ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ, Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ (1797-27/4/1864)

.

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ.

  ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ, Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

.

……….Ο βίος του Στρατηγού Μακρυγιάννη είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τού Ελληνισμού στα εξήντα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνος. Μέσα από τα απομνημονεύματά του εκτός από όσα μαθαίνει ο αναγνώστης για την Ελλάδα διαμορφώνει παράλληλα και μία εικόνα για τον χαρακτήρα του ήρωα της Επαναστάσεως.

……….Πολέμησε, αγωνίστηκε, πίστεψε, σακατεύτηκε, αηδίασε, θύμωσε, αλλά έμεινε-όπως βγαίνει από το γράψιμό του το απελέκητο-πάντα ορθός ως το τέλος· άνθρωπος στο ύψος του ανθρώπου. Δεν έγινε μήτε υπάνθρωπος, μήτε σκουλήκι. Μία από τις χάρες του Μακρυγιάννη, που γεμίζει αγαλλίαση την ψυχή μας, είναι το συναίσθημα που δεν παύει ποτέ να μας δίνει· το συναίσθημα πως έχουμε πλάϊ μας έναν οδηγό – τόσο ανθρώπινο – που είναι μέτρο των πραγμάτων και των όντων. Αυτό το ίδιο συναίσθημα που είναι ζυμωμένο με κάθε ελληνική ιδιοσυγκρασία, από τους παμπάλαιους καιρούς που ο Οιδίποδας κατάργησε την Σφίγγα και τον εφιαλτικό κόσμο της, λέγοντας μόνο μία λέξη: Άνθρωπος.

……….«….Εγώ ήμουν άγρυπνος τόσες βραδιές. Νύχτα κι ημέρα δουλεύαμε […]. Αποκοιμήθηκα. Οι τούρκοι, ακούγοντας το χτύπο του Λαγουμιτζή, συνάζονται πλήθος και κάνουν γιρούσι […]. Τότε οι άνθρωποί μου, ανακατώθηκαν με τους τούρκους. Σηκώνομαι άξαφνα εκεί που ήμουν γερμένος. Κόλλησα στην ντάπια. Με ντουφέκισαν οι τούρκοι, τους ντουφέκισα κι εγώ στο σωρό. Μου δίνουν ένα ντουφέκι και με πληγώνουν στο λαιμό. Τότε κάνω το ποδάρι μου να κατέβω από την ντάπια· έπεσα. Ο τόπος ήταν στενός. Οι άνθρωποι τσακίστηκαν από την όξω ντάπια. Πατούσαν απάνω μου και διάβαιναν και, στενός ο τόπος, μ’αφάνισαν. Έβλεπαν και τα αίματα· έλπιζαν οτ’ είμαι σκοτωμένος.

……….Αφού πέρασαν όλοι και μείναν ολίγοι κι έμπαιναν κι αυτοί μέσα στο κάστρο, τότε θά’μπαιναν κι οι τούρκοι συνχρόνως μ’αυτούς […]. Τότε σηκώνομαι μισοντραλισμένος και βαστώ καμιά δεκαριά έξω με το μαχαίρι. Δεν τους άφησα να μπούνε μέσα. Και τράβησα την πόρτα πού’χαμεν ανοιχτή και πιάσαμε τον πόλεμο και πολεμούσαμε με τις πιστόλες. Μήτε οι τούρκοι μπορούσαν να ρίξουν ντουφέκι μήτε εμείς […].

……….Όρμησαν οι τούρκοι, με ξαναπλήγωσαν στο κεφάλι, στην κορφή. Γιόμωσε το σώμα μου αίμα. Γυρεύουν οι άνθρωποι να με πάρουν να μπούμε μέσα. Τότε τους λέγω : Αδελφοί, και μέσα να μπούμε κι όξω να μείνομε, χαμένοι είμαστε αν δε βαστήξομε τους τούρκους […]. Τότε οι γενναίοι Έλληνες βάστησαν σα λιοντάρια […].

……….Παίρνοντας το δειλινό, μέρασα φυσέκια των ανθρώπων. Ήρθαν κι άλλοι ακόμα σύντροφοι. Ήρθαν και τούρκοι νέο μιντάτι. Μας ρίχτηκαν μ’ορμή, μπήκαν στις καμάρες, τις κύργεψαν όλες, κι άνοιξαν μασγάλια και ντουφεκιούσαν μέσα στο κάστρο. Ρίχτηκαν μορμή να μας πάρουν και την ντάπια μας. Εκεί σκότωσαν τον Νταλαμάγκα κι άλλους πέντ’ έξι.

……….Ξαναλαβώνομαι κι εγώ πίσου στο κεφάλι πολύ κακά. Μπήκε του φεσιού το μπάλωμα στα κόκαλα, στην πέτσα του μυαλού. Έπεσα κάτου πεθαμένος. Με τράβησαν οι άνθρωποι μέσα. Τότε ένιωσα. Τους είπα : Αφήστε με να με τελειώσουν εδώ, να μην ιδώ τους τούρκους ζωντανός να μου πατήσουν το πόστο μου. Τότε οι καημένοι οι Έλληνες με λυπήθηκαν πολύ· πολέμησαν γενναίως, διώξαν τους τούρκους από την ντάπια μας και τους έβαλαν όλους στις καμάρες…» (Β΄204-205).

Ολόκληρο το κείμενο μπορείτε να διαβάσετε στο: www.e-istoria.com

Αφήστε μια απάντηση