Η προτομή του αρματωλού Παπαθύμιου Βλαχάβα (1760-1809), στα Τρίκαλα
.
Βλαχάβας Αθανάσιος, Θύμιος, Θεοδωράκης
Βλαχάβας (ή Μπλαχάβας)
……….Βλαχάβας είναι το επώνυμο οικογένειας αρματολών και εθνικών αγωνιστών, τής προεπαναστατικής περιόδου, που καταγόταν από το χωριό Βλαχάβα τής Καλαμπάκας. Διακρίθηκε γιά την δράση της, στα επαναστατικά χρόνια, στην περιοχή των Χασίων. Τα πιό γνωστά μέλη της ήταν ο πατέρας, Αθανάσιος Βλαχάβας και οι γιοί Θεόδωρος, Δημήτριος και Ευθύμιος (ο περίφημος Παπαθύμιος), καθώς και Νικόλαος Βλαχάβας, οπλαρχηγός και αγωνιστής τού Ολύμπου και τής δυτικής Μακεδονίας στην επανάσταση τού 1878 και γιός τού Παπαθύμιου. Συνέχεια ανάγνωσης ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΒΛΑΧΑΒΑ (ή ΜΠΛΑΧΑΒΑ)→
Ο Κωνσταντίνος Βλαχόπουλος, ήταν γόνος της γνωστής οικογένειας φιλικών, αγωνιστών και αρματολών του Βλοχού και του Αγρινίου, που είχε τις ρίζες της στη Νικόπολη Πρέβεζας. Γεννήθηκε στη Νικόπολη, το 1789 και πέθανε το 1868. Σπούδασε στα Γιάννενα και έφηβος ακόμα υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Γρήγορα όμως ήρθε σε αντίθεση με τον τύραννο και ακολούθησε τη ζωή των κλεφταρματολών. Το 1806 ο Κωνσταντίνος Βλαχόπουλος πήρε μέρος στην κατάληψη και πυρπόληση του Αγρινίου και στη συνέχεια διέφυγε στα Επτάνησα, όπου κατατάχθηκε (1808) εθελοντής στα ελληνικά τάγματα του αγγλικού στρατού. Πήρε μέρος στην άλωση της γαλλοκρατούμενης Λευκάδας (1810) και λίγο αργότερα στις επιχειρήσεις των Άγγλων εναντίον του Ναπολέοντα στη Σικελία και τη Γένοβα. Το 1817 ο Βλαχόπουλος δήλωσε εικονική υποταγή στον Αλή πασά και έτσι ανέκτησε το πατρογονικό αρματολίκι του Βλοχού. Δυο χρόνια αργότερα (1819) μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1821, από κοινού με τους αδερφούς του, Αλεξάκη και Δημήτριο, συνέβαλαν σημαντικά στην εξέγερση της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας εναντίον των Τούρκων, με αποτέλεσμα την απελευθέρωση (Μάιος 1821) του Αγρινίου και του Ζαπαντιού και την εδραίωση της επανάστασης στην Ακαρνανία. Στη συνέχεια ο Κωνσταντίνος Βλάχοπουλος αναγνωρίστηκε αρχηγός των επαρχιακών αρμάτων Βλοχού και Αγρινίου (1822), πολέμησε με τα Μάρκο Μπότσαρη στο Καρπενήσι (1823) και μετά το θάνατο τοι τελευταίου ανέλαβε με επιτυχία την προάσπιση του Αιτωλικού από το στρατεύματα του Μουσταή πασά κα του Ομέρ Βρυώνη που το πολιορκούσαν. Για τις υπηρεσίες του ανταμείφθηκε από την κυβέρνηση με το βαθμό του χιλίαρχου. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου, προβιβάστηκε σε στρατηγό (1825) και προασπίστηκε μαζί με το σώμα των αγωνιστών του με ιδιαίτερη γενναιότητα τον επικίνδυνο προμαχώνα του Φραγκλίνου. Στη συνέχεια ο Βλαχόπουλος συμμετέσχε στη θερινή εκστρατεία (1826) του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και στην εκστρατεία της Αττικής του Γεωργίου Καραϊσκάκη (1827). Το 1827 εκλέχτηκε πληρεξούσιος στην Γ’ Εθνοσυνέλευση και λίγο αργότερα πήρε μέρος στην εκστρατεία του Τσωρτς στη Δυτική Στερεά Ελλάδα (1827 -1829). Μετά το τέλος του Αγώνα ο Βλαχόπουλος διορίστηκε μοίραρχος Χωροφυλακής στη μοιραρχία Αιτωλοακαρνανίας (1833) και με την ιδιότητα αυτή καταδίωξε με επιτυχία τους ληστές. Το 1837 προβιβάστηκε σε ταγματάρχη και ανέπτυξε αντιβαυαρική δράση μέσα στο στρατό. Ωστόσο το 1841 προάχθηκε σε αντισυνταγματάρχη, ενώ, συγχρόνως του ανατέθηκε από το βασιλιά Όθωνα η αρχηγία της Χωροφυλακής σε αντικατάσταση του Βαυαρού Ρόσνερ.
Ο Κώστας Λεπενιώτης, δευτερότοκος γιος του Γιάννη Μακρυγιάννη, γεννήθηκε στη Λεπενού γύρω στα 1777-80. Ακολούθησε το ασκέρι του αδελφού του Κατσαντώνη, ως οπλαρχηγός και συμμετείχε σ’ όλες τις μάχες που αυτός έδωσε εναντίον των Τουρκαλβανών.
Σε αντίθεση με τον μετρίου αναστήματος αδελφό του (τον Κατσαντώνη), ο Λεπενιώτης περιγράφεται ως γιγαντόσωμος, με πελώριο ανάστημα. Μάλιστα αναφερόμενος στη συνέλευση της Λευκάδας ο Σπ. Βερύκιος γράφει: “Είδα σε μια στιγμή τον πανύψηλο γίγαντα Λεπενιώτη να σηκώνεται όρθιος και με βροντερή φωνή και αφελή γλώσσα να διηγείται τα μάχη που ο Κατσαντώνης ‘έδωκε με τους Τούρκους πριν κατεβεί στη Λευκάδα”.
Από τους ιστορικούς, αναφέρεται ότι ήταν κι αυτός ανδρείος και ορμητικός διώκτης των Τουρκαλβανών, ενώ μετά το θάνατο του Κατσαντώνη το 1808, προσπάθησε να φανεί αντάξιός του και να αποδείξει την γενναιότητα και αρχηγική ικανότητά του. Έτσι επιζητούσε πάντοτε να βρει την ευκαιρία να επιτεθεί εναντίον των Τουρκαλβανών, εκδικούμενος μ’ αυτόν τον τρόπο και το φοβερό θάνατο του αδελφού του. Το Μάιο του 1809 ο Λεπενιώτης ευρισκόμενος με όλους τους άνδρες του στην περιοχή του χωριού Παπαδιά του Καρπενησίου “προσκάλεσε” σε μάχη το δερβέναγα Σουλεϊμάν Τότη, που είχε καταλύσει στο χωριό Δομιανοί των Κτημενίων. Ο Σουλεϊμάν αποδέχτηκε την πρόκληση και βάδισε προς την Παπαδιά, με 300 Τουρκαλβανούς. Εκεί τους περίμενε ο Λεπενιώτης, ο οποίος με ένα στρατηγικό τέχνασμα υποχρέωσε τους στρατιώτες του Σουλεϊμάν να βρεθούν ανάμεσα σε δυο πυρά. Οι Τουρκαλβανοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν καταδιωκόμενοι από τους άνδρες του Λεπενιώτη, οι οποίοι στο άκουσμα της βροντερής φωνής του αρχηγού τους: “στο κόκκινο πεσλί χτυπάτε”, άστραψαν τα πυρά τους και σκότωσαν το Σουλεϊμαν Τότη, αλλά και πολλούς από τους στρατιώτες του στη φρικτή σφαγή που ακολούθησε. Κατά τη διάρκεια της μάχης αυτής σκοτώθηκαν πάνω από εξήντα Τουρκαλβανοί, οι δε υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή και έφθασαν κακήν κακώς μέχρι τους Δομιανούς, ενώ από τα παλικάρια του Λεπενιώτη είχαν τραυματιστεί πέντε, κι αυτά μόνον ελαφρά. Τους πυροβολισμούς από τη μάχη άκουσαν όμως και οι άνδρες του δερβέναγα Ταϊργκέκα, που βρίσκονταν κοντά στη Βρύση του “Καραμέτη” (στον Αηθανάση Καρπενησίου) και οι οποίοι έτρεξαν να βοηθήσουν τον Σουλεϊμάν Τότη. Το θέαμα που αντίκρισαν πλησιάζοντας στην Παπαδιά τους τρόμαξε τόσο ώστε, αντί να επιτεθούν εναντίον του Λεπενιώτη που τους περίμενε στην ίδια θέση, αναχώρησαν χωρίς να τολμήσουν να δώσουν κάποια μάχη.
Πέρα απ’ αυτή τη μάχη και τόσες άλλες πρωτύτερα μάχες μαζί με τον Κατσαντώνη, ο Λεπενιώτης ακούραστος περιέτρεχε τον Αγραφιώτικο χώρο για προστασία στους κατοίκους του.
Σύμφωνα δε με τις σημειώσεις του Καρπενησιώτη γερουσιαστή Ι. Τσιγκόλη, ο Λεπενιώτης επανειλημμένα ήλθε σε σύγκρουση με τουρκαλβανικά τμήματα και τους αρχηγούς Μπέηδες.
Το 1810 κατέφυγε με 200 περίπου από τους άνδρες του στο Μεγανήσι, το οποίο βρισκόταν κάτω από την εξουσία των Γάλλων, οι οποίοι τελικά τον εκδίωξαν από εκεί για τον Κάλαμο. Ο Λεπενιώτης ζήτησε να μπει στην υπηρεσία των Άγγλων και να καταταχθεί στα ελληνικά τμήματα της Επτανήσου, αλλά όπως είπε: “επιθυμώ να δουλεύσω στους Άγγλους, αλλά δεν δίδω εις άλλον πίστη παρά εις τον Κολοκοτρώνη”. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που τότε ήταν αξιωματικός στον Αγγλικό στρατό στα Επτάνησα, πήγε στον Κάλαμο, συνάντησε το Λεπενιώτη και όπως υποστηρίζει: “εκάμαμε εσβάρκο εις το Μεγανήσι, και εκδιώξαμε τους Φραντσέζους και εκάμαμεν στάσιν εκεί”. Ο Λεπενιώτης παρέμεινε στα Ιόνια νησιά αλλά λίγο καιρό πριν οι Άγγλοι διαλύσουν τα Ελληνικά τάγματα της Επτανήσου, αναγκάστηκε από τις περιστάσεις να δεχθεί την αμνηστία που του πρόσφερε ο Αλή πασάς, “μη δυνηθείς δια των όπλων να τον καταβάλει” και σε αντάλλαγμα ανέλαβε το αρματολίκι των Αγράφων. Δεν δέχτηκε όμως να εμφανιστεί μπροστά στον Αλή πασά και παρέμεινε ουσιαστικά απροσκύνητος.
Το φθινόπωρο του 1811 επέστρεψε στα Άγραφα και ανέλαβε το αρματολίκι επικεφαλής 50 ανδρών, ενώ πολλοί από τους συντρόφους του διορίστηκαν “κολιτζήδες” των διαφόρων τμημάτων στο αρματολίκι. Δεν παρέμεινε όμως πολύ διάστημα στο αξίωμα αυτό αφού δολοφονήθηκε άνανδρα στη Φουρνά από τους ανθρώπους του Τουρκόφιλου Νίκου Θέου και του κοτζάμπαση του Φουρνά Γιαννάκη Κωστάκη.
Η δολοφονία του Λεπενιώτη, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Θεοδοσίου Νικοθέου, πρέπει να συνέβη το 1812.
Γεννήθηκε το 1805 στο Συρράκο Ιωαννίνων. Ωστόσο η τυραννία του Αλή πασά και η καταδίωξη του πατέρα του, Χριστόφορου, από τους Τούρκος ανάγκασαν την οικογένεια του να καταφύγει στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Εκεί σπούδασε ελληνική και ιταλική φιλολογία και αργότερα νομική, την οποία όμως δεν ολοκλήρωσε καθώς με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 εγκατέλειψε την Ιταλία και επέστρεψε στην Ελλάδα. Έλαβε μέρος σε αρκετές μάχες εναντίον των Τούρκων, ενώ πήρε επίσης μέρος στην Έξοδο του Μεσολογγίου.
Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στον Πύργο Ηλείας, όπου είχαν καταφύγει η μητέρα και η αδερφή του. Μετά το θάνατο των γονιών του, τους οποίους έχασε μέσα σε μία ημέρα, κατέφυγε στην Αθήνα. Υπηρέτησε ως αξιωματικός του οικονομικού σώματος του στρατού. Ωστόσο έλαβε μέρος σα μία συνωμοσία εναντίον τον Βαυαρών με σκοπό την παραχώρηση συντάγματος με αποτέλεσμα ο Όθωνας να αποτρέψει κάθε πιθανότητα προαγωγής του.
Από το γάμο του το 1840 απέκτησε εννιά παιδιά, από τα οποία επέζησαν μόλις τα δύο, γεγονός που τον συνέτριψε ψυχικά. Πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 1858. Το 1962 τοποθετήθηκε στα Ιωάννινα προτομή του.
Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας χαρακτηρίστηκε θερμός πατριώτης, περήφανος και αξιοπρεπής. Από πολλούς θεωρείται ο καλύτερος ποιητής της εποχής του. Κοινή παραδοχή είναι επίσης ότι η ποίηση του σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από την οικογενειακή του τραγωδία. Ενδεικτικό είναι το σχόλιο του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, που τον χαρακτηρίζει «ποιητή του πατρικού πόνου».
Λογοτεχνικό έργο
Η λογοτεχνική συνεισφορά του Γεώργιου Ζαλοκώστα είναι ποικιλόμορφη. Δεχόμενος επιρροές τόσο από την Αθηναϊκή όσο και από την Κερκυραϊκή Σχολή, συνέγραψε ποιήματα τόσο στην καθαρεύουσα όσο και τη δημοτική. Πολλά από τα ποιήματά του είναι πατριωτικά, σε αυτά χρησιμοποίησε κυρίως την καθαρεύουσα και άλλα πάλι λυρικά. Πολλά από τα μικρά λυρικά του ποιήματα μελοποιήθηκαν. Ενδεικτικά αναφέρεται «Το φίλημα» (Μια βοσκοπούλα αγάπησα). Άντλησε επίσης τη θεματολογία του από την τραγική οικογενειακή του κατάσταση.
Το 1851 πήρε το πρώτο βραβείο στο Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό για το ποίημα του «Το Μεσολλόγιον». Αργότερα βραβεύτηκε και για τις ποιητικές συλλογές του: «Αρματωλοί και κλέφται» και «Ώραι Σχολής».
Αξιοποίησε επίσης την καλή γνώση της ιταλικής γλώσσας μεταφράζοντας ποιήματα Ιταλών λογοτεχνών, όπως ο Ούγος Φώσκολος και ο Τορκουάτο Τάσσο. Ασχολήθηκε ακόμη με τη ζωγραφική.