Την εποχή όπου στο δυτικό τμήμα της Μεσογείου διεξαγόταν ο Β’΄Καρχηδονικός Πόλεμος (218-201 π.Χ.), στο ανατολικό η Ελλάδα ζούσε την φθορά τού Συμμαχικού Πολέμου (220-217 π.Χ.) ανάμεσα στην Αχαϊκή και στην Αιτωλική Συμπολιτεία και αντιμετώπιζε τις επεκτατικές βλέψεις τού βασιλιά τής Μακεδονίας Φιλίππου Ε΄.
Οι ελληνικές πόλεις-κράτη βρίσκονταν σε παρακμή. Οι Αθηναίοι είχαν εξελιχθεί σε κόλακες των ισχυρών, οι Αιτωλοί σε ληστές και τους Σπαρτιάτες κυβερνούσαν ηγέτες ο ένας χειρότερος από τον άλλον.Συνέχεια ανάγνωσης ΚΥΝΟΣ ΚΕΦΑΛΕΣ 197 π.Χ. – ΠΥΔΝΑ 168 π.Χ.→
Δώδεκα διαδοχικές εκδόσεις, εμπλουτισμένες συνεχώς με νεότερα δεδομένα, κυκλοφόρησαν πάνω στην ανθρωπολογική – εθνογενετική μελέτη των Ελλήνων. Βάση αυτού του έργου αποτελεί η διδακτορική διατριβή τού Άρη Ν. Πουλιανού, που εκπονήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας υπό την επίβλεψη του διάσημου καθηγητή Ανθρωπολογίας Γ. Φ. Ντεμπέτς.
Η έρευνα στηρίχθηκε στη μελέτη 70 ανθρωπολογικών γνωρισμάτων 3000 περίπου Ελλήνων πολιτικών προσφύγων του 1949 στην τ. Σοβιετική Ένωση. Τα γνωρίσματα αυτά (π.χ. ύψος σώματος, πλάτος προσώπου, χρώμα δέρματος, σχήμα ματιών), αντανακλούν με τη σειρά τους τις δομές των γονιδίων και του DNA. Συνέχεια ανάγνωσης Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ→
Μετάφραση από την ΜΑΡΙΑ ΡΑΛΛΗ – ΥΔΡΑΙΟΥ, Μ.Α. Κριτικής Θεωρίας, Ιστορικό – Αρχαιολόγο
Η Θρακολογία και η Μυκηνολογία είναι δυο κλάδοι των Ινδο-Ευρωπαϊκών Σπουδών ίσης αξίας για το θέμα ” ενδοσχέσεις ανάμεσα στους Πρωτο-Θράκες και στους Πρώτο- Έλληνες” εφ’ όσον αμφότεροι έζησαν στην ίδια γεωγραφική περιοχή. Ο καθηγητής ALEXANDER FOL ξεκίνησε μια διεθνή προσέγγιση στη Θρακολογία. Είδε ότι οι θησαυροί του θρακικού πολιτισμού δεν θα έπρεπε να περιοριστούν μόνον στις χώρες της Νότιας – Ανατολικής Ευρώπης αλλά να μοιραστούν με τα έθνη όλου του κόσμου. Σε μια σειρά από συνέδρια – το πρώτο έγινε το 1972- ο Α. FOL έκανε τη Θρακολογία ένα ζωτικό τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης. Έτσι γεννήθηκε μια μοντέρνα, διεθνής επιστήμη στο Πρώτο Διεθνές Συνέδριο Θρακολογίας στη Σόφια.
Πριν από χρόνια, όταν υπήρχαν λιγότερα γλωσσολογικά και αρχαιολογικά στοιχεία, οι ερευνητές της Αρχαίας Θράκης έβγαλαν το συμπέρασμα ότι αυτά που είδαν στην περιοχή αυτή γύρω στα μέσα της πρώτης χιλιετίας π.Χ. και λίγο αργότερα, και τα οποία τους θύμιζαν τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, ήταν κατάλοιπα του παρελθόντος. Υπέθεσαν ότι αυτά τα κατάλοιπα ή ενθυμήματα της Μυκηναϊκής εποχής στην Ελλάδα μπορεί να ήταν το αποτέλεσμα μιας πιθανής, αν και καθυστερημένης, επίδρασης των Μυκηναϊκών κέντρων επάνω στο Βορρά. Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι ανάμεσα στην Ανατολία και στη Νοτιο-Ανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της λεκάνης του Καυκάσου-Μαύρης θάλασσας, αναδύθηκε ένας σχετικά ενοποιημένος τελετουργικός και μυθολογικός συμβολισμός, ο οποίος και αποδεικνύεται από βασικά αντικείμενα και ζωομορφικές συνταυτίσεις: ο διπλός πέλεκυς και ο σταυρός ήταν συνδεδεμένα με τη λατρεία της Μητέρας-θεάς καθώς και με τη λατρεία των νεκρών. Μερικές φορές και η γυναικεία μορφή απεικονιζόταν με το σχήμα του σταυρού. Η Θράκη διατήρησε για πολύ καιρό την αρχαία σημασιολογία των κυριοτέρων μυθολογικών συμπλεγμάτων λατρείας αυτής της περιοχής: τα πουλιά και τα ελάφια, τις γυναικείες φιγούρες, το άλογο και το άρμα, τον ταύρο, κ.ά. Μεγάλης σημασίας ήταν τα μνημεία που χρονολογούνται έως την πρώτη χιλιετία π.Χ., όπως τα μεγαλιθικά μνημεία στο πρώτο μισό της χιλιετίας και ο θόλος και οι θολωτοί τάφοι στο δεύτερο μισό. Ολόκληρος ο μεγαλιθικός πολιτισμός είναι δυνατόν να ερμηνευτεί μόνον με την έννοια της λατρείας του Ήλιου…
H πόλη της Παλλάδος, από τις πρώτες, μαζί με την Aίγινα και την Kόρινθο, που υιοθέτησαν το αγαθό του νομισματοκοπείν – εφεύρημα των Eλλήνων και των Λυδών της Mικράς Aσίας γύρω στο 590-580 π.X.– θα εισέλθει δυναμικά στο προσκήνιο της νομισματοκοπίας των αρχαϊκών χρόνων για να διατηρήσει το προβάδισμα έως τα τέλη του ελληνιστικού κόσμου. Θαλασσοκράτειρα και λίκνο πολιτισμού.
Τις πρώτες εκδόσεις που αποδίδονται στο νομισματοκοπείο των Αθηνών αποτελούν τα λεγόμενα «εραλδικά νομίσματα» (Wappenmünzen, στη διεθνή ορολογία) και πιστεύεται ότι κυκλοφόρησαν επί Πεισιστρατιδών – ιδιαίτερα μάλιστα στα χρόνια του ιδρυτή της «τυραννίας» Πεισιστράτου (περ. 545-527 π.Χ.). Στην πλειονότητά τους είναι αργυρά δίδραχμα και υποδιαιρέσεις. Οι παραστάσεις των πρόσθιων όψεων περιλαμβάνουν αμφορέα, τρισκελίδα, γλαύκα, ημίτομο ίππου (αριθ. κατ. 127), κεφαλή βοός, αστράγαλο, τροχό (αριθ. κατ. 128), γοργόνεια, κτλ., θέματα δηλαδή που σχετίζονται με τη μυθολογία, το εμπόριο και το γεωργικό πλούτο της Αττικής. Οι οπίσθιες όψεις, κατά τη συνήθεια της εποχής, φέρουν έγκοιλο τετράγωνο (βλ. αριθ. κατ. 127, 128).
Στα τετράδραχμα που εκδίδονται αργότερα κατά το διάστημα περ. 527-510 π.X. και που αποδίδονται στον Iππία, δευτερότοκο γιο του Πεισιστράτου, απεικονίζεται γοργόνειον και κατά περίπτωση κεφαλή βοός ή ημίτομο λέαινας. Tώρα για πρώτη φορά εικονογραφείται και η οπίσθια όψη. Η κυκλοφορία των πρώτων αυτών σειρών (δίδραχμα και υποδιαιρέσεις, τετράδραχμα) κατά κανόνα δεν υπερβαίνει τα γεωγραφικά όρια του αθηναϊκού κράτους, αντικατοπτρίζοντας την ενδοστρεφή πολιτική της τυραννίας….
. Εγκυμοσύνη
Η στείρα γυναίκα κάνει παιδί αν φάει μια μικρή πίτα από φούρνο καινούριο που ανάβει για πρώτη φορά. Σ’ αυτή την πρόληψη ο φούρνος αντιστοιχεί στη μητέρα, το γλύκισμα στο βρέφος, η φωτιά στην εγκυμοσύνη και το πρώτο άναμμα στη γυναίκα που θα κυοφορήσει πρώτη φορά. Επίσης κάνει παιδί αν πάρει ένα κέρμα από καθεμιά από εφτά γυναίκες που παντρεύτηκαν έναν μόνο άντρα, κυρίως λόγω της ιερότητας του αριθμού εφτά.
Οι γυναίκες που γεννούν συνέχεια κορίτσια, βαφτίζουν αγόρια, για να αποκτήσουν κι αυτές αγόρι, συνδυάζοντας το γεγονός ότι κρατούν συχνά ξένα αγόρια με την απόκτηση δικού τους. Στην απόκτηση αγοριού θεωρείται ότι συντελεί και το να δίνουν τα ονόματα Σταμάτα και Αγόρω στο τελευταίο κορίτσι που γεννήθηκε, από τα οποία ονόματα το πρώτο περιέχει την ευχή των γονέων να σταματήσουν τα κορίτσια και το άλλο την ευχή να είναι αγόρι το επόμενο παιδί.
Οι γυναίκες που κυοφορούν για πρώτη φορά κρύβουν την εγκυμοσύνη τους, γιατί έτσι πιστεύεται ότι το παιδί που θα γεννηθεί θα είναι όμορφο. Η πρόληψη εξηγείται από την ευνόητη ντροπή που αισθάνονται οι έγκυοι σε συνδυασμό με τις προλήψεις για τη βασκανία. Αν η γυναίκα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της γίνεται ομορφότερη, πιστεύεται, συνδυάζοντας την έννοια της ομορφιάς με το ωραίο φύλο, ότι θα φέρει στον κόσμο κορίτσι. Αν η έγκυος θέλει να τρώει γλυκά, θα γεννήσει αγόρι, ενώ αν θέλει ξινά, θα γεννήσει κορίτσι. Η πρόληψη πιθανόν προέκυψε από το ευχάριστο ή δυσάρεστο συναίσθημα που θα φέρει το φύλο του νεογέννητου, αφού είναι γνωστό ότι σε ορισμένους ιδίως τόπους τα αγόρια είναι πιο επιθυμητά από τα κορίτσια. Για τον ίδιο λόγο, αν η έγκυος επιθυμεί να τρώει κρέας, θα αποκτήσει αγόρι, ενώ αν θέλει ψάρι, θα κάνει κορίτσι.
Αν το προηγούμενο παιδί της εγκύου μοιάζει με κορίτσι (κοπελλοφέρνει), θεωρείται, κατά μεταφορά, ότι το επόμενο παιδί θα είναι κορίτσι, αν όμως μοιάζει με αγόρι (παιδοφέρνει), η γυναίκα θα κάνει αγόρι. Αν η έγκυος ακούσει φωνή κουκουβάγιας, θεωρείται, συνδυάζοντας το γένος της λέξης κουκουβάγια με το φύλο του παιδιού που θα γεννηθεί, ότι θ’ αποκτήσει κορίτσι, αν όμως ακούσει μπούφο, σύμφωνα με την ίδια μεταφορά, θα γεννήσει αγόρι. Αν καεί κάπου το πρόσφατα ραμμένο ρούχο της εγκύου, θεωρείται σημάδι ότι θα γεννήσει κορίτσι, σύμφωνα με ευνόητη μεταφορά. Αν της ζητήσουν ξαφνικά να δείξει το χέρι της κι αυτή δείξει την παλάμη, αυτό προμηνύει ότι κυοφορεί κορίτσι σύμφωνα πάλι με ευνόητη μεταφορά, όπως, αντίθετα, αν δείξει το πάνω μέρος του χεριού της, είναι προμήνυμα ότι θα κάνει αγόρι. Σαν οιωνοί για το φύλο του παιδιού που θα γεννηθεί χρησιμεύουν τα σχήματα που παίρνουν κομμάτια στύψης όταν τα ρίξουν στη φωτιά…. . .