ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ Ι.Μ.ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΤΟΝ ΜΑΪΟ ΤΟΥ 1826

 

 

                                                                                 ,

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ Ι.Μ.ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ

.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ το : «Θαύματα τῆς Παναγίας Βαρνάκοβας (καὶ ἡ Παράκλησή Της)». Ἐκδ. τῆς ἰδίας τῆς μονῆς κατὰ τὸ 2011.

,

                Ἡ Βυζαντινὴ Μονὴ τῆς Βαρνάκοβας, βρίσκεται 45 περίπου λεπτὰ ἀνατολικὰ τῆς Ναυπάκτου πρὸς τὸν παλαιὸν δρόμο τοῦ Λιδωρικίου, πέραν τοῦ Εὐπαλίου. Εἶναι κτισμένη τὸ 1.077 μ.Χ. ἀπὸ τὸν Ὄσιο Ἀρσένιο τὸν Βαρνακοβίτη, ἐπάνω σ’ ἕνα μικρὸ λόφο καὶ μέσα σ’ ἕνα ἀπέραντο δάσος ἀπὸ δρὺς καὶ ἀγριοκαστανιές. Τὸ Καθολικὸ εἶναι σὲ ῥυθμὸ Βασιλικῆς μετὰ τρούλλου καὶ τὸ δάπεδο ἀποτελεῖται ἀπὸ θαυμάσια μαρμαροθετήματα τοῦ 11ου αἰῶνος. Οἱ Αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου Κομνηνοί, ἐβοήθησαν οἰκονομικῶς τὴν Μονὴ καὶ τῆς ἐδώρησαν πολλὰ κτήματα στὴν κοιλάδα τοῦ Μόρνου, ποὺ ἔφθαναν μέχρι τὴν θάλασσα καὶ νησιὰ τοῦ Κορινθιακοῦ.

                Ἀργότερα μὲ τὴν Λατινοκρατία, ἡ Μονὴ ὑπήγετο στὸ Ἑλληνικὸ κρατίδιο τοῦ Δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου. Οἱ ἄρχοντές του, Κομνηνοί, ἀγάπησαν τόσο πολὺ τὴν Παναγία τὴν Βαρνάκοβα, ὥστε ἐπέλεξαν τὸ Καθολικό τῆς Μονῆς ὡς τόπο ἐνταφιασμοῦ τους. Ὁ ἀρχαιολόγος Ὁρλάνδος ἀνακάλυψε τοῦς τάφους τους κάτω ἀπὸ τὸ δάπεδο τοῦ ἐσωνάρθηκος τὸ 1919. Ὑπάρχουν στὴν Μονὴ οἱ ἐπιτύμβιες πλάκες. Τὸ 1826 ἡ Μονὴ κατεστράφη μερικῶς ἀπὸ τοῦς τούρκους καὶ ἀνεκαινίσθη ἀπὸ τὸν Ἰ. Καποδίστρια τὸ 1831.

                Ἡ ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ εἶναι πράγματι συγκλονιστική. Ἡ προσφορὰ του στὸ Ἔθνος πολὺ μεγάλη, γιατὶ δὲν ἐπρόκειτο μόνο γιὰ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση, ἀλλὰ γιὰ κάτι πολὺ βαθύτερο.

Ὁλόκληρο τὸ κείμενο μπορεῖτε νὰ διαβάσετε στό : www.e-istoria.com
***

Περιγραφὴ τῆς πολιορκίας τῆς μονῆς τὸν Μάΐο τοῦ 1826

1

«…Μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Μεσολογγίου, πεσούσης τῆς ἐπαναστάσεως ἐν τῇ Δυτικῇ Ἑλλάδι, ὁ Κιουταχῆς ἐξεστράτευσεν, ὡς εἴρηται, εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα. Ὁδεύων δ’ ὑπέταξε τὴν Ἑσπερίαν Λοκρίδα, Φωκίδα, Βοιωτίαν θεὶς καὶ φρουρὰς ὅπως διατηρῇ τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Ἠπείρου καὶ Δυτικῆς Ἑλλάδος, Θεσσαλίας καὶ Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος καὶ Εὐβοίας καὶ Πελοποννήσου. Ἐνῷ δ’ὑπέτασσεν ὁ Κιουταχῆς τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα, πολλοὶ τῶν ὁπλιταρχῶν ἤ ἀπελπίσαντες μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Μεσολογγίου περὶ τῆς εὐοδώσεως τῆς ἐπαναστάσεως, ἤ ἀναμένοντες κρείσσονας περιστάσεις ὑπεκρίναντο ὑποταγὴν (καπάκια). Ἐκ τούτων ἦσαν οἱ ὁπλιτάρχαι Βαρνακιώτης, Δυοβουνιώτης, Ῥάγκος, Κοντογιάννης, Ἴσκος.

                Ὁ δὲ κράτιστος στρατηγὸς Γεώργιος Καραϊσκάκης, καίπερ ἀσθενής, ὅσον ἠδύνατο ἀντετάσσετο τοῖς περὶ τὸν Κιουταχῆν διατρέχουσι τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα, πέμπων ἀποσπάσματα ἐπαναστατῶν εἰς ἄλλας ἐπικαίρους θέσεις καὶ εἰς τὴν μονὴν Βαρνάκοβαν τῆς Δωρίδος, εἰς ἥν ἔπεμψεν 150 ἐκλεκτοὺς ὑπὸ τοὺς ὁπλιτάρχας Ἰωάννην Φραγγίσταν ἕνα ἐκ τῶν πιστῶν ὀπαδῶν τοῦ περιωνύμου ἀρματωλοῦ Κατσαντώνη καὶ τὸν Καλύβαν ἀδελφὸν τοῦ ἐν Θερμοπύλαις παρὰ τῷ ἥρωϊ Ἀθανασίῳ Διάκῳ φονευθέντος. Ὁ Κιουταχῆς ἔπεμψε κατ’ αὐτῶν τὸν περιώνυμον Μουστάμπεη καὶ τὸν Κεχαγιάμπεην ἡγουμένους πολλῶν Ἀλβανῶν, ὅπως καταλαβόντες τὴν μονὴν ἐνιδρύσωσιν ἐν αὐτῇ φρουράν.

                Ἅμα δὲ τῇ ἔῳ (20 Μαΐου 1826) ἤρξατο ἡ πολιορκία· μάτην δ’ ἐφ’ ὅλης τῆς ἡμέρας ἠγωνίσθησαν οἱ Ἀλβανοί, ὅπως ἐκπολιορκήσωσι τὴν μονὴν ἀποβαλόντες πολλοὺς νεκροὺς καὶ τραυματίας. Τῇ δὲ νυκτὶ ἐπειράθησαν ἐξ ἐφόδου ὑπὸ τὸ σκότος νὰ εἰσπηδήσωσιν· ἀλλ’ ἀπεκρούσθησαν· διότι οἱ πολιορκούμενοι διετέλουν δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς ἀνάπτοντες πυρσοὺς ἐκ ξύλων, ἐξ ὑφασμάτων καὶ ἐκ τῶν φουστανελλῶν αὐτῶν βεβαπτισμένων ἐν ἐλαίῳ πρὸς φωτισμὸν τοῦ περιβόλου τῆς μονῆς καὶ φυλάττοντες ἄγρυπνοι τὰ μᾶλλον εὐεπίβατα αὐτοῦ, οἱ δὲ μονασταί, ἐν οἷς ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς Κοσμᾶς Θεοχάρης καὶ οἱ ἱερομόναχοι Παρθένιος, Ἀνατόλιος, Ἰωακείμ, Κυπριανὸς καὶ Καλλίστρατος, νῦν μὲν ὑπὸ τὸν ἧχον τοῦ κώδωνος καὶ τῶν σημάντρων τοῦ ναοῦ ἐτέλουν παρακλήσεις, νῦν δὲ ἀρπάζοντες τὰ ὅπλα ἔσπευδον εἰς τοὺς προμαχῶνας τοῦ περιβόλου ἔνθα δεινοτέραν ἠπείλουν οἱ πολιορκηταὶ ἔφοδον. Μάτην δ’ ἀποπειραθέντες τὴν νύκτα οἱ πολιορκηταὶ νὰ έκπολιορκήσωσιν ἐξ ἐφόδου τὴν μονὴν τῇ ὑστεραίᾳ (21 Μαΐου) κατεσκεύαζον ὑπονόμους ἐν κρυπτῷ τοῦ περιβόλου τῆς μονῆς.

                Περὶ τὴν ἑσπέραν Ἀλβανός τις ἐφώνησεν : “ Ὄρε καπετάνιε, ὅποιος καὶ ἄν εἷσαι μάθε ὅτι τὸ ποντίκι ἐμβῆκεν ἀπὸ κάτω καὶ ἅμα ἔβγῃ ὁ ἥλιος, δὲν θὰ μείνῃ ῥουθοῦνι καὶ ὅ, τι θὰ κάμετε, κάμετε”. Διό, συμβουλίου γενομένου, μετὰ τὴν μέσην νύκτα ἐξορμήσαντες ξιφήρεις διεξῆλθον οἱ πολιορκούμενοι, ἐν ὧν ἐφονεύθησαν τρεῖς καὶ ἐτραυματίσθησαν ἑπτά, ἐν οἷς καὶ ὁ ὁπλιτάρχης Φραγγίστας κατὰ τὴν κεφαλήν.

                Περὶ τῆς πολιορκίας τῆς Βαρνάκοβας αὐτὸς ὁ Ἰωάννης Φραγγίστας ἐν ἀναφορᾷ (22 Ἀπριλίου 1830) πρὸς τὸν Καποδίστριαν, ἐν ᾖ ἐκτίθησι τοὺς ἀγῶνας αὑτοῦ κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν, γράφει τάδε : “Διωρισμένος ὤν ἐγὼ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν μου [Καραϊσκάκην]εἰς μοναστήριον Βαρνάκοβας μὲ 150 στρατιώτας καὶ μὲ τὸν μακαρίτην Καλύβαν καὶ λοιποὺς σκαλτζέους ἐκλείσθημεν· στενοχωρηθέντες ὅμως ἀπὸ ἔλλειψιν τροφῶν καὶ πολεμοφοδίων καὶ τὰς συχνὰς ὑπονόμους τῶν ἐχθρῶν, ἀναχωροῦντες ἐκεῖθεν διὰ νυκτὸς μὲ γεροῦσι, ἐπληγώθην καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν καὶ ἀκολούθως μὴ δυνάμενοι νὰ βασταχθῶμεν εἰς τὸ μέρος τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἀναγκαίων ὁμοῦ μὲ τὸν ἀρχηγὸν ἀπεράσαμεν εἰς Ναύπλιον, ὅπου εἶχον συναχθῆ καὶ οἱ ἐν Μεσολογγίῳ λοιποὶ ὁπλαρχηγοί”. 

                Ἐξελθόντες δ’ οἱ πολιορκούμενοι διὰ Πλεσίου ἀφίκοντο εἰς τὸν Κόρακα (Βαρδούσια), ὅπου διέτριβεν ὁ Καραϊσκάκης. Οἱ δὲ πολιορκηταὶ τῆς Βαρνάκοβας, ἀνάψαντες τοὺς ὑπονόμους ἀνέτρεψαν αὐτήν· ἀνεκαινίσθη δ’ αὕτη ὕστερον ἐπὶ Καποδιστρίου».

Πηγή: ΓΕΩΡΓΙΟΥ Π. ΚΡΕΜΟΥ ΝΕΩΤΑΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΤΟΜΟΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ Α. ΠΟΛΥΖΩΪΔΟΥ-ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΠΑΡΑ ΤΩι ΕΚΔΟΤΗι Σ. Κ. ΒΛΑΣΤΩι -1890

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση