Ο ΙΜΠΡΑΗΜ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

.

Η ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ.

.Ο ΙΜΠΡΑΗΜ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ

Αμυντικές προετοιμασίες – Το φρόνημα των μεγαλοσπηλαιωτών

.

Το 1824 η ελληνική επανάσταση είχε ήδη εξαπλωθεί τόσο, ώστε ο σουλτάνος Μαχμούτ αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια του πασά της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή. Αυτός εμπιστεύθηκε το δύσκολο έργο της καταστολής των εξεγερμένων Ελλήνων στο γιο του Ιμπραήμ. Ο τελευταίος, έχοντας ως ορμητήριο τη Σούδα της Κρήτης, την οποία είχε καταλάβει το 1824, εξεστράτευσε εναντίον της Πελοποννήσου.

Η απόβαση των αιγυπτιακών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο έλαβε χώρα στις 11 και 12 Φεβρουαρίου 1825. Σοφά είχε επιλεχθεί ως τόπος απόβασης το λιμάνι της Μεθώνης. Ο Ιμπραήμ, εκτός από τους συμπατριώτες στρατηγούς του, διέθετε ένα επιτελείο γάλλων και ιταλών αξιωματικών, οι οποίοι διαχειρίζονταν τα τεχνικά σώματα του στρατού, δηλαδή το πυροβολικό και το μηχανικό.

Οι Έλληνες, απορροφημένοι στις εσωτερικές διενέξεις, αντιμετώπισαν επιπόλαια τον νέο κίνδυνο αδράνησαν, όταν θα μπορούσαν να καταφέρουν ένα καθοριστικό χτύπημα στον εχθρό, δηλαδή τη στιγμή της απόβασης, και έτσι έδωσαν τη δυνατότητα στους αντιπάλους να συνταχθούν και να αρχίσουν το εφιαλτικό έργο τους, που για χρόνια έσπειρε τον τρόμο και το θάνατο σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο. Οι περισσότεροι στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες των Ελλήνων τη στιγμή της άφιξης των Αιγυπτίων ήταν φυλακισμένοι, ενώ ο λαός στο άκουσμα της είδησης για τον ερχομό των Ιμπραήμ αντιδρούσε ψυχρά την υποτίμηση αυτή των αντιπάλων οι Έλληνες, δυστυχώς, έμελλε να πληρώσουν ακριβά. Ο ικανότατος αιγύπτιος στρατηλάτης όργωσε σχεδόν ανενόχλητος την Πελοπόννησο επιδιδόμενος συχνά σε φρικαλεότητες και βανδαλισμούς.

Το μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου ήταν ήδη γνωστό στο αντίπαλο στρατόπεδο ως ένα ισχυρό ορμητήριο των ελληνικών δυνάμεων και τόπος ιδιαίτερης στρατιωτικής σημασίας για τους επαναστατημένους. Κι όχι μόνον αυτό το μοναστήρι παρείχε στέγη σε πολλές οικογένειες των προυχόντων της περιοχής που, από το φόβο του επιδρομέα, αναζήτησαν καταφύγιο στους κόλπους του. Όπως μας πληροφορεί ο Κ. Οικονόμος, «κατά δε το Μέγα Σπήλαιον πανταχόθεν ήσαν καταφυγόντες χιλιάδες πολλαί, μεθ’ ων συνηριθμούντο και πεντακόσιαι ολόκληραι οικογένειαι». Το μοναστήρι προσέφερε μεγάλη υλική βοήθεια για τις ανάγκες του αγώνα, σε σημείο, πάντα κατά τη μαρτυρία του Οικονόμου, να εκποιήσει και αυτά τα αργυρά ιερά σκεύη. Οι μοναχοί, εξάλλου, δεν δίστασαν να λιώσουν οποιοδήποτε χάλκινο αντικείμενο του μοναστηριού, ακόμη και αυτά τα πόμολα των θυρών, για να γίνουν πυρομαχικά.

Ο Ιμπραήμ, γνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία της μονής, που οφειλόταν κυρίως στη φυσική τοπογραφία της, επιχείρησε τρεις φορές να την κατακτήσει. Ωστόσο, η κατάληψη του Μεγάλου Σπηλαίου δεν ήταν εύκολη, κι αυτό όχι μόνο εξαιτίας της οχυρής θέσης του. Οι πατέρες του Μ. Σπηλαίου, άλλωστε, αντιμετώπισαν με μεγάλη αίσθηση ευθύνης και ρεαλισμό τις υποχρεώσεις που τους επέβαλε η κρίσιμη εμπόλεμη κατάσταση. Μία σειρά επιστολές, τις σπουδαιότερες των οποίων αντιγράφουμε ολόκληρες, μας περιγράφουν τις πυρετώδεις ετοιμασίες της αμυντικής οργάνωσης του μοναστηριού, στη συνειδητοποίηση του μεγάλου κινδύνου που σήμαινε η παρουσία του αιγυπτιακού στρατού στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Μία επιστολή των πατέρων προς το Εκτελεστικό Σώμα είναι εύγλωττη:

«Προς το Σ(εβασ)τον Εκτελεστικόν Σώμα

Δια της παρούσης γνωστοποιούμεν εις την Σ(εβασ)την Διοίκησιν, ότι από την αρχήν του ιερού αγώνος υπέρ Πατρίδος είναι γνωστόν τοις πάσι, ότι το ιερόν τούτο Μοναστήριον δεν έλειψε να προσφέρη εις το Έθνος κάθε αναγκαίαν βοήθειαν και δια λόγου και πραγματικώς. Νυν δε έφθασε εις την εσχάτην αμηχανίαν, καθ’ ότι βλεποντες οι χριστιανοί τον εχθρόν όστις με την πρόφασιν περιφέρεται ως και εις αυτά τα δύσβατα όρη λεηλατώντας σκλαβώνει. Οι περισσότεροι από την επαρχίαν των Καλαβρύτων καθώς και από κείνην της Βοστίτσας μετεκόμισαν τες φαμίλιες τους εις την ιεράν μονήν ταύτην, ημείς μη δυνάμενοι εις μίαν τοιαύτην κινδυνώδη περίστασιν να κάμωμεν άλλο παρά να τους δεχθώμεν. Εφροντίσαμεν μερικούς στρατιώτας και αποφασίσαμεν να υπομείνωμεν την πλέον στενήν πολιορκίαν του εχθρού, αν τολμήση να το πολιορκήση. Το αναγκαιότερον δε να βαστάσωμεν τούτο το ιερόν καταγώγιον να απαντήσωμεν εις την σκλαβιάν των τόσων ψυχών χριστιανών μας είναι τα πολεμοφόδια δηλ. φυσέκια και πέτρες ντουφεκιών, δια τούτο προστρέχομεν εις τα σπλάχνα της Σ(εβασ)της Διοικήσεως, πέμπομεν 10 ζώα, τα οποία παρακαλούμεν και ημείς οι πατέρες της ιεράς μονής ταύτης, και όλοι οι συναθροισθέντες αδύνατοι χριστιανοί ενταύθα να διατάξη, όθεν ανήκει να φορτωθούν 10 φορτώματα φυσέκια ομού και 4.000 πέτρες ντουφεκιών, δια των οποίων χρείας τυχούσης να γλυτώσωμεν το ιερόν τούτο καταγώγιον και τας τόσας ψυχάς των χριστιανών, και ταύτα όσον ταχύτερον διότι ουκ οίδαμεν τι τέξεται η επιούσα.

Άμποτις δε να μη λάβη την χρείαν ταύτην το μοναστήριον να τα εξοδεύση και τότε πάλιν στέκοντες ενέχυρον δια να μεταχειρισθούν εις όποιαν άλλην ανάγκην ήθελε διατάξει η Σεβαστή Διοίκησις.

Και μένομεν με βαθύτατον σέβας

Ο καθηγούμενος

Συμεών και Συνέσιος

τη 5 Ιουλίου 1825»

Η ανταπόκριση του Εκτελεστικού Σώματος στις εύλογες εκκλήσεις των πατέρων ήταν άμεση, όπως αποδεικνύει η επόμενη απαντητική επιστολή:

«Προς τον Πανοσιολογιώτατον Ηγούμενον του Μ. Σπηλαίου και τους εν αυτώ πατέρας.

Αρ. 9019.

Ελήφθη η προς το Σεβαστόν Εκτελεστικόν Σώμα αναφορά σας και εγνώσθησαν τα διαλαμβανόμενα. Η Σεβαστή Διοίκησις είδεν ευχαρίστως την οποίαν εκάματε απόφασιν και την υποδοχήν προς τας καταδιωκόμενας οικογενείας και πολλούς αδελφούς χριστιανούς. Διο κατά την αιτησίν σας σας αποστέλλονται 10 φορτώματα φυσέκια, 4.000 ντουφεκόπετρες με τα ίδια ζώα και ανθρώπους δια να μεταχειρισθήτε αν η χρεία το καλέση. Αφέθησαν προσέτι και άλλαι 10 κασέλαι φυσέκια εις το Μοναστήριον του Άγ. Γεωργίου του κάμπου Φενεού δια τα οποία ειδοποιήθησαν ο Γεν. Αρχηγός του στρατοπέδου Θ. Κολοκοτρώνης να τα παραλάβη, αν όμως ευρίσκονται και αυτά εκεί φροντίσατε να τα περιλάβης και αυτά.

Ναύπλιον 9 Ιουλίου 1825»

Εξάλλου, προς το Υπουργείο Πολέμου έγραψαν οι Ανδρέας Ζαΐμης και Σ. Χαραλάμπης, επισημαίνοντας τη σπουδαιότητα της υπεράσπισης της μονής. Η επιστολή τους έχει ως εξής:

«Προς την υπερτάτην Διοίκησιν

Η Διοίκησις γνωρίζει οποίον είναι το Μ. Σπήλαιον και δεν αγνοεί ότι εις το καταφύγιον τούτο ευρίσκονται πολλαί πολλοτάτων πατριωτών περιουσίαι προς φύλαξιν. Αλλά μηδέ πρέπει να αμφιβάλλη ότι αν και δεύτερον ο Αιγύπτιος εισβάλλει εις την επαρχίαν Καλαβρύτων θέλει προσβάλει κατ’ αυτού κυρίως και δια τας εν αυτώ περιουσίας και δια το οχυρόν της θέσεως και οικοδομής του. Παρατηρείται ότι αν το καταγώγιον τούτο κρατηθή από τον εχθρόν, αποκαθιστάμενον άλλο οχυρόν φρούριον δι’ αυτόν, θέλει φέρει εις εξόντωσιν τας επαρχίας των Καλαβρύτων και Βοστίτσης. Ημείς δια να μην απελπίσωμεν τον κόσμον έχομεν τας οικογενείας μας εκεί. Αλλά τούτο δεν αρκεί. Απαιτείται να οχυρωθή με κανόνια και να εφοδιασθή με ικανήν πολεμικήν ύλην. Ένεκα τούτου αποστέλλομεν τον παρόντα και παρακαλούμεν την διοίκησιν να μας στείλη εν τάχει από τας αναγκαίας κανονιοσφαίρας και μιδράλια και μπαρούτι δια την μετακόμισιν των οποίων στέλλομεν εδόθεν ζώα. Και όταν συν Θεώ απαλλαγώμεν του κινδύνου πάλιν αυτά μένουν καθώς και 4 καλοί πυροβοληταί, τους οποίους θέλει πληρώσει η επαρχία Καλαβρύτων.

Παρακαλούντες θερμώς την Διοίκησιν να μη μας αποποιηθή ταύτην την αίτησιν, προσαιτούμεθα τα περισσότερα ζώα να φορτωθώσι φυσέκια. Επειδή δεν ηξεύρομεν τι τέξεται η επιούσα.

Μένομεν οι Πατριώται

Σωτηρ. Χαραλάμπης, Ανδρ. Ζαΐμης

Καρνέσι την 17 Ιουλίου 1825»

Το Υπουργείο Πολέμου καταφεύγει στον Θ. Κολοκοτρώνη, ζητώντας του να φροντίσει την αποστολή των πολεμοφοδίων στο μοναστήρι. Κατόπιν στέλνει μια ενθαρρυντική επιστολή προς τους μεγαλοσπηλαιώτες πατέρες και οι τελευταίοι ανταπαντούν, ευχαριστώντας για την εκπλήρωση των αιτημάτων τους.

«Προς τους πατέρας της Σεβασμίας Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου.

Αρ. 3683.

Ελήφθησαν τα προς την Διοίκησιν γράμματα των εκλαμπροτάτων κ. Ανδρ. Ζαΐμη και Σωτ. Χαραλάμπους και εγνώσθησαν τα διαλαμβανόμενα, περί της αποστολής των πολεμοφοδίων και δύο κανονιών με τας μπάλας και ακολούθως θέλει σταλώσι και οι κανονιέρηδες κατά την αιτησίν σας των εκλαμπροτάτων και το ιδικόν σας.

Θαρρείτε λοιπόν γενναιοφρονούντες και αναφέρατε εις την Σ(εβασ)την Διοίκησιν, εμψυχώσατε τους καταφυγόντας εις αυτά τα μέρη Έλληνας, να αποβάλωσι την δειλίαν και να λάβωσι τα όπλα εις τας χείρας, και να τρέξωσι εναντίον του εχθρού και να είναι βέβαιοι ότι με την βοήθειαν του Θεού και της Μητρός αυτού και ευχών της Πατρίδος, εντός ολίγου θέλει αφανισθή ο υπερήφανος σατράπης της Αιγύπτου και θέλει λάβει την ανάρρωσιν η ασθενήσασα κατά το παρόν Πατρίς.

Εν Ναυπλίω τη 24 Ιουλίου 1825».

Η απάντηση των μεγαλοσπηλαιωτών έχει ως εξής:

«Προς το έξοχον Υπουρ. Πολέμου

Με άμετρον χαράν και ευφροσύνην της καρδίας μας ελάβομεν τα παρά της Σ(εβασ)της Διοικήσεως σταλέντα πολεμοφόδια, τα οποία αν ο προπέτης και υπερήφανος εχθρός πλησιάσει εις το ιερόν τούτο καταγώγιον θέλομεν τα μεταχειρισθή εναντίον του προς υπεράσπισιν τούτου και των εν αυτώ καταφυγόντων αδυνάτων γυναικών και παιδιών.

Το έξοχον Υπουρ. των Πολεμικών μας διάταξε εγκλείοντάς μας και διαταγήν προς Φεναΐτες πατέρας δια να περιλάβουμε με τας εκεί ευρισκομένας κασέλας φυσέκια, ημείς άμα λαβόντες την διαταγήν εστείλαμεν ζώα δια να σηκώσουμε πλην τούτων ελάβαμε την εσώκλειστον απόκρισιν. Ειδοποιούμε λοιπόν το Υπουργείον τούτο δια να ζητήση από τους άνω πατέρας όταν οπού εις ημάς εδόθησαν.

Μένομεν ευσεβάστως

Ο καθηγούμενος Συμεών και οι συν εμοί

1825 Μ. Σπήλαιον Ιουλίου 18»

Από την επιστολή φαίνεται το ακμαίο ηθικό και η αποφασιστικότητα των μεγαλοσπηλαιωτών πατέρων, που δηλώνουν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις ενδεχόμενες επιθέσεις του εχθρού.

Πρώτη απόπειρα του Ιμπραήμ
Την πρώτη απόπειρα κατάληψης του Μεγάλου Σπηλαίου επιχείρησε ο Ιμπραήμ το Δεκέμβριο του 1825.

 

Την είδηση για την επίθεση που μηχανευόταν ο αιγύπτιος στρατηλάτης γνωστοποίησε στο μοναστήρι ένας έλληνας αιχμάλωτος που κατάφερε να δραπετεύσει από το αντίπαλο στρατόπεδο. Αμέσως οι πατέρες ζήτησαν από την Κυβέρνηση ενισχύσεις. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα Απομνημονεύματά του διηγείται πως, εκτός από τις εντολές που δέχθηκε από την Κυβέρνηση να σπεύσει το συντομότερο δυνατό στο μοναστήρι, έλαβε γράμματα με ανάλογες παρακλήσεις από τους προκρίτους και τους ίδιους τους μεγαλοσπηλαιώτες πατέρες. Ο έλληνας στρατηγός δεν έχασε καιρό με τη βοήθεια των αδελφών του Δημητρίου και Νικολάου στρατολόγησε πάνω από 1.500 άνδρες και έσπευσε στο απειλούμενο μοναστήρι. Έφτασε εκεί στις 3 Δεκεμβρίου 1825. Στο Μέγα Σπήλαιο βρίσκονταν ήδη οι Λόντος, Ζαΐμης, Σ. Χαραλάμπης και Σ. Φωτήλας «και τινες καπετανίσκοι των Πατρών». Συνολικά οι ελληνικές δυνάμεις υπερέβαιναν τους 2.000 άνδρες. Αμέσως όλοι επιδόθηκαν στην οχύρωση και αμυντική οργάνωση για την επικείμενη επίθεση του εχθρού, προσέχοντας κυρίως τις πιο ευαίσθητες αμυντικά πλευρές της Μονής. Διορίστηκαν δύο σκοπιές και ένα «επικουρικό σώμα» με επικεφαλής τους Νικόλαο Φραγκάκη και Γιαννάκη Καραλή.

Ο Ιμπραήμ, αφού έσπειρε την καταστροφή στον Κορινθιακό κόλπο, έστειλε από τη Βοστίτσα ένα στρατιωτικό σώμα, για να βολιδοσκοπήσει τις δυνάμεις αντίστασης της Μονής. Το σώμα αυτό αποτελούσαν 3.000 πεζοί και 500 ιππείς. Τελικά, μια εμπροσθοφυλακή από 500 πεζούς και 150 ιππείς του εχθρικού σώματος εστάλη στο μοναστήρι. Έγινε όμως αντιληπτή από τις φρουρές των αμυνομένων, οι οποίες με φωτιές ειδοποίησαν τον ερχομό των Τούρκων. Τότε έσπευσε σε βοήθεια η ελληνική εμπροσθοφυλακή και ακολούθησε συμπλοκή. Σε λίγο έφθασαν εκεί και άλλοι άνδρες από το μοναστήρι, με αποτέλεσμα οι εχθροί να τραπούν σε φυγή. Στη μάχη αυτή ο εχθρός είχε απώλεια 47 άνδρες, οι οποίοι εγκαταλείφθηκαν από τους συμπολεμιστές τους στο πεδίο της μάχης, και εκατό τραυματίες.

Ο Ιμπραήμ, βλέποντας τη μεγάλη δύναμη που προστάτευε το απόρθητο μοναστήρι, ματαίωσε μια συστηματικότερη επίθεση.

Αυτών των γεγονότων είχε προηγηθεί ένα γράμμα του Ιμπραήμ προς τους πατέρες του Μεγάλου Σπηλαίου, με το οποίο τους υποδείκνυε να παραδοθούν. Η απάντηση των πατέρων ήταν εύγλωττη: « Ελάβαμε την ένδοξη και θαυμάσια επιστολή σας, με την οποία μας πληροφορείτε ότι αν παραδοθούμε σε σας, θα μας χαρίσετε πολλά δώρα, αλλά το εναντίον αν δεν παραδοθούμε θα μας πολεμήσετε. Τι θαυμάσιο πράγμα είναι να κατακτά κανείς μοναχούς, αλλά και η ντροπή θα είναι μεγάλη αν κατακτηθεί απ’ αυτούς, γιατί είμαστε αποφασισμένοι να πεθάνουμε γι’ αυτό. Σου λέμε λοιπόν, πήγαινε πρώτα να υποτάξεις την Ελλάδα και κατόπιν θα σου παραδοθούμε».

Δεύτερη απόπειρα του Ιμπραήμ

Η δεύτερη απόπειρα του Ιμπραήμ πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 1826. Ο αιγύπτιος στρατηλάτης επέστρεφε στην Πελοπόννησο από το πολύπαθο Μεσολόγγι νικητής αλλά με τις δυνάμεις του αποδεκατισμένες. Σκοπός του ήταν να κατεβεί στην Τριπολιτσά.

Μπήκε ανενόχλητος στα Καλάβρυτα και στις 4 Μαΐου έκαψε τη Μονή της Αγίας Λαύρας, που είχε εγκαταλειφθεί από τους μοναχούς στο έλεος του βάρβαρου επιδρομέα. Οι θησαυροί και τα κειμήλια της μονής είχαν μεταφερθεί σε ασφαλή μέρη. Ένα μέρος των κειμηλίων μεταφέρθηκε στο Μέγα Σπήλαιο. Ο Ιμπραήμ έκαψε και τα μετόχια της μονής, καθώς και τα άδεια χωριά της περιοχής. Μία μικρή αλλά σθεναρή αντίσταση συνάντησε στη θέση Καστράκι, όπου του επιτέθηκαν οι καπετάνιοι Νικ. Σολιώτης και Γκολφίνος Πετμεζάς.

Την επόμενη μέρα (5 Μαΐου) σκέφθηκε να επιτεθεί και εναντίον του Μ. Σπηλαίου. Για το σκοπό αυτό έστειλε στο μοναστήρι μια μικρή ανιχνευτική δύναμη. Εκτός από τη γνωστή φυσική οχύρωση, η μονή διέθετε ένα αξιόλογο στρατιωτικό σώμα για την υπεράσπισή της. Έτσι, ο Ιμπραήμ αποφάσισε να αναβάλει την προσπάθεια, σχεδιάζοντας μια πιο οργανωμένη επιδρομή. Αυτή η επίθεση πραγματοποιήθηκε το επόμενο έτος.

Οι πατέρες του Μεγάλου Σπηλαίου γράφοντας στον Κολοκοτρώνη υπογράμμιζαν την επικινδυνότητα της κατάστασης, αλλά και διατύπωναν την αποφασιστικότητά τους να αντιμετωπίσουν τον εχθρό με κάθε κόστος:

« Εξοχώτατε Κολοκοτρώνη

Το φρικτόν όνομα του Σατράπη, αι μεγάλαι του δυνάμεις και τα γενναία του αποτελέσματα, και περιπλέον η πτώσις του Μεσολογγιού, όχι μόνον δειλίαν και ανανδρίαν γενικώς προς άπαντας τους Έλληνες επροξένησαν, αλλά και απελπισίαν μεγάλην. Εκ τουναντίον δε εμψυχώθησαν και ενθαρρύνθησαν οι λαοί μαθόντες και πληροφορηθέντες την εκστρατείαν της εξοχότητός Σας και την επί των ολικών Πελοποννησιακών αρμάτων πληρεξουσιότητα, καθότι πεπεισμένοι όντες εις τον οποίον απ’ αρχής του ιερού τούτου αγώνος πατριωτικόν Σας ζήλον εδείξατε, εις την αξιότητά σας, επιμέλειάν σας και λοιπά στρατηγήματα και ηρωϊκά κατορθώματα κατά του εχθρού, είναι ευέλπιδες ότι θέλει αναφανούν νικηταί εναντίον του εχθρού, θέλει ματαιώσουν όλα του τα φρονήματα, και θέλει θριαμβεύσουν ως και άλλοτε με την παρουσίαν του ονόματός Σας δεν έλειψε και ο πατριωτισμός, ο μέγας ενθουσιασμός της πίστεώς μας, και το μεγαλείτερον προ πάντων ο οίκος της υπεραγίας ημών Θεοτόκου Μεγασπηλαιωτίσσης, να μας καθυποβάλλη εις τον ζυγόν της υποχρεώσεως, να μας αποτινάξη εκ των καρδιών ημών κάθε δειλίαν και φόβον, να μας εξάψη νέον ζήλον και ενθουσιασμόν, και να μας ενθαρρύνη ν’ ανθέξωμεν πολεμούντες τον εχθρόν, μ’ όλον ότι υστερούμεθα πολλά βοηθητικά μέσα του πολέμου, έως της τελευταίας ρανίδος του αιματός μας δια τούτο θερμοπαρακαλούμεν και την εξοχότητά Σας, οπού να δείξητε τον ζήλον και προθυμίαν Σας εις καιρόν ανάγκης και να μην εκλείψη από το ιερόν τούτο καταγώγιον η ανήκουσα υπεράσπισίς Σας, εξ ης πρόκειται η σωτηρία της πατρίδος μας, η αποφυγή της επικινδυνώδους παρούσης περιστάσεως, και η ασφάλεια της ιεράς ταύτης βασιλικής Μονής, ήτις και αεννάως υπτίαις χερσίν εύχεται προς την υπεραγίαν ημών Μεγασπηλαιώτισσαν δια την πολυχρόνιον ζωήν Σας, αποφυγήν παντός κακού και επιτυχίαν παντός αγαθού, και νίκας λαμπράς κατά του εχθρού σας εξηγείται σαφέστερον και ο το παρόν μας επιφέρον συνάδελφός μας, και ούτω μένομεν.

Τη 29 Απριλ. Μ. Σπήλαιον 1826.

Ο καθηγούμενος Δαμασκηνός, και οι συν εμοί»

.

Επίθεση του Ιμπραήμ εναντίον του Μεγάλου Σπηλαίου

 

Ο Ιμπραήμ, ενώ μέχρι το 1827 επεδείκνυε μια εξαιρετική σκληρότητα προς τους επαναστατημένους, πράγμα που σφυρηλατούσε την υπομονή τους και το αγωνιστικό τους φρόνημα, από τότε και στο εξής άλλαξε τακτική, με σκοπό να τους κάνει να υποχωρήσουν οικειοθελώς. Έγινε πιο ήπιος και διαλλακτικός, με αποτέλεσμα πολλοί Έλληνες να υποταχθούν. Ο λαός είχε κουραστεί από τον αγώνα και ολόκληρα χωριά είχαν δηλώσει μετάνοια στον αδίστακτο επιδρομέα, για να αποφύγουν την ολοσχερή καταστροφή. Ο Ιμπραήμ έδινε «προσκυνοχάρτια» σε όλους όσοι δήλωναν υποταγή.

Για την εξάπλωση του φαινομένου συνέβαλε σημαντικά ο Δημήτριος Νενέκος, ένας ικανός οπλαρχηγός από την Αχαΐα, που για λόγους αντιζηλίας ενέδωσε στις δελεαστικές προτάσεις του Δελή- Αχμέτ της Πάτρας. Ο Νενέκος με τις εκδουλεύσεις του στο στρατόπεδο των Αιγυπτίων κέρδισε την εμπιστοσύνη του Ιμπραήμ, απέκτησε αξιώματα και υλικά οφέλη και έφτασε να ηγείται ενός ξεχωριστού στρατιωτικού σώματος, των τουρκοπροσκυνημένων Ελλήνων.

Το φαινόμενο αυτό του μαζικού προσκυνήματος, που απειλούσε να καθορίσει την πορεία του αγώνα, κατάφερε να αναστείλει με αποφασιστικότητα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, έχοντας το σύνθημα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Ο ίδιος αφηγείται ένα σχετικό περιστατικό: «Τότε έστειλεν ο Μπραΐμης καταπατητάδες να ιδή που είμαι και τι ασκέρι έχω, και έδωσε ενός Ρωμιού τριακόσια μπαρμπούτια δια να μάθη που είμαι να μου ριχθή επάνω, και εγώ τον έπιασα και έστειλα εις την δημοσιά και τον εκρέμασα, εις τα Καλάβρυτα, δυό ώρες απ’ έξω. Τον εκρέμασα με ένα χαρτί που έλεγε το φταίξιμό του: Προδότης του Έθνους. Και τους άλλους δυό τους έστειλα εις το μοναστήρι, εις το Μέγα Σπήλαιον, διότι δεν ήτον βεβαιωμένοι προδότες…».

Ο Φωτάκος, εξάλλου, στα Απομνημονεύματά του μας πληροφορεί ότι και οι ίδιοι οι πατέρες του Μεγάλου Σπηλαίου αντιμετώπιζαν το πρόβλημα των τουρκοπροσκυνημένων, που νέμονταν την περιοχή, αντλώντας πληροφορίες για λογαριασμό του Ιμπραήμ, όταν ο τελευταίος είχε αποφασίσει να επιτεθεί εναντίον του μοναστηριού: «Ούτος [ο Ιμπραήμ], …εστρατοπέδευσε και ετέντωσεν εκεί εις την Σάλμεναν, εφοβέριζε την μονήν του Μεγάλου Σπηλαίου. Οι δε φρόνιμοι μοναχοί δεν είχον την δύναμιν να πιάνουν τους προδότας και Τουρκοπροσκυνημένους Έλληνας, και δια τούτο εζήτησαν την βοήθειαν του Γενικού Αρχηγού. Έπειτα όμως πολλούς εξ αυτών των προδοτών έπιασαν και έστειλαν μόνον ένα προς τον Κολοκοτρώνη, όστις αμέσως τον εκρέμασε». Οι πράκτορες του Ιμπραήμ προσπαθούσαν άλλωστε να πείσουν τους μεγαλοσπηλαιώτες να παραδοθούν δηλώνοντας υποταγή, με αντάλλαγμα να μη βλαφθεί το μοναστήρι.

Ωστόσο, παρά τη νικητήρια εκστρατεία του Ιμπραήμ στο Μεσολόγγι, ο στρατός του είχε πολλές απώλειες, και αυτός που απέμεινε άρχισε πλέον να εμφανίζει φανερά σημεία κόπωσης. Εξάλλου, ο ανταρτοπόλεμος ή «πόλεμος των σπηλαίων» (Θ. Ρηγόπουλος), μοναδικός τρόπος αντίστασης για τους επαναστάτες της Πελοποννήσου, και οι κακουχίες των είκοσι μηνών από την αφιξή τους στην Πελοπόννησο είχαν εξαντλήσει τους άνδρες του Ιμπραήμ66.

Το Μέγα Σπήλαιο εκείνη την εποχή είχε γίνει πραγματικό καταφύγιο του λαού. Πολλοί πρόκριτοι με τις οικογένειές τους είχαν καταλύσει στο μοναστήρι παίρνοντας μαζί τους και τις οικογένειές τους. Το ίδιο είχε γίνει και στην έκρηξη της Επανάστασης, όταν, κατά τη μαρτυρία του Φωτάκου, η οικογένεια του Κανέλλου Δεληγιάννη βρήκε καταφύγιο εκεί αργότερα, το 1824, ο Λόντος με το συγγενή του Ανδρέα έστειλε την οικογένειά του στο Μέγα Σπήλαιο. Το γεγονός ότι το μοναστήρι λειτουργούσε ως καταφύγιο τα δύσκολα χρόνια του αγώνα, οφειλόταν κυρίως στη φυσική οχύρωση που του παρέχει η ορεινή πελοποννησιακή γη. Από πάντα το μοναστήρι αυτό θεωρούνταν απόρθητο. Άλλος λόγος ήταν η ακμαία οικονομική κατάστασή του πράγματι, πέρα από το σωματικό μόχθο που συνεπαγόταν η φροντίδα τόσων ανθρώπων, οι μοναχοί έπρεπε να διαθέτουν μεγάλους οικονομικούς πόρους και μόνο για τη διατροφή των φιλοξενουμένων. Είναι αλήθεια πως οι πατέρες αγόγγυστα παρείχαν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στο λαό που κατέφευγε στο μοναστήρι. Τέλος, δεν πρέπει να παραθεωρηθεί η σημαντική ψυχολογική στήριξη που αντλούσε ο λαός από την παρουσία της θαυματουργής εικόνας της Θεοτόκου. Ο λαός ακουμπούσε τις ελπίδες και τους φόβους του υπό την σκέπη της Παναγίας, ως « Υπερμάχου Στρατηγού» και ακατανίκητης εγγυήτριας της ασφάλειάς του.

Άς επιστρέψουμε, όμως, στα γεγονότα. Αφότου ο Ιμπραήμ, όπως είδαμε, είχε στρατοπεδεύσει στη θέση Σάλμενα βολιδοσκοπώντας το μοναστήρι, οι μοναχοί εζήτησαν βοήθεια από τον Κολοκοτρώνη. Πράγματι, ο Γενικός Αρχηγός έστειλε στο μοναστήρι στρατιωτική δύναμη με επικεφαλής τους Φωτάκο, Ν. Καραχάλιο, Κ. Μέλλιο και Θεοδόσιο Παπαγιαννακόπουλο, καθώς και ένα τμήμα της σωματοφυλακής του. Εξάλλου, σε επιστολή του προς τους μοναχούς του Μεγάλου Σπηλαίου, ο Γέρος του Μοριά γράφει:

«Προς τον Πανοσιώτατον άγιον καθηγούμενον και λοιπούς πατέρας του Μ. Σπηλαίου.

Έλαβον το από χθες γεγραμμένον σας και είδον τα εν αυτώ και το κίνημα του εχθρού εγώ Σεβαστοί πατέρες δεν εφρόντισα ουδέ φροντίζω δι’ άλλο τι, αλλά η καθημερινή φροντίς μου είναι το να παρακινώ τα στρατεύματα να τρέξωσι προς τούτο το μέρος, και καθ ας καθ’ ημέραν λαμβάνω πληροφορίας συνέρχονται γλήγωρα πανταχόθεν (…) Αλλ’ εκείνο, το οποίον σπεύδω να σας αναγγείλω ευχαρίστως είναι ότι στρατηγ. Κολιόπουλος και Γενναίος με γράφουν από της Κυράς το Γεφύρι, ότι χθες το εσπέρας απέρνουν εις Λιβάρτζι και Σοπωτόν με επέκεινα των 3 χιλιάδων Καρυτινών, και εσκόπουν συσσωματωθέντες με τον Συσίνην και Παπασταθόπουλον, τους οποίους επερίμενον εκεί και με όλα τα άρματα του Λιβαρτζίου, τα οποία είναι διωρισμένοι να εκκινήσουν δια του πυρός και του σιδήρου, να προχωρήσουν εις όποιον μέρος του εχθρού ήθελε τους οδηγήσωσι με ειδοποιούν προσέτι, ότι όλα εκείνα τα μέρη εμψυχωθέντα έλαβον εκ νέου τα άρματα, όθεν δεν μένει αμφιβολία, ότι ο εχθρός θα δώση προς εκείνο το μέρος εν μέγα μέρος της προσοχής του, και ότι αν έχη σκοπόν να πολεμήση το Σπήλαιον θέλει τον μεταβάλλει άφευκτα (…) εξωτερικάς ειδήσεις έχομεν καλάς, τας οποίας από τον στρατ. Νικολάκη Πετιμεζάν και υπασπιστήν μου Φώτιον πληροφορείσθε γενναιότης Πατέρες και μην ολιγοκαρδίζετε, τα πράγματά μας θα λάβουν την επί τα κρείττω μορφήν γλήγορα, μένω.

15 Ιουνίου 1827 από τον Κάμπον Φενεού

ο Γενικός Αρχηγός

Θ. Κολοκοτρώνης»

Πολύ κατατοπιστική είναι και μια επιστολή των μεγαλοσπηλαιωτών στην οποία οι μοναχοί δηλώνουν την εμπιστοσύνη τους στη στρατιωτική δύναμη που ανέλαβε την υπεράσπιση του μοναστηριού, με επικεφαλής το Νικόλαο Πετμεζά:

«Πιστοποιούμεν άπαντας τους Πατριώτας οι υποσημειούμενοι, ότι αφ’ ης ώρας εδιωρίσθη παρά του Γεν. αρχηγού της Πελοποννήσου Κ. Θεοδώρου Κολοκοτρώνου φρούραρχος του Μεγάλου Σπηλαίου, ο γενναιότατος Στρατηγός Κύριος Νικόλαος Πετιμεζάς, δεν έλειψε να εκτελέση όλα του τα χρέη, προς διάσωσιν του ιερού τούτου καταγωγίου και των υπ’ αυτό καταφυγουσών φαμηλιών μ’ όλην την απαιτουμένην ευταξίαν, με τους υπαλλήλους του και μάλιστα καθ’ ον καιρόν εισέβαλεν ο εχθρός εν ταύτη τη επαρχία και εφώρμησεν κατά του Μοναστηριού αλλά και εν όλω τω διαστήματι της αυτού φρουραρχίας, εφάνη προστάτης παντοιοτρόπως μεθ’ όλης της αυτού οικογενείας, και τούτου χάριν επευχόμεθα υπέρ αυτού προς Κύριον όπως και του λοιπού ενισχύσει αυτόν κατά του εχθρού επ’ αγαθώ της πατρίδος.

Ο Καθηγούμενος και οι συν εμοί»

Με την τρομοκρατία των συγχωροχαρτιών, οι ανυπόταχτοι Έλληνες είχαν καταφύγει στο Μέγα Σπήλαιο. Η πτώση του μοναστηριού, κατά τη δραματική φράση του Νικολάου Πετμεζά προς τον Κολοκοτρώνη, θα σήμαινε και την απώλεια όλης της επαρχίας. Την έκκληση του Πετμεζά διασώζει ο Κολοκοτρώνης διηγείται ο ίδιος: «Τρέξε να πάμε εις το Μέγα Σπήλαιο, γιατί τότε παραδίδεται το Σπήλαιον και χάνεται όλη η επαρχία». Ο Αρχηγός τότε αποφάσισε να στείλει τον Πετμεζά στο μοναστήρι με τον Φωτάκο, ενώ ο ίδιος πήγε στη μονή Αγίου Γεωργίου, «στου Φονιά». Απ’ τη μονή Αγίου Γεωργίου στέλνει την ακόλουθη επιστολή προς τον Ν. Πετμεζά:

«Προς τον Στρ. Ν. Πετιμεζάν.

Επειδή ο εχθρός συγκεντρωθείς ήδη εις την Μητρόπολιν των Καλαβρύτων επαπειλεί εξαιρέτως το Μέγα Σπήλαιον, και επειδή δια να οχυρωθή αυτή η θέσις, ήτις αποτελεί όχι κατωτέραν δύναμιν ενός φρουρίου, δια τε το οχυρόν αυτής και δια το πλήθος των εν αυτή καταφυγουσών φαμηλιών, έχει ανάγκην ικανής στρατιωτικής δυνάμεως, ήτις αντιπαρατάττεται εις κάθε εχθρικήν προσβολήν, και να φυλάττη πάντοτε την απαιτουμένην εις τε το Μοναστήριον και τους εν αυτώ καταφυγόντας πολίτας ευταξίαν, δια τούτο θέλων να προκαταληφθώσιν αυτά σε διατάττω ως εφεξής:

Α’. Να λάβης υπό την οδηγίαν σου εξακοσίους στρατιώτας καλούς πραγματικούς, των οποίων θέλεις είσαι επί κεφαλής, και θέλεις καταλάβεις και οχυρώσεις με αυτούς όλας τας περί το Σπήλαιον αναγκαίας θέσεις, δια ν’ αντιπαραταχθής, χρείας τυχούσης, εις κάθε εχθρικόν κίνημα.

Β’. Θέλεις έχει κατά τούτο, την δυνατήν σύμπραξιν των Πατέρων του ιερού Μοναστηριού καθώς ειδοποιούνται τούτο.

ΣΤ’. Θέλει με ειδοποιήσεις την κατάστασιν και τας χρείας αυτού του ιερού Μοναστηριού δια να τας αναφέρω όπου ανήκει, και δια να ληφθώσιν εγκαίρως μέτρα περί προμηθείας των αναγκαίων των δι’ αυτό. Εύελπις, ότι θέλεις ευαρεστήσει εις τον διορισμόν τούτον, κατά την οποίαν χαίρεις αγαθήν υπόληψιν, μένω.

24 Ιουνίου 1827, εν Φονιά.

ο Γεν. Αρχηγός

Θ. Κολοκοτρώνης»

Τρεις ημέρες μετά τη σύνταξη αυτού του γράμματος του Κολοκοτρώνη, οι πρόκριτοι του χωριού Νεζερά εκφράζουν τη χαρά τους για τον ερχομό του Πετμεζά στο Μ. Σπήλαιο με την ακόλουθη επιστολή:

« Εξοχώτατε Γενικέ Αρχηγέ κ. Θ. Κολοκοτρώνη και στρατ. Βασ. Πετμεζά,

Εμάθαμε τον καλό σας ερχομό εις το Μέγα Σπήλαιο δια τούτο σας ευχαριστούμεν και εκφράζομεν την χαράν μας εις αυτήν την περίστασιν του τόπου μας και εμείς μη δυνάμενοι να βαστήξωμεν τη σκλαβιά και εγλυτώσαμε τους ανθρώπους μας και τα πράγματα κατά το παρόν δια τούτο λέγομεν δεν ηφέραμεν καμμιάν πείραξιν εις το Έθνος μας, όθεν δια λόγου ακούομεν από πολλά μέρη ότι επέσαμεν εις την οργήν σας, ότι να μας αφανίση εξ ολοκλήρου όπου αυτό δεν ελπίζαμεν ποτέ από την εξοχότητά σας, εάν όμως δεν ηθέλομεν κάμωμεν αυτήν την συμφωνίαν, ταύτην την ώραν δεν ήθελε μας μείνει τίποτα καθώς και εις πολλά άλλα μέρη έκαμε, δια τούτο παρακαλούμεν οπού να μη δοθή αιτία του κακού εις τον αθώον λαόν και αφανισθή διότι όταν πειραχθή ο λαός αποφασίζει και πίπτει εις το πέλαγος, διότι εις το εξής αν ακολουθήση και ένα εναντίον εις τον αθώον λαόν είναι εις τον λαιμόν του μεγαλειτέρου. Τόσον και μένομεν μ’ όλον το σέβας.

Πρόκριτοι των χωριών τη 29.6.1827

Χωριά Σουμπάσι Νεζερών

Πρόκριτοι

Γιαν. Κοντογιωργάκης, Κ. Οικονομόπουλος, Καρασπύρου, Χρ. Τζαμής.»

Ο απολογητικός τόνος των συντακτών της επιστολής μας δίνει ένα δείγμα της σύγχυσης που διέκρινε το μέρος εκείνο των Ελλήνων που είχαν αναγκαστεί να υπογράψουν το ατιμωτικό προσκυνοχάρτι: Από τη μια πλευρά είχαν την πικρή συνείδηση του προσκυνημένου, ενώ από την άλλη διατηρούσαν ακόμη τις κρυφές ελπίδες τους στο αίσιο για τους επαναστατημένους τέλος του αγώνα ένα αίσιο τέλος που εγγυόταν η βαριά παρουσία του Γέρου του Μοριά. Τέτοιο προσκυνοχάρτι (ραϊ-μπουγιουρντί), όπως θα δούμε, προτάθηκε και στους μεγαλοσπηλαιώτες να υπογράψουν.

Άς εξετάσουμε, όμως, τώρα τις αντιδράσεις που προκάλεσε στο μοναστήρι η παρουσία του Ιμπραήμ στην περιοχή. Είναι αλήθεια ότι οι μοναχοί είχαν κουραστεί από την κοπιώδη φιλοξενία τόσων ανθρώπων στο «ιερόν καταγώγιον». Είχαν σαφή συνείδηση της απειλής, γνωρίζοντας τον δύσκολο και καθοριστικό ρόλο που έπαιζε για τον αγώνα το Μέγα Σπήλαιο, πράγμα που γνώριζε και ο Ιμπραήμ. Εκείνη την εποχή στην ηπειρωτική Πελοπόννησο τρεις ήταν κυρίως οι πυρήνες αντιστάσεως των επαναστατημένων: η Μάνη, το Παλαμήδι και το Μέγα Σπήλαιο.

Τη φορά αυτή ο Ιμπραήμ είχε έρθει αποφασισμένος να βλάψει τη Μονή. Εξάλλου, οι εσωτερικές διαμάχες της ελληνικής ηγεσίας είχαν τον ανάλογο αντίκτυπο και στη μοναστική αδελφότητα. Άλλοι θεωρούσαν σκόπιμο να αντισταθούν μέχρι θανάτου στις τουρκικές ορδές, ενώ άλλοι ολιγωρούσαν και έβλεπαν συμφέροντα έναν ταπεινωτικό συμβιβασμό. Όπως είδαμε από τα έγγραφα, τελικά επικράτησε η μερίδα των πιο θαρραλέων και αποφασισμένων μοναχών, ώστε την κρίσιμη στιγμή της μάχης να συμμετάσχουν όλοι στην αναχαίτιση της επίθεσης. Σύμφωνα με τον Φωτάκο, στο τέρμα αυτής της διχόνοιας, αποσκοπούσε η αποστολή των μοναχών Ιωάννη Κανελλόπουλου και Παγκρατίου Πολυζωγόπουλου και του Ν. Πετμεζά στη Βόχα Κορινθίας, όπου βρισκόταν ο Κολοκοτρώνης. Με τα λόγια του Φωτάκου «ούτοι είχαν σταλεί από όλους τους μοναχούς της μονής δια να ζητήσουν βοήθειαν στρατιωτικήν από τον Κολοκοτρώνην προς σωτηρίαν της Μονής, την οποίαν ο Ιμβραήμ εφοβέριζε, και προς κατάπαυσιν της εσωτερικής των ιδίων μοναχών διχονοίας, οι οποίοι διηρημένοι εις δύο κόμματα, εξ ων το μεν ένα ήτο των Πετιμεζαίων, το δε άλλο των αρχόντων».

Έτσι ο Γενικός Αρχηγός αποφάσισε την αποστολή στρατιωτικού σώματος, για να υπερασπίσει το μοναστήρι, καθώς και την αποστολή ενθαρρυντικών επιστολών, με σκοπό να τονώσει το ηθικό των μοναχών. Εξάλλου, για την οικονομική στήριξη της Μονής, ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης είχε μεριμνήσει να συσταθεί μία τριμελής επιτροπή αποτελούμενη από τους Προκόπιο Παπαδόπουλο από τη Νεμνίτσα, Συμεώνα Περδικάρη από τη Βυτίνα και Κωνσταντίνο Μούτσο από τη Στεμνίτσα. Αυτοί διατάχθηκαν να πάνε στα Καλάβρυτα, με σκοπό να συγκεντρώσουν τρόφιμα «και λοιπά αναγκαία» προς εφοδιασμό του Μεγάλου Σπηλαίου.

Όταν έφτασε ο Φωτάκος στο Μέγα Σπήλαιο, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, ηγούμενος της στρατιωτικής δύναμης που είχε διατάξει ο Κολοκοτρώνης, οι μοναχοί τον υποδέχτηκαν με χαρά. Ο Υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, βλέποντας την καλή οχύρωση της Μονής, μη θέλοντας να «δώση βάρος εις το Μοναστήριον», διέταξε τη σωματοφυλακή του Κολοκοτρώνη να γυρίσει πίσω. Ο Φωτάκος πήρε αυτή την απόφαση, βλέποντας ότι, εκτός από τις οικογένειες που βρίσκονταν ήδη μέσα στο μοναστήρι, «χιλιάδες ψυχαί, άνδρες και γυναικόπαιδα» είχαν συναχθεί έξω από τη Μονή. Από αυτούς πολλοί τρέφονταν από το μοναστήρι76. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο στρατηγός Νικόλαος Πετμεζάς.

Η οχύρωση της Μονής είχε αρχίσει ήδη από το προηγούμενο έτος (1826), κατά τη δεύτερη απόπειρα του Ιμπραήμ εναντίον του Μεγάλου Σπηλαίου. Αρχικά κατασκευάστηκε ένας πύργος προς τη βορεινή πλευρά του μοναστηριού. Κατόπιν στην κορυφή του βράχου χτίστηκαν άλλοι δύο πύργοι σε μικρή απόσταση μεταξύ τους. Ο νοτιότερος ήταν πολυώροφος διέθετε δεξαμενή και παρεκκλήσιο (της Αναλήψεως). Σώζονται ακόμη ο πρώτος και ο μεγαλύτερος από αυτούς που χτίστηκαν πάνω στο βράχο. Στον τελευταίο υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με την εξής επιγραφή: «Τόνδε ιθιδρύσαντο Θεώ περικαλλέα νήσον Αιγυπτίων όλον σμήνος απωσάμενοι ιόβιοι Μεγάλου Σπηλαίου καμμονίτην δε αυτης Σπηλαίτης Παμβασίλεια δίδου, εγένετο η μάχη εν έτει 1827 μηνί Ιουνίω 24». Όπως γνωρίζουμε ήδη, το μοναστήρι διέθετε δύο κανόνια: το ένα ήταν τοποθετημένο στην κορυφή του βράχου και το δεύτερο βόρεια, καλύπτοντας τα νοτιοδυτικά και βορειοδυτικά νώτα της Μονής. Εκτός αυτών, γύρω από το μοναστήρι υπήρχαν πολλά χαρακώματα, για τα οποία ομιλεί και ο Οικονόμος στο Κτιτορικόν του. Χαρακώματα είχαν διαμορφώσει οι αμυνόμενοι και σε δύο ευαίσθητα, από στρατηγική άποψη, σημεία του μοναστηριού. Αφ’ ενός στο καμμένο αλώνι, περίπου 500 μέτρα ΒΔ του κυρίως κτιριακού σώματος της Μονής και αφ’ ετέρου στο σημείο Πανηγυρίστρα, έναν μικρό λόφο κοντά στον Βουραϊκό Ποταμό, περίπου 600 μέτρα δυτικά της Μονής, όπου άλλοτε κατά την ημέρα της Παναγίας γινόταν μεγάλη εμποροπανήγυρη. Εκεί οι μοναχοί είχαν χτίσει μικρά οικήματα με έναν μικρό πύργο. Ενόψει του κινδύνου, οι μοναχοί έκαψαν τα οικήματα και έσκαψαν χαρακώματα, αναγκαία για την υπεράσπιση του νευραλγικού αυτού σημείου. Την πρόσοψη της Μονής κάλυπτε ένα τείχος μήκους 180 ποδών και αγνώστου πάχους.

Το μοναστήρι υπερασπίζονταν περίπου 600 εμπειροπόλεμοι αγωνιστές υπό το γενικό πρόσταγμα του Ν. Πετμεζά. Μαζί τους συντάχθηκαν και πολλοί μοναχοί με επικεφαλής τον γενναίο μοναχό Γεράσιμο Τορολό.

Ο Ιμπραήμ πριν επιτεθεί εναντίον της Μονής, και γνωρίζοντας πόσο δύσκολο θα ήταν να την καταλάβει με πόλεμο παρά τη μεγάλη υπεροχή του σε στρατό, επιχείρησε να δελεάσει τους μοναχούς, προτείνοντάς τους να υποταχθούν οικειοθελώς, ώστε να αποφευχθεί η επίθεση. Για το σκοπό αυτό έστειλε στο μοναστήρι τον αρχιγραμματέα του Σάμη του Σιέχ Νεντσίπ με το εξής γράμμα:

« Ο υψηλότατος αυθέντης μας, ως ένθερμος υπερασπιστής των Παλαιών Βακουφίων (ιερών καταστημάτων), επιθυμών πάντοτε και να μη χύνωνται αίματα, μηδέ να καταστρέφωνται πόλεις και χωριά, και τοιαύτα μάλιστα βακούφια καθώς το ιδικόν σας, κατά προσταγήν της υψηλότητός του σας γράφω, να γνωρίσετε το μεχαρμέτι του (ευσπλαχνίαν του) και την απόφασίν του πραγματικώς, να έλθετε εδώ εις Καλάβρυτα δύω εκ των προκρίτων ρουχπανίδων (καλογήρων), να δώσετε την υποταγήν και το ραγιαλίκι σας εις την υψηλότητά του, και σας υπόσχεται μεγάλα χαρίσματα εις το βακούφι σας και πολλάς τιμάς θέλει διπλασιάσει και τα χαρίσματά του από όσα σας είχεν ο κραταιός Σουλτάνος. Και όλα ταύτα σας τα υπόσχομαι από μέρους της υψηλότητός του, και αν ήθελε να σας απατήσω να είμαι αρνητής του Μωαμέτη και του Αλκορανίου, να είμαι άτιμος, και η κατάρα του αγιωτάτου πατρός μου Σιέχ Νεντσίπ εφέντη να καταδικάζη δια παντός και εμένα και όλην την οικογένειά μου ει δε και σταθήτε εις την ανοησίαν και απάτην των Κοτσιαμπάσηδων και των κλεπτών, και σεις θέλει αφανισθήτε και το βακούφι, και η Υψηλότης του να είναι αμέτοχος από αμαρτίας, και σεις δόσετε λόγον εις τον Θεόν.

19 Ιουνίου 1827»

Στις 21 Ιουνίου, ο Ιμπραήμ αναγκάστηκε να στείλει άλλη επιστολή προς το Μέγα Σπήλαιο, προσπαθώντας με απειλές να «συνετίσει» τους μοναχούς. Η επιστολή έχει ως εξής:

«Ευγενέστατε ηγούμενε και επίλοιποι παπάδες και καλόγεροι Μεγάλου Σπηλαίου.

Σας σημειώνω ότι είμεθα φερμένοι με τον υψηλότατον Ιμβραήμ Πασάν αφέντη μας εις κάμπον Καλαβρύτων εδώ και τέσσαρες ημέρες προτηνότερα και έχομεν μεγάλας ορδινίας και ετοιμασίας δια την πολιορκίαν μοναστηρίου Μεγάλου Σπηλαίου. Και ως τάχυ προσμένομεν να μας έλθουν και τόπια και αι μπόμπες και αρκετά σύνεργα δια μήνες και έπειτα από μία ή και δύο ημέρας να ρίξωμεν τα ορδιά μας περί πολιορκίας του μοναστηρίου, εις αυτά τα μέρη δια τούτο σας φανερώνω ότι να λυπηθήτε το μοναστήρι σας να μην τύχη και χαλάση και ο,τι εις τον άλλον καιρόν δεν εχάλασε μην τύχη και χαλάση: και τώρα μάλιστα οι πλέον άγνωστοι (οι αμαθέστεροι) από λόγου σας ήρθαν και προσεκύνησαν τον αφέντη μας και εγλύτωσαν τα χωριά τους και τόσον λαό και την ζωήν τους και το πράγμα τους. Λοιπόν του λόγου σας είσθε γνωστικότεροι από εκείνους και θέλει στοχασθήτε το κάθε πράγμα καλλίτερα. Παρά πάνω δεν σας γράφω, θέλει πληροφορηθήτε και από το γράμμα του φίλου μου του Φωτήλα, θέλει σας συμβουλεύση ο ίδιος.

Ηγούμενε, θέλει στοχαστής ετούτο το κίνημα των Ρωμαίων δεν θέλει εύγει σε κεφάλι. Λοιπόν σαν φρόνιμος οπού είσαι στοχάσου βαθειά πως δεν ευρίσκεις καλό τέλος και θα είσαι νικημένος θέλεις εξεύρη ότι αυτό όπου σας γράφω, το γράφω με του υψηλοτάτου αφέντη μας τον ορισμόν και να με αποκριθήτε εις τα όσα σας γράφω.

Σάμη Εφέντης.

τη 21 Ιουνίου 1827

Σεγνεζτίπ εφέντης (Τ.Σ.)»

Οι πατέρες, αφού συσκέφθηκαν, συνέταξαν την ακόλουθη επιστολή, την οποία έστειλαν στον αρχηγό των αντιπάλων:

« Υψηλότατε αρχηγέ των Οθωμανικών αρμάτων, χαίρε.

Ελάβαμεν το γράμμα σου και είδομεν τα όσα γράφεις, ηξεύρομεν πως είσαι εις τον κάμπον των Καλαβρύτων πολλάς ημέρας και ότι έχεις όλα τα μέσα του πολέμου. Ημείς δια να προσκυνήσωμεν είναι αδύνατον, διότι είμεθα ορκισμένοι εις την πίστιν μας, ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν πολεμούντες και κατά το αΐνι μας δεν γίνεται να χαλάση ο ιερός όρκος της πατρίδος μας. Σε συμβουλεύουμε όμως να υπάγης να πολεμήσης σε άλλα μέρη, διότι, αν έλθης εδώ να μας πολεμήσης και μας νικήσης, δεν είναι μεγάλον κακόν, διότι θα νικήσης παπάδες, αν όμως νικηθής, το οποίον ελπίζομεν άφευκτα, με την δύναμιν του Θεού, διότι έχομεν και θέσιν δυνατήν και θα είναι εντροπή σας και τότε οι Έλληνες θα εγκαρδιωθούν και θα σε κυνηγούν πανταχού. Ταύτα σε συμβουλεύομεν και ημείς, κάμε ως γνωστικός το συμφέρον σου, έχομεν και γράμματα από την βουλήν και από τον αρχιστράτηγον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, ότι εις πάσαν περίπτωσιν πολλήν βοήθειαν θα μας στείλη, παλληκάρια και τροφάς και ότι ή θα ελευθερωθώμεν τάχιστα ή θα αποθάνωμεν κατά τον ιερόν όρκον της Πατρίδος μας.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Ο ηγούμενος και συν εμοί παπάδες και καλόγεροι

τη 22 Ιουνίου 1827, Μέγα Σπήλαιον»

Μετά απ’ αυτή την αποφασιστική απάντηση των πατέρων όλα ήταν έτοιμα για την κρίσιμη αναμέτρηση. Ο Ιμπραήμ είχε 15.000 άνδρες και με το στρατό του Δελή Αχμέτ ο αριθμός των επιτιθεμένων έφθανε τους 20.000 μαχητές. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο πλευρό του Ιμπραήμ πολεμούσαν περίπου δυό χιλιάδες ένοπλοι προσκυνημένοι Έλληνες με επικεφαλής τον Νενέκο. Η βοήθειά τους στο τουρκικό στρατόπεδο ήταν καθοριστική, γιατί γνώριζαν καλά την τοπογραφία και τα ευπαθή σημεία της περιοχής.

Την παραμονή της επίθεσης ο Ιμπραήμ εμφανίστηκε πάνω από το χωριό Ζαχλωρού, συνοδευόμενος από πολλούς έφιππους και πεζούς. Από κει ο φοβερός στρατάρχης ατένιζε το μοναστήρι. Κατόπιν ζήτησε από τους τεχνικούς του να σχεδιάσουν την τοπογραφία του στόχου. Όσοι ήταν στο μοναστήρι βγήκαν έξω και αγνάντευαν τον εχθρό να μηχανεύεται την επικείμενη πολιορκία. Ο Φωτάκος μάλιστα, χρησιμοποιώντας τηλεσκόπιο, κατάφερε να διακρίνει και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Ιμπραήμ.

Οι πολυπληθείς τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις ξεκίνησαν εναντίον του Μεγάλου Σπηλαίου τα ξημερώματα της 24ης Ιουνίου. Χωρίς μεγάλη δυσκολία ο εχθρός καταλαμβάνει τον Ψηλό Σταυρό, ένα ευαίσθητο σημείο νοτιοανατολικά της Μονής, απ’ όπου θα εκδηλωνόταν η κύρια επιθετική προσπάθειά του. Αυτό το σημείο πιθανώτατα αποτελεί και το στρατηγείο του Ιμπραήμ. Έτσι αποκλείεται η Μονή από το βορρά. Κατόπιν καταλαμβάνει τα μονοπάτια που οδηγούν από το Μ. Σπήλαιο στη Βρώσθαινα και λεηλατεί τους συνοικισμούς Άνω Διακοφτού.

Από την πλευρά των αμυνομένων, ο αρχηγός Νικόλαος Πετμεζάς, με ορμητήριο τους Αγίους Πάντες, 150 μέτρα νότια της Μονής, γνωρίζοντας τα από αμυντική άποψη ευπαθή σημεία, ρίχνει το μεγαλύτερο βάρος στο Καμένο Αλώνι και την Πανηγυρίστρα. Ο Φωτάκος αναλαμβάνει την υπεράσπιση της Κισσωτής, ενώ στον Γκολφίνο Πετμεζά ανατίθεται η υπεράσπιση του πολυώροφου πύργου. Πριν αρχίσει η μάχη, ο Φωτάκος μας περιγράφει το συγκλονιστικό θέαμα που παρουσίαζε η εμφάνιση των ετοιμοπόλεμων μεγαλοσπηλαιωτών μοναχών: «…έξαφνα βλέπω να εξέρχωνται από το μοναστήριον, ο εις κατόπιν του άλλου μοναχοί ήσαν δε όλοι όταν εξήλθον έως εκατόν, και καπετάνιον είχον τον γνωστόν μοναχόν Γεράσιμον. Ούτοι όλοι έβγαλαν τα καλογερικά και ενδύθησαν στρατιωτικά Ελληνικά, έβαλαν φουστανέλες και εφόρεσαν φέσια, εξάπλωσαν κάτω τα πλούσια μαλλιά της κεφαλής των, και είχον οπλισθή κατά τον τρόπον των ατάκτων στρατιωτών. Οι οπλισμένοι μοναχοί κατέλαβαν τη θέση Παληάμπελα.

Τότε αρχίζει η μάχη ο Ιμπραήμ επιτίθεται από παντού με όλες του τις δυνάμεις, για να αιφνιδιάσει τους αμυνομένους. Σκοπός του ήταν να προκαλέσει σύγχυση στο αντίπαλο στρατόπεδο και να εφορμήσει από τη νοτιοανατολική πλευρά της Μονής, με έδρα επίθεσης τη θέση Ψηλό Σταυρό, έχοντας εξασφαλίσει τον αποκλεισμό της Μονής από ενδεχόμενη έλευση συμμαχικών δυνάμεων.

Ουσιαστικά, η μάχη θα κρινόταν από το ποιός θα υπερίσχυε στο νευραλγικό αυτό σημείο, γιατί το μοναστήρι, λόγω της τοπογραφίας του και λόγω της ισχυρής άμυνας, από κάθε άλλη πλευρά ήταν απόρθητο, πράγμα που γνώριζαν επιτιθέμενοι και αμυνόμενοι. Η επίθεση των τουρκικών στρατευμάτων αναπτύσσεται προς δύο κατευθύνσεις με αφετηρία τον Ψηλό Σταυρό: αφ’ ενός προς την Κισσωτή και αφ’ ετέρου προς τη θέση Τρύπιο λιθάρι, απ’ όπου θα είχαν πρόσβαση στα φρούρια πάνω από το μοναστήρι. Όπως είδαμε, τον πρώτο στόχο υπερασπίζεται ο Φωτάκος και οι Τούρκοι αντιλαμβάνονται ότι ήταν αδύνατο να επιτύχουν την κατάληψή του. Σφοδρή μάχη μαίνεται αντίθετα στο Τρύπιο Λιθάρι. Οι Έλληνες επωφελούμενοι από το πυκνό δάσος καθηλώνουν τους αντιπάλους, εμποδίζοντάς τους να προσεγγίσουν τα δύο φρούρια. Όταν ο Πετμεζάς συνειδητοποιεί την υπερίσχυση των ελληνικών δυνάμεων, αποφασίζει αντεπίθεση εναντίον του εχθρού με σκοπό την κατάληψη του Ψηλού Σταυρού. Το δύσκολο εγχείρημα αποτολμά με τους Φωτάκο, Μέλλιο και Σαρδελιανό. Στη σφοδρή αντίσταση που συναντούν λαβώνεται θανάσιμα ο Σαρδελιανός.

Εξάλλου, 500 ιππείς των τουρκικών δυνάμεων προσπαθούν να καταλάβουν την Πανηγυρίστρα. Η αποτυχία τους οφείλεται τόσο στο κανόνι της Μονής που κάλυπτε τη θέση, όσο και στη σθεναρή αντίσταση των οχυρωμένων Ελλήνων που υπεράσπιζαν το λόφο. Οι ιππείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την επίθεση, περιμένοντας την επικείμενη κάθοδο του Ιμπραήμ και των στρατιωτών του, μια κάθοδο που ο αιγύπτιος στρατάρχης δεν έμελλε να πραγματοποιήσει το ιππικό με απώλειες αποσύρθηκε άπραγο86. Άλλη αποτυχία γνωρίζουν οι δυνάμεις του Ιμπραήμ, όταν αποπειρώνται να επιτεθούν εναντίον των Αγίων Πάντων, νοτιοδυτικά της Μονής. Η αντίσταση των αμυνομένων τους αναγκάζει σε υποχώρηση.

Στο άλλο και κρισιμότερο μέτωπο προς τον Ψηλό Σταυρό, η απώλεια του Ανδρέα Σαρδελιανού δεν κάμπτει τους Έλληνες αντιθέτως, η λυσσαλέα επέλασή τους δεν είναι δυνατόν να αναχαιτισθεί. Οι απώλειες των αντιπάλων είναι μεγάλες, πράγμα που αναγκάζει τον Ιμπραήμ κατά τις απογευματινές ώρες να παραδεχτεί την αποτυχία του και να διατάξει υποχώρηση. Εξάλλου, μια ενδεχόμενη επίθεση δυνάμεων σταλμένων από τον Κολοκοτρώνη τώρα θα σήμαινε πανωλεθρία για το ήδη καταβεβλημένο στρατόπεδό του. Οι Τούρκοι ταπεινωμένοι τρέπονται σε φυγή, ενώ τους καταδιώκουν οι μέχρι προ τινος αμυνόμενοι υπερασπιστές του μοναστηριού.

Έτσι διεξήχθη η αποφασιστική μάχη του Μεγάλου Σπηλαίου. Διήρκεσε από τα χαράματα ως το βράδυ της 24ης Ιουνίου. Για τις ανδραγαθίες των μοναχών μας διηγείται πάλι ο Φωτάκος: «Οι καλόγεροι εσκότωσαν περισσότερους Τούρκους από ημάς. Εκείνην την ημέραν οι Τούρκοι ησθάνθησαν καλογερικόν πόλεμον».

Οι απώλειες του Τούρκων ήταν μεγάλες. Κατά τον Σπηλιάδη, «από τους εχθρούς εφονεύθησαν και επληγώθησαν πλέον ή τριακόσιοι». Αντίθετα, από το στρατόπεδο των Ελλήνων μοναδικό θύμα ήταν ο Ανδρέας Σαρδελιανός, καθώς και κάποιοι ελαφρά πληγωμένοι.

Οι έλληνες πολεμιστές, μόλις γύρισαν θριαμβευτές στη Μονή, έγιναν δεκτοί από τους μοναχούς και τον άμαχο λαό με κωδωνοκρουσίες. Κατόπιν εψάλη ευχαριστήριος δοξολογία προς τιμήν της Θεοτόκου. Κατά την παράδοση, ο στρατηγός Νικόλαος Πετμεζάς παρακολούθησε γονυκλινής τη δοξολογία ενώπιον της εικόνας της Παναγίας, και όταν αυτή τελείωσε, ανεφώνησε: «Παναγιά μου, εφ’ όσον έχουμε εσένα, δεν χρειάζονται τ’ άρματα».

Μετά τη μάχη ασθένησε και εξέπνευσε ο στρατηγός Κ. Μέλλιος. Η κηδεία του τελέστηκε στο μοναστήρι, όπου και ετάφη.

Η νίκη των ελληνικών δυνάμεων του Μεγάλου Σπηλαίου, με επιφανείς τους Ν. Πετμεζά, Φωτάκο, Φραγκάκη, Μέλλιο, Σαρδελιανό και τον μοναχό Γεράσιμο Τυρολό, επί του φοβερού στρατεύματος του Ιμπραήμ είχε σαν αποτέλεσμα την αναπτέρωση του αγωνιστικού φρονήματος όλων των μαχομένων Ελλήνων.

Ένα σύντομο χρονικό της επιδρομής του Ιμπραήμ εναντίον του Μεγάλου Σπηλαίου σώζει ένα ενθυμητικό σημείωμα που αποθησαύρισε ο Σ. Κουγέας. Το αντιγράφουμε:

«1827 Ιουνίου : εστρατολόγησε μια κολόνα του Ιμπραήμ πασιά με αρκετούς ζαερέδες 2500 φορτία από καμήλια και μουλάρια με καβαλαρέους και πεζούς έως τέσσαρες χιλιάδες και εις τας δέκα του τρέχοντος εξεκίνησε άλλην κολόνα με όμοιαν δύναμιν, ομού και ζαερέδες και εις τας δεκαεπτά του αυτού μηνός ευγήκε και ο ίδιος Ιμπραήμης και έστησε τα τζαντήρια του εις τα Καλάβρυτα εις τας δέκα οκτώ εβγήκε με όλην του την καβαλαριά εις το Ροήτικο βουνό και επαρατήρησε τας θέσεις του μοναστηριού Μεγάλου Σπηλαίου την δε εικοστή πρώτη επυρπόλησε την Κερπινή ώστε όπου δεν άφησε ούτε χαμόκελα και μερικά οσπήτια ροήτικα ομού και την εκκλησίαν, την δε εικοστή τετάρτη εστρατολόγησε με όλην του την δύναμιν δια νυκτός και ήλθε και έπιασε τας κορυφάς των βουνών του Πετρούχι εις το Τζηβλιώτικον, το Ξυλόκαστρον εις το Σουβαιρδίτικον, το Τρύπιο Λιθάρι, τον Καλαρήτη, όλας τας θέσεις αυταίς, έπειτα στέλνει δύο κολόναις από δυό μέρη εις Διακοπτόν και το ελεηλάτησεν, εφόνευσε και ηχμαλώτισε τεσσαράκοντα δύο συγχρόνως και άλλους τεσσαράκοντα Ροήτας οπού παροικούσαν εις τα εκεί. Ζωντανά επήραν αρκετά βοδιωγέλαδα, άλογα, πρόβατα και άλλο πράγμα πολύ. Εις τις τέσσερες η ώρα επέστρεψαν οπίσω με τους αιχμαλώτους και λάφυρα και εις την επιστροφήν τους εβγήκαν τα άρματα του μοναστηρίου ο σεγιαντάντης του αρχηγού Κολοκοτρώνη, ομού και καλόγεροι, και εκτύπησαν τους εχθρούς πεισματικά και εφονεύθησαν και επληγώθησαν υπέρ τους εκατόν εξήκοντα και έφυγε με μεγάλην καταισχύνην. Εφονεύθη και ένας Κερπινιώτης ονόματι Ανδρέας Σαρδελιανός και την εικοστή πέμπτη ετραβήχθη ο εχθρός από Καλάβρυτα εις Κατζανά».

Έτσι καταγράφει ο απλοϊκός ανώνυμος συντάκτης του σημειώματος την κρίσιμη μάχη της 24ης Ιουνίου στο Μέγα Σπήλαιο. Αργότερα ο επίσημος ιστοριογράφος της Μονής, ο λόγιος Κ. Οικονόμος, θα συγκαταριθμήσει τη συντριβή και ταπείνωση του τουρκοαιγυπτιακού πολυάριθμου στρατού, ανάμεσα στα θαύματα της Θεοτόκου. Ο φοβερός αιγύπτιος στρατηλάτης, αφού έσπειρε τον τρόμο και παρ’ ολίγον να καταπνίξει και αυτή την επανάσταση, δεν κατάφερε να βλάψει το μοναστήρι της Παναγιάς. Γράφει σχετικά ο συντάκτης του Κτιτορικού: «Τρίτους σχεδόν ολοκλήρους ενιαυτούς τα πολλά της Πελοποννήσου πορθήσας ο Αιγύπτιος, και πάντα τα πέριξ του Μεγάλου Σπηλαίου λεηλατήσας, αυτό το Μέγα Σπήλαιον παρθένον αφήκεν άψαυστον και ακήρατον (καίτοι λύσσαν άσχετον λυσσών ο χριστομάχος εις άλωσιν αυτού, και μέχρι θεμελίων κατασκαφήν) …Ούτως η θεία δύναμις, ης εστί τα σύμπαντα δούλα, θαυμαστούται δε και όταν τους πονηρούς των ανθρώπων έκτυφλοι προς τας κακουργίας, και αθετή μεν λογισμούς λαών, αθετή δε και βουλάς αρχόντων και δράσσηται σοφούς εν τη πανουργία αυτών , σώζουσα τους εκλεκτούς, και ελεούσα, ον αν ελεή, και τελειούσα το κράτος αυτής εν ασθενεία. Και μένει λοιπόν αοίδιμος και ούτος της νίκης ο στέφανος, ον η Παντάνασσα περιέθηκεν εις το ηγιασμένον αυτής σκήνωμα, τρόπαιον και τούτο της ευσεβείας στήσασα κατά των ασεβών ακατάλυτον, και της Πελοποννήσου πάσης ανάλωτον προμαχώνα και πύργον ισχύος, εις ψυχών σωτηρίαν και δόξα Θεού».

Αυτές ήταν οι πολύτιμες υπηρεσίες του Μεγάλου Σπηλαίου στο μεγάλο αγώνα για την ανεξαρτησία.

.

 Πηγὴ τὸ ἱστολόγιον : www.ecclesia.gr/

.

Αφήστε μια απάντηση