ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ’21 – ΓΙΑΝΝΟΥΣΑΣ ΠΑΝΟΜΑΡΑΣ

.

68ad7-1821252812529

 

ΓΙΑΝΝΟΥΣΑΣ ΠΑΝΟΜΑΡΑΣ

 

……….Ὁ Γιαννούσας δὲν ἔχει θηλυκὴ ὥρα, ἔλεγαν οἱ Σουλιῶτες. Κι ἐννοοῦσαν μ’αὐτό πὼς ὁ Γιαννούσας δὲν ξέρει τὶ θὰ πῇ φόβος. Ὁ  Γιαννούσας, πάγαινε μὲ τοὺς Τζαβελᾶτες (Τζαβελαίους) στοὺς πολέμους. Ἦταν πολὺ νειὸς ἀκόμα στὴν Ἐπανάσταση. Τὸ σπαθὶ του ἔκοβε ἀντρίκεια. Ἄμα τὸ τράβαγε ὁ Γιαννούσας, δὲν τὄβανε στὸ φηκάρι, παρὰ νικητὴς.

……….Τὰ γυρούσια του καὶ τὸ ξεσπάθωμά του ἦταν, πῶς νὰ σᾶς πῶ, σὰν ἕνα ριζιμιὸ λιθάρι’ ἄμα τὸ κυλίσῃς σὲ γκρεμὸ σταματάει ; Σταμᾶτα το ἄν μπορῇς ! Ὁ Γιαννούσας ἦταν παλαβὸ παληκάρι. Οἱ πλειότεροι Σουλιῶτες τέτοιοι ἦταν’ παλαβᾶ παληκάρια. Καὶ τ’ ὄνομα μάρας, αὐτὸ θὰ πῇ ἀρβανίτικα. Καὶ Πανομᾶρας, Φωτομᾶρας, θὰ πῇ, Παλαβοπᾶνος, Παλαβοφῶτος.

……….Τὰ παληκάρια τὰ Σουλιώτικα, στὴν ὥρα τοῦ γυρουσιοῦ, τἄπιανε μανία’ ἄφριζαν, γούρλωναν τὰ μάτια, τραβοῦσαν τὸ σπαθὶ καὶ δὲν ἔβλεπαν ἄν τοὺς ἀκολουθοῦσαν κι ἄλλοι. Ἔπρεπε νὰ περάσῃ τὸ μεθύσι τοῦ πολέμου, νὰ τσακιστοῦν οἱ ὀχτροὶ γιὰ νἆρθουν στὰ συλλοϊκὰ τους καὶ νὰ καταλάβουν ποῦ βρίσκονται. Ἔχω ἄκούσῃ ἀπό γριὰ Σουλιώτισσα, τὴν ἴδια τὴν θειᾶ Σᾶννα, τὴν γυναῖκα τοῦ Γιαννούσα (ἅγια γυναῖκα!) πὼς ἕναν Σουλιώτη, τὸν ἔδεναν οἱ σύντροφοί του γιατ’ ἤθελε νὰ πέσῃ στοὺς τούρκους μὲ τὸ σπαθί, ἄμα ποὺ ἄρχιζε ὁ πόλεμος.

……….[Ἡ Κίτσα, μᾶνα τῆς Σᾶννας, πήγαινε πολεμοφόδια μὲ ἄλλες Σουλιώτισσες στοὺς Σουλιῶτες’ κάποια φορὰ πληγώθηκε ὁ Κώστας Δράκος καὶ ἡ Κίτσα, ἔβγαλε τὸ μαντίλι καὶ ἔδεσε τὴν πληγὴ του, τὸν φόρτωσε στὴν πλάτη καὶ τὸν ἔσωσε’ ἀπό τότε, ἡ περήφανη Ζορμποποῦλα, ἔπασχε ἀπό χτῦπο στὸ στομάχι.]

……….Τὸ μίσος τοῦ Γιαννούσα, δὲν εἶχε χορτασμό. Τοὖχαν σκοτώσῃ στοὺς πολέμους τοῦ Σουλιοῦ οἱ τοῦρκοι, δύο ἀδέλφια. Καὶ ποιὸς ξέρει ποῦ καὶ πῶς ! Κι ὁ δυστυχισμένος ὁ Γιαννούσας εἶχε γίνει θεριό! Ἄν καὶ πονόψυχος ἄνθρωπος, δὲν ἔπαυε νὰ σκοτώνῃ καὶ νὰ σφάζῃ Ἀρβανίτες. Καὶ πόσες βολὲς δὲν πέρασε ἀπό τὸ χέρι του αὐτὴν ἡ τύχη ἡ σκληρὴ καὶ δὲν τὴν ἄφησε. Καὶ πόσο γέλασε ἡ ἀδερφοκαϊμένη του καρδιὰ ‘μπρὸς στὰ χυμένα αἵματα τῶν ὀχτρῶν του !

ΜΑΧΗΤΗΣ ΤΟΥ 1821……….Στὸν πόλεμο τῆς Ἄμπλιανης, καθὼς πήγαιναν κυνηγῶντας τοὺς τούρκους οἱ Σουλιῶτες, ἕνα Ἀρβανιτόπουλο ἦταν κρυμμένο πίσω ἀπό μία πέτρα. Τὸ βλέπει ὁ Γιάννης ὁ Μπαριαχτάρης καὶ τοῦ ρίχνεται μὲ τὸ σπαθί.

—– Ράϊ ! φωνάζει ὁ Αρβανίτης. Μὴ μὲ σκοτώνῃς καετᾶνε! Μ’ἔχει ἀκριβόν ἡ μᾶννα μου κ’εἶμαι τριῶν μηνῶν γαμπρός.

—-– Ἀπό ‘δῶ κᾶμε, τοῦ λέει ὁ Μπαριαχτάρης, γιατὶ τὸν λυπήθηκε.

……….Φτάνει ὅμως ἔξαφνα σὰν τὸ βοριᾶ τρεχάτος, ὁ Πανομάρας. Βλέπει τὸν Ἀρβανίτη νὰ φεύγῃ καὶ τοῦ πέφτει ἀπό κοντά.

—— Μὴ ὠρέ Γιαννούσα, μὴ τὸν σκοτώνῃς !

……….Ὅσο νὰ φωνάξῃ ὁ Μπαριαχτάρης, τὸν εἶχε φτάσῃ τὸν Ἀρβανίτη κυνηγῶντας ὁ Γιαννούσας, καὶ τοῦ πῆρε τὸ κεφάλι.

—–Τὰ σκυλιά ! Τί τὰ λυπᾶσαι !

……….Ὁ λιοντόκαρδος Μπαριαχτάρης ὕστερα ἀνατρίχιαζε νὰ τὸ μολογάῃ.

……….Περσότερο δοξάστηκε τὸ σπαθί τοῦ Γιαννούσα, πολεμῶντας μὲ τὸν Καραϊσκάκη στὴν Ρούμελη καὶ στὸν Πειραιᾶ. Πρῶτος ὁ Γιαννούσας σὲ κάθε γεροῦσι ! Νόμιζε κανένας πὼς εἶχε ζωντανέψῃ σ’ αὐτόν κι εἶχε πάρῃ τὴν μορφὴ του ἡ ἴδια ἡ ἀστραπόβολη θέλησι κι ὁ νοῦς τοῦ μεγάλου Καραΐσκου. Ὅ,τι ὁ στρατηγὸς παράγγελνε, ἐκεῖνος θὰ τὄβγανε πέρα’ ἀλλοιῶς θὰ πέθαινε ! Τὸν ἔτρεμε κι ὁ θάνατος. Οἱ σύντροφοι του, οἱ Σουλιῶτες, τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τὸν φοβῶνταν.

Κι ἦταν μικρός, κοντούτσικος, τόσος δὰ π’ ἀνάθεμά τον ! (Θεὸς σχωρέσ’ τὴν ψυχὴ σου, ἀθάνατε Γιαννούσα ! ).

……….Στὸ Σύνταγμα, τὰ 1832, ὁ Γιαννούσας ἦταν Ναπιστὴς μὲ τὸν Κίτζο Τζαβέλα. Ἄμα μπῆκαν στ ’Ἀνάπλι νικητὲς οἱ Συνταγματικοὶ τῶν Μεγάρων, μιὰ παρέα Σουλιῶτες ἔλεγαν τὸ πολεμικὸ τους τραγούδι, τὸ τραγούδι τοῦ καιροῦ ποὺ τὄλεγαν καὶ στὸ δρόμο, ὅταν ξεκίνησαν ἀπό τὰ Μέγαρα :

Πιάστε τὸ Νάπα ζωντανὸ, τὸν Κίτσο τὸ Τζαβέλα,

κι’αὐτόν τὸ στραβοτσάγουλο, τὸν κερατᾶ τὸ Ράγκο**

……….Ἄξαφνα, πέρναγε ὁ Γιαννούσας ἀπὄξω. Τὸ τραγούδι κόπηκε στὴ μέση ἀπό σεβασμὸ στὴν ἀληθινὴ παληκαριᾶ κι ἀπό φόβο. Πέρασαν χρόνια, κι ὁ Γιαννούσας στὰ 1838 ἀπάνου κάτου, ἦταν διοικητὴς τῆς τετραρχίας τοῦ Ἐπάχτου (Ναυπλίου) ὅλοι Σουλιῶτες φαλαγγίτες. Κάποτε, βρέθηκε κοντὰ στὰ σύνορα, κατὰ τὸ Ξερόμερο. Ἐκεῖ γύρω βρίσκονταν ὁ περίφημος Ἀρβανίτης καπετᾶνος τῶν λιάπηδων, ὁ Τσελιοπίτσαρης, ποὺ θἆχε δοκιμάσῃ τὸ σπαθὶ τοῦ Γιαννούσα στὸ Μεσολόγγι καὶ στὴν Ἀθῆνα στα 1826 και 1827.

……….Παραγγέλνει τοῦ Γιαννούσα, πὼς θέλει ν’ἀνταμωθοῦν.

Ἄς κοπιάσῃ, λέει ὁ Γιαννούσας.

……….Ἅμα ἦρθε ὁ Τσελιοπίτσαρης καὶ τὸν εἶδε τὸν Γιαννούσα, ξαφνιάστηκε’ χάλασε τὸ μοῦτρο του’ μία φορὰ τοῦ μιλοῦσε καὶ μιὰ τὸν κοίταζε παράξενα. Σὰν νὰ πειράχτηκε λίγο ὁ Γιαννούσας.

—– Τὶ μὲ κοιτᾶς ; τοῦ λέει.

—–Κάλλιο νὰ μὴ σὲ γνώριζα, τοῦ λέει ἐκεῖνος. Ἄλλον Γιαννούσα πίστευα κι ἄλλον ηὖρα.

Χαμογέλασε ὁ Γιαννούσας.

—–Ἄϊ τοῦ λέει, καὶ τὸ φλουρὶ μικρὸ εἶναι, ἀλλά ἔχει βάρος.

……….Κάποτε, στὸν ἴδιο καιρό, οἱ περίφημοι κλέφτες, Καλαματᾶς, Ρουπακιᾶς καὶ Χουσᾶδας, πάτησαν ἕνα σπίτι ὄξω ἀπό τὸ κάστρο τοῦ Ἐπάχτου καὶ πῆραν σκλάβους καὶ ζητοῦσαν ξαγορᾶ. Τὸ τραγούδι τὸ κλέφτικο λέει:

Κανένας δὲν τὸ πάτησε τὸ κάστρο τοῦ Ἐπάχτου,

ὁ Ρουπακιᾶς τὸ πάτησε μὲ τὸν γεροΧουσᾶδα.

……….Δὲν λέγει ὅμως ἀλήθεια τὸ τραγούδι. Ὅσο ἦταν ὁ Γιαννούσας στὸν Ἔπαχτο, κανένας δὲν πατοῦσε τὸ κάστρο του. Ἄμα ἔμαθε τὴν κλεψιὰ ὁ Γιαννούσας, βγῆκε καὶ κυνήγησε τοὺς κλέφτες ἀλλά δὲν τοὺς ἔφτασε. Τὴν ἄλλη μέρα, τοὔγραψαν οἱ κλέφτες ἕνα γράμμα γιομᾶτο βρισιές.Τὸν φοβέριζαν πὼς θαρθοῦν τὴν τᾶδε ‘μέρα νὰ τὸν πολεμήσουν καὶ νὰ τοὺς καρτερῇ, νὰ μὴ λέῃ πὼς ἦλθαν ἄξαφνα. Τοὺς καρτέρησε ὁ Γιαννούσας, δὲν ἦλθαν. Βγῆκε καὶ τοὺς πῆγε κυνηγῶντας, ὡς τὸ Λιδορίκι.

……….Πέθανε ὁ Γιαννούσας στὸν Ἔπαχτο (Ναύπλιον), καὶ θάφτηκε στὸ Σουλιώτικο θαφτῆρι τῆς Ἁγιᾶ – Παρασκευῆς.

Αθήνα 28 Μαγιοῦ 1904

Ἰω.Γ. Βλαχογιάννης

** ΣΗΜ. «Ο Τζαβέλας κι ο Ράγκος ήταν κόμμα τού Αυγουστίνου Καποδίστρια, τού Νάπα μ’άλλα λόγια. Νάπας παρονομάσθηκε από έναν τρελλό στ’ Ανάπλι, που η τρέλλα του ήταν να σημαδεύη τις τρύπες με το δάχτυλο και να τρέχη ύστερα να τις βουλώνει. Ο Ράγκος είχε σπασμένο το τσαγούλι του ( κατουσάγωνο ) από  τον καιρό των πολέμων τού Αλήπασα. Τώχε πάθη από τους Κατσαντωναίους, όταν ήταν γραμματικός τού Βεληγκέκα».

***

Τὸ ἄλογο τοῦ Καραϊσκάκη! Ἕνα ὠραῖο καὶ σπάνιο ἱστορικό ἀνέκδοτο.

……….Πρωταγωνιστὲς τοῦ περιστατικοῦ εἶναι ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Σουλιώτης ὁπλαρχηγός καὶ ὑπασπιστής του Πανομᾶρας Γιαννούσης, καὶ ἕνα ἄλογο. Τὸ περιστατικὸ τὸ κατέθεσε ὁ ἴδιος ὁ Γιαννούσης’ ἡ ἀλήθεια του λοιπόν, δὲν εἶναι ἀντικείμενο ἀμφιβολίας. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἐντυπωσιάζει, εἶναι τὸ γεγονὸς πὼς πίσω ἀπό ὅλα αὐτά τὰ παραδείγματα, ἀναδύεται ἡ πανάρχαια γνώση τῆς θεοσημίας, μιᾶς παράλληλης πρὸς τὴν θρησκεία λαϊκῆς μαντικῆς πρακτικῆς. Ἕνα εἴδος οἰωνοσκοπίας, μὲ διαφόρων μορφῶν προσημεῖα, ποὺ εἶναι πάντα παροῦσα καὶ ζωντανὴ στοὺς Ἕλληνες τοῦ 19ου αἰῶνα, ὅπως ἦταν καὶ στοὺς ἀρχαίους προγόνους.

……….Ὁ Γιαννούσης, ἕνας «γητευτὴς ἀλόγων» μὲ τὸν σύγχρονο ὅρο, εἶναι ἄνθρωπος τῆς φύσης, εἶναι μέρος της. Γνωρίζει πολὺ καλὰ τὰ ἄλογα ἀπό μικρὸ παιδὶ καὶ ἔχει μάθει πὼς ὑπάρχουν στιγμὲς στὴν ζωὴ, ποὺ τὸ «ἐπέκεινα» στέλνει μηνύματα στὸ ἐδῶ, μὲ κάθε τρόπο. Εἶναι ἀνύποπτος κληρονόμος μιᾶς γνώσης καὶ ἑνὸς ψυχικοῦ ἐνστίκτου ποὺ τὸν καθιστᾶ κατάλληλο στὸ νὰ ἀντιλαμβάνεται τὰ μηνύματα. Εἶναι ὅμως μάταιο, ἄν τὰ πιστεύει μόνο αὐτός.

Ἔτσι, τὸ πεπρωμένον φυγεῖν ἀδύνατον.

Τὸ γεγονὸς, ὅπως τὸ ἀφηγεῖται ὁ Δ. Κόκκινος, ἔγινε στὸ Φάληρο τὸ ἀπόγευμα τῆς 22ας Ἀπριλίου τοῦ 1827.

……….«[Ὁ Καραϊσκάκης]τὸ μεσημέρι ἔφαγε λίγο ψωμὶ καὶ ξάπλωσε νὰ ἠσυχάσῃ. Ἡ διαταγὴ ἦταν σαφής: νὰ ἀποφύγουν οἱ στρατιῶτες του κάθε σύγκρουση μὲ τὸν ἐχθρό, πρὶν τὴν καθορισμένη ὥρα. Δὲν πρόλαβε νὰ ἠσυχάσῃ, ὅταν….ἄκουσε πυροβολισμούς. Πετάχτηκε ἀπό τὸ στρῶμα του. Τοῦ μηνοῦν ὅτι οἱ δικοὶ του χτυπιοῦνται μὲ τοὺς τούρκους.

……….Ὁ Καραϊσκάκης, μόλις ἤκουσε τοὺς πρώτους πυροβολισμοὺς, διέταξε νὰ φροντίσουν νὰ τοὺς σταματήσουν, ἀλλ΄ὅταν μετ΄ὁλίγον ἡ ἀναστάτωσις ἐπετάθῃ, ἐσηκώθῃ, ἵππευσε καὶ ἀκολουθούμενος ἀπὸ τοὺς εὐρεθέντας εἰς τὴν σκηνήν του ὁπλαρχηγούς, ὥρμησε πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ποὺ εἶχεν ἀρχίσει ἡ συμπλοκὴ διὰ νὰ τὴν περιορίσῃ, διὰ νὰ μὴν ἐμπλακῆ ὁ στρατὸς εἰς μάχην ἀκαίρως καὶ ἀνατραπῆ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε διὰ τὴν μεγάλη ἐπιχείρησιν τῆς ἐπομένης.

……….Ἀλλά τὸ ἄλογο τοῦ Καραϊσκάκη ἐτραυματίσθη μόλις ἐξεκίνησε, καὶ ὁ στρατηγὸς διέταξε νὰ τοῦ φέρουν ἄλλο. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐκινεῖτο, καὶ μόλις τὸ ἐκτύπησεν ὁ ἀναβάτης του, ἐπρόβαλε τοὺς ἐμπροσθίους πόδας ἀρνούμενον νὰ προχωρήσῃ, καὶ ἐτίνασσε τὴν κεφαλὴν μὲ διεσταλμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τοὺς ρώθωνας, εὶς τοὺς πτερνισμοὺς ποὺ ὑφίστατο.

……….Τὸ θέαμα τῆς ἐπιμόνου ἀρνήσεως τοῦ ζώου νὰ προχωρήσῃ, ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἰς τὸν ἀκολουθοῦντα τὸν Καραϊσκάκην ὑπασπιστήν του, Γιαννούσην Πανομᾶραν, παλαιὸν ἱππέα καὶ πιστεύοντα εἰς τὰς προαισθήσεις τῶν ἀλόγων, καἰ ὁ ὁποῖος, συμπεραίνων ἐκ τοῦ πείσματος τοῦ ζώου ὅτι ὁ ἀναβάτης του θὰ ἐκινδύνευεν ἄν ἐπροχωροῦσε, ἀφίππευσε, ἐκράτησε τὸ ἀτίθασον ἄλογο ἀπό τοὺς χαλινούς, καὶ ἐφώναξε πρὸς τὸν Καραϊσκάκην, κατὰ τὴν ἀναγραφεῖσαν στιχομυθίαν:

 – Κατέβα κάτω, στρατηγέ!.

……….Ὁ Πανομᾶρας, γνωρίζων ὅτι ἄν συνεβούλευε τὸν ἀρχηγὸν του ν΄ἀποσυρθῇ ἐκ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, δὲν θὰ εἰσηκούετο, ἐπεχείρησε νὰ τὸ κάμῃ μὲ τοὺς ἁπλοὺς τραχεῖς τρόπους τοῦ ὀρεσιβίου.

Ὁ Καραϊσκάκης ἐξεπλάγη.

-Τὶ λὲς ὠρέ Γιαννούση, τοῦ εἶπε.

 -Κατέβα κάτω σοῦ λέω.

Ὠρέ, ἄφησε τὸ ἄλογο. –

Κατέβα ἤ τὸ σφάζω, ἐπέμεινεν ὁ Γιαννούσης, προβάλλων γυμνὸν τὸ γιαταγάνι του πρὸς τὴν κοιλίαν τοῦ ζώου.

……….Ὁ Καραϊσκάκης, ποὺ ἐγνώριζεν ὅτι ὁ ὑπασπιστὴς του ἦτο ἰκανὸς νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτό ποὺ ἔλεγε, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ τὸν ἔσωζε, ἀφίππευσε, ἀλλ΄ἐπωφεληθεῖς μιᾶς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Γιαννούσης ἐκοίταζεν ἀλλοῦ, ἵππευσε ἀστραπιαίως καὶ κεντήσας δυνατὰ τὸ ἄλογον, ὥρμησε πρὸς τὸν τόπο τῆς συμπλοκῆς….»

……….Τὸ περιστατικὸ εἶναι ἀσήμαντο καὶ καταχωρεῖται στὰ ἀνέκδοτα τῆς ἱστορίας. Ὠστόσο, δὲν παύει νὰ κινεῖται ἀνάμεσα στὰ ὅρια τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ θρύλου ποὺ ἀφοροῦν τὸν χαμὸ τοῦ μεγάλου ἀγωνιστή. Ἀνήκει στὴν ἴδια κατηγορία μὲ τὸ κόκκαλο τῆς σπάλας, ποὺ εἶχε διαβάσει ὁ Παπαφλέσσας πρὶν τὸ Μανιάκι, ἤ μὲ τὸ ὄνειρο τοῦ Κολοκοτρώνη, μὲ τὴν ὑπογραφή τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος.

Πηγή  : http://xantho.lis.upatras.gr/ 

Αφήστε μια απάντηση