σου ρέπει έντονα προς τις αφροδίσιες ηδονές[160]. Εσύ, ωστόσο, ούτε τους νόμους παραβαίνεις ούτε τα καλώς κείμενα ήθη προκαλείς ούτε κάποιον από τους πλησίον σου στενοχωρείς ούτε την σάρκα ταλαιπωρείς ούτε τ’ αναγκαία[161] σπαταλάς. Χρησιμοποίησε, λοιπόν, όπως θέλεις την προτίμησή σου[162], γιατί είναι αδύνατον να μην κυριεύεσαι από κάποιο απ’ αυτά[163]. Οι αφροδίσιες ηδονές, βέβαια, ουδέποτε ωφέλησαν, ενώ θα ήταν αρκετό να μην έβλαπταν».
  1. «Η φιλία χορεύει ολόγυρα στην οικουμένη, καλώντας όλους μας να εγερθούμε γιά τον μακάριο ύμνο[164]».
  1. «Κανέναν δεν πρέπει να φθονούμε. Στους αγαθούς δεν αξίζει φθόνος[165]. Οι πονηροί, όσο και αν ευτυχούν, τόσο περισσότερο βλάπτουν τους εαυτούς τους[166]».
  1. «Δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε, αλλά όντως να φιλοσοφούμε, γιατί δεν έχουμε την ανάγκη να νομίζουμε ότι υγιαίνουμε, αλλά να υγιαίνουμε αληθινά».
  1. «Πρέπει να θεραπεύουμε τις συμφορές μέσω τής ανάμνησης όσων μας χάρισαν εκείνα που χάθηκαν[167], καθώς και μέσω τής γνώσης ότι δεν είναι δυνατόν το γεγονός να γίνει μη γεγονός».

56 – 57. «Ο σοφός δεν πονά τόσο πολύ όταν βασανίζεται, όσο όταν βασανίζεται ο φίλος του, οπότε γιά χάρη του ακόμη και θα πεθάνει, γιατί αν χάσει τον φίλο του, ολόκληρη η ζωή του θ’ αποδιοργανωθεί – από την έλλειψη εμπιστοσύνης[168] – και θα γίνει σκληρή».

  1. «Πρέπει ν’ απελευθερώνουμε τους εαυτούς μας από το δεσμωτήριο των συνηθισμένων ενασχολήσεων[169] και τής πολιτικής[170]».
  1. «Άπληστη δεν είναι η κοιλιά, όπως ισχυρίζονται οι πολλοί, αλλά η ψεύτικη δοξασία ότι η κοιλιά γεμίζει απεριόριστα[171]».
  1. «Καθένας φεύγει απ’ την ζωή σαν νά ’χει μόλις έρθει[172]».
  1. «Είναι ωραιότατη η όψη των κοντινών μας[173] όταν η αρχική συγγένειά μας[174] ομονοεί ή όταν συνεχώς μας οδηγεί προς την ομόνοια».
  1. «Εάν δικαιολογημένα οι γονείς οργίζονται με τα παιδιά τους, είναι μάταια η οποιαδήποτε αντίδραση των παιδιών και η αποφυγή τους να ζητήσουνε συγγνώμη, ενώ εάν οι γονείς δεν το κάνουν δικαιολογημένα, αλλά χωρίς λόγο, είναι γελοίο τα παιδιά ν’ αυξάνουν με θυμό τον παραλογισμό των γονέων και να μην αναζητούν να στρέψουν μ’ ευγένεια αλλού την αντίδρασή τους».
  1. «Ευπρέπεια[175] υπάρχει και στην λιτότητα[176], από την οποία ο παράλογος[177] παθαίνει κάτι παραπλήσιο[178] μ’ εκείνον που αστοχεί εξαιτίας τής υπερβολής[179]».
  1. «Ο έπαινος, από τους άλλους, πρέπει ν’ ακολουθεί από μόνος του[180]. Εμείς πρέπει ν’ ασχολούμαστε με την θεραπεία τού εαυτού μας».
  1. «Είναι μάταιο να ζητάς από τούς Θεούς όσα ο ίδιος είσαι ικανός να χορηγήσεις στον εαυτό σου[181]».
  1. «Συμπάσχουμε με τους φίλους μας όχι θρηνώντας τους[182], αλλά φροντίζοντάς τους[183]».
  1. «Ο ελεύθερος βίος δεν δύναται να μας οδηγήσει στην απόκτηση μεγάλης περιουσίας επειδή αυτό το πράγμα δεν είναι εύκολο αν δεν υπηρετούμε τον όχλο ή τους δυνάστες[184]. Τα πάντα αποκτούνται με συνεχείς παροχές προς αυτούς. Αν, πάλι, τύχαινε μεγάλη περιουσία σε κάποιον, και αυτήν εύκολα θα την μοίραζε προκειμένου ν’ αποκτήσει την εύνοια των άλλων[185]».
  1. «Τίποτε δεν είναι αρκετό γιά όποιον[186] το αρκετό είναι λίγο».
  1. «Η αχάριστη λαιμαργία τής ψυχής[187] οδηγεί το ζωντανό στην επ’ άπειρο επιθυμία μεγάλης ποικιλίας φαγητών».
  1. «Στον βίο σου να μην πράξεις τίποτε που θα σε φοβίσει εάν μαθευτεί από τον διπλανό σου».
  1. «Ενώπιον όλων των επιθυμιών πρέπει να τίθεται το ακόλουθο ερώτημα: τι θα μου συμβεί αν πραγματοποιηθεί αυτό που επιθυμώ και ζητώ, και τι αν δεν πραγματοποιηθεί;[188]».
  1. [Το κείμενο είναι ίδιο με την υπ’ αριθμό 13 «Κύρια Δόξα»]
  1. «Η γένεση κάποιων αλγηδόνων στο σώμα μας είναι επωφελής γιατί μάς προφυλάσσει από άλλες αλγηδόνες[189]».
  1. «Στην φιλολογική[190] συζήτηση, περισσότερο ωφελημένος είναι ο ηττημένος[191], ανάλογα προς αυτά που έμαθε».
  1. «Σε σχέση με τ’ αγαθά τού παρελθόντος, είναι αχάριστη η φωνή που λέει: δες το τέλος ενός πολύχρονου βίου[192]».
  1. «Καθώς γερνάς, είσαι τέτοιος, όπως εγώ σε προτρέπω να είσαι, κ’ έχεις διαγνώσει τι σημαίνει να φιλοσοφείς γιά τον εαυτό σου, και τι σημαίνει να φιλοσοφείς γιά την Ελλάδα. Χαίρομαι μαζί σου»[193].
  1. «Τής αυτάρκειας ο μέγιστος καρπός είναι η ελευθερία».
  1. «Ο γενναίος καταγίνεται κυρίως με την σοφία και την φιλία, από τα οποία το ένα είναι θνητό αγαθό και το άλλο είναι αθάνατο».
  1. «Ο ατάραχος δεν ενοχλείται ούτε από τον εαυτό του ούτε από άλλον[194]».
  1. «Γιά τον νέο άνθρωπο, μερίδιο σωτηρίας[195] είναι η επιτήρηση τής ηλικίας του[196] και η προφύλαξή του έναντι όσων[197] μολύνουν τα πάντα μέσω των αφροδίσιων επιθυμιών».
  1. «Ούτε ο πλούτος, ακόμη και όταν είναι ο μεγαλύτερος, ούτε η τιμή και ο θαυμασμός, που προέρχονται από τον πολύ κόσμο, ούτε κάτι άλλο, απ’ όσα προέρχονται από τις απεριόριστες αιτίες[198], δεν διαλύει την ψυχική ταραχή και δεν γεννά την αξιόλογη χαρά».
* * * * * * *

Παράρτημα

Α΄

Η επιστολή τού Επίκουρου

προς τον Μενοικέα

 

……….«Ο Επίκουρος χαιρετά τον Μενοικέα:

……….Ούτε – όντας νέος – ν’ αργεί κάποιος να φιλοσοφήσει, ούτε – όντας γέροντας – να θεωρεί κόπο την φιλοσοφία, γιατί κανείς δεν είναι ούτε πρόωρος ούτε παράκαιρος γι’ αυτό που δίνει υγεία στην ψυχή. Όποιος λέει ότι ακόμη δεν ήρθε ο καιρός γιά να φιλοσοφήσει ή ότι πέρασε ο καιρός αυτός, μοιάζει μ’ εκείνον που λέει ότι ακόμη δεν έφτασε ή ότι πέρασε ο καιρός τής ευδαιμονίας. Άρα, πρέπει να φιλοσοφεί και ο νέος και ο γέροντας. Ο πρώτος γιά να είναι νέος και συνάμα γέροντας[199], εξαιτίας τής αφοβίας του απέναντι σε όσα θα συμβούν. Ο δεύτερος γιά να γερνά και να παραμένει νέος, εξαιτίας των αγαθών γεγονότων που χάρηκε. Πρέπει, λοιπόν, να μελετούμε όσα δίνουν την ευδαιμονία, γιατί, όταν αυτή είναι παρούσα, έχουμε τα πάντα, ενώ όταν απουσιάζει, κάνουμε τα πάντα γιά να την αποκτήσουμε.

……….Όσα συνεχώς σού παράγγελνα, αυτά και να τα κάνεις και να τα μελετάς, θεωρώντας τα ως στοιχεία τής ωραίας ζωής. Πρώτα να θεωρείς ότι ο Θεός είναι άφθαρτο και μακάριο ον, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή περί Θεού νοητική παράσταση, και να μην του προσάπτεις τίποτε ξένο προς την αφθαρσία του και τίποτε αταίριαστο προς την μακαριότητά του. Πίστευε γι’ αυτόν καθετί που δύναται να διαφυλάξει την αφθαρσία και την μακαριότητά του, γιατί οι Θεοί υπάρχουν, αφού η γνώση, που έχουμε γι’ αυτούς, είναι ολοκάθαρη, αλλά αυτοί δεν είναι τέτοιοι, όπως τους θεωρεί ο πολύς λαός, επειδή ο ίδιος δεν διαφυλάττει ακέραια την αρχική θεώρησή του γι’ αυτούς[200]. Ασεβής δεν είναι όποιος δεν αποδέχεται τους Θεούς των πολλών, αλλά όποιος προσάπτει στους Θεούς τις δοξασίες των πολλών, διότι δεν είναι αντιλήψεις οι ισχυρισμοί των πολλών γιά τους Θεούς, αλλά ψεύτικες δοξασίες, σύμφωνα με τις οποίες από τους Θεούς προκαλούνται οι μεγαλύτερες βλάβες – στους κακούς – καθώς και οι ωφέλειες[201]. Επειδή οι άνθρωποι είναι παντοτινά εξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται όσους τους μοιάζουν, αλλά θεωρούν ξένο καθετί που δεν είναι σαν αυτούς[202].

……….Συνήθισε να θεωρείς ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε γιά εμάς, επειδή κάθε αγαθό και κακό υπάρχει στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι στέρηση τής αίσθησης. Γι’ αυτό, η ορθή γνώση τού ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε γιά εμάς, κάνει απολαυστική την θνητή ζωή μας, όχι επειδή μάς προσθέτει άπειρο χρόνο, αλλά επειδή μάς αφαιρεί τον πόθο τής αθανασίας.

……….Τίποτε φοβερό δεν υπάρχει στην ζωή γιά όποιον καλά έχει καταλάβει ότι τίποτε δεινό δεν υπάρχει όταν παύει να ζει. Άρα, είναι ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται τον θάνατο όχι επειδή θα τον λυπήσει με την παρουσία του, αλλά επειδή τον λυπεί το ότι πρόκειται να έρθει. Αυτό, που δεν ενοχλεί με την παρουσία του, άδικα λυπεί όταν το αναμένουμε. Το πιό φρικτό κακό, λοιπόν, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε γιά εμάς, επειδή ακριβώς ο θάνατος δεν υπάρχει όταν εμείς υπάρχουμε, ενώ όταν ο θάνατος υπάρχει, τότε δεν υπάρχουμε εμείς. Άρα, ούτε με τους ζωντανούς σχετίζεται, ούτε με τους νεκρούς, επειδή ακριβώς γιά τους πρώτους δεν υπάρχει, ενώ οι δεύτεροι δεν υπάρχουν. Ο πολύς λαός, όμως, άλλοτε αποφεύγει τον θάνατο, ως το πιό μεγάλο κακό, και άλλοτε τον επιλέγει, ως ανάπαυση από τα κακά τής ζωής, ενώ ο σοφός ούτε παραιτείται από την ζωή, ούτε φοβάται το να μην ζει, διότι ούτε αντιτίθεται στην ζωή, ούτε θεωρεί ότι είναι κακό το να μην ζει. Όπως ακριβώς δεν επιλέγει απλά το περισσότερο, αλλά το πιό ευχάριστο φαγητό, έτσι κάνει και με τον χρόνο τής ζωής του: δεν απολαμβάνει τον περισσότερο, αλλά τον πιό ευχάριστο. Εκείνος, πάλι, που ζητά από τον νέο να ζει καλά, και από τον γέροντα να γερνά[203] καλά, είναι ανόητος, όχι μόνον γιατί η ζωή είναι κάτι επιθυμητό, αλλά και γιατί η ίδια είναι μελέτη τού να ζει κάποιος ωραία και τού να πεθαίνει ωραία.

……….Πολύ χειρότερος είναι εκείνος που λέει ότι «ωραίο είναι να μην γεννηθείς, αλλά, εφόσον γεννήθηκες, πέρνα τις πύλες τού Άδη όσο ταχύτερα μπορείς[204]». Εάν, λοιπόν, αυτό το λέει επειδή το πιστεύει, τότε γιατί δεν φεύγει απ’ την ζωή; Αυτό τού είναι εύκολο, εάν έχει πάρει μία βέβαιη απόφαση. Εάν, πάλι, το λέει περιπαικτικά, είναι ανόητος εκεί που δεν επιτρέπονται ανοησίες.

……….Πρέπει να θυμάσαι ότι το μέλλον ούτε είναι ούτε δεν είναι εξολοκλήρου δικό μας, οπότε να μην περιμένουμε ότι οπωσδήποτε θα έρθει, ούτε οπωσδήποτε ν’ απελπιζόμαστε μήπως δεν έρθει.

……….Πρέπει, επίσης, ν’ αναλογιστείς ότι άλλες επιθυμίες είναι φυσικές και άλλες είναι μάταιες. Από τις φυσικές, άλλες είναι αναγκαίες και άλλες είναι μόνον φυσικές. Από τις αναγκαίες, άλλες είναι αναγκαίες γιά την ευδαιμονία, άλλες γιά να μένει το σώμα ανενόχλητο, και άλλες γιά την ίδια την ζωή. Η χωρίς πλάνη θεώρηση αυτών γνωρίζει πώς να μας κατευθύνει στην αναγωγή κάθε προτίμησης και αποφυγής προς την σωματική υγεία και την ψυχική αταραξία, επειδή αυτό είναι ο σκοπός τής μακάριας ζωής, κ’ επειδή κάνουμε τα πάντα γι’ αυτό: γιά να μην πονούμε και γιά να μην ταραζόμαστε. Αν μιά φορά το εξασφαλίσουμε, ηρεμεί κάθε ψυχική θύελλα, επειδή το ον[205] δεν χρειάζεται να κινηθεί προς κάτι που του λείπει, ν’ αναζητήσει κάτι που να συμπληρώνει το ψυχικό και το σωματικό αγαθό, διότι τότε χρειαζόμαστε την ηδονή, όταν πονούμε εξαιτίας τής απουσίας τής ηδονής, ενώ όταν δεν πονούμε, δεν χρειαζόμαστε πιά την ηδονή. Και γι’ αυτό λέμε ότι η ηδονή είναι αρχή και τέλος τής μακάριας ζωής, γιατί αυτήν γνωρίζουμε ως πρώτο και σύμφυτό μας αγαθό, και από αυτήν ξεκινά κάθε επιλογή και αποφυγή μας, και σ’ αυτήν καταλήγουμε, έχοντας την αίσθησή της ως κανόνα, με τον οποίον κρίνουμε κάθε αγαθό.

……….Αφού, λοιπόν, αυτή είναι το πρώτο και σύμφυτό μας αγαθό, γι’ αυτό και δεν επιλέγουμε κάθε ηδονή, αλλά κάποτε προσπερνούμε πολλές ηδονές, όταν εξαιτίας τους προκύπτουν γιά εμάς περισσότερες δυσχέρειες. Επίσης, πολλούς πόνους τούς θεωρούμε ανώτερους από τις ηδονές, εφόσον γιά εμάς η ηδονή – που τους ακολουθεί – είναι μεγαλύτερη όταν γιά πολύ χρόνο υπομείνουμε τους πόνους. Κάθε ηδονή, λοιπόν, επειδή έχει φύση συγγενική με την δική μας, είναι αγαθό, ωστόσο δεν επιλέγουμε την κάθε ηδονή, όπως ακριβώς και κάθε πόνος είναι κακό, όμως εκ φύσεως δεν μπορεί ν’ αποφευχθεί πάντοτε ο κάθε πόνος. Επιβάλλεται, λοιπόν, να τα κρίνουμε όλ’ αυτά συγκρίνοντάς τα μεταξύ τους και βλέποντας ποιά είναι συμφέροντα και ποιά είναι ασύμφορα, γιατί κάποτε χρησιμοποιούμε το αγαθό ως κακό ή – αντίθετα – το κακό ως αγαθό.

……….Μεγάλο αγαθό θεωρούμε και την αυτάρκεια, όχι γιά να χρησιμοποιούμε πάντοτε τα λίγα, αλλά γιά ν’ αρκούμαστε στα λίγα όταν δεν έχουμε τα πολλά, έχοντας σαφή πεποίθηση ότι πολύ ευχάριστα απολαμβάνουν την πολυτέλεια όσοι την χρειάζονται λιγότερο, και ότι καθετί φυσικό αποκτιέται εύκολα, ενώ το μάταιο αποκτιέται δύσκολα, και ότι οι λιτές τροφές παρέχουν ίση ηδονή με τα πολυτελή γεύματα, εφόσον εξαλείφουν πλήρως τον πόνο που προέρχεται απ’ την ένδεια[206], και ότι το ψωμί και το νερό επιφέρουν την πιό ακραία ηδονή, εφόσον κάποιος τα παίρνει όταν τα έχει ανάγκη. Το να συνηθίζει, λοιπόν, κάποιος στην απλή και μη πολυτελή διατροφή είναι ωφέλιμο και στην υγεία, ενώ κάνει τον άνθρωπο άοκνο[207] και στις ενασχολήσεις τού βίου του, και μας δίνει καλύτερη διάθεση όταν – πότε-πότε – βρισκόμαστε σε πολυτελή γεύματα, και μας προετοιμάζει ώστε να είμαστε άφοβοι απέναντι στις εναλλαγές τής τύχης.

……….Όταν, λοιπόν, λέμε ότι σκοπός μας είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων ή των απολαύσεων – όπως νομίζουν μερικοί που αγνοούν ή διαφωνούν ή είναι κακώς πληροφορημένοι – αλλά το να μην έχουμε σωματικούς πόνους και να μην ταράζεται η ψυχή μας. Τον ευχάριστο βίο, λοιπόν, δεν τον γεννούν ούτε τα ποτά και οι συνεχείς διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις αγοριών και γυναικών, ούτε ψαριών και των άλλων τροφών που προσφέρουν τα πολυτελή τραπέζια, αλλά ο νηφάλιος λογισμός[208], που ερευνά τις αιτίες κάθε επιλογής και αποφυγής, και διώχνει τις δοξασίες[209], εξαιτίας των οποίων μεγάλη ταραχή καταλαμβάνει τις ψυχές.

……….Αρχή και μέγιστο αγαθό όλων αυτών είναι η φρόνηση[210], και γι’ αυτό πολυτιμότερη από την φιλοσοφία είναι η φρόνηση, απ’ την οποία γεννιούνται και όλες οι άλλες αρετές, και αυτή είναι που διδάσκει ότι δεν μπορούμε να ζούμε ευχάριστα εάν δεν ζούμε και φρόνιμα και ωραία και δίκαια, ούτε μπορούμε να ζούμε φρόνιμα και ωραία και δίκαια εάν δεν ζούμε ευχάριστα, εφόσον οι αρετές γεννιούνται μαζί με την ευχάριστη ζωή, και η ευχάριστη ζωή είναι αχώριστη απ’ αυτές.

……….Ποιός, λοιπόν, νομίζεις ότι είναι καλύτερος από εκείνον τον άνθρωπο που έχει σωστές αντιλήψεις γιά τους Θεούς και που είναι παντοτινά άφοβος απέναντι στον θάνατο και που έχει κατανοήσει τον σκοπό τής φύσης και που πιστεύει ότι εύκολα καλύπτεται και αποκτιέται το ύψιστο αγαθό, ενώ το ύψιστο κακό έχει σύντομη διάρκεια ή λίγους πόνους; Όσο γιά εκείνη την δύναμη, την ειμαρμένη[211], που μερικοί την παρουσιάζουν ως κυρίαρχο των πάντων, αυτός ο άνθρωπος την περιγελά, βεβαιώνοντας μάλλον ότι κάποια πράγματα γίνονται κατ’ ανάγκη, κάποια άλλα κατά τύχη, και κάποια άλλα εξαιτίας μας, γιατί βλέπει ότι η ανάγκη είναι ανυπεύθυνη και η τύχη άστατη, ενώ η δραστηριότητά μας είναι ελεύθερη, οπότε εκ φύσεως συνοδεύεται και από την μομφή και από τον έπαινο, κ’ έπειτα είναι προτιμότερο ν’ ακολουθούμε τον περί Θεών μύθο[212], παρά να υποδουλωνόμαστε στην ειμαρμένη των φυσικών φιλοσόφων, γιατί ο πρώτος τονίζει ότι – μέσω τής τιμής προς τους Θεούς – υπάρχει κάποια ελπίδα εξιλέωσης, ενώ η δεύτερη θεωρεί την ανάγκη ως άσχετη προς την εξιλέωση[213].

……….Αυτός ο άνθρωπος την τύχη δεν την θεωρεί Θεά, όπως πιστεύει ο πολύς λαός, γιατί τίποτε δεν γίνεται από τον Θεό χωρίς τάξη, ούτε την θεωρεί αβέβαιη αιτία, γιατί δεν πιστεύει ότι από αυτήν δίνεται το αγαθό ή το κακό γιά την μακάρια ζωή των ανθρώπων, παρ’ όλο που η τύχη χορηγεί την αρχή των μεγάλων αγαθών ή κακών. Πιστεύει, λοιπόν, ότι είναι προτιμότερο ν’ ατυχήσει έχοντας συλλογιστεί καλά, παρά να ευτυχήσει χωρίς να έχει συλλογιστεί, γιατί είναι καλύτερα – στις ανθρώπινες πράξεις – να μην έρθει σε πέρας εκείνο που επιλέχθηκε σωστά, παρά κατά τύχη να έρθει σε πέρας εκείνο που επιλέχθηκε κακά.

……….Μελέτα, λοιπόν, αυτά και τα συγγενικά τους, μόνος σου, ημέρα και νύχτα, ή μαζί με κάποιον όμοιό σου[214], και ποτέ δεν θα ταραχθείς, ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνιο σου, και θα ζήσεις σαν Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους, γιατί καθόλου δεν μοιάζει με θνητό ον ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά».

.

Β΄

Η διαθήκη τού Επίκουρου

.

……….«Σύμφωνα με την παρούσα διαθήκη, αφήνω όλη την περιουσία μου στον Αμυνόμαχο τού Φιλοκράτη, από τον δήμο Βατή, και στον Τιμοκράτη τού Δημητρίου, από τον δήμο Ποταμού, κατά την δωρεά που γιά τον καθένα τους έχω αναγράψει στο Μητρώο[215], ώστε να παραχωρήσουν τον κήπο[216] και τους πλησίον χώρους[217] του στον Μυτιληναίο Έρμαρχο τού Αγεμόρτου και σε όσους μαζί του φιλοσοφούν και σε όσους ο Έρμαρχος αφήσει διαδόχους του στην φιλοσοφία, γιά ν’ ασχολούνται με την φιλοσοφία.

……….Σε όσους πάντοτε φιλοσοφούν όπως εγώ, καθώς και στους κληρονόμους τους, ως παρακαταθήκη αφήνω να φροντίζουν κατά το δυνατόν, μαζί με τον Αμυνόμαχο και τον Τιμοκράτη, την λειτουργία τού κήπου, ώστε και αυτοί να διατηρήσουν τον κήπο όσο ασφαλέστερο γίνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, καθώς κ’ εκείνοι, στους οποίους οι δικοί μας φιλόσοφοι θα τον παραδώσουν.

……….Την οικία μου, στην Μελίτη, ο Αμυνόμαχος και ο Τιμοκράτης ας την παραχωρήσουν στον Έρμαρχο, ώστε να κατοικήσει εκεί με όσους φιλοσοφούν μαζί του, γιά όσα χρόνια ζήσει ο Έρμαρχος.

……….Από τα εισοδήματα, που προκύπτουν απ’ όσα[218] έχω δωρίσει στον Αμυνόμαχο και στον Τιμοκράτη, ας παρακρατηθεί ένα μέρος, κατά το δυνατόν, σε συμφωνία με τον Έρμαρχο, με σκοπό να διατεθεί στις προσφορές – στην μνήμη τού πατέρα, τής μητέρας και των αδελφών μου – καθώς και στην ημέρα των γενεθλίων μου, την οποία συνηθίζουμε να εορτάζουμε κατ’ έτος, την προηγουμένη τής δεκάτης τού Γαμηλιώνος, αλλά και στην τακτική συνάθροιση όσων φιλοσοφούν όπως εγώ, που κάνουμε στις είκοσι κάθε μήνα, στην μνήμη την δική μου και τού Μητροδώρου. Επίσης, να εορτάζουν την ημέρα των αδελφών, κατά τον μήνα Ποσειδεώνα, και την ημέρα τού Πολυαίνου, κατά τον Μεταγειτνιώνα, όπως ακριβώς έκανα κ’ εγώ.

……….Ο Αμυνόμαχος και ο Τιμοκράτης να φροντίσουν τον Επίκουρο, γιό τού Μητροδώρου, και τον γιό τού Πολυαίνου, ενόσω αυτοί θα φιλοσοφούν και θα συζούν με τον Έρμαρχο. Επίσης, ν’ αναλάβουν και την επιμέλεια τής θυγατέρας τού Μητροδώρου και – όταν ενηλικιωθεί – να την παντρέψουν με όποιον ο Έρμαρχος επιλέξει μεταξύ όσων φιλοσοφούν μαζί του, εάν αυτή είναι εύτακτη και πειθαρχεί στον Έρμαρχο. Από τα εισοδήματα που έχουμε, ο Αμυνόμαχος και ο Τιμοκράτης να δώσουν σ’ αυτούς – γιά την διατροφή τους – όσα κατ’ έτος φαίνεται να χρειάζονται, μετά από συνεννόηση με τον Έρμαρχο.

……….Μαζί τους, να κάνουν και τον Έρμαρχο κύριο των εισοδημάτων, ώστε όλα να γίνονται με την συναίνεση αυτού που μαζί μου γέρασε φιλοσοφώντας και ορίστηκε ηγέτης εκείνων που φιλοσοφούν όπως εγώ. Την προίκα τού θηλυκού παιδιού – όταν ενηλικιωθεί – να την ξεχωρίσουν και να την αφαιρέσουν από την περιουσία μας, όσο αυτή επιδέχεται, ζητώντας και την γνώμη τού Ερμάρχου.

……….Να φροντίσουν και τον Νικάνορα, όπως ακριβώς έκανα εγώ ώστε, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, τίποτε από τ’ αναγκαία να μην στερηθούν όσοι από τους φιλοσόφους – όταν είχα ανάγκη – μού συμπαραστάθηκαν με την περιουσία τους και μού έδειξαν όλη την οικειότητά τους και προτίμησαν να γεράσουν μαζί μου φιλοσοφώντας.

………Να δώσουν όλα τα βιβλία μου στον Έρμαρχο.

……….Εάν, ωστόσο, κάτι ανθρώπινο συμβεί στον Έρμαρχο πριν ενηλικιωθούν τα παιδιά τού Μητροδώρου, τότε ο Αμυνόμαχος και ο Τιμοκράτης – εάν αυτά δείξουν καλή διαγωγή – να τους δώσουν όσα είναι αναγκαία, από τα εισοδήματα που άφησα, στο μέτρο τού δυνατού. Να φροντίσουν και γιά όλα τ’ άλλα, όπως είχαμε συμφωνήσει, ώστε όλα να γίνονται όπως έχουμε αποδεχθεί.

……….Από τους δούλους, αφήνω ελεύθερο τον Μυ, τον Νικία και τον Λύκωνα. Επίσης, ελεύθερη αφήνω και την Φαίδριον».


Επιλογή ελληνόγλωσσης βιβλιογραφίας
  • Βαρβιτσιώτης Θ., Λεξικόν Αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα, 1997.
  • Buchwald W. – Hohlweg A. – Prinz Ot., Tusculum – Λεξικόν, Αθανάσιος Φουρλάς, Αθήνα, 1993.
  • Burkert W., Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, Καρδαμίτσας, Αθήνα, 1993.
  • Γεωργιάδης Α., Ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα, Γεωργιάδης, Αθήνα, 2002.
  • Επίκουρος – Άπαντα, Κάκτος, Αθήνα, 1994.
  • Θεοδωρίδης Χ., Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (ανατύπωση), Αθήνα, 2000.
  • Θεοδωρίδης Χ., Επίκουρος, Αθήνα, 1954.
  • Ιστορία τού Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα, 1971-1979.
  • Καραγιάννης Γ., Ο παιδαγωγικός Έρως στην Αρχαία Ελλάδα, Μαίανδρος, Θεσσαλονίκη, 2003.
  • Kroh P., Λεξικό Αρχαίων Συγγραφέων, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 1996.
  • Λέσκυ Α., Ιστορία τής Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, 1990.
  • Λωρέντης Ν., Λεξικόν των Αρχαίων Μυθολογικών, Ιστορικών και Γεωγραφικών Κυρίων Ονομάτων, Βιέννη, 1837.
  • Long A. A., Η ελληνιστική φιλοσοφία: Στωικοί – Επικούρειοι – Σκεπτικοί, Μ. Ι. Ε. Τ., Αθήνα, 1987.
  • Ματσούκας Ν., Ιστορία τής Φιλοσοφίας, Θεσσαλονίκη, 1993.
  • Μιχαηλίδης Σ., Εγκυκλοπαίδεια τής Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής, Αθήνα.
  • Σκουτερόπουλος Ν. Μ., Επίκουρος, σειρά: Στοχασμοί (12), Στιγμή, Αθήνα, 2000.
  • Συκουτρής Ι., Αρχαία Επιστολογραφία, Αθήνα, 1988.
  • Συκουτρής Ι., Πλάτωνος Συμπόσιον, Αθήνα, 1990.
  • Τσέλλερ-Νέστλε, Ιστορία τής Ελληνικής Φιλοσοφίας, Αθήνα, 2000.
Επιλογή ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας
  • Amerio R., Lepicureismo, Torino, 1953.
  • Amerio R., Epicuro – Epistola a Meneceo, Massime Capitali, Gnomologio Vaticano, Frammenti e testimonianze, Torino, 1957.
  • Arrighetti G., Epicuro – Opere, Torino, 1973.
  • Babut D., La religion des philosophes grecs, Paris, 1974.
  • Bailey C., Epicurus – The extant remains, Oxford, 1975.
  • Bailey C., The Greek Atomists and Epicurus, New York, 1964.
  • Bignone E., Epicuro – Opere, Frammenti, Testimonianze, Bari, 1920.
  • Bollack J. – Wissmann H., La Lettre d’ Epicure, Paris, 1971.
  • Bollack J., La pensée du plaisir – Epicure: textes moraux commentaires, Paris, 1975.
  • Boyancé P., Epicure, Paris, 1969.
  • Brun J., Epicure et les Epicuriens, Paris, 1961.
  • Brun J., L’ épicurisme, Paris, 1959.
  • Capone Braga G., Studi su Epicuro, Milano, 1951.
  • Cobet C. G., Diogenis Laertii vitae philosophorum, Paris, 1850.
  • Desideri A., Storia e storiografia, G. D’ Anna, Milano, 1989.
  • Diano C., Epicuri Ethica, Firenze, 1946.
  • Engelhardt H. T., Bioethics and Secular Humanism – The Search for a Common Morality, London / Philadelphia, 1991.
  • Fallot J., Le plaisir et la mort dans la philosophie d’ Epicure, Paris, 1951.
  • Farrington B., The faith of Epicurus, London, 1967.
  • Guthrie W. K. C., A History of Greek Philosophy, vol. IV, Cambridge, 1975.
  • Guyau J. M., La morale d’ Epicure et ses rapports avec les doctrines contemporaines, Paris, 1878.
  • Innocenti P., Epicuro, Firenze, 1975.
  • Isnardi Parente M., Opere di Epicuro, Classici U. T. E. T., Torino, 1974.
  • Long A. A., Hellenistic Philosophy, London, 1974.
  • Massa Positano L., Epicurea, Catania, 1970.
  • Mates B., Stoic Logic, University of California Press, 1953.
  • McKenny G. P., To Relieve the Human Condition – Bioethics, Technology, and the Body, Albany, 1997.
  • Mondolfo R., L’ infinito nel pensiero dell’ Antichità classica, Firenze, 1956.
  • Oates W. J., The Stoic and Epicurean Philosophers, New York, 1940.
  • Panichas G. A., Epicurus, New York, 1967.
  • Paratore E., L’ epicureismo e la sua diffusione nel mondo latino, Roma, 1960.
  • Pesce D., Il pensiero stoico ed epicureo, Firenze, 1958.
  • Pesce D., Saggio su Epicuro, Roma – Bari, 1974.
  • Pujana Arza J. J., Politeia, Klasikoak S. A., Bilbo, 1993.
  • Rist J. M., Epicure – An Introduction, Cambridge, 1972.
  • Rodis – Lewis G., Epicure et son école, Paris, 1976.
  • Shapiro H. – Curley E. M., Hellenistic Philosophy – Selected Readings in Epicureanism, Stoicism etc., New York, 1965.
  • Solovine M., Epicure – Doctrines et Maximes, Paris, 1925.
Υποσημειώσεις

[1] Οι νεοελληνικές μεταφράσεις τού παρόντος κεφαλαίου στηρίζονται στο πρωτότυπο αρχαιοελληνικό κείμενο των ακόλουθων εκδόσεων: Cobet C. G., Diogenis Laertii vitae philosophorum, Paris, 1850, και Long H. S., Diogenis Laertii vitae philosophorum, O. C. T., Oxford, 1964.

[2] Αθηναίοι έποικοι, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν αγροτεμάχια τής Σάμου.

[3] Ξενοκράτης ο Χαλκηδόνιος: πλατωνικός φιλόσοφος τού 4ου π.Χ. αιώνα, διευθυντής τής περίφημης πλατωνικής Ακαδημίας.

[4] Αριστοτέλης ο Σταγιρίτης: διάσημος φιλόσοφος και φυσικός επιστήμονας, διδάσκαλος και σύμβουλος τού Μεγάλου Αλεξάνδρου. Γεννήθηκε στα 384 και πέθανε στα 323 π.Χ.

[5] Σχολή των Επικουρείων φιλοσόφων.

[6] Η έννοια τού «χάους» στον Ησίοδο συνεχίζει ν’ απασχολεί – μέχρι τις μέρες μας – πολλούς μελετητές τής Κοσμογονίας, τής Μυθολογίας και τής Φιλοσοφίας.

[7] Ησίοδος ο Ασκραίος: επικός ποιητής τού 8ου π.Χ. αιώνα, από την Άσκρα τής Βοιωτίας.

[8] Δημόκριτος ο Αβδηρίτης: φιλόσοφος που έζησε στα τέλη τού 5ου και στις αρχές τού 4ου π.Χ. αιώνα. Υπήρξε ο πατέρας τής «Ατομικής θεωρίας».

[9] Σχετικά με αυτόν τον δούλο, βλέπε και στο παράρτημα, «Η διαθήκη τού Επίκουρου».

[10] Μεταξύ των Στωικών και των Επικουρείων είχε αναπτυχθεί μεγάλη αντιπαλότητα, η οποία – πολλές φορές – έκανε χρήση ανέντιμων όπλων.

[11] Χρύσιππος: στωικός φιλόσοφος, που γεννήθηκε στα 280 π.Χ., στους Σόλους τής Κιλικίας, και απεβίωσε στα 206 π.Χ. Υπήρξε μία ιδιαίτερα παράξενη προσωπικότητα.

[12] «Εικάς» είναι η εικοστή μέρα τού μήνα.

[13] Αρίστιππος ο Κηρυναίος: φιλόσοφος και συγγραφέας, που γεννήθηκε στα 435 και απεβίωσε στα 336 π.Χ.

[14] Αυτές οι προσφωνήσεις απευθύνονταν στους Θεούς, κυρίως στον Απόλλωνα.

[15] «Απόκρυφες»: μη διαδεδομένες, περιορισμένες μόνον εντός τής σχολής.

[16] Επειδή, δηλαδή, τον έκαναν διάσημο.

[17] Ανάμεσα στους μαθητές τού Επίκουρου συμπεριλαμβάνονταν πολλές, όμορφες, διακεκριμένες και ιδιαίτερα καλλιεργημένες εταίρες τής αρχαιότητας.

[18] Τις ηδονές τού απλού και καλού φαγητού.

[19] Την ηδονή τής συνουσίας.

[20] Την μουσική και το τραγούδι.

[21] Τής εξωτερικής εμφάνισης, τής ομορφιάς.

[22] Ποσό υπερβολικό γιά εκείνη την εποχή.

[23] Εννοείται: ο Επίκουρος.

[24] Εύκαμπτο και γλοιώδη όπως τα μαλάκια (χταπόδια, σουπιές κ.ά.), δηλαδή κόλακα και χαμερπή.

[25] Κόλακες τού Διονυσίου, τυράννου των Συρακουσών.

[26] Πλάτων ο Αθηναίος: κορυφαίος φιλόσοφος από την Αθήνα, πιστός φίλος και μαθητής τού Σωκράτη, πατέρας τής «θεωρίας των Ιδεών» και ιδρυτής τής Ακαδημίας. Γεννήθηκε στα 427 και απεβίωσε στα 347 π.Χ., ανήμερα των γενεθλίων του.

[27] Εννοείται: έλαβε μέρος στις εκστρατείες τού Μεγάλου Αλεξάνδρου.

[28] Πρωταγόρας: σοφιστής τού 5ου π.Χ. αιώνα. Καταγόταν από τα Άβδηρα.

[29] Ηράκλειτος ο Εφέσιος, ο επωνομαζόμενος «σκοτεινός» και «αινικτής»: Ίωνας φιλόσοφος, που γεννήθηκε στα 540 και απεβίωσε – κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες – στα 480 π.Χ.

[30] Χλευαστική προσωνυμία. «Λήρος» είναι η φλυαρία, το παραλήρημα.

[31] Χλευαστική προσωνυμία. «Σάννας» είναι ο γελωτοποιός, και «σάννιον» είναι το ανδρικό γεννητικό μόριο.

[32] Πύρρων ο Ηλείος: φιλόσοφος, ιδρυτής τής σχολής των Σκεπτικών, πατέρας τού Σκεπτικισμού, τού Αγνωστικισμού και τής «θεωρίας τής Σχετικότητας». Γεννήθηκε στα 360 και απεβίωσε στα 270 π.Χ.

[33] Καρνεάδης: σκεπτικός φιλόσοφος από την Κυρήνη. Γεννήθηκε στα 214 και απεβίωσε στα 129 π.Χ.

[34] Ένας πραγματικός κήπος, έδρα τής φιλοσοφικής σχολής τού Επίκουρου.

[35] Πυθαγόρας ο Σάμιος: φιλόσοφος, θεολόγος, μαθηματικός, φυσικός και μύστης, που έζησε μεταξύ τού 6ου και τού 5ου π.Χ. αιώνα.

[36] Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος: διακεκριμένος φιλόσοφος, διδάσκαλος τού Περικλή, τού Ευριπίδη και τού Σωκράτη. Γεννήθηκε στα 500 και απεβίωσε στα 428 π.Χ.

[37] Αρχέλαος ο Αθηναίος: ένας από τους τελευταίους προσωκρατικούς φιλοσόφους, διδάσκαλος τού Σωκράτη. Γεννήθηκε γύρω στα 480 και απεβίωσε στα 410 π.Χ.

[38] Ο Επίκουρος, στα κείμενά του, επιμελούνταν ιδιαιτέρως την σαφήνεια, την λιτότητα, την συντομία και την κυριολεξία.

[39] Ο Επίκουρος γεννήθηκε στα 341 και απεβίωσε στα 270 π.Χ.

[40] Βλέπε Παράρτημα, Β΄.

[41] Παλλακίδα: συμβία, ούτε σύζυγος ούτε εταίρα.

[42] Εκείνη την εποχή, τα βιβλία είχαν την μορφή κυλίνδρων.

[43] Είτε στον Ζήνωνα τον Ελεάτη (490-415 π.Χ.), είτε στον Ζήνωνα τον Κιτιέα (4ος με 3ο π.Χ. αιώνα).

[44] Βλέπε Παράρτημα, Α΄.

[45] Δηλαδή «περί προτιμήσεων και αποφυγών».

[46] Διαλεκτική: φιλοσοφική μέθοδος που αναζητά την αλήθεια μέσω ερωταποκρίσεων.

[47] Όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση και αφή.

[48] Οι έννοιες που ήδη υπάρχουν στο μυαλό μας.

[49] Ηδονή και πόνος.

[50] Ένα είδος «διανοητικής ενόρασης».

[51] Στερείται λογικής.

[52] Όσα δεν φαίνονται, αν και υπάρχουν.

[53] Όσα υπάρχουν και φαίνονται.

[54] Αυτό που «δεν είναι», που δεν υφίσταται, που δεν υπάρχει.

[55] Το άλγος, δηλαδή ο πόνος και η λύπη.

[56] Εννοείται: οι φιλοσοφικές αναζητήσεις των Επικουρείων.

[57] Στο σημείο αυτό, το αρχαίο κείμενο είναι φθαρμένο.

[58] Τάματα.

[59] Δηλαδή ως ανταμοιβή γιά την διδασκαλία του.

[60] Η δεύτερη είναι η ευδαιμονία των θνητών όντων.

[61] Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο τού ρήματος δύναται να εξηγηθεί με δύο τρόπους: είτε ο Διογένης εκδηλώνει την ταύτιση των προσωπικών απόψεών του μ’ εκείνες τού Επίκουρου και των μαθητών του, είτε παραθέτει απόσπασμα άλλου συγγραφέα – προφανώς Επικούρειου – ξεχνώντας ν’ αναφέρει την πηγή του.

[62] Όσα αναλώνονται, φθείρονται, τρώγονται.

[63] Ο Θεός.

[64] Άρα, ούτε αποφασίζει να βλάψει, ούτε αποφασίζει να ωφελήσει.

[65] Το διαλυμένο ον, η διαλυμένη ψυχοσωματική οντότητα που ονομάζεται άνθρωπος.

[66] Βλέπε Παράρτημα, Α΄.

[67] Καθενός είδους πόνου.

[68] Οι τέσσερις πρώτες «Κύριες Δόξες» αποτελούν την βάση τής ηθικής φιλοσοφίας τού Επίκουρου. Οι μαθητές τού Κήπου τις ονόμαζαν «τετραφάρμακον», δηλαδή τα τέσσερα φάρμακα («γιατρικά») που αποθεραπεύουν τις συνέπειες των θεμελιωδών ανησυχιών (Θεός, θάνατος, αγαθό, κακό) τού ανθρώπου, που διατηρούν υγιή τον νου τού φιλοσόφου, που απομακρύνουν την ταραχή από την ψυχή του.

[69] «Είναι, λοιπόν, η δικαιοσύνη σαν ένα σύστημα συναρμογής των μερών τής ψυχής, και τέλεια αρετή και πανυπέρτατη, επειδή τα πάντα είναι μέσα της, ενώ τ’ άλλα αγαθά τής ψυχής δεν υφίστανται χωρίς αυτήν, γι’ αυτό και η δικαιοσύνη κατέχει μεγάλη εξουσία και μέσα στους Θεούς και μέσα στους ανθρώπους. Αυτή εδώ η αρετή, λοιπόν, συνέχει και την θεϊκή και την ανθρώπινη κοινωνία τού όλου και τού σύμπαντος. Μεταξύ των ουράνιων Θεών ονομάζεται θέμις, και μεταξύ των χθόνιων Θεών δίκη, και μεταξύ των ανθρώπων νόμος. Αυτά είναι σημεία και σύμβολα τού ότι η δικαιοσύνη είναι πανυπέρτατη αρετή» (Θεάγης ο Πυθαγόρειος, «Περί αρετής»).

[70] Ο πολιτικά ή οικονομικά ισχυρός άνθρωπος δύναται – ορισμένες φορές – να αισθάνεται ασφαλής έναντι των συνανθρώπων του. Αυτό, όμως, δεν ισχύει ούτε πάντοτε ούτε γιά όλους.

[71] Οι τρόποι μέσω των οποίων θέλουμε να φτάσουμε στην ηδονή.

[72] Συνεπώς, οι ηδονές διαφοροποιούνται ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο εκδήλωσής τους.

[73] Των ακόλαστων, των κατ’ εξοχήν φιλήδονων.

[74] Τα φυσικά φαινόμενα που συμβαίνουν πολύ μακριά από την επιφάνεια τής Γης και που δεν εξηγούνται ή εξηγούνται δύσκολα.

[75] «Κακό» είναι ο πόνος (το άλγος) και η λύπη.

[76] «Αλγηδών» (αλγηδόνα) είναι ο σωματικός και ο ψυχικός πόνος.

[77] Ο λόγος αφορά τα φυσικά φαινόμενα, και ιδιαιτέρως τα μετεωρολογικά και τ’ αστρονομικά.

[78] Εξαιτίας των μυθολογικών διδασκαλιών.

[79] Πρόκειται γιά τα ουράνια φαινόμενα, γιά όσα βρίσκονται και συμβαίνουν «ψηλά», «επάνω» από την Γη.

[80] Πρόκειται γιά τα φυσικά φαινόμενα που συμβαίνουν μέσα στα έγκατα τής Γης.

[81] Μέσω τής σταθερά αμείωτης πολιτικής και κοινωνικής ισχύος, και τού σταθερά αμείωτου πλούτου.

[82] «Εκπίπτει στο άπειρο»: είναι απέραντος, ατελείωτος.

[83] Βλέπε Παράρτημα, Α΄.

[84] Όταν ο άνθρωπος κάνει χρήση τού ορθού συλλογισμού και δεν παρασύρεται από τις άλογες σαρκικές επιθυμίες, τότε διαπιστώνει ότι ο περισσότερος χρόνος δεν του εξασφαλίζει περισσότερη ηδονή, γιατί η ηδονή προκύπτει εύκολα και γρήγορα (μέσα στα πλαίσια τού πεπερασμένου βίου), οπότε δεν απαιτεί (δεν χρειάζεται) την αθανασία (τον «άπειρο χρόνο»). Ο περισσότερος χρόνος συμβάλλει μόνον στην διαφοροποίηση των μορφών τής ηδονής.

[85] Οπότε δεν νοιώθει την ανάγκη να στοχεύει στην αθανασία.

[86] Στον θάνατο, στην ανυπαρξία.

[87] Αποκτιέται εύκολα.

[88] Η ηδονή διαλύει την στέρηση.

[89] Με τον όρο «αγώνες» υπονοούνται οι κόποι, οι θυσίες, οι προσπάθειες και οι ταλαιπωρίες, καθώς και η αγωνία ή η ταραχή, ως επακόλουθα των προηγουμένων.

[90] Δηλαδή την «πραγματικότητα» ή την «προφάνεια» ή την «σαφήνεια».

[91] Εννοείται: τις αισθήσεις.

[92] Εννοείται: τις αισθήσεις.

[93] Εννοείται η «αισθητηριακή αντίληψη», η εντύπωση που παράγεται από καθεμιά λειτουργία, με την οποία αντιλαμβανόμαστε εξωτερικούς ή εσωτερικούς ερεθισμούς.

[94] Με τον όρο «δοξασία» («δόξα» ή «δοξαζόμενον») εννοείται η υποκειμενική γνώμη, η προσωπική άποψη, η εικασία, το δόγμα.

[95] Τής επιπόλαιας γνώμης, τής αφελούς άποψης.

[96] «Κριτήριο»: μέσο ή τρόπος ή μέθοδος μέσω των οποίων προβαίνουμε σε διακρίσεις (διακρίνουμε) και κρίσεις (κρίνουμε).

[97] Άρα είναι αβέβαιο.

[98] Άρα εξακολουθεί να είναι αβέβαιο.

[99] Το μη επιβεβαιωμένο.

[100] Τον τελικό σκοπό τής ανθρώπινης φύσης, τής ανθρώπινης ύπαρξης.

[101] Οι πράξεις σου δεν θ’ αποτελούν συνέπειες των συλλογισμών σου (άλλα θα λες και άλλα θα κάνεις).

[102] Δηλαδή διαλύουν, ακυρώνουν.

[103] Η «σοφία» ως αποτέλεσμα τής «φιλοσοφίας».

[104] Βλέπε Παράρτημα, Α΄.

[105] Βλέπε Παράρτημα, Α΄.

[106] Ο Επίκουρος θεωρεί «φυσικές και αναγκαίες» τις επιθυμίες που καταργούν τις λύπες και τους πόνους (τις αλγηδόνες), όπως – γιά παράδειγμα – είναι το νερό γιά την δίψα. «Φυσικές αλλά όχι αναγκαίες» θεωρεί όσες διαφοροποιούν την ηδονή, αλλά δεν εξαλείφουν τις αλγηδόνες, όπως είναι τα πολυτελή φαγητά ή τα ακριβά ενδύματα ή τα σπάνια ποτά. Τελικά, «ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες» είναι όλες οι άλλες επιθυμίες (αποτελέσματα τής ματαιοδοξίας), όπως εκείνες που πηγάζουν από την τάση μας γιά προσωπική προβολή ή γιά επίδειξη ικανοτήτων ή γνώσεων, όπως – γιά παράδειγμα – οι ανεγέρσεις ανδριάντων, οι πλούσιες θυσίες και πολλά άλλα, παρόμοια.

[107] Βλέπε Παράρτημα, Α΄.

[108] Νόμους.

[109] Των δικαστικών αρχών.

[110] Δηλαδή, είναι άγνωστο (απρόβλεπτο) το αν θα ξεφεύγει πάντοτε.

[111] «Εξωτερική απειλή»: κάθε απειλή που προέρχεται απ’ οτιδήποτε ή απ’ οποιονδήποτε άλλον, εκτός από τον ίδιο τον εαυτό μας.

[112] Βλέπε Παράρτημα, Β΄.

[113] Δηλαδή, είναι αδύνατον ο άδικος να βεβαιώσει τον εαυτό του ότι διά βίου θα ξεφεύγει από την προσοχή των συνανθρώπων του.

[114] Η 10η ρήση είναι τού Μητρόδωρου, μαθητή τού Επίκουρου. Βλέπε και στο Παράρτημα, Β΄.

[115] Δηλαδή, δεν ηρεμούν πραγματικά, απλώς είναι ναρκωμένοι (κοιμισμένοι, αποχαυνωμένοι).

[116] Δηλαδή, δεν ενεργούν όπως και όποτε και όπου πραγματικά χρειάζεται, αλλά κινούνται σαν λυσσασμένοι (παρανοϊκοί, τρελοί).

[117] Εννοείται: «μόνον αν δεν υπήρχε η αιωνιότητα θα μπορούσαμε να ζήσουμε και δεύτερη φορά», δηλαδή τόσο αδύνατον είναι να ξαναγεννηθούμε.

[118] Χωρίς να ξέρεις, δηλαδή, τι σε περιμένει αύριο.

[119] Μέσα στα πλαίσια τής ίδιας κοινωνίας (άρα και τής ίδιας παράδοσης και νομοθεσίας), η κοινή νοοτροπία των μελών της τα ωθεί να τιμούν τα κοινά ήθη.

[120] Από τους ανθρώπους άλλων κοινωνιών.

[121] Γιατί, σ’ αυτήν την περίπτωση, αποκτούμε την δυνατότητα να βελτιώσουμε τα τυχόν μη χρηστά ή μη ζηλευτά ήθη μας.

[122] Αφού, δηλαδή, το εξετάσει καλά και κατανοήσει περί τίνος ακριβώς πρόκειται.

[123] Λόγω ηλικίας, «παρασύρεται από την τύχη», δεν καθοδηγείται από την φρόνηση. Βλέπε και στο Παράρτημα, Α΄.

[124] Έχει αποκτήσει – λόγω ωριμότητας – την δυνατότητα να διαβιώνει και να κρίνει με ηρεμία και νηφαλιότητα. Βλέπε και στο Παράρτημα, Α΄.

[125] Όποιος, δηλαδή, φέρεται με αχαριστία (αγνωμοσύνη).

[126] Μοιάζει, δηλαδή, να έχει υποστεί την εγκεφαλική φθορά των γερόντων (αμνησία κ.ά), καθώς και όλα τα επακόλουθά της.

[127] Η γνήσια (αυθεντική) φιλία είναι ένα αγαθό που υπάρχει γιά τον ίδιο τον εαυτό του και όχι γιά χάρη κάποιου άλλου αγαθού. Βλέπε και στο Παράρτημα, Α΄.

[128] Η φιλία ξεκινά (συνάπτεται) από την ανάγκη τής αμοιβαίας ωφέλειας μεταξύ των φίλων. Βλέπε και στο Παράρτημα, Α΄.

[129] Σύμπτωση παραστάσεων (εικόνων, απεικασμάτων) μέσα στον ανθρώπινο νου.

[130] Η έλλογη ανθρώπινη φύση – αυτή καθαυτήν – απαιτεί ελάχιστα πράγματα γιά να είναι ευχαριστημένη. Βλέπε και στο Παράρτημα, Α΄.

[131] Ο πλούτος γίνεται μεγάλη φτώχεια όταν συναντά την ανθρώπινη κενοδοξία και πλεονεξία, οι οποίες αποτελούν δυσίατες ψυχικές ασθένειες βαρειάς μορφής.

[132] Ο λόγος (φιλοσοφικός, διδακτικός) δεν κρίνεται από την ποσότητα, αλλά μόνον από την ποιότητά του.

[133] Χωρίς ν’ αναλογίζονται και να υιοθετούν τις ευθύνες, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που γεννά η γνήσια φιλική σχέση.

[134] Γιατί δεν έχουν την διάθεση να προβούν σε καμμία θυσία και καμμία υποχώρηση γιά χάρη των φίλων τους.

[135] Με τις αφελείς και ανόητες απόψεις τού όχλου. Βλέπε και στο Παράρτημα, Α΄.

[136] Όποιος κολακεύει την ηλιθιότητα ή την ματαιοδοξία τού πλήθους, γίνεται εύκολα αποδεκτός από το πλήθος και εισπράττει τους επαίνους του.

[137] Και αυτή η ρήση είναι τού Μητρόδωρου, μαθητή τού Επίκουρου. Βλέπε και στο Παράρτημα, Β΄.

[138] Αναλώνουν ολόκληρο τον βίο τους προετοιμάζοντας – αφελώς – όσα θεωρούν απαραίτητα γιά τον ίδιο τον βίο τους.

[139] «Θανάσιμο φάρμακο τής γέννησης»: είναι απολύτως εξακριβωμένο ότι κάθε γέννηση θα καταλήξει στον θάνατο.

[140] Ο θάνατος αποτελεί κοινή και αναπόφευκτη μοίρα όλων των ανθρώπων. Βλέπε και στο Παράρτημα, Α΄.

[141] Γιατί, μ’ αυτόν τον τρόπο, αποκτά την δυνατότητα να γίνει σοφός και ο ίδιος.

[142] Αυτή η «εμπιστοσύνη» μάς ενισχύει ηθικά, οπότε αυξάνονται οι δυνατότητές μας, καθώς και οι πιθανότητες να επιτύχουμε τους στόχους μας χωρίς να χρειαστούμε την ουσιαστική (υλική) βοήθεια των φίλων μας.

[143] Εννοείται: εκείνα που κάποτε επιθυμούσαμε κ’ έπειτα αποκτήσαμε.

[144] Προφανώς, αυτή η ρήση αποτελεί απόσπασμα από κείμενο κάποιου μαθητή τού Επίκουρου.

[145] Να θέσει, δηλαδή, τέρμα στην ζωή του, ν’ αυτοκτονήσει.

[146] Γιατί υποκρίνεται τον φίλο μόνον γιά να ζητά και να λαμβάνει βοήθεια.

[147] Γιατί υποκρίνεται τον φίλο, αλλά ποτέ δεν είναι διατεθειμένος ν’ αποδείξει την φιλία του με πράξεις.

[148] Παραδέχεται, δηλαδή, ότι κατ’ ανάγκη ισχύει και το ότι «τίποτε δεν γίνεται κατ’ ανάγκη».

[149] Μόνον οι ηλίθιοι θεωρούν ότι η φιλοσοφία αποτελεί «μόνον λόγια». Η αλήθεια είναι ότι η φιλοσοφία αξίζει και ως λόγος (αναζήτηση, έρευνα) και ως πράξη (πρακτική εφαρμογή). Βλέπε και στο Παράρτημα, Α΄.

[150] Τής ηδονής.

[151] Τού πόνου και τής λύπης.

[152] Βλέπε και την 77η ρήση.

[153] Καυχησιάρηδες, αλαζόνες.

[154] Και αυτή η ρήση είναι τού Μητρόδωρου.

[155] Καλή ή κακή περίσταση τού βίου.

[156] Τού θανάτου μας.

[157] Δηλαδή να προοδεύουμε.

[158] Γιά όσον χρόνο ζούμε ενεργά και δημιουργικά, γιά όσον χρόνο διάγουμε την περίοδο τής ακμής, τής αποδοτικότητας και τής παραγωγικότητάς μας.

[159] Στο τέλος τής ενεργούς ζωής, στην αρχή των γηρατειών.

[160] «Αφροδίσιες ηδονές»: οι ηδονές που προέρχονται από την συνουσία.

[161] Τ’ αποκτήματα που καλύπτουν τις βασικές ανάγκες τής ζωής.

[162] Την κλίση σου (την καλή διάθεσή σου) προς τις αφροδίσιες ηδονές.

[163] Από κάποια ηδονή.

[164] Γιά να υμνήσουμε την φιλία.

[165] Στους αγαθούς αξίζει μάλλον ειλικρινής θαυμασμός.

[166] Οπότε είναι μάλλον άξιοι οίκτου.

[167] Δηλαδή, των ευχάριστων στιγμών που μας χάρισαν τα πράγματα ή τα πρόσωπα που χάθηκαν. Βλέπε και στο Παράρτημα, Β΄.

[168] Όταν ο φίλος τού σοφού χαθεί, τότε ο σοφός δεν έχει κανέναν να εμπιστευθεί, αφού η αυθεντική εμπιστοσύνη αναπτύσσεται μόνον μεταξύ αληθινών φίλων.

[169] Των καθημερινών ασχολιών, των ζητημάτων τής καθημερινής ζωής.

[170] Τής ενασχόλησης με τα κοινά.

[171] Η αδηφαγία δεν προέρχεται από το σώμα, ούτε οφείλεται στις πραγματικές (κατά φύση) ανάγκες του, αλλά προέρχεται από τον άρρωστο νου και οφείλεται στις ψευδείς (παρά φύση) ανάγκες του. Βλέπε και στο Παράρτημα, Α΄.

[172] Φεύγει, δηλαδή, πολύ γρήγορα.

[173] Οικείων, συγγενών, συμπολιτών, συνανθρώπων.

[174] Η κοινή προέλευση (ρίζα, φύση) μαζί με όλα τα επακόλουθά της.

[175] Ευπρεπές όριο, λογικό μέτρο.

[176] Στην λιτή, απλή ζωή.

[177] Αυτός που ζει με επικίνδυνα μεγάλη λιτότητα.

[178] Φέρεται παρά φύση.

[179] Ο άπληστος, ο πλεονέκτης, ο λαίμαργος.

[180] Χωρίς να τον προκαλούμε ή να τον επιδιώκουμε.

[181] Όποιος δεν προσφέρει στον εαυτό του όσα – εύκολα ή δύσκολα – μπορεί να του προσφέρει, είναι εμφανώς ράθυμος (οκνηρός). Εάν θεωρούμε ότι ο Θεός είναι δίκαιος, τότε γιατί πρέπει να τον παρακαλούμε να φερθεί άδικα ωφελώντας έναν ράθυμο; Βλέπε και στο Παράρτημα, Α΄.

[182] Γιατί ο θρήνος μας μπορεί να είναι – απλά και μόνον – μία υποκριτική εκδήλωση.

[183] Γιατί αυτό, που χρειάζεται ο φίλος που πάσχει, είναι η φροντίδα μας.

[184] Ανάλογα με το πολίτευμα.

[185] «Το χρήμα πολλοί εμίσησαν, την δόξαν ουδείς».

[186] Δηλαδή, τον πλεονέκτη.

[187] Το σώμα εύκολα ικανοποιεί τις κατά φύση διατροφικές ανάγκες του, γιατί αυτές είναι συγκεκριμένες και περιορισμένες. Βλέπε και στο Παράρτημα, Α΄.

[188] Με λίγα λόγια: πραγματικά χρειάζομαι (έχω ανάγκη) αυτό που επιθυμώ;

[189] Εννοείται: πολύ μεγαλύτερες (χειρότερες) των πρώτων.

[190] Θεωρητική.

[191] Αυτός, δηλαδή, που απλά «κάθεται και ακούει».

[192] Εάν το τέλος ενός βίου είναι κακό, ενώ η προηγούμενη ζωή ήταν γεμάτη από πολλά και μεγάλα αγαθά, μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο βίος «υπήρξε κακός»; Μήπως, υποστηρίζοντας κάτι τέτοιο, γινόμαστε αχάριστοι;

[193] Η 76η ρήση μάλλον αποτελεί απόσπασμα από επιστολή τού Επίκουρου προς κάποιον μαθητή του.

[194] Ούτε από εσωτερικές ούτε από εξωτερικές αιτίες.

[195] «Μερίδιο σωτηρίας»: το μερίδιο, που του έχει δοθεί, προκειμένου να σωθεί, η ευκαιρία, που έχει, γιά να σωθεί.

[196] Δηλαδή το να συμβαδίζει με τις κατά φύση απαιτήσεις και ανάγκες τής νεανικής ηλικίας του, το να παρακολουθεί όσα ταιριάζουν στην ηλικία του.

[197] Είτε ανθρώπων είτε καταστάσεων είτε συνηθειών.

[198] «Απεριόριστες αιτίες»: οι αιτίες που οδηγούν σε απεριόριστες (ασυμμάζευτες) επιθυμίες, σε ατελείωτους πόθους.

[199] Γέροντας στους συλλογισμούς, στην διανόηση.

[200] Η γνώμη τού πλήθους γιά τον Θεό μεταβάλλεται εύκολα και ασυλλόγιστα.

[201] Στους αγαθούς.

[202] Συνεπώς, δεν δύνανται ν’ αντιληφθούν τις διαφορετικές αρετές των άλλων όντων.

[203] Να βαδίζει προς τον θάνατο, ν’ «αργοπεθαίνει».

[204] Προτροπή γιά διάπραξη αυτοκτονίας.

[205] Στην περίπτωσή μας, ο άνθρωπος.

[206] Την έλλειψη, την στέρηση που προκαλείται από την φτώχεια.

[207] Συνεχώς ενεργό, ακούραστο.

[208] Ο ήρεμος και ξεκάθαρος συλλογισμός.

[209] Τις ψευδείς γνώμες, τις αφελείς απόψεις, τις ανόητες σκέψεις.

[210] «Η φρόνηση είναι η αρετή τού λογιστικού μέρους, η οποία προπαρασκευάζει όσους τείνουν προς την ευδαιμονία (…). Έργο τής φρόνησης είναι η ορθή σκέψη, η ορθή διάκριση των αγαθών και των κακών και όλων όσων προτιμούνται ή αποφεύγονται στον βίο, η ορθή χρήση όλων των υπαρχόντων αγαθών, η ορθή συναναστροφή, η αντίληψη των περιστάσεων, η νοητικά εύστροφη χρήση τού λόγου και τού έργου, και η κατοχή εμπειριών απ’ όλα τα χρήσιμα πράγματα. Η μνήμη και η εμπειρία και η νοητική ευστροφία και η επιδεξιότητα και η ορθή σκέψη – καθεμιά απ’ αυτές – ή προέρχεται από την φρόνηση ή την ακολουθεί. Άλλες απ’ αυτές είναι ένα είδος συναιτίων τής φρόνησης, όπως ακριβώς η εμπειρία και η μνήμη, ενώ άλλες είναι ένα είδος μερών της, όπως η ορθή σκέψη και η νοητική ευστροφία» (Αριστοτέλης, «Περί αρετής»).

[211] Η προκαθορισμένη τύχη, η μοίρα, το πεπρωμένο.

[212] Τις διδασκαλίες τής Μυθολογίας, τις μυθοκεντρικές αντιλήψεις.

[213] Προς την «τελική σωτηρία» τού ανθρώπου.

[214] Με κάποιον άλλον επικούρειο φιλόσοφο.

[215] «Μητρώο» ονομαζόταν κάθε ναός τής Δήμητρας ή τής Κυβέλης. Στο Μητρώο των Αθηνών στεγαζόταν το αρχείο τής πόλης. Εκεί φυλάσσονταν τα δημόσια έγγραφα.

[216] Την έδρα τής φιλοσοφικής σχολής τού Επίκουρου.

[217] Τους βοηθητικούς χώρους.

[218] Κινητή και ακίνητη περιουσία.

*** ** ***

Σημείωση πνευματικών δικαιωμάτων:

……….Το κείμενο αυτό αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία τού συγγραφέα.

……….Επιτρέπεται η δωρεάν αναδημοσίευση στο διαδίκτυο και μόνον, αυτούσιου και χωρίς αλλαγές τού παρόντος κειμένου, μόνον μετά από άδεια τού συγγραφέα, και με τον αυστηρό όρο να αναφέρονται σαφώς ο συγγραφέας και η αρχική πηγή δημοσίευσης, και εφ’ όσον η αναδημοσίευση περιλαμβάνει το σύντομο βιογραφικό τού συγγραφέα, και την σημείωση πνευματικών δικαιωμάτων.

……….Απαγορεύεται η αφαίρεση ή προσθήκη λέξεων, φράσεων και η με κάθε άλλο τρόπο τροποποίηση ή αλλοίωση τού κειμένου και τού περιεχομένου του.

Αφήστε μια απάντηση