Το κείμενο που ακολουθεί είναι από την παρουσίαση του βιβλίου “ΔΑΜΑΣΚΗΝΙΑ της δυτικής Μακεδονίας στο χώρο και στο χρόνο”
Αθανασία-Μαρίνα Τσέτλακα
Καταρχάς θα ήθελα να πω ότι αισθάνομαι πραγματικά πολύ συγκινημένη και χαρούμενη που μου δίνεται η ευκαιρία να παρουσιάσω ένα βιβλίο που αναφέρεται στη δυτική Μακεδονία και μάλιστα στο Βόιο. Αισθάνομαι ένα ιδιαίτερο δέσιμο με τον τόπο αυτό, καθώς ασχολούμαι με την ιστορία του εδώ και αρκετά χρόνια και μιλώ γι’ αυτόν σα να είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου. Γνώρισα τον τόπο σας, όταν πριν από επτά χρόνια ο καθηγητής μου στη Γαλλία στα πλαίσια της διδακτορικής μου διατριβής, μου πρότεινε να ασχοληθώ με τους Βαλλαάδες, τους εξισλαμισμένους δηλαδή κατοίκους της περιοχής σας, θέμα πολύ προσφιλές άλλωστε μεταξύ των ντόπιων λογίων. Σιγά- σιγά, λοιπόν μέσα από τα άρθρα και τα κείμενα που έπεσαν στα χέρια μου άρχισα να γνωρίζω και τους Βαλλαάδες, αλλά και το Βόιο. Την ιστορία του, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις του, τους ανθρώπους του. Διαπίστωσα με πολύ μεγάλη έκπληξη την μεγάλη και αξιόλογη πνευματική κίνηση της συγκεκριμένης επαρχίας αλλά και του ευρύτερου δυτικομακεδονικού χώρου, με λαμπρό παράδειγμα την πόλη της Κοζάνης, μια πνευματική κίνηση που έχει παράδοση αιώνων, κάτι που οφείλεται στην πλούσια ιστορία του τόπου, μια ιστορία που την δημιούργησαν οι κάτοικοί της, όσοι από αυτούς έμειναν και εργάστηκαν σε αυτόν αλλά κυρίως όσοι έφυγαν, ξενιτεύτηκαν, δούλεψαν σκληρά σε τόπους μακρινούς, αλλά ποτέ δεν την ξέχασαν.
Δεν έχω ασχοληθεί, είναι η αλήθεια, με την ιστορία άλλου τόπου τόσο πολύ και πραγματικά δεν γνωρίζω αν αυτό ισχύει και για άλλα μέρη της Ελλάδας, αλλά αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι η πλούσια συγγραφική δραστηριότητα. Οι ντόπιοι δυτικομακεδόνες έχουν επιδείξει πραγματικά μεγάλο ζήλο στο να διασώσουν την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου τους. Το σύνολο αυτών των προσπαθειών μου έδωσε πλούσιο υλικό για τη δική μου μελέτη όλα αυτά τα χρόνια και με βοήθησε σε μεγάλο βαθμό στο να συνθέσω την εικόνα μια εποχής ή ενός γεγονότος πιο ολοκληρωμένα. Η προφορική παράδοση ενός τόπου, καταγεγραμμένη ή μη, αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο για τη δουλειά ενός ιστορικού. Όπου η προφορική παράδοση επιμένει, κρύβεται πάντα από πίσω της μια μεγάλη αλήθεια. Και είναι μεγάλο λάθος και παράλειψη εάν κάποιος θελήσει να την αγνοήσει. Η υπάρχουσα τοπική βιβλιογραφία ιδιαίτερα αυτή του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα αποτελείται σχεδόν στο σύνολό της από καταγραφή της προφορικής παράδοσης, με αντιπροσωπευτικότερο το παράδειγμα αυτό του Αλέξανδρου Αδαμίδη, ο οποίος στις μονογραφίες του για τα χωριά του Βοΐου, με μεγάλη συνέπεια διέσωσε πληροφορίες που μόνον ένας ντόπιος θα μπορούσε να γνωρίζει και που αν δεν κατέγραφε θα είχαν χαθεί σήμερα. H προφορική παράδοση όμως από μόνη της δεν είναι ικανή να στηρίξει ή να εξηγήσει ένα ιστορικό γεγονός. Στο σημείο αυτό προβάλλει επιβεβλημένη η χρήση των πρωτογενών πηγών κάθε εποχής, απαραίτητο εργαλείο στα χέρια του ιστορικού.
.jpg)
Για το λόγο αυτό, λοιπόν, η συγγραφική προσπάθεια που παρουσιάζεται σήμερα είναι τόσο αξιόλογη και σημαντική. Το βιβλίο για το Βεντολούστι – Δαμασκηνιά προέκυψε από τη βούληση να καταγραφεί η ιστορία του τόπου και από την πλήρη συναίσθηση των συντακτών του ότι μόνο με έναν ορθό επιστημονικό τρόπο θα μπορούσε κάτι τέτοιο να πραγματοποιηθεί. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια λεπτομερή και προσεγμένη αποτύπωση της τοπικής ιστορίας και συνδυάζει την άριστη γνώση του χώρου με τη συνεπή χρήση των πρωτογενών πηγών κάθε εποχής που φωτίζουν άγνωστες πτυχές της ιστορίας. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική μελέτη καθώς δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτό που δηλώνει ο τίτλος του. Δεν πρόκειται μόνο για την ιστορία ενός οικισμού του Βοΐου, αλλά για την μελέτη της ιστορικής εξέλιξης της επαρχίας και της δυτικομακεδονικής υπαίθρου ταυτόχρονα. Οι συγγραφείς δεν αρκέστηκαν στην απλή καταγραφή και παράθεση στοιχείων, αλλά ανέλυσαν βήμα προς βήμα τα γεγονότα εξηγώντας με απλό και σαφή τρόπο όσα οι πηγές είχαν να προσφέρουν, περιγράφοντας πάντα το ιστορικό πλαίσιο της κάθε περιόδου ξεχωριστά. Προσωπικά, βλέποντας το αποτέλεσμα της συγγραφικής αυτής προσπάθειας, είδα να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μου όλη η ιστορία της περιοχής, έτσι όπως την είδα και την μελέτησα και εγώ από την πλευρά μου, με έναν τρόπο σαφή, στρωτό, εμπεριστατωμένο. Θα ήθελα ακόμη να επισημάνω κάτι που είναι πολύ σημαντικό. Το βιβλίο παρουσιάζει με αντικειμενικό τρόπο τα γεγονότα κάθε περιόδου χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις και διατυπώσεις θεωριών, κάτι που χαρακτήριζε τις τοπικές ιστορίες των προηγούμενων δεκαετιών και που οδηγούσε πολλές φορές σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Θεωρώ ότι με αφορμή αυτό το βιβλίο μπορεί ο κάθε ενδιαφερόμενος για οποιοδήποτε επιμέρους θέμα να κάνει μια πολύ καλή αρχή, γνωρίζοντας αφενός την ιστορία του τόπου και αφετέρου ξεκινώντας από έναν αξιοσημείωτα ευρύ κατάλογο πρωτογενών πηγών και δευτερεύουσας βιβλιογραφίας. Θέλω να ελπίζω ότι μελέτες όπως αυτή που παρουσιάζουμε σήμερα θα αποτελέσουν ένα υπόδειγμα έρευνας για τους μελλοντικούς ερευνητές της τοπικής και όχι μόνο ιστορίας.
Τα γεγονότα γενικής εμβέλειας είναι αυτά που πάντα ορίζουν τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές σε έναν τόπο. Οι γενικές πολιτικές εξελίξεις καθορίζουν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι τοπικές κοινωνίες με τις ιδιαιτερότητες τους. Ταυτόχρονα, όμως οι τοπικές κοινωνίες διαδραματίζουν έναν πολύ σπουδαίο ρόλο στη ροή των εξελίξεων. Έτσι, η μελέτη της αλληλεπίδρασης των γενικών και τοπικών γεγονότων θεωρείται επιβεβλημένη από τους ιστορικούς. Οι συγγραφείς του βιβλίου λαμβάνουν αυτήν την αρχή υπόψη τους και μέσα στα πλαίσια της κάθε εποχής ξεχωριστά αναλύουν και εξηγούν όσα συμβαίνουν στον οικισμό και στην ευρύτερη από αυτόν περιοχή, αλλά και όσα γεγονότα πυροδοτούν οι ντόπιοι πρωταγωνιστές της ιστορίας. Οι πρωτογενείς πηγές παρέχουν στο κείμενο την απαραίτητη τεκμηρίωση, αναδεικνύουν άγνωστες πτυχές και ταυτόχρονα αναιρούν παλιές και αβάσιμες πολλές φορές θεωρίες. Η αφήγηση ακολουθεί μια χρονολογική σειρά ξεκινώντας με μια περίληψη όσων είναι γνωστά από την βυζαντινή εποχή. Η έλλειψη πηγών για την ύστερη βυζαντινή περίοδο οδηγεί σε μια συνοπτική και γενική περιγραφή της κατάστασης στη δυτική Μακεδονία, έτσι όπως μας είναι γνωστή από τη δευτερογενή βιβλιογραφία. Αυτό που αποτελεί σημαντική καινοτομία στην μελέτη αυτή είναι η χρήση πρωτογενών πηγών από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, υλικό που έρχεται στα χέρια μας τα τελευταία χρόνια. Μέσα από τα φορολογικά κατάστιχα της κάθε περιόδου αναλύονται τα στοιχεία που προσφέρονται και συμπληρώνεται βήμα προς βήμα η εικόνα της Δαμασκηνιάς μέσα στο χρόνο και στο χώρο με τη σύνθεση του πληθυσμού, την οικονομική δραστηριότητα των κατοίκων, την αριθμητική της υπεροχή μεταξύ των οικισμών του Βοΐου, την αλληλεπίδρασή της με τους υπόλοιπους οικισμούς. Απ’ όσο γνωρίζω είναι και η πρώτη φορά που οθωμανικές πηγές χρησιμοποιούνται για να φωτίσουν τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας στη δυτική Μακεδονία. Έως, λοιπόν και τα τέλη του 17ου αιώνα υπάρχει πια η πολυτέλεια πρωτογενών πηγών. Οι αιώνες 18ος και 19ος είναι λιγάκι αδικημένοι από άποψη πηγών μέχρι την πιο πρόσφατη σε μας εποχή που σταδιακά πληθαίνουν οι πληροφορίες για την περιοχή κυρίως μέσα από τα περιηγητικά κείμενα. Πληροφορίες για την περίοδο αυτή αντλούμε και από τους κώδικες των εκκλησιών με σημαντικότερο στη δυτική Μακεδονίας τον Κώδικα της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, του γνωστού σε όλους σας, πιστεύω, ως Κώδικα της Ζάβορδας. Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα πληθαίνουν και πάλι οι πληροφορίες για τον οικισμό μέσα από φιρμάνια ή τίτλους ιδιοκτησίας που διέσωσαν οι κάτοικοι, από πρακτικά συλλόγων, από τα μητρώα των εκπαιδευτηρίων, από στατιστικούς και εκλογικούς καταλόγους. Με τον τρόπο αυτό και μέσα από ένα πλήθος πηγών, διαφορετικών ανάλογα με την εποχή από την οποία προέρχονται ξεδιπλώνεται και η νεότερη περίοδος της ιστορίας του οικισμού, μια ιστορία πλούσια σε γεγονότα και αλλαγές: από τους βαλκανικούς εθνικισμούς, στην προσάρτηση της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος, τη μικρασιατική καταστροφή, τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τον εμφύλιο μέχρι και τις μέρες μας.

Προσωπικά, και ως πιο ειδική, θα ήθελα να αναφερθώ σήμερα στην περίοδο της οθωμανικής παρουσίας στη δυτική Μακεδονία και να αναλύσω βάσει όλων των δεδομένων που αναφέρονται στο βιβλίο την περίοδο που ονομάζουμε σχηματικά Τουρκοκρατία. Πολύ συχνά, όταν γίνονται αναφορές στην Τουρκοκρατία, δίνεται η εντύπωση ότι οι πέντε αυτοί αιώνες ήταν μια περίοδος ενιαία και αδιάσπαστη. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Αρχικά οφείλεται στην αντιμετώπιση της μεσαιωνικής περιόδου της ιστορίας μας, ως μιας περιόδου σκοτεινής και στάσιμης λόγω του οθωμανικού ζυγού. Πρόκειται για μια εκ των προτέρων ιδεολογικά και συναισθηματικά φορτισμένη πρόσληψη της ιστορίας που δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αντικειμενικής προσέγγισης οποιουδήποτε θέματος εντάσσεται χρονικά μέσα σε αυτήν. Ο άλλος λόγος σχετίζεται με την έλλειψη πρωτογενών πηγών, που έχει αφήσει μεγάλα κενά και εξίσου μεγάλα περιθώρια εικασιών και διατύπωσης θεωριών. Και το κενό αυτό υπήρχε μέχρι πρόσφατα, αν λάβουμε υπόψη μας το αξιόλογο καθ’ όλα έργο της Μαρίας Χριστίνας Χατζηιωάννου για τον Κώδικα της Ζάβορδας, η οποία αναφέρει στην εισαγωγή της: «Οι λόγοι που οδήγησαν στη μελέτη της συγκεκριμένης Παρρησίας συνοψίζονται κυρίως στο γεγονός ότι αυτή αποτελεί μία από τις κύριες πηγές για το γεωγραφικό χώρο που σήμερα καλύπτει τους νομούς Γρεβενών και Κοζάνης, έναν χώρο για τον οποίον η επιστημονική κοινότητα δεν διαθέτει πολλές πηγές από την εποχή της Τουρκοκρατίας». Ο συνδυασμός, λοιπόν μιας συγκεκριμένης οπτικής και η έλλειψη των πηγών οδήγησε στην μονομερή και πολλές φορές άτοπη εξήγηση γεγονότων και καταστάσεων της οθωμανικής περιόδου, με συνήθεις τους αναχρονισμούς ή τις γενικεύσεις. Είναι όμως τουλάχιστον επιπόλαιο να θεωρούμε ότι πέντε αιώνες ιστορίας δεν έχουν πολλά και σημαντικά να δώσουν για την ιστορία και την εξέλιξη του τόπου μας. Έτσι η κάθε περίοδος θα πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά και μέσα από τις διαθέσιμες πηγές, όπως με μεγάλη συνέπεια γίνεται στο βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα.
Μόλις τα τελευταία χρόνια έρχονται σιγά -σιγά στο φως νέα στοιχεία από την Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα, όπου φυλάσσονται κατά κύριο λόγο τα οθωμανικά κατάστιχα και γίνεται ολοένα ευκολότερη η προσέγγισή τους και από τους μη Τούρκους ερευνητές πια. Ξεκινώντας, θεωρώ, ότι είναι αναγκαίο να πως δυο λόγια για το είδος των πηγών αυτών, που σχετίζονται άμεσα με τον τρόπο λειτουργίας του κράτους κυρίως στις βαλκανικές του επαρχίες. Στα Βαλκάνια, λοιπόν, ο αντιπροσωπευτικότερος τύπος διοικητικής οργάνωσης ήταν αυτός των τιμαρίων. Το τιμαριωτικό σύστημα προέκυψε από την ανάγκη να συντηρηθεί ένας πολυάριθμος αυτοκρατορικός στρατός με στήριγμα τους πόρους μιας μεσαιωνικής οικονομίας. Το σύστημα αυτό καθόρισε τα πλαίσια της επαρχιακής διακυβέρνησης της αυτοκρατορίας, της οικονομικής, κοινωνικής και αγροτικής της πολιτικής, στόχος των οποίων ήταν η αντιμετώπιση των στρατιωτικών αναγκών του κράτους. Η κεντρική διοίκηση δεν συνέλεγε απευθείας τους φόρους από τους υπηκόους αλλά ανέθετε αυτό το καθήκον στους διοικητές των επαρχιών, τους ιππείς, τους γνωστούς σπαχήδες. Αυτοί από την πλευρά τους είχαν την υποχρέωση να παράσχουν τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους στο κράτος, όταν υπήρχε ανάγκη. Με τον τρόπο αυτό οι μισθοί των πολεμιστών των επαρχιών αφενός δεν επιβάρυναν το θησαυροφυλάκιο της πρωτεύουσας και αφετέρου απάλλασσαν την κεντρική διοίκηση από το βάρος της συλλογής των φόρων. Το σύστημα αυτό της διανομής των αγροτικών εισοδημάτων ήταν κάτι συνηθισμένο στις ισλαμικές μεσανατολικές αυτοκρατορίες. Τα φέουδα αυτού του τύπου ήταν γνωστά και στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία με τον όρο «πρόνοιες» που είναι όρος αντίστοιχος με τον περσικό όρο «timar». Τα τιμάρια ήταν γνωστά και με τον όρο dirlik που σημαίνει ύπαρξη και έδιναν εισοδήματα από 2.000 έως 19.999 άσπρα (akçe) το χρόνο. Όσα απέδιδαν ποσό μεταξύ των 20.000 – 99.999 άσπρων το χρόνο ονομάζονταν ziyamet. Ο σπαχής που καρπωνόταν τα εισοδήματα ενός τιμαρίου – με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις φυσικά – ονομαζόταν τιμαριούχος και εκείνος ενός ziyamet, ζαϊμης. Τα τμήματα εκείνα των οποίων οι πρόσοδοι ξεπερνούσαν τις 100.000 άσπρα το χρόνο ονομάζονταν χάσια και αποδίδονταν σε υψηλόβαθμα στελέχη του κράτους, στον ίδιο τον σουλτάνο ή σε κάποιο μέλος της οικογένειάς του.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία βάσιζε την ύπαρξή της στον πόλεμο, στην εξάπλωση της κυριαρχίας της και στα έσοδα που προέκυπταν από τις χώρες τις οποίες κατακτούσε. Στα Βαλκάνια οι Οθωμανοί διατήρησαν το γνωστό από τα βυζαντινά χρόνια διοικητικό και οικονομικό σύστημα. Σύμφωνα με τον Τούρκο ιστορικό Halil Inalcik, το τιμαριωτικό αυτό σύστημα αποτελούσε τον έναν από τους δύο βασικούς πόλους στήριξης του (ο δεύτερος ήταν το Σώμα των Γενιτσάρων) κατά την κλασική περίοδο της ζωής του, δηλαδή έως και τις αρχές του 17ου αιώνα. Μέχρι και τα τέλη του ίδιου αιώνα, όταν αναφερόμαστε σε οθωμανικές πηγές εννοούμε κατά κύριο λόγο τα φορολογικά κατάστιχα, που συντάσσονται από την κεντρική διοίκηση και ως στόχο έχουν να καθορίσουν τα έσοδα που έπρεπε να συγκεντρωθούν από κάθε περιοχή ξεχωριστά. Με αυτόν τον τρόπο η κεντρική εξουσία γνώριζε τις δυνατότητες κάθε επαρχίας καθώς και τα ποσά που ανέμενε να εισπράξει. Από την άλλη και οι ίδιοι οι ραγιάδες, οι υπήκοοι του κράτους, όσοι δηλαδή αποτελούσαν τη βάση των φορολογούμενων, γνώριζαν ακριβώς ποιες ήταν οι οικονομικές τους υποχρεώσεις και ποια ποσά θα έπρεπε να καταβάλουν στους τοπικούς διοικητές τους. Στην εποχή της ακμής της αυτοκρατορίας, δηλαδή μέχρι περίπου και τα τέλη του 16ου αιώνα το σύστημα αυτό λειτουργούσε αρμονικά. Οι υπήκοοι, είτε χριστιανοί είτε μουσουλμάνοι ήταν ικανοποιημένοι, σύμφωνα με τον ιστορικό Peter Sugar, από την ειρηνική και κυρίως χωρίς απρόοπτα διαβίωσή τους, μέχρι να αρχίσει να διαφαίνεται η παρακμή της αυτοκρατορίας, κάτι που είχε βεβαίως άμεση επίπτωση στις ζωές και στην καθημερινότητά τους.
Έπειτα, λοιπόν, από την κατάκτηση μιας περιοχής από τους Οθωμανούς, επακολουθούσε μια περίοδος δύο ή τριών ετών προσεκτικής καταγραφής των εσόδων κάθε είδους (μεταλλεία, αλυκές, τελωνεία, φόρος γεωργικής παραγωγής, κτηνοτροφίας, κεφαλικός φόρος κτλ.). Την καταγραφή αυτή (tahrir) περιείχαν ειδικά φορολογικά κατάστιχα, τα λεπτομερή (mufassal). Η διανομή των εσόδων αυτών περιλαμβάνεται σε άλλου είδους κατάστιχα, τα περιληπτικά (icmal). Έτσι, τα πρώτα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας για τη Δαμασκηνιά προέρχονται από τέτοιου είδους φορολογικά κατάστιχα. Η πρώτη καταγραφή του οικισμού Βεντολούστι είναι αυτή του 1431. Ο οικισμός ανήκει στο Σαντζάκι της Αρβανιτιάς, στον ναχιγιέ της Μουζακιάς. Μαζί με δύο ακόμη οικισμούς αποτελεί τιμάριο κάποιου Gin γιου του İvrano (veled) και έχει 58 νοικοκυριά (hane) στο σύνολό του (50 + 6 άγαμους + 2 χήρες). Η επόμενη καταγραφή είναι 100 χρόνια μεταγενέστερη. Σύμφωνα με αυτήν, το Βεντολούστι στα 1530 αυξάνει τον πληθυσμό του και έχει 185 (135 + 50 άγαμοι, + 1 χήρα) νοικοκυριά χριστιανών και 1 μουσουλμανική οικογένεια. Ανήκει στον καζά Aştin, ο οποίος αντιστοιχεί στον μεταγενέστερο καζά της Χρούπιστας και είναι ο τρίτος μεγαλύτερος οικισμός στην περιοχή. Σύμφωνα με το κατάστιχο του 1530 όλοι οι οικισμοί του καζά Aştin αποτελούν χάσι του Μπαϊράμ Πασά. Μερικά χρόνια αργότερα, σε μιαν άλλη καταγραφή, αυτή του 1568/9 συναντούμε το Βεντολούστι με τον χαρακτηρισμό «αυτοκρατορικό χάσι» (έσοδα από συνένωση οικισμών) να ανήκει διοικητικά στον ναχιγιέ της Χρούπιστας (η διοικητική ασυμφωνία οφείλεται στις συνεχείς αλλαγές μέχρι τη δημιουργία ξεχωριστού καζά Ανασελίτσας στο β΄μισό του 17ου αιώνα). Αναφέρονται στον οικισμό 136 νοικοκυριά και 36 άγαμοι χριστιανοί. Ο αριθμός των χριστιανών παρουσιάζει μια πολύ μικρή πτώση και ο αριθμός των μουσουλμάνων μια μικρή αύξηση: οι μουσουλμανικές οικογένειες του χωριού από μία που είναι πριν από σαράντα χρόνια τώρα γίνονται έξι.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σταθούμε σε ορισμένα σημαντικά συμπεράσματα στα οποία μπορούμε να καταλήξουμε με μια πρώτη ερμηνεία των στοιχείων που μας δίνουν οι τρεις πρώτες καταγραφές του οικισμού. Παίρνοντας αφορμή από αυτά θα ήθελα να δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα όσων επισήμανα παραπάνω, ότι δηλαδή είναι παρακινδυνευμένο να διατυπώνονται θεωρίες χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη απόδειξη από τις πηγές. Όπως ανέφερα, λοιπόν, πολλές αβάσιμες απόψεις έχουν υποστηριχθεί για την Τουρκοκρατία. Μια από τις πιο γνωστές είναι αυτή που υποστηρίζει ότι η οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων έφερε ερήμωση στην ύπαιθρο χώρα είτε γιατί οι κάτοικοι σφαγιάστηκαν, είτε γιατί βρήκαν καταφύγιο σε ορεινές περιοχές, είτε γιατί εξισλαμίστηκαν για να σώσουν τις ζωές τους. Τα λεπτομερή κατάστιχα όμως κυρίως των ετών 1530 και 1568/9 αποδεικνύουν μιαν ύπαιθρο χώρα με πολλούς και πολυπληθείς οικισμούς, που αποφέρουν σημαντικά έσοδα στο κράτος. Η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού είναι χριστιανοί με ελάχιστους μουσουλμάνους σε ορισμένους μόνο οικισμούς. Το Βεντολούστι αυξάνει τα έσοδα που αποδίδει, το οποίο σημαίνει ότι ευημερεί οικονομικά. Από τμήμα ενός τιμαρίου στα 1431, γίνεται χάσι ενός πασά στα 1530 και καταλήγει ως αυτοκρατορικό χάσι στα 1568/9. Η αύξηση του πληθυσμού της περιοχής οδηγεί τη σκέψη μακριά από τις εικόνες ερήμωσης που μας παρουσιάζονται συχνά σε αφηγήσεις σχετικά με τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια. Ούτως ή άλλως και χάρη στα κατάστιχα που έρχονται στο φως τα τελευταία χρόνια μπορούμε να συνθέσουμε καλύτερα την εικόνα του σημερινού ελλαδικού χώρου τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης, μιας περιόδου που ήταν σκοτεινή μέχρι πρότινος. Οι πρώτοι αυτοί αιώνες που εντάσσονται άλλωστε χρονικά μέσα στην περίοδο ακμής της αυτοκρατορίας είναι η λεγόμενη περίοδος της pax ottomanica, της ειρηνικής περιόδου που ακολούθησε τα ταραγμένα υστεροβυζαντινά χρόνια. Την εποχή αυτή μάλιστα χρονολογείται και η ανάπτυξη της πόλης της Κοζάνης και ο ταυτόχρονος μαρασμός της βυζαντινής πόλης των Σερβίων, μια οχυρωματικής πόλης που χαρακτήριζε την τελευταία βυζαντινή εποχή.
Κάτι ακόμη που κατά τη γνώμη μου είναι σημαντικό και θα ήθελα να το επισημάνω, είναι ότι εάν παρατηρήσουμε σε ποιον ανήκουν τα έσοδα από το τιμάριο του οικισμού στα 1431 θα διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για έναν χριστιανό: είναι ο Gin, ο γιος του İvrano. Αυτό σημαίνει ότι στην αρχή και μέσα στον πρώτο αιώνα της οθωμανικής παρουσίας στην περιοχή, η τοπική ελίτ δεν ήταν απαραίτητο να αποτελείται από μουσουλμάνους, άποψη που έχει υποστηριχθεί άλλωστε τα τελευταία χρόνια και από Βουλγάρους ή Σέρβους ιστορικούς (π.χ. Anton Minkov), που έχουν πια πρόσβαση από την πλευρά τους στα οθωμανικά αρχεία. Σταδιακά όμως και μέσα στον επόμενο αιώνα διαπιστώνουμε ότι η τοπική ελίτ αποτελείται αποκλειστικά πια από μουσουλμάνους και ότι η ύπαρξη χριστιανών διοικητών ήταν υπόθεση ίσως μόνο του πρώτου αιώνα της κατάκτησης. Για μένα αυτό είναι και ένα τεράστιο πολιτισμικό ζήτημα, αυτό της σταδιακής και αναγκαίας προσχώρησης στο Ισλάμ, πρώτα της διοικούσας τάξης και έπειτα μεγάλης μερίδας των κατοίκων του σημερινού Βοΐου, στο οποίο και αναφέρομαι μόνο ακροθιγώς σήμερα. Είναι αυτό που έχει επισημάνει και η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ σε ομιλίες της «cuius regio, eius religio», σ’ αυτόν δηλαδή που κυβερνά ανήκει και η θρησκεία.
Οι επόμενες καταγραφές που έχουμε για τον οικισμό ανήκουν στο β΄ μισό του 17ου αιώνα. Ο 17ος αιώνας θεωρείται ως αιώνας παρακμής της αυτοκρατορίας. Υπάρχουν πολλά ζητήματα τα οποία δεν έχουν αναλυθεί ακόμα επαρκώς, πολλές καινούργιες μελέτες αλλά και παλαιότερες όμως συμφωνούν σε αυτόν τον χαρακτηρισμό. Η δυσλειτουργία του τιμαριωτικού συστήματος, η παρακμή του Σώματος των Γενιτσάρων, η πολεμική ανεπάρκεια της αυτοκρατορίας απέναντι στους στρατούς της Δύσης, η έλλειψη εμπορικής δραστηριότητας και παραγωγής θα μπορούσαν να αναφερθούν ως ορισμένοι από τους πιο σημαντικούς. Εξαιτίας της δυσλειτουργίας του τιμαριωτικού συστήματος μειώνεται και ο αριθμός των tahrir, των οθωμανικών κατάστιχων της προηγούμενης περιόδου. Τον 17ο αιώνα έχουμε κυρίως κατάστιχα του κεφαλικού φόρου, του cizye, του φόρου δηλαδή που έπρεπε να καταβάλλουν μόνο οι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι της αυτοκρατορίας, οι χριστιανοί δηλαδή κατά κύριο λόγο και οι Εβραίοι. Για την περιοχή της Ανασελίτσας – εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι από τα μέσα του 17ου αιώνα και μετά συγκροτείται ο γνωστός στους περισσότερους από εσάς καζάς Ανασελίτσας έτσι όπως σας είναι γνωστή η επαρχία Βοΐου πριν από το 1927 – υπάρχει η πολυτέλεια να έχουμε στα χέρια μας και μια άλλη κατηγορία φορολογικών κατάστιχων, αυτά του φόρου avariz-hane. Ο φόρος αυτός ήταν έκτακτος τους προηγούμενους αιώνες και επιβαλλόταν όταν το κράτος είχε ανάγκη από περισσότερα έσοδα. Ορισμένες ομάδες κατοίκων εξαιρούνταν και δεν τον πλήρωναν όταν παρείχαν στο κράτος τις υπηρεσίες τους (π.χ. ως φύλακες των δερβενίων, των στενών δηλαδή περασμάτων) ή ένα συγκεκριμένο προϊόν για το οποίο υπήρχε ανάγκη (π.χ. αλάτι ή κάρβουνο). Στο Βεντολούστι διαπιστώνουμε ότι υπήρχαν ειδικοί γερακοτρόφοι, οι οποίοι εξέτρεφαν γεράκια για τον σουλτάνο, τα οποία φυσικά έστελναν στην Κωνσταντινούπολη μετά από ειδική εκπαίδευση και τα οποία χρησιμοποιούσε ο σουλτάνος στο κυνήγι. Για την υπηρεσία αυτή έχαιραν προνομιακής μεταχείρισης σχετικά με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις.

Ο φόρος avariz-hane λοιπόν γίνεται από έκτακτος τακτικός μέσα στον 17ο αιώνα καθώς το κράτος έχει ανάγκη από ολοένα και περισσότερα χρήματα. Το πλεονέκτημα που δίνουν τα κατάστιχα του φόρου avariz-hane είναι ότι δεν απευθύνονται μόνο στους χριστιανούς αλλά και στους μουσουλμάνους κατοίκους της περιοχής. Αυτό με τη σειρά του μας επιτρέπει να εξετάσουμε συγκριτικά ορισμένα ζητήματα σε σχέση με την οικονομική και κοινωνική θέση των δύο ομάδων καθώς και την αλλαγή στην πληθυσμιακή σύνθεση των οικισμών.
Την εποχή αυτή παρατηρείται μια μεγάλη μείωση του πληθυσμού στον καζά της Ανασελίτσας, φαινόμενο γενικό σε όλα τα Βαλκάνια. Οι ιστορικοί εικάζουν ότι οι επιδημίες ή κάποιες φυσικές καταστροφές ενδεχομένως ευθύνονται κατά κύριο λόγο για τη μείωση αυτή του πληθυσμού. Το Βεντολούστι δεν αποτελεί εξαίρεση. Στα 1666 τα νοικοκυριά είναι 71 στο σύνολό τους από 172 που ήταν στην προηγούμενη καταγραφή, αυτή του 1568/9. Οκτώ χρόνια αργότερα, στα 1674 ο πληθυσμός του χωριού εξακολουθεί να μειώνεται και οι φορολογούμενες οικογένειες που καταγράφονται είναι 51. Οι δύο αυτές καταγραφές είναι για την καταβολή του φόρου avariz-hane. Στα 1693 σε κατάστιχο καταβολής του φόρου cizye, του κεφαλικού φόρου δηλαδή, καταγράφονται 40 μόνο νοικοκυριά. Παρατηρείται την ίδια εποχή όμως και κυρίως προς το τέλος του αιώνα και μια μετανάστευση προς της επαρχία Ανασελίτσας, η οποία δέχεται νέους κατοίκους χριστιανούς από άλλα μέρη της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Αυτοί καταγράφονται ξεχωριστά και αναφέρονται ως perakende μέσα στα κατάστιχα, ως επήλυδες δηλαδή, ως ξένοι. Αναφέρονται επίσης οι τόποι καταγωγής τους καθώς και οι οικισμοί στους οποίους εγκαθίστανται. Διαπιστώνουμε, έτσι έναν κόσμο εξοικειωμένο με την μετανάστευση και τους λόγους προς το παρόν είμαστε αναγκασμένοι να τους εικάσουμε. Ήταν οι επιδημίες και οι φυσικές καταστροφές που έθεταν ένα ολόκληρο κόσμο σε κίνηση, ήταν οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες ενός κράτους σε παρακμή που τους ανάγκαζαν να αλλάξουν πατρίδα με σκοπό την εργασία; Η εύρεση εργασίας θα πρέπει να αποτελούσε βασικό λόγο για τούτη την μετακίνηση καθώς τα κατάστιχα μας πληροφορούν ότι οι μισοί χριστιανοί κάτοικοι του καζά της Ανασελίτσας στα 1693 είναι ντόπιοι (339) ενώ οι άλλοι μισοί (321) είναι ξένοι και έχουν έρθει για να εργαστούν ως ημερομίσθιοι εργάτες (aylakçı), ζευγάδες (çiftçi), μισακάρηδες (ortakçı) και μυλωνάδες (asyabcı), καθώς και κάποιοι από αυτούς είναι έμποροι (ehli tüccar).
Η έντονη αυτή μετακίνηση των κατοίκων της αυτοκρατορίας συνεχίζεται και μέσα στον 18ο αιώνα πιθανότατα, παρόλο που δεν έχουμε πια λεπτομερείς πρωτογενείς πηγές αυτού του αιώνα για την περιοχή. Δύο φιρμάνια ωστόσο ρίχνουν λίγο φως στην υπόθεση και ενισχύουν την άποψη αυτή: Στα 1705 ο σουλτάνος Αχμέτ Γ΄ εφιστά την προσοχή των διοικητών των καζάδων Χρούπιστας, Βοδενών και Βέροιας λέγοντάς τους ότι στις περιοχές της δικαιοδοσίας τους εγκαταστάθηκαν ραγιάδες που είχαν εγκαταλείψει παράνομα τα χωριά τους στον καζά της Φλώρινας για να γλιτώσουν από τη βαριά φορολογία. Λίγα χρόνια αργότερα, στα 1740, ο σουλτάνος Μαχμούτ Α΄ προσπαθεί να περιορίσει τη δύναμη των τοπικών διοικητών και να βάλει τέλος στην αυθαιρεσία τους που έχει άμεσο αντίκτυπο στους ραγιάδες. Η βούληση όμως του εκάστοτε σουλτάνου δεν ήταν ικανή να σταματήσει τις καταπιέσεις των τοπικών διοικητών σε ένα κράτος του οποίου η παρακμή ήταν φανερή πια σε κάθε τομέα του βίου. Ενδεχομένως στην περίοδο αυτή να αναφέρονται και οι πολυάριθμες ιστορίες που διασώζει η προφορική παράδοση του τόπου για μια κατάσταση αναρχίας και ερήμωσης πολλών οικισμών του Βοΐου. Η ανικανότητα της κεντρικής εξουσίας να εφαρμόζει τους νόμους και η ταυτόχρονη άνοδος των τοπικών ηγεμόνων στα Βαλκάνια με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό του Αλή Πασά των Ιωαννίνων είναι φαινόμενα που συνεχίζονται και μέσα στον 19ο αιώνα. Ούτε για τον 19ο αιώνα – τουλάχιστον για το πρώτο μισό του αιώνα – υπάρχουν οθωμανικές πηγές που θα εξηγούσαν καλύτερα τα γεγονότα της εποχής. Εξαίρεση αποτελεί το Αρχείο του Αλή Πασά, που μέχρι πρότινος φυλασσόταν στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στην Αθήνα. Η πρόσφατη έκδοσή του από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών δίνει πολύτιμα στοιχεία και αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίον ο Αλή Πασάς διείσδυσε στις επαρχίες της Ηπείρου και της Μακεδονίας και κατάφερε να ορίζει τις τύχες των κατοίκων σε τόπους σχετικά μακρινούς από την άμεση επικράτειά του. Μια από τις συνέπειες ήταν η δημιουργία των μεγάλων τσιφλικιών (Μπέηδες και τσιφλίκια του Αδαμίδη), των οποίων τα έσοδα καρπώνονταν οι τοπικοί μπέηδες με αποτέλεσμα την καταπίεση του λαού. Όπως φαίνεται μέσα από τα έγγραφα του ΑΑΠ οι μπέηδες της Λειψίστας λογοδοτούσαν στον Αλή και εκείνος του προσέφερε τη βοήθειά του με ανταλλάγματα φυσικά.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της αναρχίας οι δυτικομακεδόνες εγκαταλείπουν την ιδιαίτερη πατρίδα τους και εγκαθίστανται είτε στην Κωνσταντινούπολη είτε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες ασκώντας κατά κύριο λόγο το επάγγελμα του χτίστη, ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα. Μετά από έναν αιώνα περίπου θα φανεί η δύναμη που αποκτούν σταδιακά και δουλεύοντας σκληρά και η οποία θα φέρει τους καρπούς και τα θετικά της αποτελέσματα στον τόπο καταγωγής τους. Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα η κατάσταση αρχίζει να αλλάζει. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις ανάγκες των καιρών και αναγκάζεται να υπακούσει στις απαιτήσεις της Δύσης για εκσυγχρονισμό του κράτους. Η εποχή των Μεταρρυθμίσεων (Τανζιμάτ) με βασικότερους σταθμούς την ψήφιση των διαταγμάτων του Χάττι Σερίφ το 1839 και του Χάττι Χουμαγιούν το 1856 είναι ίσως η πιο κρίσιμη περίοδος για τους χριστιανούς της Αυτοκρατορίας. Η ισονομία και η ισοπολιτεία δίνουν τη δυνατότητα και τη νομιμοποίηση σε χιλιάδες χριστιανούς να αποκτήσουν δύναμη και πλούτο. Αποτελεί σταθμό στην ιστορία της δυτικής Μακεδονίας η ίδρυση της Μακεδονικής Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας στην Κωνσταντινούπολη στα 1871 από τους Βοϊώτες εμπόρους και χτίστες. Οι ικανότατοι αυτοί άνδρες φέρνουν χρήματα στον τόπο τους, κτίζουν σχολεία, επισκευάζουν εκκλησίες, ιδρύουν τοπικούς συλλόγους, πράξεις τις οποίες φροντίζουν να κατοχυρώνουν με αυτοκρατορικά φιρμάνια για προφύλαξη απέναντι στις αντιδράσεις των ντόπιων μπέηδων. Ο ρόλος τους είναι πολυδιάστατος καθώς πέρα από την οικονομική ενίσχυση των συμπατριωτών τους φροντίζουν και για την πνευματική τους ανάπτυξη και τη σφυρηλάτηση του εθνικού του φρονήματος. Την ίδια περίοδο, μέσα κυρίως στο β΄ μισό του 19ου αιώνα, παρατηρείται και το φαινόμενο της ειρηνικής μεταβίβασης της γης από τους μπέηδες στους χριστιανούς κατοίκους του Βοΐου και οικογένειες που είδαν την περιουσία τους να χάνεται στην αρχή του ίδιου αιώνα, τώρα έχουν τη δυνατότητα να την πάρουν πίσω και όπως επισημαίνει κάπου και ο Αλέξανδρος Αδαμίδης: «να γίνονται κύριοι και αφέντες στον τόπο τους». Δύο έγγραφα από το χωριό Βεντολούστι του έτους 1847 αναφέρονται στην κατοχύρωση του δικαιώματος κατοίκων για τη χρήση και την κατοχή γεωργικών εκτάσεων. Το Βεντολούστι στα τέλη του αιώνα φαίνεται πως είναι πια μια οργανωμένη κοινότητα με δικαίωμα να εκλέγει δημογέροντες και να εκπροσωπείται ενώπιον της οθωμανικής εξουσίας.
Η οθωμανική περίοδος φτάνει στο τέλος της και η δυτική Μακεδονία αποτελεί τμήμα του ελληνικού κράτους από το 1912. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Μακεδονικός Αγώνας, η Μικρασιατική Καταστροφή, οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι αποτελούν τεράστια κεφάλαια της νεότερης ελληνικής ιστορίας, κεφάλαια γεμάτα πόνο αλλά και δόξα. Είναι αδύνατον φυσικά να γίνουν τώρα έστω και επιγραμματικές αναφορές σε αυτά. Οι συγγραφείς ωστόσο αναλύουν και αυτές τις περιόδους με την ίδια συνέπεια και βάσει των πολυάριθμων πια πηγών της νεότερης ιστορίας.
Τους λόγους που καθιστούν σημαντική τη μελέτη που παρουσιάζουμε σήμερα τους ανέφερα ήδη αναλυτικά στην αρχή της ομιλίας μου, κάτι το οποίο πιστεύω ότι φάνηκε και κατά τη διάρκεια της ανάλυσης των αιώνων της Τουρκοκρατίας. Ακολούθησα την πορεία του βιβλίου, έτσι όπως την διαμόρφωσαν οι συγγραφείς του πατώντας γερά στις πηγές και δίνοντας το στίγμα κάθε εποχής ξεχωριστά. Ολοκληρώνοντας θα αρκεστώ σε μια φράση που τα λέει όλα και που πολύ σωστά την τύπωσαν στο οπισθόφυλλο του βιβλίου οι συγγραφείς του. Είναι μια φράση του γνωστού Θεσσαλονικέα ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου: «Η ιστορία της πατρίδος μας αρχίζει με την ιστορία του κάθε χωριού». Πράγματι, η ιστορία της Μακεδονίας ξεκινά από το Βεντολούστι, όπως και από κάθε άλλο οικισμό της δυτικής Μακεδονίας. Η ιστορία του τόπου αυτού είναι πολύ πλούσια και οι σημερινοί της κάτοικοι είναι απόγονοι ανθρώπων που απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο την αγάπη τους για την πατρίδα. Μακάρι, εμείς οι σημερινοί Έλληνες να μπορέσουμε να διδαχθούμε από αυτήν και να μάθουμε από τα λάθη του παρελθόντος. Γιατί αν δεν μάθουμε από αυτά, είμαστε – πολύ απλά – καταδικασμένοι να τα επαναλαμβάνουμε.
.
.
.
.
