,
,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ
Ιερ. Παναγιώτης Δημόπουλος «Ο παπα-καλός»
.
……….Ο μακαριστός αυτός ιερεύς γεννήθηκε στο Αγρίδιο Καλαβρύτων στα 1901. Πολύ νωρίς έμεινε ορφανός από πατέρα. Μα η ευσεβής Ελληνίδα μάνα του, τον πότισε με τα νάματα τής χριστιανικής πίστεως και από παιδί τού άναψε κι αδιάκοπα συνδαύλιζε την ιερή φλόγα να γίνει λειτουργός τού Θεού και να διακονήσει την Εκκλησία. Έτσι θα ολοκληρωνόταν κι ο πόθος τού πατέρα του, που ναυάγησε τις παραμονές που θα πήγαινε στην Ιερατική σχολή, εξ αιτίας βαρείας αρρώστιας και θανάτου, και θα συνεχιζόταν μακρυά παράδοσις τεσσάρων γενεών τής λευϊτικής οικογένειάς του.
……….Ο ιερεύς τού χωριού, που ήταν και δάσκαλος μαζί, αδελφός τής μάνας του, συνήθιζε να τον παίρνει μαζί του στις ιεροτελεστίες κι εύρισκεν ιδιαίτερη χαρά ο μικρός Παναγιώτης να υπηρετεί. Κι ο πόθος φλογιζόταν όλο και περισσότερο κι η συνείδησις γινόταν προσοχή σ’ όλες τις εκδηλώσεις τής ζωής του.
……….Τέσσερα χρόνια υπηρέτησε στον στρατό, γιατί η θητεία του συνέπεσε με την Μικρασιατική εκστρατεία. Είχε δημιουργήσει οικογένεια, όταν το 1930 μπήκε στην Ριζάρειο Σχολή. Όταν απεφοίτησε, χειροτονήθηκε στο χωριό Αναστάσοβα Καλαβρύτων, οπού υπηρέτησε δύο χρόνια. Άλλον ένα χρόνο έκαμε στα Γαρδενά Αιγιαλείας και κατά το 1936 εξελέγη εφημέριος Καλαβρύτων. Εδώ διαγράφηκε η λαμπρή ιερατική τροχιά του.
……….Κυριολεκτικά τον διακατείχε η συναίσθησις τής υψηλής του αποστολής. Συχνά ακουγόταν να λέει: «Η θέσις τού ιερέως είναι πολύ υψηλήֹ πρέπει να τα προσέχει όλα». Ζούσε σαν να μην είχε κανένα δικαίωμα στην ζωή, αλλά μόνο υποχρεώσεις. Σκοπός του, ν’ ανταποκριθεί στην μεγάλη του κλήση. Είχε την δύναμη να μην δίνει σημασία στα υλικά συμφέροντα. Θέμα τυχηρών, λόγου χάρι, δεν υπήρχε γι’ αυτόν. Όχι γιατί είχε άλλους πόρους γιά τις ανάγκες του. Νόμιζε μόνον πως δεν έπρεπε να γίνει εμπόδιο στο έργο του το χρήμα με κανέναν τρόπο.
……….Μα εκείνο που τον εχαρακτήριζε προ πάντων ήταν η καλωσύνη’ χωρίς όρια και διακρίσεις. Ξεχυνόταν πηγαία, πλούσια, προς όλους. Γιά τους καλούς και γιά τους κακούς ήταν ο «παπα-καλός». Έτσι ήταν γνωστός στην περιοχή. «Είχα εξομολογηθεί στον παπα-καλό». «Μ’ εφώναξε ο παπα-καλός και μού ’δωσε προσφορά». «Ο παπα-καλός μ’ είχε συμβουλέψει». Είναι εκφράσεις, που άκουγε κανείς στα Καλάβρυτα από ευεργετημένους τού παπα-καλού, μετά τα δραματικά γεγονότα τής καταστροφής των. Όλους τους πλησίαζε με κατανόηση κι αγάπη. Έκαμε τον πόνο τους πόνο του και τα προβλήματά τους δικά του. Εγνώριζε τις ανάγκες όλων με την μέθοδο των συχνών επισκέψεων. Η καλωσύνη του γινόταν συνειδητή και συστηματική καλλιέργεια τής αγάπης. Και μόλο που ο τρόπος του δεν ήταν καθόλου «κραυγάζων», ο παπα-καλός, έγινε πασίγνωστος γιά την φιλανθρωπία του.
……….Η Κατοχή ήταν γιά τον π. Παναγιώτη μιά ωραία ευκαιρία εκδηλώσεως των φιλανθρωπικών του αισθημάτων. Άνοιξε το σπίτι του να δεχθεί τους πρόσφυγες που έστειλε στα Καλάβρυτα ο βομβαρδισμός των Πατρών. Έφθασε στο σημείο να βγεί στον δρόμο και να μοιράζει ψωμί στους περαστικούς. Το ίδιο είχε κάνει με τους πεινασμένους στρατιώτες μας κατά την οπισθοχώρηση. Ήρθαν μέρες και παρουσιάσθηκε ανάγκη να ανάψει γιά δεύτερη φορά ο φούρνος τού σπιτιού, γιά «να μην φύγει κανείς παραπονούμενος από το σπίτι τού παπα-καλού». Έχει μεγάλη ευθύνη ο παπάςֹ’ ο κόσμος πεθαίνει. «Συχνά χτυπούσε η πόρτα και η συνηθισμένη ερώτησις «πού είναι ο παπούλης;» είχε πάρει γιά τους οικείους του συγκεκριμένο περιεχόμενο. Εδώ, πάλι θα θυμηθούμε τον καλό εκείνο π. Βασίλειο Νασιόπουλο, από την Αγία Λαύρα, γιά τον οποίο θα κάνωμε λόγο παρακάτω. Πολλά δέματα έστειλε στον π. Παναγιώτη, που συνεργαζόταν μαζί του, γιά τους πτωχούς των Καλαβρύτων.
……….Στην άσκηση τής αγάπης είχε συνδυάσει την ελληνική φιλοξενία. Πολλές φορές πήγαινε στο σπίτι μ’ ένα σύντροφο. Σκοπός τού ερχομού του ήταν η εστίασις, η υλική και πνευματική. «Ξενοδοχείον ύπνου και φαγητού» χαρακτήριζεν το σπίτι του. Ανάμεσα στους φιλοξενουμένούς του, ιδιαίτερη θέση κατείχαν τα μικρά ορφανά παιδάκια.
……….Άφησε φήμη και καλού πνευματικού, μολονότι ή μάλλον, επειδή εύρισκε πολύ βαρύ και δύσκολο το έργο τής καθοδηγήσεως εις σωτηρίαν των ψυχών. Η συναίσθησις αυτή τον έκαμε να καταβάλλει κάθε προσπάθεια γιά τον καλύτερο καταρτισμό του, που ωφείλετο στην μελέτη και την προσευχή.
……….Η προσευχή ήταν η ακένωτη πηγή, απ’ όπου αντλούσε συνεχώς ο π. Παναγιώτης. Μέσα στην ατμόσφαιρα τής προσευχής, τοποθετούσε κάθε του ενέργεια και πραγματοποιούσε το ιδανικό τού προσευχομένου ανθρώπου. Εξ άλλου, ιδιαίτερες ικανότητες δεν είχε ούτε μόρφωση μεγάλη. Με την καλωσύνη του μόνο ενισχυμένη από την προσευχή κέρδισε τις ψυχές τού ποιμνίου του.
……….Στις 12 Δεκεμβρίου 1943 κάνει την τελευταία του λειτουργία. Αγριεμένοι Γερμανοί από την φονική δράση των ανταρτών έχουν μπεί στα Καλάβρυτα από διάφορα σημεία. Η βαριά σκιά τού θανάτου πλακώνεται στην πόλη κι ένα καταθλιπτικό ερωτηματικό διαγράφεται στις ψυχές όλων. «Θα πληρώσουν οι αθώοι;» Γιατί οι αντάρτες έσφαξαν και παν; Οι προύχοντες συσκέπτονται μ’ όλη την επίγνωση γιά την σοβαρότητα των στιγμών. Να φύγουν κι αυτοί; Μ’ αυτό θα σήμαινε την ομολογία τής ενοχής των. Η απόφασίς τους βαρυσήμαντη, αμετάκλητη: θα μείνουν. Ήσαν αθώοι κι έπρεπε να τιμωρηθούν οι ένοχοι. Μα η ανδρική αυτή απόφασις, αν ήτο δυνατόν να μην ερεθίσει την θηριωδία των Γερμανών, ασφαλώς θα τους κινούσε την θυμηδία.
……….Όλα προμηνούσαν πως η θηριωδία θα ξεσπούσε όπου νάταν. Αγωνία σφίγγει τις ψυχές. Πολλοί φεύγουν. Μπαίνει και στον π. Παναγιώτη το βασανιστικό δίλημμα: Παραμονή ή φυγή; Ο ιερεύς βλέπει την θέση του στα Καλάβρυτα, στην μάνδρα τουֹ’ ο μοναδικός προστάτης πέντε γυναικών δεν απορρίπτει εύκολα την φυγή. Η πρεσβυτέρα με την μιά του κόρη λείπουν στο Αγρίδιο. Άλλη αγωνία γι’ αυτές. Μήπως πήγαν κι εκεί οι Γερμανοί; Το περιστατικό αυτό η μάνα του ανύποπτη, στοργική το παρουσιάζει αμέσως σαν ευκαιρία δοσμένη από τον καλό Θεό, που καταντά όμως πειρασμός:
—«Τρέξε κοντά τους παιδάκι μου. Ίσως τάφερε έτσι ο Θεός γιά να σωθείς».
Ο κλονισμός είναι μεγάλος…
Σταυροκοπιέται ο π. Παναγιώτηςֹ ο πειρασμός νικήθηκε.
—«Όχι, μάνα. Το καθήκον μου με κρατά εδώ. Πώς ν’ αρνηθώ τον σταυρό, που μού ετοιμάζει ο Κύριος; Σήμερα κοινώνησα. Ο Θεός ας προστατεύσει την οικογένειά μου».
……….Σάν την Δευτέρα τής 13ης Δεκεμβρίου 1943, άλλη Δευτέρα δεν ξαναξημέρωσε στα Καλάβρυτα. Με την Γραφή στον κόρφο του ο π. Παναγιώτης και με το πνεύμα στραμμένο στον ουρανό, τραβά με το κοπάδι του στο σχολείο! Πέρασαν ώρες πολλές γεμάτες αίμα και σπαραγμό. Τόσες όσες έφθασαν γιά να χορτάσουν τα θηρία την λύσσα τους. Κι υστέρα, σαν ήρθε η νύχτα κι αντίκρυσε κατά πρόσωπο την ίδια την φρίκη, τυλίχτηκε γρήγορα στον πιό σκοτεινό πέπλο της κλείνοντας μ’ αποτροπιασμό τα μάτια, γιά να μην δει και να μην καταλάβει. Κι έτσι με δυσκολία πολλή μπορούσες μόλις να ξεχωρίσεις τις πένθιμες βουβές μορφές, που σκύβαν και σηκώνονταν ψάχνοντας ξεφρενιασμένα.
……….Σ’ ένα τέτοιο απελπισμένο σκύψιμο βρέθηκε κι ο π. Παναγιώτης Δημόπουλος, μ’ άνοιγμένο το κεφάλι από μιά βάρβαρη τσεκουριά.
Έτσι τελείωσε την ζωή του ο «παπα-καλός» και «εισήλθεν εις τον ουράνιον νυμφώνα αιωνίως αγαλλόμενος».
***
Ἐπιμέλεια κειμένου καὶ εἰκόνας : « Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο »
Πηγή: Το έργο τού Μητροπολίτου Λήμνου Διονυσίου, «Εκτελεσθέντες και μαρτυρήσαντες κληρικοί 1942-1949.»
Γι' αὐτό, τῶν ἱερέων ποὺ ἐμαρτύρησαν γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Ἔθνος τους, ἄς εἶναι ἡ μνήμη αἰωνίᾳ.