Ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας Έρχαρτ Κέστνερ έκανε την εξής εξομολόγηση. «Στα 1952 πήγα για πρώτη φορά μετά το πόλεμο, στην Αθήνα. Η γερμανική πρεσβεία, όταν άκουσε πως είχα πρόθεση να πάω στη Κρήτη, μου συνέστησε, επειδή ήταν πολύ νωρίς ακόμα και οι πληγές από τη γερμανική κατοχή ανεπούλωτες, να λέω πως είμαι Ελβετός. Αλλά εγώ τους ήξερα τους Κρήτες. Από την πρώτη στιγμή είπα πως ήμουν Γερμανός και όχι μόνο δεν κακόπαθα, αλλά ξανάζησα παντού όπου πέρασα τη θρυλική κρητική φιλοξενία. Συνέχεια ανάγνωσης Η ΜΕΤΑΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΜΑΝΑ (ΜΟΝΟ Η ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ….)→
ΣΤΙΣ 5 Οκτωβρίου 1912 η Ελλάδα και οι σύμμαχοί της Βουλγαρία, Σερβία και Μαυροβούνιο, κηρύσσουν τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αρχίζουν οι εχθροπραξίες σ’ όλα τα μέτωπα.
Ο Ελληνικός Στρατός με Αρχιστράτηγο τον Διάδοχο Κωνσταντίνο, εξορμά από την Μέλουνε προς το Σαραντάπορο, δίδει εκεί σκληρές μάχες, ανατρέπει τους Τούρκους και αφού καταλαμβάνει πολλές πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας κατευθύνεται προς Βορρά, εκεί όπου πρωτάρχισε ο Μακεδονικός αγώνας, εκεί οπού υπήρχε συμπαγής Ελληνισμός, προς το Ελληνικότατο Μοναστήρι και την Ελληνική Πελαγωνία.
Ο Πρωθυπουργός όμως της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος, την ίδια στιγμή είχε ανησυχητικές πληροφορίες από διπλωματικές πηγές, για τον Βουλγαρικό στρατό. Οι Βούλγαροι κινούνταν χωρίς να συναντήσουν σοβαρή τουρκική αντίσταση, ακάθεκτοι προς τη Θεσσαλονίκη.
Ο Ελληνικός Στρατός έπρεπε να εγκαταλείψει το Μοναστήρι και να στραφεί προς την Θεσσαλονίκη, πού περνούσε στιγμές θανάσιμης αγωνίας. Η διαταγή του Πρωθυπουργού της Ελλάδος προς τον Αρχιστράτηγο του Ελληνικού Στρατού ήταν σαφής και κατηγορηματική: «Ολοταχώς προς ανατολάς. Καταλάβατε την Θεσσαλονίκη».
Και η Διαταγή αυτή εκτελέσθηκε αμέσως. Μετά από κοπιώδεις πορείες και μετά από την σκληρή και φονική μάχη των Γιαννιτσών, ο Ελληνικός Στρατός έφθασε στα πρόθυρα της Θεσσαλονίκης την 25η Οκτωβρίου 1912.
Αλλά ας σταματήσουμε την περιγραφή της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης από τον Ελληνικό Στρατό και ας δώσουμε τον λόγο σε πέντε (5) αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων της εποχής εκείνης. Σε δύο Επιτελείς του Αρχιστρατήγου Διαδόχου Κωνσταντίνου, σε δύο ξένους Δημοσιογράφους, έναν Γάλλο και έναν Άγγλο και σ’ ένα ανώνυμο κάτοικο της Θεσσαλονίκης.
Ο Λοχαγός Ιωάννης Μεταξάς Επιτελής του Διαδόχου Κωνσταντίνου, από τους πρωτεργάτες των γεγονότων και ο Πρωθυπουργός του κοσμοϊστορικού «ΟXΙ» το 1940, σε επιστολή του προς την γυναίκα του με ημερομηνία 29 Οκτωβρίου 1912 έγραφε μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα:
«Πόσο θα σου φαίνεται παράξενο να λαμβάνεις γράμμα μου από την Θεσσαλονίκη! Σήμερα είναι η πρώτη ημέρα πού ησύχασα και ανεπαύθην. Το τι τράβηξα αυτές τις ημέρας δεν φαντάζεσαι. Στας 25 εφύγαμεν από το Κιρδζαλάρ από οπού σου είχα γράψει. Το βράδυ είμεθα εις Τοπτσίν, ο στρατός διέβη τον Αξιό. Δυσκολίαι μεγάλοι, τας οποίας υπερέβημεν όλας. Το βράδυ ήλθαν εις το Στρατηγείον Τούρκοι απεσταλμένοι προτείνοντες την παράδοσιν του στρατού και της πόλεως. Ο Διάδοχος ανέθεσεν εις τον Δούσμανην (Ταγματάρχην του Επιτελείου) και εις εμέ να διαπραγματευθώμεν. Τους εζητήσαμεν καί το Καραμπουρνού. Δεν εδέχθησαν και την άλλην ημέραν εκινήσαμεν προς μάχην. Είχα κάμει την διαταγή της μάχης και το απόγευμα της 26ης ήσαν κυκλωμένοι. Προτού όμως αρχίσει το πυρ, έστειλαν πάλιν απεσταλμένους και εδέχθησαν όλους τους όρους μας. Μετέβημεν νύκτα ο Δούσμανης και εγώ εις Θεσσαλονίκη και διεπραγματεύθημεν με τον Τούρκο Αρχιστράτηγο την παράδοσιν του στρατού του, της πόλεως και του Καραμπουρνού, και υπεγράψαμεν το πρωτόκολλον. Συγκινητική στιγμή! Εγυρίσαμεν αμέσως νύκτα…. Είχον σπεύσει και οι Βούλγαροι με ολίγον στρατόν αλλά δεν πρόφθασαν. Μάλιστα με έστειλαν να τους σταματήσω και αυτοί έκαμαν πώς δεν με είδαν και με άρχισαν στις τουφεκιές, εσφύριζαν πλήθος ολόγυρά μου, τόσον πού ηναγκάσθην να γυρίσω. Τέλος τους εσταματήσαμεν. Αλλά στάζει φαρμάκι η μύτη τους…»
Το μεγαλύτερο μέρος της θρησκευτικής παιδείας στην Ελλάδα δινόταν έξω από τα σχολεία, στο σπίτι και στη δημόσια ζωή. Το παιδί μάθαινε τους συνηθισμένους τελετουργικούς τύπους τους προσαρμοσμένους σε κάθε ιδιαίτερη θεότητα ή περίπτωση, συμμετέχοντας το ίδιο σ’ αυτούς. Τα θρησκευτικά του καθήκοντα ασκούνταν και ενισχύονταν από τις γιορτές και τα ιερά τραγούδια και χορούς που κάτεχαν πολύ μεγάλη θέση στην ελληνική ζωή. Σε μια θρησκεία όπως η ελληνική, που ήταν κυρίως ζήτημα πράξεων και τελετουργιών, υπήρχε πολύ μικρό δογματικό μέρος για να μάθουν τα παιδιά• καμία κατήχηση και καμιά ξεχωριστή διδασκαλία δεν ήταν αναγκαία. Το δόγμα το συνθέτανε οι μύθοι που κυκλοφορούσαν για τους διάφορους θεούς και ήρωες• και υπήρχαν τόσες παραλλαγές αυτών των μύθων ώστε η γένεση άλλης θρησκείας ήταν σχεδόν αδύνατη.
Έτσι όπως ήταν η ελληνική θρησκεία, που αποτελούνταν από πολυποίκιλους και συχνά αντιφατικούς μύθους, διαφυλασσόταν μέσα στην ελληνική ποίηση, έτσι ώστε τα περισσότερα από τα ποιήματα έγιναν ιερά βιβλία που κάθε θρησκευόμενος τα θεωρούσε ένθεα. Αυτή η ιερή φιλολογία, όπως έχουμε δει, ήταν το κύριο θέμα μελέτης στα πρωτοβάθμια σχολεία στην Αθήνα, όπου τη διάβαζαν, την έγραφαν, την μάθαιναν απ’ έξω. Στη Σπάρτη το σύνολο σχεδόν της φιλολογικής και της πνευματικής παιδείας αποτελούνταν από ιερά τραγούδια προς τιμή θεών και ηρώων. Οι μύθοι ήταν το πιο ουσιαστικό μέρος της πρωτοβάθμιας παιδείας στην Ελλάδα.
Για να καταλάβουμε τη στάση των θεωρητικών της εκπαίδευσης προς τους μύθους αυτούς που διατρέχουν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής ποίησης, είναι ανάγκη να κατανοήσουμε πόσο δέος και σεβασμό τρέφανε για τους ποιητές και ειδικά τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Κάθε λέξη τους θεωρούνταν εμπνευσμένη και αυστηρά αληθινή η αυθεντία τους ήταν αναμφισβήτητη. Στις αρχές του έκτου αιώνα ένας νόθας στίχος στην Ιλιάδα αποτέλεσε το κύριο επιχείρημα για την αθηναϊκή απαίτηση πάνω στο νησί της Σαλαμίνας. Ο Γέλωνας, ο τύρρανος της Συρακούσας, όταν ελληνική πρεσβεία στάλθηκε, για να του ζητήσει βοήθεια κατά των Περσών, απάντησε πως θα έδινε βοήθεια, αν του παραχωρούσαν την αρχηγία των ελληνικών στρατευμάτων. Όμως οι Σπαρτιάτες του αρνήθηκαν, επειδή, κατά τα λεγόμενα του Σπαρτιάτη αποσταλμένου, ο Αγαμέμνονας θα αναστέναζε, αν άκουγε κάτι τέτοιο. Και επειδή ο Όμηρος είχε πει πως ένας Αθηναίος ήταν καλύτερος άνδρας στο να κατευθύνει και να διοικεί ένα πλήθος, αυτό ήταν αιτία, για την οποία οι Αθηναίοι θα απαιτούσαν την αρχηγία, αν οι Σπαρτιάτες την απεμπολούσαν, για να την πάρει ο Γέλωνας.
Το γεγονός πως τέτοια επιχειρήματα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν δείχνει σε πόσο σεβασμό είχαν τον Όμηρο: τον θεωρούσαν σαν τον άριστο και τον πιο θείο από τους ποιητές. Οι θαυμαστές του διαβεβαίωναν ότι είχε διαπαιδαγωγήσει την Ελλάδα και ότι τα έργα του ήσαν πηγή κατάλληλης παιδείας για τον όλο τρόπο ζωής. Ειδικότερα λέγανε πως «ο θείος Όμηρος είχε τιμή και δόξα από αυτό από το ότι δηλαδή δίδαξε πράγματα χρηστά, τις παρατάξεις, τα ανδραγαθήματα, τους εξοπλισμούς των ανδρών». Θα ήταν άστοχο να υποστηρίξουμε ιδιόρρυθμες απόψεις σαν αυτές του Πλάτωνα. Όλοι είχαν τα αγαπημένα τους κομμάτια από τον Όμηρο. Του Σωκράτη ήταν: «Κάνε στους αθάνατους θεούς ιερουργίες κατά τη δύναμή σου». Δεν ήταν ανήκουστο προσόν να ξέρει κανείς όλη την Ιλιάδα και την Οδύσσεια απ’ έξω. Έπαιρναν από αυτές ηθικά διδάγματα. Έτσι η ιστορία της Κίρκης ήταν μια προειδοποίηση κατά της ακολασίας. Η Κίρκη έκανε τους συντρόφους του Οδυσσέα γουρούνια μέσα από την απληστία τους στις ηδονές του τραπεζιού• ο Οδυσσέας ο ίδιος, από συμβουλή του Ερμή και δική του αυτοσυγκράτηση σε τέτοια ζητήματα, γλίτωσε από αυτή τη μοίρα.
Με τον καιρό, πάντως, η υψηλότερη ηθική των Ελλήνων πνευματικών ηγετών εξεγέρθηκε κατά της χθαμαλής ηθικής, να μη λέει τίποτε περισσότερο για πολλά από τα μυθολογικά τα ενσωματωμένα στους ποιητές. Ο Ξενοφάνης άρχισε την επίθεση: «Όλα όσα είναι ψόγος και όνειδος για ανθρώπους στους θεούς τα ανέθεσαν ο Όμηρος κι ο Ησίοδος, να κλέβουν, να μοιχεύουν και να αλληλοαπατιούνται». Ο Ηράκλειτος δήλωνε πως ο Όμηρος άξιζε ένα χέρι ξύλο. Ακόμα και ο ευσεβής Πίνδαρος προσπάθησε να αλλοιώσει κάποιους μύθους, για να ακολουθήσουν τη δική του ηθική και ο Αισχύλος αγωνίζεται σκληρά για ένα υποβόσκοντα μονοθεϊσμό. Την επόμενη γενιά ξέσπασε η θύελλα: αφυπνισμένη η διανόηση, αναθρεμμένη από τους Σοφιστές και τους φιλοσόφους απομακρύνθηκε από τις τερατολογίες της Θεογονίας. Η τραγωδία, με το να φέρνει τη μυθολογία μπροστά στα μάτια, είχε κάνει την αδυναμία της πιο εμφανή. Οι έρευνες των μεταγενέστερων ιστορικών στη συγκριτική μυθολογία είχαν υπονομεύσει τις βάσεις της πίστης. Ο Ηρόδοτος είχε βρει πως ένας θεός με το όνομα Ηρακλής είχε αναγνωρισθεί στην Αίγυπτο 17000 χρόνια πριν από τον καιρό του• επομένως ο Έλληνας Ηρακλής, μόνο έξι αιώνες πριν την εποχή του ιστορικού, πρέπει να είναι κάποιος άνθρωπος με το ίδιο όνομα. Ο ορθολογισμός άρχισε να δεσπόζει στη μυθολογία: ο Θουκυδίδης προσπάθησε να εφαρμόσει επιστημονικές μεθόδους για τον Τρωικό Πόλεμο κάνοντας, για παράδειγμα, τη διάρκειά του να οφείλεται στη δυσκολία να αποκτηθούν προμήθειες για ένα τόσο μεγάλο στράτευμα. ο ορθολογισμός του Ευριπίδη είναι πασίγνωστος. Ο Μητρόδωρος, ένας μαθητής του Αναξαγόρα, θεώρησε τους θεούς φυσικές δυνάμεις και ποικιλίες της ύλης, επινόηση χρησιμοποιημένη κιόλας από τον Εμπεδοκλή σαν ποιητική άδεια. Με τον ίδιο τρόπο ο Σωκράτης ερμηνεύει ορθολογικά το μύθο του Βοριά στο Φαίδρο, όπου ο Πλάτωνας αναφέρει ότι οι σοφοί δεν πιστεύουν τέτοιες ιστορίες• όμως ο Σωκράτης ήταν πάρα πολύ απασχολημένος με τη μελέτη της δικής του προσωπικότητας για να αντικρούσει όλα αυτά τα πολυάριθμα ζητήματα, έτσι δέχεται τη συνηθισμένη πίστη. Οι υπερασπιστές του Ομήρου, οδηγημένοι από τον Μητρόδωρο και τον Στησίμβροτο, προσπαθούσαν να τον ερμηνεύσουν αλληγορικά, δηλώνοντας ότι και οι χειρότεροι μύθοι είχαν ένα ηθικό νόημα κατά βάθος. Οι αλληγορίες ήσαν συχνά φαιδρές: . . Συνέχεια στο κείμενο ΕΔΩ . . .
Ο Κώστας Λεπενιώτης, δευτερότοκος γιος του Γιάννη Μακρυγιάννη, γεννήθηκε στη Λεπενού γύρω στα 1777-80. Ακολούθησε το ασκέρι του αδελφού του Κατσαντώνη, ως οπλαρχηγός και συμμετείχε σ’ όλες τις μάχες που αυτός έδωσε εναντίον των Τουρκαλβανών.
Σε αντίθεση με τον μετρίου αναστήματος αδελφό του (τον Κατσαντώνη), ο Λεπενιώτης περιγράφεται ως γιγαντόσωμος, με πελώριο ανάστημα. Μάλιστα αναφερόμενος στη συνέλευση της Λευκάδας ο Σπ. Βερύκιος γράφει: “Είδα σε μια στιγμή τον πανύψηλο γίγαντα Λεπενιώτη να σηκώνεται όρθιος και με βροντερή φωνή και αφελή γλώσσα να διηγείται τα μάχη που ο Κατσαντώνης ‘έδωκε με τους Τούρκους πριν κατεβεί στη Λευκάδα”.
Από τους ιστορικούς, αναφέρεται ότι ήταν κι αυτός ανδρείος και ορμητικός διώκτης των Τουρκαλβανών, ενώ μετά το θάνατο του Κατσαντώνη το 1808, προσπάθησε να φανεί αντάξιός του και να αποδείξει την γενναιότητα και αρχηγική ικανότητά του. Έτσι επιζητούσε πάντοτε να βρει την ευκαιρία να επιτεθεί εναντίον των Τουρκαλβανών, εκδικούμενος μ’ αυτόν τον τρόπο και το φοβερό θάνατο του αδελφού του. Το Μάιο του 1809 ο Λεπενιώτης ευρισκόμενος με όλους τους άνδρες του στην περιοχή του χωριού Παπαδιά του Καρπενησίου “προσκάλεσε” σε μάχη το δερβέναγα Σουλεϊμάν Τότη, που είχε καταλύσει στο χωριό Δομιανοί των Κτημενίων. Ο Σουλεϊμάν αποδέχτηκε την πρόκληση και βάδισε προς την Παπαδιά, με 300 Τουρκαλβανούς. Εκεί τους περίμενε ο Λεπενιώτης, ο οποίος με ένα στρατηγικό τέχνασμα υποχρέωσε τους στρατιώτες του Σουλεϊμάν να βρεθούν ανάμεσα σε δυο πυρά. Οι Τουρκαλβανοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν καταδιωκόμενοι από τους άνδρες του Λεπενιώτη, οι οποίοι στο άκουσμα της βροντερής φωνής του αρχηγού τους: “στο κόκκινο πεσλί χτυπάτε”, άστραψαν τα πυρά τους και σκότωσαν το Σουλεϊμαν Τότη, αλλά και πολλούς από τους στρατιώτες του στη φρικτή σφαγή που ακολούθησε. Κατά τη διάρκεια της μάχης αυτής σκοτώθηκαν πάνω από εξήντα Τουρκαλβανοί, οι δε υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή και έφθασαν κακήν κακώς μέχρι τους Δομιανούς, ενώ από τα παλικάρια του Λεπενιώτη είχαν τραυματιστεί πέντε, κι αυτά μόνον ελαφρά. Τους πυροβολισμούς από τη μάχη άκουσαν όμως και οι άνδρες του δερβέναγα Ταϊργκέκα, που βρίσκονταν κοντά στη Βρύση του “Καραμέτη” (στον Αηθανάση Καρπενησίου) και οι οποίοι έτρεξαν να βοηθήσουν τον Σουλεϊμάν Τότη. Το θέαμα που αντίκρισαν πλησιάζοντας στην Παπαδιά τους τρόμαξε τόσο ώστε, αντί να επιτεθούν εναντίον του Λεπενιώτη που τους περίμενε στην ίδια θέση, αναχώρησαν χωρίς να τολμήσουν να δώσουν κάποια μάχη.
Πέρα απ’ αυτή τη μάχη και τόσες άλλες πρωτύτερα μάχες μαζί με τον Κατσαντώνη, ο Λεπενιώτης ακούραστος περιέτρεχε τον Αγραφιώτικο χώρο για προστασία στους κατοίκους του.
Σύμφωνα δε με τις σημειώσεις του Καρπενησιώτη γερουσιαστή Ι. Τσιγκόλη, ο Λεπενιώτης επανειλημμένα ήλθε σε σύγκρουση με τουρκαλβανικά τμήματα και τους αρχηγούς Μπέηδες.
Το 1810 κατέφυγε με 200 περίπου από τους άνδρες του στο Μεγανήσι, το οποίο βρισκόταν κάτω από την εξουσία των Γάλλων, οι οποίοι τελικά τον εκδίωξαν από εκεί για τον Κάλαμο. Ο Λεπενιώτης ζήτησε να μπει στην υπηρεσία των Άγγλων και να καταταχθεί στα ελληνικά τμήματα της Επτανήσου, αλλά όπως είπε: “επιθυμώ να δουλεύσω στους Άγγλους, αλλά δεν δίδω εις άλλον πίστη παρά εις τον Κολοκοτρώνη”. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που τότε ήταν αξιωματικός στον Αγγλικό στρατό στα Επτάνησα, πήγε στον Κάλαμο, συνάντησε το Λεπενιώτη και όπως υποστηρίζει: “εκάμαμε εσβάρκο εις το Μεγανήσι, και εκδιώξαμε τους Φραντσέζους και εκάμαμεν στάσιν εκεί”. Ο Λεπενιώτης παρέμεινε στα Ιόνια νησιά αλλά λίγο καιρό πριν οι Άγγλοι διαλύσουν τα Ελληνικά τάγματα της Επτανήσου, αναγκάστηκε από τις περιστάσεις να δεχθεί την αμνηστία που του πρόσφερε ο Αλή πασάς, “μη δυνηθείς δια των όπλων να τον καταβάλει” και σε αντάλλαγμα ανέλαβε το αρματολίκι των Αγράφων. Δεν δέχτηκε όμως να εμφανιστεί μπροστά στον Αλή πασά και παρέμεινε ουσιαστικά απροσκύνητος.
Το φθινόπωρο του 1811 επέστρεψε στα Άγραφα και ανέλαβε το αρματολίκι επικεφαλής 50 ανδρών, ενώ πολλοί από τους συντρόφους του διορίστηκαν “κολιτζήδες” των διαφόρων τμημάτων στο αρματολίκι. Δεν παρέμεινε όμως πολύ διάστημα στο αξίωμα αυτό αφού δολοφονήθηκε άνανδρα στη Φουρνά από τους ανθρώπους του Τουρκόφιλου Νίκου Θέου και του κοτζάμπαση του Φουρνά Γιαννάκη Κωστάκη.
Η δολοφονία του Λεπενιώτη, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Θεοδοσίου Νικοθέου, πρέπει να συνέβη το 1812.
Γεννήθηκε το 1805 στο Συρράκο Ιωαννίνων. Ωστόσο η τυραννία του Αλή πασά και η καταδίωξη του πατέρα του, Χριστόφορου, από τους Τούρκος ανάγκασαν την οικογένεια του να καταφύγει στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Εκεί σπούδασε ελληνική και ιταλική φιλολογία και αργότερα νομική, την οποία όμως δεν ολοκλήρωσε καθώς με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 εγκατέλειψε την Ιταλία και επέστρεψε στην Ελλάδα. Έλαβε μέρος σε αρκετές μάχες εναντίον των Τούρκων, ενώ πήρε επίσης μέρος στην Έξοδο του Μεσολογγίου.
Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στον Πύργο Ηλείας, όπου είχαν καταφύγει η μητέρα και η αδερφή του. Μετά το θάνατο των γονιών του, τους οποίους έχασε μέσα σε μία ημέρα, κατέφυγε στην Αθήνα. Υπηρέτησε ως αξιωματικός του οικονομικού σώματος του στρατού. Ωστόσο έλαβε μέρος σα μία συνωμοσία εναντίον τον Βαυαρών με σκοπό την παραχώρηση συντάγματος με αποτέλεσμα ο Όθωνας να αποτρέψει κάθε πιθανότητα προαγωγής του.
Από το γάμο του το 1840 απέκτησε εννιά παιδιά, από τα οποία επέζησαν μόλις τα δύο, γεγονός που τον συνέτριψε ψυχικά. Πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 1858. Το 1962 τοποθετήθηκε στα Ιωάννινα προτομή του.
Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας χαρακτηρίστηκε θερμός πατριώτης, περήφανος και αξιοπρεπής. Από πολλούς θεωρείται ο καλύτερος ποιητής της εποχής του. Κοινή παραδοχή είναι επίσης ότι η ποίηση του σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από την οικογενειακή του τραγωδία. Ενδεικτικό είναι το σχόλιο του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, που τον χαρακτηρίζει «ποιητή του πατρικού πόνου».
Λογοτεχνικό έργο
Η λογοτεχνική συνεισφορά του Γεώργιου Ζαλοκώστα είναι ποικιλόμορφη. Δεχόμενος επιρροές τόσο από την Αθηναϊκή όσο και από την Κερκυραϊκή Σχολή, συνέγραψε ποιήματα τόσο στην καθαρεύουσα όσο και τη δημοτική. Πολλά από τα ποιήματά του είναι πατριωτικά, σε αυτά χρησιμοποίησε κυρίως την καθαρεύουσα και άλλα πάλι λυρικά. Πολλά από τα μικρά λυρικά του ποιήματα μελοποιήθηκαν. Ενδεικτικά αναφέρεται «Το φίλημα» (Μια βοσκοπούλα αγάπησα). Άντλησε επίσης τη θεματολογία του από την τραγική οικογενειακή του κατάσταση.
Το 1851 πήρε το πρώτο βραβείο στο Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό για το ποίημα του «Το Μεσολλόγιον». Αργότερα βραβεύτηκε και για τις ποιητικές συλλογές του: «Αρματωλοί και κλέφται» και «Ώραι Σχολής».
Αξιοποίησε επίσης την καλή γνώση της ιταλικής γλώσσας μεταφράζοντας ποιήματα Ιταλών λογοτεχνών, όπως ο Ούγος Φώσκολος και ο Τορκουάτο Τάσσο. Ασχολήθηκε ακόμη με τη ζωγραφική.