Η ΟΜΗΡΙΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ

.

odysseus-und-nausikaa-desubleo-michele

.

Η ΟΜΗΡΙΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ

.

……….Οι πληροφορίες που μάς δίνει ο Όμηρος γιά τον θεσμό και την εθιμοτυπία τής φιλοξενίας, είναι πάρα πολλές. Διαβάζοντας κανείς τα σχετικά χωρία στην Οδύσσεια, εντυπωσιάζεται πραγματικά από μία ακατανόητη γιά την εποχή μας ιεροτελεστία, που είχε να κάνει με την υποδοχή και την περιποίηση τού άγνωστου επισκέπτη, τού μακρινού ταξιδιώτη, τού ανώνυμου ξένου.

……….Στα χρόνια τού Ομήρου (8ος αιώνας π.Χ.), η φιλοξενία ήταν θέλημα και επιταγή τού θεού. Η παροχή φιλοξενίας ήταν ιερή υποχρέωση των ανθρώπων. Ο ξένος ήταν πρόσωπο πάντα σεβαστό και οι άνθρωποι τής εποχής εκείνης πίστευαν πως ο θεός τον οδήγησε ως την πόρτα τους.

……….Ας δούμε παρακάτω κάποιες χαρακτηριστικές σκηνές από την Οδύσσεια, όπου ο αθάνατος ποιητής, με απαράμιλλη χάρη, περιγράφει την εθιμοτυπία τής φιλοξενίας, κάνοντας παράλληλα και έμμεσες αναφορές στην αξία και την ιερότητα τού θεσμού. Τα αποσπάσματα που παραθέτουμε είναι σε μετάφραση τού Ζήσιμου Σιδέρη.

……….Στην α΄ ραψωδία, ο Τηλέμαχος βλέπει στην αυλή του έναν ξένο, που όμως δεν είναι άλλος από την θεά Αθηνά, η οποία έχει πάρει την μορφή ενός άγνωστου, τού Μέντη. Και να πώς αντιδρά ο Τηλέμαχος (στίχοι 123-150):

«Στην πόρτα ολόισια τρέχει // γιατί τού φάνηκε βαρύ να στέκει απ’ ώρα ο ξένος. //  Κοντά του πάει και στάθηκε και τού ‘πιασε το χέρι, //τού πήρε και το χάλκινο κοντάρι που κρατούσε,//κι έτσι με λόγια πεταχτά τού μίλησε και τού ‘πε: //”Ω ξένε, καλώς όρισες. Το σπίτι μας δικό σου,//κι όταν δειπνήσεις έπειτα λες την ανάγκη πόχεις”.// Είπε και κίνησε μπροστά και η Αθηνά ακολουθούσε.// Κι όταν αμέσως μπήκανε μες στο ψηλό παλάτι,//σταίνει ο Τηλέμαχος κοντά στον στύλο το κοντάρι,// με την ομορφοσκάλιατη κονταροθήκη, που ‘χε // κι άλλα κοντάρια εκεί πολλά τού τολμηρού Δυσσέα,// κι οδήγησε την Αθηνά σ’ ένα θρονί να κάτσει,// όμορφο, ψιλοδούλευτο – λινό σεντόνι κάτω //απλώνοντας – που ‘χε σκαμνί γιά ν’ ακουμπούν τα πόδια.// Κοντά της έβαλε σκαμνί κι ο ίδιος σκαλισμένο,// απ’ τούς μνηστήρες χωριστά να μην πλαντάξει ο ξένος // με τον πολύ τους θόρυβο και το φαΐ μπουχτήσει, // που τούς χωριάτες έσμιξε, και να μπορέσει ακόμα //  γιά τον ξενιτεμένο του, πατέρα να ρωτήσει.//Μιά παρακόρη με χρυσό πεντάμορφο λαγήνι // νερό τούς χύνει να νιφτούν σε μιά αργυρή λεκάνη,// κι εμπρός τους μακρύ, σκαλιστό, τούς έστρωσε τραπέζι.»

Ολόκληρο το κείμενο μπορείτε να διαβάσετε στο: www.e-istoria.com
***

Πληροφορίες εικόνας: Δημιουργία τού Φλαμανδού ζωγράφου Michele Desubleo, με θέμα την συνάντηση τού Οδυσσέα με την Ναυσικά. 

Αφήστε μια απάντηση