Αρχείο κατηγορίας ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

ΟΙ ΕΝΟΠΛΙΟΙ ΧΟΡΟΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

 

.

.

ΟΙ ΕΝΟΠΛΙΟΙ ΧΟΡΟΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

 .

Marie-Helene Delavaud-Roux

 .

Οφείλουμε επίσης να μην παραλείψουμε στους χορούς τη μίμηση των κινήσεων που απαιτούνται, όπως για παράδειγμα τους ενόπλιους χορούς των Κουρητών στην Κρήτη και των Διοσκούρων στη Σπάρτη. Στην Αθήνα πάλι, η παρθένα Αθηνά, γοητευμένη απ’ το χορό, και μη θέλοντας να έχει άδεια τα χέρια της, φόρεσε πανοπλία κι αποτελείωσε το χορό της μ’ αυτόν τον τρόπο. Τ’ αγόρια και τα κορίτσια μας πρέπει να μιμούνται αυτές τις ενέργειες, για να τιμήσουν το παράδειγμα της θεάς, το οποίο αυξάνει την επιδεξιότητά τους τόσο στον πόλεμο όσο και στις γιορτές. Τα παιδιά, από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους μέχρι την ηλικία που θα πάνε στον πόλεμο πρέπει να μετέχουν στις πομπές και τις λιτανείες προς τιμήν των θεών με όπλα και άλογα. Οφείλουν να υμνούν τους θεούς και τα παιδιά των θεών με πορείες και χορούς, άλλοτε ζωηρούς και άλλοτε πιο συγκρατημένους. Μόνο γι’ αυτόν το λόγο πρέπει να γυμνάζεται κάποιος που επιδίδεται σε αγώνες και τίποτε άλλο. Τα υπόλοιπα είδη σωματικών ασκήσεων, είτε γίνονται για σοβαρό σκοπό είτε για διασκέδαση, είναι ανάξια για ελεύθερους ανθρώπους’”.

Τόσο μεγάλη εκτίμηση τρέφει ο Πλάτωνας για τους ενόπλιους χορούς:

Θεωρεί ότι είναι οι πιο χρήσιμες ορχηστικές εκδηλώσεις της κοινότητας. Αν αναλογιστούμε ότι πρόκειται για έναν κόσμο που αντιμετωπίζει διαρκή κίνδυνο πολέμου και το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί την επιβίωση και την ανάπτυξή του είναι οι νικηφόρες στρατιωτικές επιχειρήσεις, μπορούμε εύκολα να δικαιολογήσουμε μια τέτοια γνώμη: “καμιά περιουσία και κανένα έργο δεν θα έχουν οποιανδήποτε αξία αν χάσουμε τον πόλεμο, όλα τα αγαθά των νικημένων περνούν στα χέρια των νικητών”. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων καθιστά απαραίτητη τη συνεχή προπαρασκευή για την μάχη. Οι επιταγές της στρατηγικής του πολέμου, βασισμένες κυρίως στην απόλυτη συνοχή των στρατιωτών, απαιτούν απ’ αυτούς αυστηρή σωματική πειθαρχία, κινήσεις αποτελεσματικές και τέλεια συντονισμένες. Περισσότερο από οποιανδήποτε άλλη άσκηση, σ’ αυτόν τον σκοπό ανταποκρίνονται οι ενόπλιοι χοροί (πάλη ή ένοπλος αγώνας). ….

.
.

Ολόκληρο το κείμενο ΕΔΩ

.
.
.

ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΜΕΤΡΟΥ ΣΤΟ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΦΟΛΚΛΟΡ

.

.

ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΜΕΤΡOΥ ΣΤΟ

ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΦΟΛΚΛΟΡ

 .

Αποσπάσματα από τη μελέτη και ανακοίνωση τού Βουλγάρου μουσικολόγου κ. Στογιάν Μπούντζεφ.

—«Η προφορική παράδοση, από πατέρα σε γυιό, είναι δυναμικός παράγων μεταφοράς ανάμεσα στους αιώνες. Έτσι μέσα στα λαϊκά μας τραγούδια και χορούς βρίσκομε ίχνη από αρχαίες κλίμακες, αρχαία μέτρα ποιητικά και μουσικά, πού μεταδόθηκαν ανάμεσα στους αιώνες, παρόλες τις αλλαγές και παραλλαγές και διαφοροποιήσεις, φυσικές ανάλογα με τις διάφορες καταστάσεις και περιπτώσεις πού διεμόρφωσαν τούς λαούς…».

—«Υπάρχουν, στη λαϊκή μας μουσική, ίχνη από πολλές κλίμακες τής αρχαιότητας: αιολική, δωρική, ιωνική. λυδική κλπ. Το ίδιο και ρυθμοί»… «Στις αρχαίες γλώσσες — ελληνικά, ρωμαϊκά, σανσκριτικά — το μουσικό μέτρο είχε τη βάση στο ποιητικό μέτρο».

—«Βλέπει κανείς σαφώς, στα έργα των αρχαίων θεωρητικών και συγγραφέων, ότι το ποιητικό μέτρο, στις αρχές του, δεν διέφερε καθόλου από το μουσικό μέτρο και ό ρυθμός τής μουσικής των αρχαίων μελωδιών ήτανε καθωρισμένος από τα μέτρα τού ποιητικού κειμένου: στην ποιητική προφορά υπήρχαν οι μακρές συλλαβές και οι βραχείες, και οι μακρές είχαν τη διπλή αξία και διάρκεια των βραχειών…».

«…Βεβαίως οι γλώσσες αλλοιώνονται, αλλά το ρυθμικό μέτρο παραμένει στον οργανοπαίκτη ή και στον χορευτή, και γίνεται πια ένα στερεότυπο πάνω στο οποίο δημιουργεί άλλες μελωδίες, και ό τραγουδιστής άλλα τραγούδια, τα οποία ακολουθεί ό χορευτής. Και έτσι ή παράδοση τα μεταφέρει από μέρος σε μέρος, από τόπο σε τόπο, όπου ανάλογα με τη γλώσσα πού μιλούνε, προσαρμόζονται στο ρυθμικό μέτρο. Και είναι φυσικό, γιατί ή μουσική δεν χρειάζεται γλώσσα για να μείνει στο μνημονικό τού καθενός».

—«…Βλέπομε ότι οι μελωδίες τής αρχαιότητος δανειζόντουσαν τον ρυθμό τους από το ποιητικό μέτρο και ότι, π.χ. ένα παιωνικό τετράμετρο, όπως αυτό των Ευμενίδων τού Αισχύλου: «Καταφέρω ποδός άκμαν σφαλερά γάρ ταχυδρόμοις» (5/8 ή 5/4, αναλόγως με την ταχύτητα τής εκτελέσεως) θα γεννούσε ένα «μουσικό ρυθμό» τού ιδίου είδους, πού θα μπορούσε να υπάρξει ανεξάρτητα από τα λόγια και τις συγκεκριμένες μελωδίες. Ένας ρυθμός πού θα γινότανε πια αυτοτελής και πάνω στον οποίο χιλιάδες άλλα τραγούδια θα μπορούσαν να προσαρμοσθούν…». ….

.
.

.

Ολόκληρο το κείμενο ΕΔΩ

.

.

.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΩΣ ΣΗΜΕΡΑ

.

.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΩΣ ΣΗΜΕΡΑ

.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Το αρχαιότερο ανθρωπολογικό λείψανο στο Αιγαίο είναι το κρανίο που αποκαλύφθηκε στο σπήλαιο των Πετραλώνων, στη Βόρεια Ελλάδα. Παρά το ότι οι συνθήκες εύρεσης και χρονολόγησής του παραμένουν προβληματικές (χρονολογείται στο 160,000-240,000 π.Χ.) τέτοιου είδους κατάλοιπα (π.χ. ευρήματα από τη θέση Atapuerca στην Ισπανία, > 300.000 π.Χ.) αποτελούν τις κύριες πηγές πληροφόρησης για την πρακτική ταφής για αυτή την περίοδο. Μόνο κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική υπάρχουν παραδείγματα ταφών, με ίχνη προσφορών (λίθινα εργαλεία). Αυτές προέρχονται από λίγες σε αριθμό θέσεις όπως τα σπήλαια της Θέοπετρας, Θεσσαλίας και Απήδημα Πελοπoννήσου.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΣΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
Νεκροταφεία και Ταφικές Πρακτικές

Σημαντικές ενδείξεις ταφών προέρχονται από το σπήλαιο Φράγχθι στην Πελοπόννησο και από το σπήλαιο Θεόπετρα στη Θεσσαλία. Στο σπήλαιο Φράγχθι, κατά την Νεώτερη Νεολιθική Περίοδο, επιλέχθηκε σημείο, κοντά στην είσοδο, για την ταφή επτά ενηλίκων και δύο νηπίων. Άλλα σκελετικά λείψανα αποτέθηκαν αργότερα σε αβαθείς κοιλότητες οι οποίες καλύπτονταν με πέτρες. Πιθανόν συνοδεύονταν από κτερίσματα. Ίχνη καύσης νεκρών προέρχονται από την ίδια θέση.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
Ταφικές Πρακτικές

Για την Νεολιθική Περίοδο δεν υπάρχουν ακόμη αρκετές πληροφορίες αναφορικά με την πρακτική και τα έθιμα ταφής. Έως σήμερα επισημαίνονται τρεις διαφορετικές πρακτικές ταφής:

1. Ταφές στο εσωτερικό κατοικημένων χώρων: κυρίως για νήπια, ανήλικους και γυναίκες (π.χ., σπήλαιο Φράγχθι, Κνωσός, Σέσκλο Θεσσαλίας, Νέα Νικομήδεια στη βόρεια Ελλάδα κλπ). Λαμβάνουν χώρα σε απλούς λάκκους, εκτός των οικιών ή πιο σπάνια στο εσωτερικό αυτών, στο έδαφος. Πρόκειται για την πιο συνηθισμένη πρακτική ταφής αυτής της περιόδου.

2. Καύση των νεκρών σε επιλεγμένη θέση, εκτός των ορίων του οικισμού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της θέσης Σουφλί Μαγούλα, στη Θεσσαλία, το οποίο χρονολογείται στην 6η χιλιετία π.Χ. (Gallis 1982). Η καύση των νεκρών έγινε πυρές κυκλικού σχήματος. Οι νεκροί ενταφιάστηκαν σε αβαθείς κοιλότητες. Τα αγγεία αποτελούν τα συνήθη κτερίσματα των λειψάνων.

3. Κατά την ανακομιδή φυλάσσονται κρανία και επιλεγμένα μέρη του σώματος (π.χ., Πρόδρομος, Θεσσαλία). Η πρακτική αυτή συναντάται και κατά την Ύστερη Νεολιθική Περίοδο.

Η έλλειψη αρχαιολογικών ενδείξεων αναφορικά με τις συλλογικές ταφές στην Πρώιμη Νεολιθική Περίοδο και οι λιγοστές ενδείξεις ταφικών εθίμων (π.χ. προσανατολισμός σώματος, κτερίσματα κλπ) σε περιπτώσεις ταφών εντός των οικισμών δικαιολογεί την υπόθεση ότι τα παραπάνω παραδείγματα θα πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως εξαιρέσεις και όχι σαν καθεστώς καθώς αφορούν «άτομα τα οποία δεν αντιπροσωπεύουν τυπικά δείγματα ταφών…κυρίως γιατί δεν έχουν συμπληρώσει την απαιτούμενη ηλικία ή δεν έχουν την κατάλληλη θέση στο κοινωνικό σύνολο» (Perles 2001:277, 279). Είναι πιθανό ότι η πλειονότητα του πληθυσμού δεν ενταφιάζονταν εντός ή κοντά σε οικίες. Ωστόσο, σύμφωνα με τις περιπτώσεις 2 και 3, ποσοστό των εκλιπόντων θα συνδέονταν άμεσα με τη ταυτότητα ολόκληρης της κοινότητας και την ομόνοια μεταξύ των ζώντων.

Νεκροταφεία

Νεκροταφεία της Ύστερης Νεολιθικής περιόδου έχουν αποκαλυφθεί σε διάφορες περιοχές. Σε πολλή καλή κατάσταση βρίσκεται το νεκροταφείο στην θέση Κεφάλα, στην Κέα (Κυκλάδες) και στη θέση Θαρρούνια στην Εύβοια. Και στις δύο περιπτώσεις οι τάφοι είναι κτιστοί ή λιθοπερίβλητοι με τοιχώματα επενδυμένα εσωτερικά με μικρές πέτρες και καλυμμένοι από πλάκες. Οι ταφές είναι ατομικές ή πολλαπλές. Αγγεία από πηλό και από μάρμαρο τοποθετούνται δίπλα στο σώμα. Η καύση των νεκρών συνεχίζεται και κατά την Ύστερη Νεολιθική περίοδο (π.χ. Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου, Σουφλί, Θεσσαλία. Gallia 1982). ….

.
.

Ολόκληρο το κείμενο ΕΔΩ

.
.
.

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ – ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΥΤΡΩΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ

.

.

Καππαδοκία

 .

Μιά μια χαμένη ελληνική περιοχή ανάμεσα σε πέτρινους κώνους

 .

«Το φεγγαρόφωτο δίνει στους κώνους και στο βαρειά παραπετάσματα των βράχων απαλούς τόννους τού γκρι, τού ροζ και τού χρυσού. Ο ουρανός έχει ένα θαυμάσιο μπλε χρώμα. Λίγο πιο μακριά, το λείψανα ενός μικροί θόλου προστατεύουν ακόμη με τρυφεράδα, όπως θα έκανε ή φούχτα τού χεριού, την ξεθωριασμένη τοιχογραφία ενός Αϊ – Γιώργη καβαλλάρη. Διασκορπισμένες όπου βρίσκεται λίγη γη, αυτή η άσπρη γη τής Καππαδοκίας, απιδιές, κολοκυθιές, βερυκοκκιές, κληματαριές».

Με τις λίγες αυτές, απλές αλλά τόσο υποβλητικές, γραμμές, ό μεγάλος Νεοέλληνας ποιητής Γ. Σεφέρης έδωσε μιά χαρακτηριστική εικόνα τής περιοχής πού ονομάσθηκε Καππαδοκία. Παλαιότερα, ή ονομασία αυτή είχε δοθή στο τμήμα τής Μικράς Ασίας πού περιλαμβανόταν ανάμεσα στους ποταμούς Άλυ και Ευφράτη και περιοριζόταν από την Κιλικία προς Νότον.

Συνέχεια ανάγνωσης ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ – ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΥΤΡΩΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ

Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΩΝ ΒΡΕΦΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

 

«Η αγαπημένη τής γιαγιάς». Δημιουργία τού Γεωργίου Ιακωβίδη. Εθνική Πινακοθήκη.
«Η αγαπημένη τής γιαγιάς». Δημιουργία τού Γεωργίου Ιακωβίδη. Εθνική Πινακοθήκη.

 

 

Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΩΝ ΒΡΕΦΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

(ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΩΝ ΚΟΤΥΩΡΩΝ*)

ΤΡΟΦΗ

Κύρια τροφή των παιδιών, για τον πρώτο χρόνο τουλάχιστον, ήτανε το γάλα τής μάννας τους. Αν ήταν αρκετό και δεν υπήρχε άλλο κώλυμα, μπορούσε το παιδί να θηλάζει—να βυζάν’—και ως δυό, σπανίως ως τριών και σπανιότατα ως πέντε ετών. Αν δεν ήταν αρκετό το βάζανε να θηλάσει—δωρεάν πάντα —άλλες γυναίκες, συγγενές, φίλες, ή γειτόνισσες που είχαν άφθονο γάλα. Συνέχεια ανάγνωσης Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΩΝ ΒΡΕΦΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΑΝΤΙΝΑΔΑ – Η ΔΟΜΗ, Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ

http://3.bp.blogspot.com/_QMD3uDrxxgM/STwj0QFjcBI/AAAAAAAABQQ/8PIgcYsLO1M/s400/madinada.jpg.

.

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΑΝΤΙΝΑΔΑ Η ΔΟΜΗ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ

.

του Ερατοσθένη Γ. Καψωμένου

.

Υπάρχει η άποψη ότι το δημοτικό τραγούδι είναι δημιούργημα μιας άλλης εποχής και μιας άλλης κοινωνίας, που χάθηκε για πάντα, συμπαρασύροντας μαζί της το λαϊκό προφορικό πολιτισμό με όλες τις εκφράσεις του. Η άποψη αυτή έπρεπε να είχε αναθεωρηθεί από καιρό, αφού – σύμφωνα με τις νεότερες έρευνες – η δημοτική ποίηση παρουσιάζει, σ’ όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα και ως τις μέρες μας, μια τέτοια δυναμική, που έχει στην πράξη διαψεύσει τέτοιες εκτιμήσεις.

Είναι γεγονός ότι οι κοινωνικές συνθήκες και οι όροι του υλικού βίου άλλαξαν σημαντικά, ιδιαίτερα στα τελευταία πενήντα χρόνια, και οι αγροτοκτηνοτροφικοί πληθυσμοί, βασικοί φορείς του παραδοσιακού πολιτισμού, μειώθηκαν αισθητά, πρώτα με την αστυφιλία της δεκαετίας του ’50 και του ’60, που μετέβαλε τους χωρικούς σε μικροαστούς, ύστερα με την αστικοποίηση της υπαίθρου στη δεκαετία του ’90, που βρίσκεται ακόμη σε πλήρη εξέλιξη. Παρ’ όλα αυτά, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τις προβλέψεις του αυστηρού αστικού ρασιοναλισμού. Ο πολιτισμός ενός λαού είναι, όπως και η γλώσσα του, αυτοδύναμο σύστημα. Συναρτάται βέβαια με τις κοινωνικές δομές, αλλά δεν εξαρτάται απόλυτα απ’ αυτές• έχει αποδεδειγμένα μεγαλύτερη διάρκεια. Έτσι δεν είναι παράξενο που σε ορισμένες περιοχές της περιφέρειας με ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτισμική ομοιογένεια[1], το δημοτικό τραγούδι εξακολουθεί ν’ αποτελεί ζωντανό στοιχείο του λαϊκού πολιτισμού και να ανανεώνεται ως προς τα είδη εκείνα που διατηρούν αντιστοιχία προς τις σημερινές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας που τα συντηρεί. Η λαϊκή ποιητική παραγωγή της μεταπολεμικής ιδίως περιόδου δεν έχει βέβαια καταγραφεί και μελετηθεί συστηματικά και σ’ αυτό παίζει ένα ορισμένο ρόλο η προκατάληψη για την οποία μιλήσαμε. Ωστόσο, μια πλούσια και αξιόλογη παραγωγή έχει έρθει στο φως της δημοσιότητας από τα χρόνια του μεσοπολέμου και εξής, είτε από τακτικές δημοσιεύσεις σε τοπικές εφημερίδες και λαογραφικά έντυπα είτε -κυρίως- από συγκροτημένες συλλογικές ή και ατομικές ερευνητικές προσπάθειες, στα πλαίσια της δραστηριότητας αρμόδιων δημόσιων φορέων όπως τα πανεπιστήμια και το Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών[2].

Η παραγωγή αυτή έχει δείξει νομίζομε, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι σε αρκετές αγροτοκτηνοτροφικές περιοχές με ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτισμική ομοιογένεια, το δημοτικό τραγούδι δεν έπαψε ως τις μέρες μας ν’ αποτελεί οργανικό στοιχείο της παραδοσιακής λαϊκής κουλτούρας. Ορισμένες μάλιστα κατηγορίες τραγουδιών εξακολουθούν να διατηρούν τον λειτουργικό τους ρόλο μέσα στην παραδοσιακή κοινωνία. Και έχουν την ανάλογη εκπροσώπηση στις συλλογές τραγουδιών του εικοστού αιώνα[3].

Μια ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα είδη εκείνα τραγουδιών που ξεπερνώντας τα όρια της παραδοσιακής κοινωνίας, έχουν εισβάλει στις ημιαστικές αλλά και τις καθαρά αστικές περιοχές και με τις αναπόφευκτες βέβαια προσαρμογές τόσο στην έκφραση όσο στους τρόπους διάδοσης και λειτουργίας, κατέληξαν να “προαχθούν” από τοπικά σε πανελλήνια κι από έκφραση μιας συγκεκριμένης παραδοσιακής κοινωνίας (για να μην πούμε, κοινωνικής τάξης) σε τραγούδια εθνικά. Αυτό δεν είναι παράξενο κι ούτε βέβαια είναι φαινόμενο της τελευταίας πεντηκονταετίας. Από τον περασμένο αιώνα, που αναπτύχθηκε το ενδιαφέρον για τη λαϊκή ποίηση, το δημοτικό τραγούδι αντιμετωπίσθηκε από πολλούς μελετητές όχι ως ταξικό τραγούδι, αλλά ως τραγούδι εθνικό: “ελληνικά δημοτικά τραγούδια”, “τραγούδια του ελληνικού λαού”, “τραγούδια των Ελλήνων” είναι η χαρακτηριστική ορολογία που χρησιμοποιήθηκε.

.
.

Ολόκληρο το κείμενο ΕΔΩ

.
.
.