,

- Ἔργο τοῦ Ρώσου ζωγράφου Ἴλια Ρέπιν, μὲ τίτλο «Κοζάκοι γράφοντας μία ἐπιστολή πρὸς τὸν Σουλτάνο (1878-1891)». Ὁ πίνακας ἀγοράστηκε τὸ 1892 γιὰ 35 χιλιάδες ρούβλια, ἀπό τὸν τσάρο Ἀλέξανδρο ΙΙΙ . Παρέμεινε στὶς συλλογὲς τῆς βασιλικῆς οἰκογένειας μέχρι τὸ 1917, καὶ μετὰ βρέθηκε στὶς συλλογὲς τοῦ Ρωσικοῦ Μουσείου στὴν Ἁγία Πετρούπολη.
Ὁ Γεώργιος Βιζυηνὸς μέσα ἀπό τὸ διήγημά του μὲ τίτλο «Μοσκόβ Σελίμ», περιγράφει τὴν τουρκιᾶ στὴν πραγματική της διάσταση ἀναφερόμενος καὶ στοὺς Τάταρους, (τοὺς Τζερκέζηδες), τὴν σχέση τους μὲ τὸ Ἰσλάμ καὶ τὴν ὀθωμανική αὐτοκρατορία.
“Γενικότερα μέσῳ τοῦ ἔργου του ἀναμοχλεύει ὅλο τὸ ὑπέδαφος θρᾳκικῆς ἱστορίας, ἀνασύροντας πάθη μισοῦ αἰώνα μὲ τὴν ἐφιαλτική γιὰ τοὺς γηγενεῖς ἐγκατάσταση τῶν φανατικῶν αὐτῶν ἀντιρώσων μουσουλμάνων, ποὺ χρησιμοποιήθηκαν ὡς πρόχωμα ἔναντι τῶν κινδύνων εἰσβολῆς ἀπό βορρᾶ, ἀλλά κι ὡς ἀντιστάθμισμα τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν, ἐνῷ ἀνακαλεῖ ἀπόκοντα τραγικὲς μνῆμες τῆς λεηλασίας τῆς Βιζύης, ὅσο καὶ τῆς θηριωδίας στὸ σπήλαιο Καρα-ντερέ τοῦ γειτονικοῦ στὴ Βιζύη Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου 745 ἐγκλωβισμένοι Ἕλληνες, κάηκαν ζωντανοὶ ἀπό ἄτακτους Κιρκάσιους, στὶς 5/17 Δεκεμβρίου 1877 κατὰ τὴν ὑποχώρηση τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ πρὸ τῶν Ρώσων“.
Λέει ὁ Σελίμ, διηγούμενος τὶς περιπέτειές του κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Ρωσοτουρκικοῦ πολέμου :
«…Τὸ νερὸ καὶ ἡ φωτιὰ μποροῦν νὰ κάμουνε φιλία μεταξὺ τους καὶ νὰ ἔχουνε· ὁ Μόσκοβος καὶ ὁ Ἰσλάμ ποτέ, ποτέ! Δὲν βλέπεις τοὺς Τατάρους, τοὺς Τζερκέζηδες, ποὺ ἄφησαν τὰ σπίτια καὶ τὸ ἔχειν τους καὶ ἦλθαν εἰς τὸ κράτος τοῦ σουλτάνου, γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι καλύτερα, παρὰ νὰ κατοικοῦν εἰς ἕνα τόπο μὲ τοὺς Ρούσους; !
(…) Ὅταν ἐμεῖς ἐπροστατεύαμε τὸν θρόνο τοῦ σουλτάνου καὶ τὴν ὕπαρξη τῆς Βασιλείας, ἐκεῖθε ἀπό τὰ βαλκάνια, οἱ ἐφέντηδες ποὺ ἔμειναν νὰ κυβερνοῦν τὸν τόπο, νὰ τὸν ὑπερασπίζωνται, ἑνώθησαν μὲ τοὺς Τσερκέζους καὶ μὲ τοὺς μουχατζίρηδες, ὁπού ἔφευγαν ἀπό τὴ βουλγαρία καὶ ἐπάτησαν χριστιανικὰ χωριὰ καὶ σπίτια, (στὴ Θρᾲκη) κ’ ἐχάλασαν τόση ζωὴ καὶ ἄρπαξαν τόση περιουσία ! Κάτι παλληκαριά θαρροῦσαν πὼς ἐκάνανε! Ὅταν ὅμως ἔπεσεν ἡ Πλεύνα κι ἐχύθηκεν ὁ Μόσκοβος ἐδῶθε, τότε τὸ ἔνοιωσαν πὼς ἔρχεται ἡ κατάρα νὰ τοὺς φάγῃ τὸ ἔνοιωσαν πὼς θὰ τοὺς ἔβγουν ξίδια ἀπό τὴ μύτη τους τὰ κακουργήματα ποὺ εἶχαν κάνει κι ἀφήκανε τὰ σπίτια τους εἰς τ’ ἀνοιχτά κ’ ἐγκρημνίσθηκαν εἰς τὴν Πόλη διὰ νὰ γλυτώσουν τὴ ζωὴ τους». (Γ.Μ.Βιζυηνός, Ἄπαντα Διηγήματα, Ἀνθολογία τῆς Νεοελληνικής Γραμματείας, Ἡρακλῆ, Ρένου, Ἧρκου καὶ Στάντη Ἀποστολίδη).
Καὶ συμπληρώνουν με σχόλιό τους οἱ Ἧρκος καὶ Στάντης Ἀποστολίδη:
-

Ἔργο τοῦ Ρώσου ζωγράφου Ἴλια Ρέπιν, μὲ τὸν «ἐπίσκοπο Νικόλαο τῶν Μύρων(τῆς Λυκίας) νὰ σώζῃ τρεῖς ἀθώους, ἀπο τὸν θάνατο». Βρίσκεται στὸ Ἑρμιτᾶζ στὴν Ἁγία Πετρούπολη
«Μογγολικῆς καταγωγῆς οἱ Τάταροι, εἴτε προηγήθηκαν εἴτ’ ἔφτασαν μὲ τὸν Τσένγκις –χάν κ’ ἐγκαταστάθηκαν στὴ νότιο Ρωσία καὶ τὴν Κριμαία. Ἀπό τὸ 1475, τὸ ταταρικὸ χανᾶτο τῆς Κριμαίας ἀναγνώρισε τὴν ἐπικυριαρχία τῆς Ὑψηλῆς Πύλης κ’ οἱ πληθυσμοὶ βαθμιαία ἐξισλαμίστηκαν κ’ ἐκτουρκίστηκαν, ἐνῷ παρεῖχαν στὸν ὀθωμανικό στρατό, τοὺς φημισμένους Τάταρους ἱππεῖς ἔναντι μεριδίου τῶν λαφύρων ἀπ’ τοὺς πολέμους τοῦ σουλτάνου στὴν Εὐρώπη.
Ἀπ’ τὶς ἐπανειλημμένες ληστρικὲς ἐπιδρομές τους, τράβηξαν ἐπί αἰῶνες τὰ πάνδεινα οἱ Ρῶσοι, ὡσότου ἡ Μεγάλη Αἰκατερίνη τοὺς νίκησε καὶ τοὺς ἀπέσπασε ἀπ΄ τὴν ἐπικυριαρχία τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας (1771) γιὰ νὰ τοὺς ἐνσωματώση τελικὰ στὴ Ρωσία (1784) ἐνῷ συγχρόνως μέσῳ ἐκτεταμένων ἐποικισμῶν, κυρίως μ’ Ἕλληνες, προσπάθησε νὰ ἐλέγξῃ τὸ μουσουλμανικὸ στοιχεῖο.
Ἀντίστοιχα ὅμως, οἱ Τάταροι, νοιώθοντας φυσικοὺς τους συμμάχους τοὺς τούρκους, ἐγκαταλείπουν μαζικὰ τὴ γῆ τους, πλημμυρίζοντας ὅλη τὴν Ἀνατολική Θρᾲκη, ὅπως πιστοποιοῦν τὰ δεκάδες σχετικὰ τοπωνύμια (Ταταρλὶ, Ταταρλᾶρ, Τατάρκιοϊ κ.λ.). Στὰ περίχωρα τῆς Βιζύης καὶ μόνο, σὲ ἀκτῖνα 40 χλμ μαρτυροῦνται τρεῖς τέτοιες ἐγκαταστάσεις. Ἕνα νέο μάλιστα κῦμα κατέβηκε μετὰ τὸν Κριμαϊκό πόλεμο καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ Δοβρουτσᾶ καὶ στὸ πασαλίκι τοῦ Βιδινίου μόλις στὰ 1860.
Μέσῳ τῆς μνείας τῶν δύο αὐτῶν ἐθνικών ὀνομάτων (Τάταροι καὶ Τσερκέτζηδες), ὁ Βιζυηνός ἀναμοχλεύει ὅλο τὸ ὑπέδαφος θρᾳκικῆς ἱστορίας, ἀνασύροντας πάθη μισοῦ αἰώνα μὲ τὴν ἐφιαλτική γιὰ τοὺς γηγενεῖς ἐγκατάσταση τῶν φανατικῶν αὐτῶν ἀντιρώσων μουσουλμάνων, ποὺ χρησιμοποιήθηκαν ὡς πρόχωμα ἔναντι τῶν κινδύνων εἰσβολῆς ἀπό βορρᾶ, ἀλλά κι ὡς ἀντιστάθμισμα τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν ἐνῷ ἀνακαλεῖ ἀπόκοντα τραγικὲς μνῆμες τῆς λεηλασίας τῆς Βιζύης, ὅσο καὶ τῆς θηριωδίας στὸ σπήλαιο Καρα-ντερέ τοῦ γειτονικοῦ στὴ Βιζύη Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου 745 ἐγκλωβισμένοι Ἕλληνες, κάηκαν ζωντανοὶ ἀπό ἄτακτους Κιρκάσιους, στὶς 5/17 Δεκεμβρίου 1877 κατὰ τὴν ὑποχώρηση τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ πρὸ τῶν Ρώσων».
Ὁ Ῥένος Ἀποστολίδης σὲ ἀπόσπασμα συζητήσεως γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Θρᾷκα Γεωργίου Βιζυηνοῦ.