Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΒΑΛΤΕΤΖΙ 12-13/5/1821

12-13.5.1821

 .

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΒΑΛΤΕΤΖΙ 12-13/5/1821

.

Ἡ διήγηση τοῦ Στρατηγοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στὸν Γεώργιο Τερτσέτη, ἀναφέρεται στὴν χρονικὴ περίοδο ἀπὸ τέλη Ἀπριλίου ἔως καὶ 13 Μαΐου 1821

……….Ἐστείλαμεν διαταγὲς εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ Μυστρᾶ, καὶ ἐσυνάχθημεν εἰς τοῦ Μαρμαριᾶ ἕως 1.200 καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ πιάσουμε τὸ Βαλτέτζι ὁποὺ ἦτον ἀγνάντια ἀπὸ τὰ Βέρβενα, ἀπὸ τὸ Χρυσοβίτζ καὶ Ἁλωνίσταινα (Καρυτινὰ ὀρδιά). Στὸ Βαλτέτζι εὑρίσκοντο ὁ Μούρτζινος, Γιατράκος, Κυριακούλης, Ἠλίας Μπεηζαντές (Μαυρομιχάλης), Νικηταρᾶς, Ἀναγνωσταρᾶς, ἐγὼ ἤμουν ἐπικεφαλῆς. Σὰν ἐμαζώχθημεν, ἐγὼ ἐστέκομουν μὲ 200 – 300 εἰς τὸ χωριὸ νὰ τοὺς δίδω βοήθειαν. Τὰ ταμπούρια ἦτον πλησίον, διὰ νὰ δίδει τὸ ἕνα τοῦ ἄλλου βοήθεια. Ἦτον ἀρχὲς καὶ δὲν ἤξευραν νὰ πολεμήσουν.

……….Οἱ Τοῦρκοι, μία τῶν ἡμερῶν (ἔβγα Ἀπριλίου), ἐβγαίνουν εἰς τοῦ Ἀναπλιοῦ τὴν Πόρταν 10.000. Ἐστοχάσθημεν ὅτι θὰ πᾶνε εἰς τὰ Βέρβενα, ἀντίκρυζε ἡ Πόρτα τοῦ Ἀναπλιοῦ. Ἐπῆγα εἰς τὸ Καλογεροβούνι διὰ νὰ δώσω σημεῖο ποῦ νὰ τρέξομε μεντάτι (γιὰ συνάντηση), ἂν πηγαίνουν κατὰ τὰ Βέρβενα νὰ πάγω μεντάτι, καὶ ὅσοι ἦτον εἰς τὰ ὀρδιά, εἰς τὸ Χρυσοβίτζι καὶ Πιάνα νὰ πιάσουν τὴ θέση τοῦ Βαλτετζιοῦ.

……….Καὶ οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐπῆγαν εἰς τὰ Βέρβενα, ἀλλ᾿ ἦλθαν εἰς τὸ Βαλτέτζι. Ὅσο ποὺ νὰ γυρίσω, ἐπιάσθηκε ὁ πόλεμος εἰς τὸ Βαλτέτζι. Τὸ τούρκικο μέρος ἐκτυπήθη μὲ τὸν Γιατράκο, Κυριακούλη, Νικηταρᾶ. Αὐτοὶ ὑποχώρησαν, ἐτραβιούνταν, ἔφυγαν, ἐγὼ ἦλθα ἀπὸ πίσω, – ἐπῆγα καὶ ἐγὼ τὸν τορὸν (τοὺς ἀκολούθησα) ἐκείνων. Φθάνοντας μερικοὶ τοῦ Πέτροβα καὶ Σόρι – οἱ Τοῦρκοι ἄρχιζαν καὶ ἔκαιγαν τὸ χωριό.

Τοὺς φώναξα: «Σταθῆτε γεροί, γιατὶ θὰ μᾶς πνίξουν».

……….Ἐστάθημεν 30, λαβώνομε ἕνα μπαϊραχτάρη· ἐτζάκισαν οἱ Τοῦρκοι. Ἔφθασεν ἀπὸ τὰ Βέρβενα, Πιάνα καὶ Χρυσοβίτζι μεντάτι· τοὺς γυρίσαμεν, τοὺς κυνηγήσαμεν εἰς τὸν Κάμπον, κάτω ἀπὸ τὴ Μπολέταν, μισὴ ὥρα μακρὰ ἀπὸ τὴν Τριπολιτζᾶ. Οἱ Καλαβρυτινοὶ ἦτον ἕως δύο χιλιάδες εἰς τὸ Λεβίδι, δὲν ἐπῆραν εἴδηση. Ἂν ἤθελε ἔλθουν εἰς βοήθειαν, ἤθελε πᾶμε μαζὶ μὲ τοὺς Τούρκους εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ.

……….Ἐγυρίσαμε ὀπίσω, πᾶσα ἕνας εἰς τὸ ὀρδί του. Τὴν ἄλλην ἡμέρα εὑρῆκαν ἀφορμὴ ὁπὼς θὰ πᾶμε νὰ εὕρομε στρατιῶτες. Φεύγει καὶ ὁ Μούρτζινος, μένω μὲ 20 ἀνθρώπους ἐδικούς μου. Ὅλοι ἐτράβηξαν εἰς τὸ Λεοντάρι, ἐγὼ μὲ τοὺς 20 ἐκείνους ἐπῆγα καὶ ἔμασα τοὺς Καρυτινοὺς εἰς δύο, καὶ ἦτον ὅλοι 1.200, εἰς τὸ ἕνα ὁ ἀρχηγὸς ὁ Κολιόπουλος, εἰς τὸ ἄλλο ὁ Ἀνδρέας Παπαδιαμαντόπουλος.

……….Σὲ 10 ἡμέρες περάσοντας, τοὺς ἔγραψα εἰς τὸ Λεοντάρι, ὅτι: «νὰ ἐλθῆτε νὰ πιάσουνε τὸ Βαλτέτζι».

……….Καὶ τότε ἐκίνησε ὁ Μπεηζαντές, οἱ Πετροβαῖοι καὶ Μεσσήνιοι 1.200, Παπατσώνης. Ἐπῆγα καὶ ἐγὼ εἰς τὸ Βαλτέτζι, τοὺς λέγω: «Νὰ φτιάσετε τὰ ταμπούρια κλειστά. Εἰς τὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ ἦτον μία ἐκκλησιά, νὰ γένει ταμπούρι, καθὼς καὶ δύο καταράχια ποὺ ἐδιαφέντευαν τὸ χωριό, ὁποὺ ἂν ἔλθουν οἱ Τοῦρκοι, νὰ κλεισθῆτε μέσα».

Μοῦ ἀπεκρίθηκαν ἐκεῖνοι: «Χανόμεθα».

– «Ἐσεῖς κλεισθῆτε καὶ ἐγὼ σᾶς ἔρχομαι μεντάτι, σᾶς παίρνω εἰς τὸν λαιμό μου».

……….Ἐκείνη τὴν ἴδια ὥρα, ὁποὺ ἡμεῖς ἐφτιάναμε αὐτό, ἦλθεν ὁ Κεχαγιὰς μὲ 4.000 εἰς τὴν Βοστίτζα ἀπὸ τὰ Γιάννινα, ἔκαψε τὴν Βοστίτζα, ἐπέρασε εἰς τὰ Μαῦρα Λιθάρια ἀτουφέκιστος, ἔκαψε τὴν Κόρινθο. Ὁ Φλέσσας ἔκαψε τὰ σπίτια τοῦ Κιαμήλμπεη, ἔκαψε τὸ Ἄργος ὁ Κεχαγιᾶς, ἐπέρασε ἀπὸ τὸ Τουρνίκι, ἐμβῆκε εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ.

……….Μπαίνοντας εἰς τὴν Τριπολιτζᾶ, τοῦ ἱστόρησαν τὸν πόλεμο τὸν πρῶτον τοῦ Βαλτετζιοῦ – ποὺ ἐκυνηγήσαμεν τοὺς Ρωμαίους καὶ ἐπαινέματα τούρκικα. Τοῦ εἶπαν οἱ παλαιοὶ Τοῦρκοι: «Ἦτον Ροῦσοι, τοὺς κυνηγήσαμεν εἰς τὸν κάμπο τοῦ Σινάνου, ἐπροσκύνησαν». Τὸ αὐτὸ σχέδιον ἤθελαν νὰ κάμουν.

……….Ὁ Κεχαγιάς, καλὰ τερτιπλὴς καὶ πολεμικός, κάνει ἕνα σχέδιον καὶ στέλνει τὸν Ρουμπῆ ἀπὸ τὰ Μπαρδούνια ἐπὶ κεφαλῆς μὲ 5.000 νὰ πάγει στὸ Βαλτέτζι νὰ κυνηγήσει τοὺς Ἕλληνας, καὶ στέλνει καὶ 1.500 χωριστὰ διὰ νυκτὸς γιὰ νὰ πιάσουν τὰ ὄπισθεν τοῦ Βαλτετζιοῦ, ποὺ ἂν τζακισθοῦν οἱ Ἕλληνες, καθὼς καὶ τὴν πρώτην φοράν, νὰ τοὺς κτυπήσουν. Καὶ ἀτός του, παίρνει 2.000 καβαλλαραίους εἰς τὰ ὄπισθεν τοῦ Βαλτετζιοῦ· τὸ ὁμοίως νὰ ἀκολουθήσει ὅταν τζακίσουνε οἱ Ἕλληνες, καὶ 1.000 βάνει εἰς τὸ Καλογεροβούνι διὰ νὰ ἀντισταθοῦν εἰς τὸ στράτευμα τῶν Βερβενιῶν, ἂν κινήσει μεντάτι.

……….Τὸ ἕνα στράτευμα, ὁποὺ ἤμουν, εἰς τὸ Χρυσοβίτζι εἶχε 800, καὶ τὸ μὲν στράτευμα τῆς Πιάνας μὲ τὸν Δ. Κολιόπουλο μὲ 700. Τὸν Κανέλλο Δεληγιάννη τὸν εἴχαμεν ἔφορον μὲ ἄλλους 4, γιατὶ ἔβαλα ἐφορία νὰ οἰκονομοῦν τὰ στρατεύματα.

……….Τὴν αὐγὴν ὁποὺ ἐκίνησαν οἱ Τοῦρκοι διὰ τὸ Βαλτέτζι, οἱ βάρδιες ἦτον διὰ νυκτὸς ἀπερασμένες εἰς τὲς τοποθεσίες. Ἐγὼ ἐκοιμούμουν εἰς τὸ Βαλτέτζι, ἐγευμάτιζα εἰς τὴν Πιάνα καὶ ἐδείπναγα εἰς τὸ Χρυσοβίτζι καὶ ἐπεριφερόμουν στὰ τρία ὀρδιὰ καὶ ἔντεσα ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ εἶμαι εἰς τὸ Χρυσοβίτζι.

……….Εἰς τὴν Πάνω Χρέπα, ἀπάνω ἀπὸ τὴν Τριπολιτζᾶ, εἴχαμε βάρδιες καὶ ἔδιναν εἴδηση, πόθεν πᾶνε οἱ Τοῦρκοι. Ἐκείνην τὴν ἡμέρα μᾶς ἔκαμαν σινιάλο, ὅτι οἱ Τοῦρκοι πᾶνε στὸ Βαλτέτζι – μᾶς ἔκαμαν φωτιὲς ὅτι οἱ Τοῦρκοι πᾶνε εἰς τὸ Βαλτέτζι. Εὐθὺς ἐκίνησα μὲ τοὺς 800 καὶ ἔκαμα διαταγὴ ν᾿ ἀκολουθήσουν κι οἱ ἄλλοι. Ὅσο νὰ ἔλθουν οἱ Τοῦρκοι εἰς τὸ Βαλτέτζι, ἐφθάσαμεν καὶ ἡμεῖς.

………Ἄνοιξε ὁ πόλεμος τοῦ Βαλτετζιοῦ.

……….Τοὺς δικούς μας τοὺς πολιόρκησαν οἱ 5.000. Ἀνοίγοντας τὸ τουφέκι ἐφθάσαμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὲς πλάτες τῶν Τούρκων, ρίξαμε μιὰ μπαταριὰ νὰ ἐμψυχωθοῦν οἱ μέσα, καὶ οἱ μέσα ἐχάρηκαν καὶ ἔρριξαν κι ἐκεῖνοι, ἔρριξαν καὶ οἱ Τοῦρκοι, ἔγινε κρότος μεγάλος.

……….Οἱ Τοῦρκοι, οἱ ἐμπροστινὲς φύλαξες, περίμεναν νὰ φύγουν οἱ Ἕλληνες, καρτερώντας δύο ὧρες καὶ ἀκούοντας φρικτὸν πόλεμον ὀπίσω, ἐπείκασαν, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἐκλείσθησαν καὶ πολεμᾶν. Ἦρθαν καὶ ἐκεῖνοι εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν Ἑλλήνων, ἔπιασαν ἕνα καταράχι δέκα μπαϊράκια καὶ ἐμπόδιζαν τὴν κοινωνίαν μας μὲ τοὺς μέσα. Ἡμεῖς οἱ 800 ἐδυναμώσαμεν τὸν τόπον, γιὰ νὰ μὴ μᾶς πάρουν τὰ ὀπίσθια οἱ Τοῦρκοι. Ὁ Κεχαγιὰς ἐκαρτέρεσε καὶ αὐτός δὲν εἶδε τίποτες, ἦλθε εἰς τὸ Βαλτέτζι μὲ δύο κανόνια. Πολεμοῦν οἱ Ἕλληνες οἱ κλεισμένοι.

……….Ἔφθασε καὶ ὁ Κολιόπουλος (Πλαπούτας), ἔκλεισε τὸν Ρουμπῆ μὲ τοὺς 5.000 καὶ δὲν εἶχε ἀνταπόκριση μὲ τοὺς ἄλλους Τούρκους. Τοὺς ἔβαλε (ὁ Ρουμπῆς) τὸ κανόνι, πλὴν δὲν τοὺς ἔκανε ζημία. Ὁ πόλεμος ἐστάθη σφοδρὸς, ὅλην τὴν ἡμέραν· Οἱ Τοῦρκοι ἐπρόσμεναν μὲ τὰ ψηφώματα νὰ ἀδειάσουν τὸ Βαλτέτζι (ἤ βιλαέτι) οἱ κλεισμένοι, καὶ ἡμεῖς ἀκαρτερούσαμεν νὰ φύγουν οἱ Τοῦρκοι.

……….Τὸ βράδυ παίρνω μερικοὺς καὶ πάγω εἰς τὸ καταράχι, ὅπου ἦτον οἱ σημαῖες τῶν Τουρκῶν. Ἐπῆγα κοντά, τοὺς τουφέκισα, μὲ δίδουν 4 τουφέκια – οἱ Ἕλληνες ὀπίσω δὲν ἐκατάλαβαν:

«Ζωντανοὺς θὰ σᾶς πιάσω, ἐγὼ εἶμαι ὁ Κολοκοτρώνης».

– «Τί εἶσαι σύ;»

– «Ὁ Κολοκοτρώνης».

– Ἄδειασαν τὸν τόπον.

……….Τότε ἐμβήκαμεν εἰς τὸ Βαλτέτζι, ἐδώσαμε φυσέκια, ψωμί, ὅ,τι ἀναγκαῖα ἦτον εἰς ἐκείνους. Εἰς τὲς 2 ὧρες τῆς νυκτὸς ἦλθαν 200 ἐδικοί μας καὶ ἔρριξαν μία μπαταρία· ἐνομίζαμε ὅτι εἶναι Τοῦρκοι, καὶ ἦτον Ἕλληνες. Ἐξενυκτήσαμε καὶ τὰ δύο μέρη, ὁ ἕνας πῶς θὰ φύγει ὁ ἄλλος.

……….Ἐξημερώσαμεν εἰς τὸν πόλεμο. Βάνω τὸ κιάλι καὶ τηράω, βλέπω τοὺς Τούρκους εἰς ἕνα μέρος, ὁ Ρουμπῆς ἦτον ἀποκλεισμένος. Τὴν αὐγὴ ὁ Κεχαγιὰς ἔβαλε τὸ κανόνι εἰς τὸ ταμπούρι τοῦ Μπεηζαντὲ τοῦ Ἠλία. Τὸ κανόνι προσπέρναε τὸ ταμπούρι τοῦ Ἠλία καὶ ἔπαιρνε τὸ ταμπούρι τοῦ Ρουμπῆ. Ἂν τὸ χαμήλωνε, θὰ τὸν ἔπαιρνε.

……….Ὁ Ρουμπῆς ἐστενοχωρήθη (δυσκολευόταν) νὰ γυρίσει μὲ γιουρούσι, ἀνάμεσα τῶν δύο ταμπουριῶν τῶν Ἑλλήνων. Ἐπείκασα ὅτι θέλει νὰ φύγει· τὸν ἐζυγώσαμε, κοντά.

……….Κάνει γιουρούσι ὁ Ρουμπῆς – ἀπὸ τὴν τρομάρα τους ἀφήνουν τουφέκια. Πέφτουν ἀνάμεσα τῶν δύο, τοῦ σκοτώνουν ὥς 300, ἡμεῖς ἀπὸ πίσω. Ἐπέσαμε ἀπὸ κοντά, ἐπετάχτηκαν καὶ οἱ κλεισμένοι Ἕλληνες, τοὺς μάσαμεν μπλαστοί, τοὺς μονομεριάσαμεν, τοὺς ἀκολουθούσαμεν. Οἱ Ἕλληνες ἔπεσαν εἰς τὰ λάφυρα καὶ εἰς τοὺς σκοτωμένους καὶ δὲν ἀκολουθοῦσαν μὲ προθυμία.

……….Ὁ Νικηταρᾶς ἔντεσε νὰ εἶναι εἰς τὰ Βέρβενα μὲ 800· ἔρχεται, δὲν ἔφθασε εἰς ὥρα, τοὺς ἐκυνηγήσαμεν ἕως ποὺ τοὺς ἐβγάλαμε εἰς τὸν Κάμπον.

……….Ἐκεῖνος ὁ πόλεμος ἐστάθη ἡ εὐτυχία τῆς Πατρίδος. Ἂν ἐχαλιόμεθα, ἐκινδυνεύαμε νὰ κάμομε ὀρδὶ πλέον.

……….Ὁ Μπεηζαντὲς εἰς τὸ καταράχι, καὶ εἰς τὴν ἐκκλησιὰ ἄνθρωποι τοῦ Μπεηζαντὲ – ὁ Μητροπέτροβας εἰς τὸ ἄλλο καταράχι· ἄλλο ταμπούρι εἶχαν οἱ Λεονταρίτες. Ὁ Κολιόπουλος εἶχεν ἀποκλεισμένον τὸν Ρουμπῆ. Ὅλοι ὁμοῦ ἐκυνηγήσαμεν τὸν ἐχθρόν.

……….Δώδεκα, δεκατρεῖς Μαΐου ἦτον. 23 ὧρες ἐβάσταξε ὁ πόλεμος.

……….Ἐκείνην τὴν ἡμέρα ἦτον Παρασκευὴ καὶ ἔβαλα λόγον, ὅτι: «Πρέπει νὰ νηστεύσομεν ὅλοι, διὰ δοξολογίαν ἐκείνης τῆς ἡμέρας καὶ νὰ δοξάζεται αἰώνας αἰώνων ἕως οὗ στέκει τὸ ἔθνος, διατὶ ἦτον ἡ ἐλευθερία τῆς Πατρίδος».


Πηγὴ τὸ μεγάλο: www.e-istoria.com

****

Ἐπιλογὴ ἀποσπάσματος ἀπὸ τὴν Δανειστικὴ βιβλιοθήκη ὁμιλούντων βιβλίων τοῦ Φάρου Τυφλῶν τῆς Ἑλλάδος. Διαβάζει ἡ Ἀθηνᾶ Τσάση.

Αφήστε μια απάντηση