ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΒΛΑΧΑΒΑ (ή ΜΠΛΑΧΑΒΑ)

,

Η προτομή του αρματωλού Παπαθύμιου Βλαχάβα (1760-1809), στα Τρίκαλα

.

Βλαχάβας Αθανάσιος, Θύμιος, Θεοδωράκης
 

Βλαχάβας (ή Μπλαχάβας)

……….Βλαχάβας είναι το επώνυμο οικογένειας αρματολών και εθνικών αγωνιστών, τής προεπαναστατικής περιόδου, που καταγόταν από το χωριό Βλαχάβα τής Καλαμπάκας. Διακρίθηκε γιά την δράση της, στα επαναστατικά χρόνια, στην περιοχή των Χασίων. Τα πιό γνωστά μέλη της ήταν ο πατέρας, Αθανάσιος Βλαχάβας και οι γιοί Θεόδωρος, Δημήτριος και Ευθύμιος (ο περίφημος Παπαθύμιος), καθώς και Νικόλαος Βλαχάβας, οπλαρχηγός και αγωνιστής τού Ολύμπου και τής δυτικής Μακεδονίας στην επανάσταση τού 1878 και γιός τού Παπαθύμιου. Συνέχεια ανάγνωσης ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΒΛΑΧΑΒΑ (ή ΜΠΛΑΧΑΒΑ)

ΟΙ ΔΗΜΟΤΕΛΕΙΣ ΘΥΣΙΕΣ (ΚΟΥΡΜΠΑΝΙΑ) ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ Ν. ΔΡΑΜΑΣ

Το έθιμο του «κουρμπανιού» στο Καλαμπάκι Δράμας ανήμερα της γιορτής του Αγίου Αθανασίου.

.

.

ΟΙ ΔΗΜΟΤΕΛΕΙΣ ΘΥΣΙΕΣ (ΚΟΥΡΜΠΑΝΙΑ) ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ Ν. ΔΡΑΜΑΣ

.

.

Σε αρκετά χωριά της Δράμας, όπως και σε πολλά άλλα μέρη, ιδιαίτερα του Βορειοελλαδικού χώρου, συνηθίζονται σε γιορτές διαφόρων αγίων τα λεγόμενα κουρμπάνια, τα οποία αποτελούν μορφή δημοτελούς θυσιαστικής εκδήλωσης και συνεχίζουν την παράδοση πανάρχαιων, αρχέγονων λατρευτικών δοξασιών και συνηθειών. (Κουρμπάνι λέγεται το ζώο που θυσιάζεται, καθώς και η Ουσιαστική τελετουργία στο σύνολό της). Σύμφωνα με το εθιμικό τελετουργικό, προσφέρεται στην εκκλησία ως τάμα ή αγοράζεται από την οικεία εκκλησιαστική επιτροπή κάποιο ζώο, του οποίου το κρέας, αφού μαγειρευτεί και ευλογηθεί από τον ιερέα, μοιράζεται στο εκκλησίασμα. Στα Αναστενάρια ειδικότερα, η ζωοθυσία, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτελεί βασικό στοιχείο του όλου τελετουργικού.
Σε πολλά μέρη επιχωριάζουν παραδόσεις για εθελουσία προσέλευση του θύματος στον τόπο της Ουσίας, ή για αποστολή από τον Θεό ενός ζώου για να θυσιαστεί. Κάποτε όμως το ζώο καθυστερεί να έρθει και οι πανηγυριστές το θυσιάζουν αμέσως, όπως είναι κουρασμένο. Από τότε άλλη χρονιά δεν έρχεται ζώο και στη θέση του θυσιάζεται κάποιο άλλο, από αγορά ή από τάμα.
Η διανομή του κρέατος, μαζί με άρτο, προσδίδει στο κουρμπάνι χαρακτήρα θρησκευτικού γεύματος, ανάλογου με τις «αγάπες» των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Παράλληλα βέβαια λειτουργεί στο όλο έθιμο και απόηχος αρχαϊκών αντιλήψεων και δοξασιών, που δίδουν στο κρέας εξαίρετες ιδιότητες για δύναμη και υγεία.
Τα κουρμπάνια με την αρχέγονη αιματηρά μορφή τους απαγορεύτηκαν κατά καιρούς από την Εκκλησία, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα, γιατί αντιπροσωπεύουν χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής λατρευτικής εκδήλωσης, με βαθιές ρίζες και αρχαιότατες θρησκευτικές παραστάσεις. Αντίθετα, το κουρμπάνι με μορφή κοινής εστιάσεως έχει γίνει ευρύτερα αποδεκτό και από την Εκκλησία, η οποία και ευλογεί, όπως ήδη σημειώθηκε, το κρέας με ειδική ευχή: «Επίσκεψαι, Κύριε Ίησοϋ Χριστέ, ό Θεός ήμών, τά έδέσματα τών κρεών καί άγίασον αύτά…» Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ζώα ευλογούνται πριν από τη θυσία. Οι

ιερείς, άλλωστε, δεν παύουν να αποτελούν μέλη της κοινότητας που
θυσιάζει, με τις ίδιες κατά βάση λαϊκές θρησκευτικές αντιλήιεις.
Το έθιμο διατηρήθηκε για αιώνες και έφθασε μέχρι την εποχή μας ως μέσον εξασφάλισης των αγαθών και της ίδιας της ζωής. Δεν πρέπει εξάλλου να παραβλέπεται και ο ψυχαγωγικός – συμποσιακός χαρακτήρας των κουρμπανιών, κάτι Ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τους λιτοδίαιτους και στερημένους από Τέτοιες ευκαιρίες χωρικούς παλαιότερα.
Ακολουθούν χαρακτηριστικές περιγραφές για την περιοχή Δράμας.
Καλαμπάκι: Γράφει σε πρόσφατο ενημερωτικό του σημείωμα στον τύπο ο Τοπικός Πολιτιστικός Σύλλογος: «Οι κάτοικοι του Καλαμπακίου, τηρώντας την παράδοση των προγόνων τους, που κατάγονταν από το Κρυόνερο της Ανατολικής Θράκης, κάθε χρόνο στις 18 Ιανουαρίου, αναβιώνουν το έθιμο του κουρμπανιού. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Θεός έστελνε κάθε χρόνο στο προσήλιο του ναού των Κρυονεριτών ένα ελάφι, που το θυσίαζαν και το έκαναν κουρμπάνι, είδος φαγητού που μοιραζόταν σε όλους τους κατοίκους. Το ελάφι ερχόταν κάθε χρόνο το πρωί, ανήμερα της γιορτής του αγίου Αθανασίου, ευλογούντανε από τον ιερέα και θυσιαζόταν νωρίς το πρωί της γιορτής από τους κουρμπανατζήδες. Μια χρονιά το ελάφι άργησε να έλθει και οι κουρμπανατζήδες, θορυβημένοι από την καθυστέρηση, επέσπευσαν τη θυσία χωρίς να αφήσουν το ελάφι να ξεκουραστεί. ‘Οπως πίστευαν οι Κρυονερίτες, ο Θεός θύμωσε που θυσιάστηκε το ελάφι αμέσως χωρίς να ξεκουραστεί και δεν έστειλε άλλη χρονιά. Έκτοτε στη θέση του ελαφιού θυσιάζονται ταύροι ή αγελάδες.
.
.
Η συνέχεια του κειμένου ΕΔΩ
.
.
.

Ή ΘΑ ΒΡΩ ΔΡΟΜΟ Ή ΘΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΩ

Autinveniamviamautfaciam

Ή θα βρω δρόμο ή θα κατασκευάσω

.

.

του Αθ. Τσακνάκη

.

.

  Εφόσον είμαι πνευματικά ζωντανός, αισθάνομαι την φυσιολογική ανάγκη να εξελιχθώ διανοητικά, επειδή το πνεύμα τρέφεται από την αδιάλειπτη πορεία προς το άγνωστο. Βαδίζοντας συναθροίζω εμπειρία και γνώση, αντιλαμβανόμενος παράλληλα το γεγονός ότι όντως ζω. Αποφεύγω τα πισωγυρίσματα, επειδή το ήδη γνωστό δύναται μόνον να με συντηρήσει προσωρινά, αλλά αδυνατεί να με βοηθήσει να εξελιχθώ.

Διατηρώ γιά τον εαυτό μου το δικαίωμα τής εκούσιας επιλογής ενός μεταξύ δύο ή περισσότερων δρόμων. Θα ήθελα, βέβαια, να τους διάβαινα όλους, αλλά μού είναι εκ φύσεως αδύνατο. Πορευόμενος μαθαίνω να πορεύομαι καλύτερα, όπως σκεπτόμενος διδάσκομαι να σκέπτομαι ορθότερα.

Ενίοτε συναντώ εμπόδια. Ή θα τα ξεπεράσω ή θα αλλάξω πορεία, αλλά δεν θα επιλέξω την επιστροφή ή την παράλυση, επειδή η πρώτη με καταδικάζει σε ατροφία, ενώ η δεύτερη σε θάνατο. Ενίοτε σταματώ προσωρινά. Η κόπωση είναι ένα φυσικό φαινόμενο, το οποίο αντιμετωπίζεται με την ανάπαυση που μου χαρίζει η στάση, αλλά η παραίτηση είναι μία παρά φύση κατάσταση, η οποία με οδηγεί στην ανυπαρξία.

Κάποτε μού ζητήθηκε να σταματήσω, επειδή τάχα ο δρόμος είχε τελειώσει. Όμως εγώ αισθάνομαι ζωντανός και ασφαλώς δεν προδιατίθεμαι να αυτοκτονήσω. Πήρα, λοιπόν, μία απόφαση: ή θα βρω δρόμο ή θα κατασκευάσω. Καλή χρονιά και καλή πορεία!

 .

 .

.

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

.

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

.

Του Σαράντου Καργάκου

Ιστορικού – Συγγραφέως

.

Απέφευγα για λόγους προσωπικής ευαισθησίας (έχουμε κι εμείς βέβαια τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μας!) ν’ αναφερθώ στο περιβόητο θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων. Ήμουν εξήμισυ ετών όταν ανήμερα σχεδόν του Αγίου Νικολάου του 1943 οι Γερμανοί πηγαίνανε για σκοτωμό τ’ αδέρφια του πατέρα μου. Η μάνα μου λέει πως με κρατούσε από το χέρι. Πέρασε το αυτοκίνητο με τους μελλοθάνατους από μπροστά μας, ο μικρός θείος μου που ήταν δεν ήταν 30 ετών, σήκωσε το χέρι και μας χαιρέτισε μ’ ένα πικρό χαμόγελο. Συνέχεια ανάγνωσης ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΑ (ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ) ΛΑΪΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

.

.

Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα

Μεμβρανόφωνα

Νταούλι
Γνωστό ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους, είναι το κατ’ εξοχήν ρυθμικό όργανο της στε-ριανής Ελλάδας, με μεγάλη ποικιλία στις διαστάσεις, το δέσιμο των σχοινιών, την επεξεργα-σία του δέρματος και την κατασκευή. Φτιάχνεται από τον ίδιο τον νταουλιέρη και παίζεται, κρεμασμένο στον αριστερό ώμο, με δύο νταουλόξυλα: ένα χοντρό και βαρύ για το δεξί χέρι (κόπανος) κι ένα λεπτό για το αριστερό (βέργα ή βίτσα). Μαζί με τον ζουρνά αποτελούν τη ζυγιά, το παραδοσιακό μουσικό συγκρότημα της στεριανής Ελλάδας κατάλληλο για ανοιχτούς χώ-ρους.
Το νταούλι –ένας ξύλινος κύλινδρος, σκεπασμένος στις δύο παράλληλες βάσεις του με δέρ-μα, τεντωμένο με σχοινί– είναι ένα ρυθμικό, κυρίως όργανο, που παίζεται με δύο ειδικά φτιαγμένα νταουλόξυλα. Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη: η διάμετρος κάθε δερμάτι-νης επιφάνειας από 25 εκατοστά έως ένα περίπου μέτρο και ύψος (η απόσταση ανάμεσα στις δύο δερμάτινες επιφάνειες) από 20 έως 60 περίπου εκατοστά. Το μέγεθος του νταουλιού το καθορίζουν: η παράδοση στις διάφορες περιοχές και ο νταουλιέρης, που «φτιάχνει το νταούλι στα μέτρα του».
Το νταούλι παίζεται με δύο ξύλα –ένα στο κάθε χέρι– τα νταουλόξυλα, ή του-μπανόξυλα, ή νταουλόβεργες. Το ξύλο του αριστερού χεριού, η βέργα, ή βίτσα, είναι πολύ λεπτό και ελαφρύ, ενώ του δεξιού, ο κόπανος, είναι χοντρύτερο και βα-ρύτερο και φτιάχνεται σε διάφορα σχήματα και διαστάσεις. Το μήκος του κοπάνου, το βάρος και ο όγκος της άκρης που χτυπάει τη δερμάτινη επιφάνεια εξαρτιόνται από το μέγεθος του νταουλιού και από τη σωματική διάπλαση του νταουλιέρη.
Όταν φτιάχνουν ένα νταούλι, ο νταουλιέρης, που είναι συνήθως και ο κατασκευαστής του, φροντίζει η μία από τις δύο δερμάτινες βάσεις να είναι 1-2 εκατοστά περίπου μεγαλύτερη και το δέρμα της να είναι χοντρύτερο σε σύγκριση με την απέναντι βάση. Έτσι, η μεγαλύτερη και με χοντρύτερο δέρμα επιφάνεια, όπου ο κόπανος χτυπάει τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου, δίνει βαρύτερο ήχο, ενώ η απέναντι, μικρότερη και με λεπτότερο δέρμα επιφάνεια, πάνω στην οποία χτυπάει η βέργα τους αδύνατους χρόνους του μέτρου, δίνει οξύτερο ήχο.
Ο νταουλιέρης παίζει όρθιος, με το νταούλι του κρεμασμένο απ’ τον αριστερό ώμο. Όταν το κρεμάει προσέχει να έχει δεξιά του τη δερμάτινη επιφάνεια που δίνει το βαρύτερο ήχο. Σ’ αυτή την επιφάνεια χτυπάει με το χοντρό ξύλο, τον κόπανο (δεξιό χέρι), τους ισχυρούς χρό-νους του μέτρου. Στην άλλη, με τον οξύτερο ήχο, χτυπάει ελαφρά με τη λεπτή βέργα (αριστε-ρό χέρι) τους αδύνατους χρόνους του μέτρου, η «κρατάει το ίσο», όπως συνηθίζουν να λένε, ένα είδος ρυθμικού ισοκράτη.
Στην συνοδεία του νταουλιού διακρίνουμε δύο τρόπους παιξίματος, που υπαγορεύονται από το ρυθμικό τύπο της μουσικής που συνοδεύει κάθε φορά το νταούλι. Όταν η μελωδία που συνοδεύει είναι περιοδικού ρυθμικού τύπου, όπως π.χ. όλες οι χορευτικές μελωδίες, ο νταουλιέρης χτυπάει με τον κόπανο (δεξιό χέρι) τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου και με τη βέργα (αριστερό χέρι) τους αδύνατους. Στην περιοδικότητα όμως αυτή δεν επαναλαμβάνεται το ίδιο πάντα σχήμα, τα ίδια δηλαδή χτυπήματα του νταουλιού από το δεξιό και τ’ αριστερό χέρι. Ο καλός νταουλιέρης ξομπλιάζει διαρκώς το παίξιμό του μ’ ενδιάμεσα χτυπήματα –υποδιαιρέσεις των ισχυρών και αδύνατων χρόνων– άλλοτε με τον κόπανο και άλλοτε με τη βέργα· αντιστρέφει για λίγες στιγμές, τη λειτουργία των δύο χεριών και χτυπάει τους ισχυ-ρούς χρόνους με τη βέργα (αριστερό χέρι) και τους αδύνατους με τον κόπανο (δεξί χέρι)· γυ-ρίζει το νταούλι, ώστε ο κόπανος να χτυπάει τη δερμάτινη επιφάνεια που δίνει τον υψηλότε-ρο φθόγγο· χτυπάει άλλοτε το στεφάνι και άλλοτε το έδαφος αντί τη δερμάτινη επιφάνεια του οργάνου και τα λοιπά. Ενώ παράλληλα, ο τρόπος με τον οποίο χτυπάει τη δερμάτινη ε-πιφάνεια: δυνατά ή σιγά, κοφτά και σκληρά ή μαλακά και ξυστά, όπως και το μέρος στο ο-ποίο τη χτυπάει, στο κέντρο, προς την περιφέρεια ή πολύ κοντά στο στεφάνι, χαρίζουν κάθε φορά κι ένα διαφορετικό τόνο στο χρώμα του ήχου.
Ρυθμικό όργανο όπως είναι, το νταούλι δεν παίζεται μόνο του αλλά πάντα μαζί με ένα τουλάχιστον μελωδικό όργανο. Μαζί με το ζουρνά αποτελούν τη ζυγιά, το παραδοσιακό ορ-γανικό συγκρότημα της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Τουμπί
Μικρό νταούλι που συνοδεύει τα μελωδικά όργανα της νησιωτικής Ελλάδας (τσαμπούνα και λύρα). Παίζεται με τα χέρια ή με δύο μικρά τουμπόξυλα, χτυπώντας μόνο τη μία δερμά-τινη επιφάνεια.
Το τουμπί, ή τουμπάκι, ή τουμπανάκι είναι ένα μικρό νταούλι με ήχο ακαθόριστης τονικής οξύτητας που παίζεται συνήθως στα νησιά. Στο τουμπί τεντώνουν τα δέρματα στις δύο κυ-κλικές βάσεις, είτε με το γνωστό τρόπο, δηλαδή με το σχοινί, είτε καρφώνοντάς τα πάνω στον κυλινδρικό σκελετό. Επίσης, στις δύο δερμάτινες επιφάνειες τεντώνουν πάντα, διαμετρικά, απ’ έξω ή από μέσα δυο εντέρινες χορδές.
.
.
Η συνέχεια του κειμένου ΕΔΩ
.
.
.

Ο ΑΛΛΟΣ ΗΛΙΟΣ

Ο άλλος ήλιος

Olivier Clement

     Όταν ήμουν παιδί, δε μου μιλούσαν ποτέ για τον Θεό. Δε μου απαντούσαν, όταν ρωτούσα, όπως ρωτούν όλα τα παιδιά, γιατί ζούμε και γιατί πεθαίνουμε. Μου έκοβαν την ερώτηση, έτσι, όπως κάνουν και σήμερα, προσπαθώντας να σταματήσουν απ’ την αρχή τη διατύπωσή της. Ποτέ δε μιλούσαν γι’ Αυτόν. Και ποτέ δεν του μιλούσαν. Εξόν από μερικές γυναίκες -κι αυτό ίσως για μια μονάχα φορά- που είχαν έρθει απ’ την τραγική περιοχή των Σεβαίν, κουβαλώντας πάνω τους την επανάσταση, σα μια λάβα κρυωμένη αφύσικα και, που, μπροστά στον πρόωρο θάνατο κάποιου δικού τους, ξεσπούσαν σ’ ασταμάτητη βλαστήμια, με τρόπο, που να εξαρθρώνεται η ύπαρξη.

Δε μιλούσαν για τον Θεό, για τον ζωντανό Θεό. Όμως, o Θεός, η λέξη «Θεός» ήταν συχνά αυτό, που έχει πάψει νάναι σήμερα: ένα θέμα συνομιλίας. Γιατί σήμερα δεν έχουν πια ντροπή, όταν μιλούν για το σεξ, ωστόσο έχουν ντροπή, όταν μιλούν για τον Θεό. Την Κυριακή μαζευόταν η πατριά. Τουλάχιστο αυτά τα μέλη της, που ήταν καθηλωμένα στην πόλη. Κι αν δε γινόταν αυτό κάθε Κυριακή, πραγματοποιόταν οπωσδήποτε κάθε δεύτερη. Την επόμενη, η οικογένειά μου, με τη στενή έννοια, πήγαινε στο χωριό. Λοιπόν, κάθε δεκαπέντε, οι αδελφές της μάνας μου, που ήταν δασκάλες, έρχονταν να δειπνήσουν στο σπίτι (δείπνο εκεί κάτω είναι αυτό, που στο Παρίσι το λένε γεύμα). Ερχόταν κι o θείος μου o καμιονέρης, που είχε περάσει τη ζωή του περπατώντας με το ξύλινο πόδι του στους δρόμους του Λάνγκετοκ, γιατί τα καμιόνια του τα έσερναν άλογα κι ήταν υποχρεωμένος να τραβάει απ’ το χαλινάρι το ζώο, που πήγαινε μπροστά. Αυτός ήξερε από κουζίνα. Είχε μάθει στα πανδοχεία των καμιονέρηδων. Και συχνά, για να γίνει δεκτός, έφερνε ένα βουβό καναρίνι. Κείνα, που δε μιλούν, έλεγε, είναι καλύτερα. Ερχόταν, ακόμα κι o θείος μου, o υπάλληλος του σταθμού. Πολλοί χώνονταν στην «παρέα» εκείνων, που κατέβαιναν απ’ τις Σεβαίν. Η συζήτηση ήταν ζωντανή, ειλικρινής.

     Οι γυναίκες, διανοούμενες και χειραφετημένες, κυριαρχούσαν. Περίμενα με ευχαρίστηση το επιδόρπιο και τη συζήτηση πάνω στο πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού. Οι θείες μου ήταν υπέρμαχες του θεϊσμού, στη γραμμή της παράδοσης του Ιουλίου Φερρύ. Ενώ οι γονείς μου, διευθυντές σχολείου κι αυτοί, είχαν γίνει άθεοι με τη μορφή της στράτευσης. Κανένας δε θύμωνε. Κανένας δεν προσπαθούσε να πείσει. Η συζήτηση έμοιαζε περισσότερο με φιλική μουσική. Κι o Θεός παράμενε o πιο ξένος στο βάθος του διαλόγου. Η φωνή δε χαμήλωνε, δεν κυμάτιζε, παρά μονάχα για τα μυστήρια της αγάπης, της πολιτικής και της αρρώστιας. Προ πάντων όταν γινόταν λόγος για τη φυματίωση (δε θάπρεπε η «μικρή» να παντρευτεί έναν φυματικό) και για τη διανοητική καθυστέρηση… Το υπέρτατο «Ον», αρκετά άρρωστο, μια και φαινόταν ανίκανο να τα τακτοποιήσει όλα κι αρνιόταν να κάνει παντού θαύματα, όπως λένε πως έκανε και κάνει στη Λούρδη, το «Ον» φάντασμα, χάνεται ανάμεσα στο άρωμα του καφέ και στο κουδούνισμα των πιατικών. Αυτές οι συζητήσεις δε μου άφησαν τίποτα. Ήταν o θόρυβος μιας απουσίας. Πιο σημαντικές αποδεικνύονταν οι σιωπές.

Το μητρικό σχολείο -που εκεί έμενε μια απ’ τις θειές μου- την Κυριακή το απόγευμα ή την Πέμπτη δεν ήταν παρά μια πελώρια σιωπή. Τα παιδιά, που φώναζαν και χειρονομούσαν, είχαν κατά κάποιο τρόπο λαξέψει τη σιωπή. Στο τέλος της άνοιξης, περίμενα την κραυγή του βραδινού. Χιλιάδες σπουργίτια χτυπιόνταν πάνω στα πλατάνια και στις ακακίες της αυλής. Όταν η νύχτα σταματούσε να σταλάζει μέσα στο χαλαρό σπερνό κι άναβε το πρώτο αστέρι, όλοι οι σπουργίτες άρχιζαν να τιτιβίζουν. Τα δέντρα πετούσαν σκιερές σπίθες και κραυγές. Στον πρώτο καιρό του Χριστιανισμού -τόμαθα αργότερα- σκέφτονταν, πως σ’ ορισμένες ώρες τα ζώα δίνονταν στην προσευχή.

Τότε έπαιρνα τη μοτοσυκλέττα μου και πήγαινα προς τη θάλασσα.

.

Μικρό απόσπασμα από το βιβλίο Ο άλλος ήλιος, του Olivier Clement με μετάφραση του Μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημου.

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ

.

.

Ἑλληνικό Ἡμερολόγιο-Ἑλληνοϊστορεῖν