ΔΥΟ ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (1912, 1940)

.

.

.

.

«Ὁ ἐχθρός, ἐπηρμένος ἀπό τὰς μέχρι τότε ἐπιτυχίας του, ἐλησμόνησεν ὡρισμένας σελίδας τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, ὅπως ἐκείνην τῶν ἀρχαίων Σπαρτιατῶν, ὅτε τοὺς πρέσβεις τοῦ Μεγάλου Βασιλέως, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀποστείλει διὰ νὰ ζητήσουν γῆν καὶ ὕδωρ, ἔρριψαν εἰς βαθὺ φρέαρ, ὅπως ἐλησμόνησαν καὶ τὸ «Μολὼν λαβὲ» τῶν Θερμοπυλῶν.

Ἠγνόησαν ἀναμφιβόλως καὶ τὸ πνεῦμα τῆς καθολικῆς θυσίας, τὸ ἐνυπάρχον εἰς τὴν πρὸς τὸν Μωάμεθ τὸν πορθητὴν ἀπάντησιν τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ὅταν ὁ πρῶτος ἐζήτησε τὴν παράδοσιν τῆς Πόλεως :

 « Τὸ  δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι, οὔτ’ ἐμόν ἐστίν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς  ζωῆς ἡμῶν»

Μεταξὺ τοῦ 1940 καὶ τῶν ἱστορικῶν περιπτώσεων τὰς ὁποίας ἐμνημονεύσαμεν ἰσχύουν ἀπολύτως ἀναλογίαι. Πανίσχυροι καὶ  πολυάνθρωποι οἱ εἰσβολεῖς, ὀλιγάριθμοι καὶ ὑλικῶς ἀνίσχυροι οἱ ἀπειλούμενοι.

Καὶ οἱ Ἕλληνες ἐκεῖνοι, καθὼς καὶ οἱ τοῦ 1940 ἠγνόησαν τὴν ὑπεροχήν καὶ ἐβροντοφώνησαν τὸ ΟΧΙ.

.

.

Δύο σταθμοὶ τῆς νεωτέρας Ἑλληνικῆς Ἱστορίας (1912, 1940)

.Γεωργίου Ταξ.Κόλια, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας Μέσων καὶ Νεωτέρων Χρόνων.

Ἑορτάσιμος εἶναι ἡ σημερινὴ ἡμέρα! Πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἀπό τοῦ ἑνός μέχρι τοῦ ἄλλου ἄκρου αὐτῆς, ἀπό τοῦ Γράμμου καὶ τῆς Ροδόπης μέχρι τοῦ Λιβυκοῦ Πελάγους, ἀπό τοῦ Ἰονίου Πελάγους μέχρι τοῦ Ἕβρου καὶ τῶν ἀκτῶν τοῦ Αἰγαίου, εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία ἡ μνήμη τοῦ Πανελληνίου στρέφεται σήμερον πρὸς τὰ ὀπίσω ἀναπολοῦσα δύο ἀπό τὰς  μεγαλυτέρας σελίδας τῆς  νεωτέρας ἱστορίας τοῦ ἔθνους.

1912 λέγεται ἡ μία, 1940 ἡ δευτέρα. Εἶναι σελίδες ἐθνικῆς ὑπερηφανείας καὶ ἀνατάσεως. Εἶναι σελίδες αἰσιοδοξίας διὰ τὸ μέλλον καὶ αὐτοπεποιθήσεως διὰ τὸ παρὸν.

Ἡ σημερινὴ ἐπέτειος εἶναι ἰδιαζούσης σημασίας, καθόσον διδάσκει ἡμᾶς τὸν δυναμισμὸν τοῦ ἔθνους, ὑπό τὴν προϋπόθεσιν βεβαίως τῆς ἀπολύτου ἐθνικῆς ἑνότητος. Τὰ  δύο ἑορταζόμενα ἱστορικά γεγονότα φέρουν τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦτο γνώρισμα.

Δὲν θὰ ἐπιδιώξω ρητορικὰ σχήματα. Θὰ περιορισθῶ ἁπλῶς είς μίαν, ὅσον ὁ βραχὺς χρόνος τῆς  ὁμιλίας μου ἐπιτρέπει, ἐπισήμανσιν τῶν προϋποθέσεων ἐκείνων ὅσαι συνετέλεσαν, ὥστε τὸ ἔθνος νὰ ἐπιτελέσῃ τοὺς δύο τούτους μεγάλους σταθμοὺς τῆς νεωτέρας ἑλληνικῆς ἱστορίας, σταθμοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ παρέχουν εἰς αὐτό τὴν δύναμιν νὰ μὴ ἀποθαρρύνεται ἀπό τὰς ἑκάστοτε ἀντιξοότητας καὶ νὰ βαίνῃ αἰσιοδοξοῦν  πρὸς τὰ ἐμπρὸς.  (…)

(…) Ἴσως δὲν εἶναι ὑπερβολικόν τὸ γραφὲν ὑπό νεωτέρου Ἕλληνος ἱστορικοῦ, ὅτι μεσοῦντος τοῦ 19ου αἰῶνος ἐκράτει παρὰ τοῖς Ἕλλησι πολιτικοῖς ἡ περίεργος ἀντίληψις, ὅτι, πρὸς ἐπίλυσιν παντὸς σπουδαίου ἑλληνικοῦ ζητήματος, ἰδίᾳ δὲ πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν, ἤρκει ἡ πλησίον τῶν ἰσχυρῶν τῆς  Δύσεως ἐπαιτεία ! Ἀτυχῶς, καὶ τοῦτο ἄς ἐπιτραπῇ δι’εὐνοήτους λόγους νὰ ἐξάρωμεν, πάντες σχεδὸν οἱ πολιτικοὶ τῶν χρόνων ἐκείνων ἠκολούθουν ρωμαντικὴν μᾶλλον ἐξωτερικήν πολιτικὴν, κυρίως ἐπί τοῦ συναισθήματος βασιζομένην, καὶ ὀλιγώτερον ρεαλιστικὴν, ὑπό τῶν πραγμάτων ὑπαγορευμένην.

Ἡ ἕνωσις τῆς  Ἑπτανήσου τὸ 1863 καὶ ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὸ 1881, ἀπετέλουν βεβαίως παρήγορα ἱστορικά γεγονότα.

Ἑμπεριέκλειον ὅμως τὸν χαρακτῆρα δωρεᾶς. Δὲν ἦσαν ἐπιτεύγματα ἐνδογενῆ καὶ συνεπῶς δὲν ἦσαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐτόνωνον τὴν ψυχὴν τοῦ ἔθνους, ἡ ὁποία τόσον εἶχε φθαρῆ ἀπό τοὺς συνεχεῖς καὶ ἀγόνους πολιτικοὺς ἀγῶνας.

Τὴν ψυχὴν τῶν ἐθνῶν ζωογονοῦν μόνον τὰ  ἴδια ἐπιτεύγματα, ἀκόμη καὶ τὰ μικρότερα, ὄχι ὅμως καὶ αἱ δωρεαὶ ὁσονδήποτε, ἔστω, ἀνιδιοτελεῖς καὶ ἄν εἶναι αὗται.

Λαὸς ὡς ὁ ἑλληνικός, ὁ γαλουχημένος μὲ τὰ ἀνδραγαθήματα ἑνός Βλαχάβα, ἑνός Κατσαντώνη, ἑνός Κολοκοτρώνη, ἑνός Καραϊσκάκη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσθάνεται ἀνεμποδίστως χαρὰν ἀκόμη καὶ διὰ τὰς μεγαλυτέρας προσαρτήσεις, ἐάν ὁ ἴδιος δὲν εἶναι πρωτεργάτης αὐτῶν.

Ἡ πολιτικὴ ζωὴ ἦτο ἀπό τῆς παροχῆς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, σχεδὸν ἄνευ διακοπῆς ρευστὴ, ἀβεβαία, τεταραγμένη. Βουλευτικὴ περίοδος οὐδέποτε εἶχεν ἐξαντληθῇ. Βουλευτικαὶ ἐκλογαί προεκηρύσσοντο καὶ διενηργοῦντο, ἐξάπτουσαι τὰ πάθη, ἀνατρέπουσαι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους καὶ ἀναστέλλουσαι τὴν δημιουργικὴν προσπάθειαν τοῦ ἔθνους. Ἔφθειρον τὰ  πολιτικὰ ἤθη, ἐξήντλουν τὰ δημόσια οἰκονομικά, ἐφανάτιζον τοὺς πολίτας, κατεστρατήγουν τὸ Σύνταγμα, διηυκόλυνον τὰς ξενικὰς ἀναμίξεις εἰς τὰ ἐσωτερικά τῆς χώρας, τὸ δὲ σπουδαιότερον κατεπόνουν τὴν ψυχὴν τοῦ ἔθνους.

Ἀλλά ποῖος δὲν γνωρίζει πόσον ἐπικίνδυνον εἶναι ὁ τοιοῦτος ψυχικὸς κάματος ἑνός ἔθνους; Ἄς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ κάματος αὐτός ἄγει πρὸς τὴν ἀηδίαν, τὴν ἀποστροφήν, ἡ δὲ ἀηδία διὰ τὰ πολιτικὰ πράγματα εἶναι ἡ εὐρεῖα λεωφόρος πρὸς τὸν ἀφανισμὸν οἱουδήποτε κρατικοῦ βίου.

Αἰ ἐθνικαί δοκιμασίαι συνεχίζονται (…)

Από αριστερά Ηγούμενος Τιμόθεος Δακανάλης, Γιάννης Δακανάλης και Ζαχαρίας Κακουδάκης, Ανωγειανοί, εθελοντές των Βαλκανικών πολέμων. 1912-13
Από αριστερά Ηγούμενος Τιμόθεος Δακανάλης, Γιάννης Δακανάλης και Ζαχαρίας Κακουδάκης, Ανωγειανοί, εθελοντές των Βαλκανικών πολέμων. 1912-13

(…) Ἀρκάδι Κρήτη (1866), Συνθήκη Ἁγίου Στεφάνου (1878), ξεριζωμὸς τῶν Ἑλληνων τῆς Ἀνατολικῆς Ρουμυλίας (1885) μὲ ἀφορμὴ τὴν ἴδρυση τοῦ βουλγαρικοῦ κράτους, τὸ 1897 ἡ Θεσσαλία διέτρεξε τὸν κίνδυνον νὰ ἐπανέλθῃ ὑπό τὴν ὀθωμανικήν κυριαρχίαν.  Δὲν διέφυγεν ὅμως ἡ Ἑλλὰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου. Ὥς δὲ νὰ μὴν ἤρκουν ταῦτα, ὁ κομματισμὸς δὲν ἔπαυσε νὰ διαφθείρῃ τὴν διοίκησιν, περιάγων συχνὰ τὴν χώραν εἰς δεινὴν θέσιν. (…)

(…) Καὶ τοῦτο εἰς ἐποχήν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀγών διὰ τὴν Μακεδονίαν ἔβαινεν ἀπό ἡμέρας εἰς ἡμέραν κρατυνόμενος….Διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου τὰ  βουλγαρικὰ κομιτᾶτα ἐπιδιώκουν τὴν  ὡς ἐξαρχικῶν καὶ συνεπῶς ὡς βουλγάρων ἐκδήλωσιν τῶν κατοίκων τῆς μακεδονικῆς ὑπαίθρου.  Τὸ ὀλέθριον ἔργον των οἱ κομιτατζῆδες προεκτείνουν ὁλονέν καὶ περισσότερον, ὁλονέν καὶ νοτιώτερον.

Αἱ μέχρι τῶν ἑλληνικῶν κέντρων ἐξικνούμεναι εἰδήσεις ἐκ Μακεδονίας ἦσαν φρικταὶ. Τὸ ἑλληνικόν ἔθνος συνεκινήθη ἐντεῦθεν βαθύτατα καὶ ἐκινήθη πρὸς δρᾶσιν. Καὶ πράγματι ἀνέτειλεν ἡ ἡμέρα ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν ἤνοιξεν ἡ πρώτη σελὶς τοῦ θρυλικοῦ μεκεδονικοῦ ἀγῶνος.

Τὸ Κρητικὸν ἐξ ἄλλου ζήτημα παρέμεινεν ἀνοικτόν. (…)

(…) Ἀρχομένου τοῦ 1912, ἡ ἀριθμητική δύναμις τοῦ στρατοῦ εἶχεν αὐξηθῇ, ὁ ἐξοπλισμός ἦτο ἱκανοποιητικός, ἐνῷ τὸ ναυτικὸν εἶχε πλέον ἀποβῆ ἀρκούντως ἀξιόμαχον. Μόνον τότε, καὶ δὴ χάρις εἰς τὰς προϋποθέσεις αὐτάς, αἱ ἐνέργειαι πρὸς προσέγγισιν τῆς Ἐλλάδος μετὰ ἄλλων βαλκανικῶν κρατῶν ἀπέληξαν εἰς συμφωνίαν περὶ συνεργασίας. Τὴν νύκτα ῆς 17ης πρὸς τὴν 18ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1912, ἐκηρύχθη ἡ ἐπιστράτευσις. Ἡ σκέψις τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν πατρίδα, ἐπεσκίασε διὰ μιᾶς πᾶν ἄλλο αἴσθημα, πᾶσαν ἄλλην ὑποχρέωσιν.

Τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ὑπῆρξε τὸ ἐθνικό σάλπισμα, τὸ ἐθνικόν προσκλητήριον, τὸ ὁποῖον ἠλέκτρισε τὸ Πανελλήνιον (…)

(…) Μετὰ σειρὰν ἀλλεπαλλήλων νικῶν,…. τὰ ἑλληνικά στρατεύματα εἰσήρχοντο εἰς ἕν, τὸ σημαντικώτερον, τῶν προπυργίων διὰ μέσου τῶν αἰώνων τοῦ ἑλληνισμοῦ, εἰς τὴν Θεσσαλονίκην.

Έκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπηκολούθησε τὴν ἀναγγελίαν τῆς πτώσεως ἁπανταχοῦ τῆς ἑλληνικῆς γῆς καὶ ὁπουδήποτε ἔζων Ἕλληνες, ἀπαιτεῖται μεγάλη δύναμις ψυχῆς καὶ φαντασίας διὰ νὰ συλλάβῃ τις, πολὺ δὲ περισσότερον διὰ νὰ τὸ ἀποδώσῃ μὲ λέξεις. (…)

1940 Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις, ἀμύνονται τοῦ Πατρίου ἐδάφους.
1940 Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις, ἀμύνονται τοῦ Πατρίου ἐδάφους.

(…) Τὰ πράγματα ὅμως ἠθέλησαν ὥστε τεσσαράκοντα ἔτη μετὰ τὸν σταθμὸν ἐκεῖνον νὰ ὀρθώσῃ τὸ ἔθνος καὶ ἕτερον σταθμὸν. Ἐννοῦμεν τὸν θρίαμβον τῆς Πίνδου.

Μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως ὅτι ὁ μὲν πρῶτος ἀφορᾷ εἰς τὴν ἔναντι τῆς Ἀνατολῆς τοποθέτησιν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἐνῷ ὁ δεύτερος εἰς τὴν τοῦ αὐτοῦ ἔναντι τῆς Δύσεως, ἀλλ’ἐν ταὐτῷ καὶ ἔναντι τοῦ Βορρᾷ, διότι πράγματι τὰ δραματικὰ γεγονότα τοῦ 1946-1949, δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμή ἀντανάκλασις τῆς στρατιωτικῆς εἰσβολῆς τοῦ 1940-1941, μὲ μία ὅμως βασικὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν τριῶν τούτων περιπτώσεων.

Ἡ Άνατολή καὶ ἡ Δύσις εἰσβάλλουν εἰς τὸν ἑλληνικόν γεωργαφικὸν χῶρον στρατιωτικῶς, ἐνῷ ὁ Βορρᾷς διεισδύει διαβρωτικῶς.

Καὶ ὁ δεύτερος σταθμὸς τῆς νεωτέρας ἑλληνικῆς ἱστορίας, τὸ 1940, τοῦ ὁποίου ἐπακριβῶς σήμερον εἶναι ἡ ἐπέτειος, φέρει ἀρκετὰ τὰ αὐτά πρὸς τὸν πρῶτον τοῦ 1912 γνωρίσματα.….

 .

Διαβᾶστε ὁλόκληρο τὸ ἄρθρο στὸ : www.e-istoria.com

.

.

Αφήστε μια απάντηση