ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΙ – ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΡΙΔΑΣ

 

Χρώμιο νομού Κοζάνης. Μνημείο αφιερωμένο στον άγνωστο Μακεδονομάχο.
Δημήτριος Ἀρίδας  (Ὁ Μακεδονομάχος τοῦ Λιβαδεροῦ)

,

Στὸ Λιβαδερὸ γεννήθηκε καὶ ἔδρασε ὁ Ἀρίδας Δημήτριος τοῦ Νικολάου καὶ τῆς Σταματούλας, ὁ ὁποῖος κατὰ γενικὴ ὁμολογία τῶν κατοίκων εἶναι ὁ μόνος μακεδονομάχος τοῦ Λιβαδεροῦ.

Γεννήθηκε τὴν 1η Μαρτίου τοῦ 1864 καὶ πέθανε στὶς 11 Ἀπριλίου τοῦ 1969. Οἱ πληροφορίες ποὺ ὑπάρχουν γι’ αὐτόν στηρίζονται ἀποκλειστικά σὲ προφορικὲς μαρτυρίες-διηγήσεις ἀνθρώπων ποὺ εἴτε  ἦταν συγγενεῖς του, εἴτε γνώριζαν γι’ αὐτόν.

Σύμφωνα μ’ αὐτές, ὁ Ἀρίδας Δημήτριος (Ἀρδουμήτσιους ἀλλά καὶ Μήτσιους οὑ τσιγγέλης – ἐπειδή εἶχε μεγάλο καὶ τσιγγελωτὸ μουστάκι): «Πολέμησε μὲ τὸν Παῦλο Μελᾶ», «πολέμησε στὸν Μακεδονικὸ Ἀγώνα», «σκότωσε ἕναν Τοῦρκο Μπέη ἤ Μπίνμπαση -τουρκικὸ binbasi = ταγματάρχης- στὴν περιοχὴ Σκάλα τοῦ χωριοῦ Τριγωνικὸ Κοζάνης», «σκότωσε ἕναν Τοῦρκο Μπέη στῆς Κατερίνης τὸν Λάκκο, περιοχὴ μεταξὺ Τριγωνικοῦ καὶ Μικροβάλτου», «δικάστηκε δεκατρία χρόνια φυλακὴ στὰ Μπιτόλια  (Βitola), Μοναστήρι(…)

Ἄς δοῦμε ὅμως τὰ πράγματα ἀπό τὴν ἀρχή. Ὁ Ἀρίδας Δημήτριος,  ξεκίνησε τὴ δράση του ἀπό μικρὴ ἀκόμα ἡλικία, ὡς ἀρχηγός μικρῆς ἀλλά ὁπωσδήποτε ἰσχυρῆς συμμορίας κλεφτῶν ποὺ συγκρούστηκε ἀρκετές φορὲς μὲ Τούρκους ἀλλά καὶ μὲ Βουλγάρους.

Στὶς ἀρχές τοῦ 20ου αἰῶνα στὴν περιοχὴ τῶν Καμβουνίων, ἔγινε πανίσχυρος. Ἴσως αὐτός νὰ εἶναι ὁ λόγος ποὺ τὸν ἐπέλεξαν ὡς «σύνδεσμο», ὅσοι ἀπό τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα στήριζαν τὸν ἀγῶνα στὴ σκλαβωμένη Μακεδονία.

Μὲ αὐτή τὴν ἰδιότητα προωθοῦσε βορειότερα «τὰ εὐζωνάκια» ποὺ ἔρχονταν ἀπό «τὸ Ἑλληνικό» καὶ τὰ ἔφερνε σὲ ἐπαφή μὲ ἀρχηγούς μεγάλων ὁμάδων, ποὺ δροῦσαν εἴτε αὐτόνομα, εἴτε ὑπό τὴν καθοδήγηση Ἑλλήνων ἀξιωματούχων.

Τὸ ἐλεύθερο ἑλληνικὸ κράτος εἶχε ἐπικηρύξει ἀρκετοὺς Τούρκους καὶ Βουλγάρους ἐξαιτίας τῶν πολλῶν ἀγριοτήτων ποὺ διέπρατταν σὲ βάρος τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῆς Μακεδονίας. Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐξορμήσεις μὲ τὴν συμμορία του καὶ σὲ συνεργασία μὲ τὸν Μακρῆ, κλέφτη ἀπὸ τὸ χωριὸ Ντριάνοβο (σήμερα Δρυμός) τῆς Ἑλασσόνας, στήνει ἐνέδρα στὸ ἀπόσπασμα ἑνὸς Τούρκου μπέη, ἑνὸς μπίνσμπαση, στὴν τοποθεσία Λᾶκκος Κατερίνης(γέφυρα Προσηλίου-Μικροβάλτου). Ὁ Ἀρίδας ἔχει ἐνημερωθεῖ ὅτι ὁ μπέης θὰ καβαλάη τὸ τρίτο ἀπὸ τὸ τέλος ἄσπρο ἄλογο, ἀπὸ τὰ δέκα ἴδια ἄσπρα ἄλογα ποὺ προπορεύονταν ὥστε νὰ εἶναι ἄγνωστο σὲ ποιὸ εἶναι καβάλα ὁ μπέης. Ἐπειδὴ ἦταν ἄριστος σκοπευτής, τὸν βρῆκε μὲ τὴν πρώτη βολὴ καὶ στὴν συνέχεια σκότωσαν καὶ τοὺς ὑπόλοιπους τοῦ ἀποσπάσματος. Πῆρε τὸ κεφάλι τοῦ μπέη καὶ τὸ πῆγε στὴν Λάρισα ὅπου καὶ εἰσέπραξε τὸ μικρὸ ποσὸ τῆς ἐπικήρυξης. Οἱ Τοῦρκοι ὅμως ἀπείλησαν πὼς ἄν δὲν παραδοθεῖ ὁ ὑπαίτιος τοῦ θανάτου τοῦ μπέη, θὰ προχωρήσουν σὲ ἀντίποινα, καίγοντας ὅλα τὰ χωριὰ τῆς περιοχῆς τῶν Καμβουνίων. Ὁ Ἀρίδας, γενναῖος καὶ πονόψυχος ὅπως ἦταν πάντα, παρουσιάστηκε μαζὺ μὲ κάποια ἀπὸ τὰ παλικάρια του, ὀμολογῶντας ὅτι αὐτὸς διέπραξε τὸν φόνο καὶ ὅταν τὸν ρώτησαν γιατὶ τὸ ἔκανε, ἀρκέστηκε νὰ πῇ: «Δὲν σᾶς θέλουμε, θέλουμε τὴν λευτεριᾶ μας».

Δικάστηκε στὸ Μοναστήρι (Μπίτολα) καὶ καταδικάστηκε σὲ 13-15 χρόνια φυλάκισης. Στὴν φυλακὴ τὸν ἔχτισαν σὲ ἕνα κελὶ ὄρθιο καὶ τοῦ ἔβαλαν στὸν λαιμὸ πολὺ βάρος(τὸ ἴδιο καὶ τοὺς ἄλλους). Οἱ σύντροφοί του δὲν ἄντεξαν καὶ πέθαναν, ὁ Ἀρίδας ὅμως ἄντεξε 24 ὧρες καὶ ἔτσι τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ αὐτὸ τὸ κελὶ καὶ τοῦ χάρισαν τὴν ζωή, κλείνοντάς τον ὅμως στὶς κανονικὲς φυλακές. Κάποιον ἀπὸ τοὺς φίλους του, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Δεσκάτη Γρεβενῶν (κοντὰ στὸ Λιβαδερό), τὸν ἄφησαν νὰ φύγῃ, λένε, ἐπειδὴ ἔπαιζε πολὺ καλὸ βιολὶ καὶ τοὺς ἔπαιξε ἕναν  τούρκικο ἀμανέ.

Μέσα στὴν φυλακὴ πολλὲς φορὲς εἶχε ἀνατεθεῖ σὲ ἄτομα νὰ τὸν σκοτώσουν, ἀλλὰ αὐτὸς φρόντιζε νὰ ἔχει τοὺς πᾶντες μὲ τὸ μέρος του. Ἔτσι ὅ,τι λεφτᾶ τοῦ ἔστελναν ἀπὸ τὸ «Ἑλληνικό», αὐτὸς τὰ μοίραζε σὲ κρατουμένους καὶ φύλακες, ἀποσπῶντας κάθε φορὰ τὶς πληροφορίες ποὺ χρειάζονταν. Σὲ ἡλικία περίπου 45 ἐτῶν ἀποφυλακίζεται καὶ ἐπιστρέφει στὸ χωριὸ τραγουδῶντας, ὅπως λένε.

Ὁ Ἀρίδας γνώρισε τὸν Παῦλο Μελᾶ καὶ συμμετεῖχε σὲ κάποιες ἐπιχειρήσεις του στὴν Δ. Μακεδονία. Τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν θαύμαζε. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισε νὰ πάρῃ ἐκδίκηση, ὅταν ἡ συμμορία τοῦ Βούλγαρου Κομιτατζῆ Μήτρου Βλάχου, ποὺ διακήρυττε ὅτι «οἱ Γραικομάνοι νὰ τελειώνουν», πρόδωσε τὸν Παῦλο Μελᾶ καὶ τὸν σκότωσαν οἱ Τοῦρκοι.

Συνεργάζεται μὲ τὸν Στᾶμκο (Σταμκόπουλο), κλέφτη ἀπὸ τὸ Τριγωνικὸ(χωριό κοντὰ στὸ Λιβαδερό), καταστρώνουν καὶ ἐκτελοῦν τὸ ἐξῆς σχέδιο ὥστε νὰ πάρουν τὸ κεφάλι τοῦ Τούρκου διοικητή: Ὁ Στᾶμκος, μετὰ ἀπὸ κλήρωση, ντύνεται ζητιάνος καὶ ζητάει ἐλεημοσύνη ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ νὰ τοῦ παραχωρηθῇ ἔστω κι ὁ χῶρος στὶς τουαλέτες, γιὰ νὰ κοιμηθῇ καὶ νὰ φύγῃ τὴν ἐπόμενη μέρα. Πρέπει νὰ ἦταν θαυμαστὴ ἡ στάση τοῦ Στάμκου καὶ ἡ ἠθοποιῒα του βέβαια, ὥστε νὰ πετύχῃ ἀπὸ τὸν Τοῦρκο διοικητὴ αὐτὴ τὴν παραχώρηση. Τὴν νύχτα ὁ Τοῦρκος διοικητὴς βγῆκε στὴν τουαλέτα γιὰ σωματικὴ ἀνάγκη καὶ ὁ Στᾶμκος τοῦ πῆρε τὸ κεφάλι. Ἄν χρειάζονταν καὶ ἀναμέτρηση μὲ τοὺς Τούρκους, οἱ κλέφτες μὲ τὸν Ἀρίδα φύλαγαν ἀπ’ ἔξω. Αὐτὴ ἡ πράξη μόνο φρασεολογικὰ ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ τὴν Μεγάλη Ἑλλάδα.

Ὅταν ὁ Ἀρίδας ἀποφάσισε νὰ παντρευτῇ (μετὰ τὴν φυλακὴ βέβαια) θεωροῦνταν ἀρκετὰ μεγάλος καὶ δὲν ἔβρισκε γυναῖκα νὰ παντρευτῇ. Τελικὰ παντρεύτηκε μία 17χρονη ἀπὸ τὸ διπλανὸ χωριὸ Ἄκρη, τῆς Ἑλασσόνας, ἡ ὁποία εἶχε ἀρραβωνιαστεῖ μὲ κάποιον στρατιωτικὸ ποὺ σκοτώθηκε πέφτοντας μὲ τὸ ἀεροπλάνο. Μὲ αὐτὴ τὴν σύζυγο (Πανάγιω) ἔκανε 6 παιδιά: Τὸν Νικόλαο (1914), Γραμμάτη (1918), Ἀνδρέα (1919), Θωμᾶ (1923), Σοφία (1927), ποὺ χάθηκε τὸ 1949 μὲ τὸν “εμφύλιο” καὶ τέλος τὴν Αἰκατερίνη.

Ἔζησε 105 χρόνια χωρὶς νὰ τὸν ἀνταμείψουν κάπως γιὰ τὴν ἀνεκτίμητη προσφορᾶ του, ὅπως καὶ τόσους ἄλλους βέβαια (…).

(…) Τὸν Ἄρίδα τὸν χαρακτήριζε ἡ πίστη στὸν ἀγώνα, ἡ ἰσχυρὴ θέληση (δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ βάλῃ κάτι στὸ μυαλὸ του καὶ νὰ μὴν τὸ πετύχῃ, λένε), ἡ μαχητικότητα, ἡ ἀποφασιστικότητα καὶ ἡ τεχνικὴ σὲ ὅλες τὶς δραστηριότητες καὶ ἀσχολίες του. Ἀπὸ μικρὸς ξεκίνησε ὡς μάστορας καὶ σὲ πολὺ μικρὴ ἡλικία ἔγινε κλέφτης. Ἕνας παπποὺς μοῦ εἶπε:

«Αὐτὸς, γιέ ΄μ, ἦταν μακιδουνουμάχους, σκότουσι τοῦ μπέη κι μόνου αὐτὸς εἶχι πέτρινου ἁλώνι στοῦ χουριό, ν’ ἀγαποῦσι τ’ μαστουρικὴ κι ἦταν ἄπιαστους σ’ ὅλα…».

Κάποιος ἄλλος μοῦ εἶπε:

«Ὅποιουν τζιουμπάνου ἔβρισκι τὸν ἔλιγι πὼς ἄν σὶ ρουτήσι κανένας τίνος εἶνι τὰ πρόβατα νὰ μὴ φοβηθῇς κι νὰ πῇς πὼς εἶνι τ’ Μήτσιου τ’ Τσιγκέλι καὶ τράβα στὴ δουλειᾶ σου νὰ μὴ βρῇς τὸ μπελιᾶ σου», κάτι ποὺ δηλώνει τὴν ἰσχύ του καὶ τὸν φόβο ποὺ εἶχαν οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν.

Ἦταν πολὺ ψηλός, γεροδεμένος, γαλανομάτης, ἀστεῖος καὶ πολὺ φιλότιμος. Πάντα συμβούλευε τὰ παιδιὰ του πὼς ἄν ἀποφασίζουν νὰ δώσουν ἕνα χαρτζιλίκι στὸ μικρὸ παιδί τους, νὰ προσέξουν ἄν φτάνουν τὰ λεφτὰ ὥστε νὰ δώσουν καὶ στὰ ξένα ποὺ ἦταν παρέα μὲ τὸ δικό τους, ἀλλιῶς νὰ μὴν κάνουν καθόλου τὴν κίνηση καὶ πληγώσουν τὰ ξένα παιδιά. Ἦταν πολὺ λογικός, δὲν ἀγχωνόταν γιὰ τίποτα καὶ μάλωνε τοὺς δικοὺς του ἄν τοὺς ἔβλεπε νὰ στενοχωριοῦνται (περίπτωση θανάτου συγγενούς κλπ), λέγοντάς τους πὼς δὲν μποροῦμε ν’ ἀλλάξουμε τὰ πράγματα, ἔτσι εἶναι ἡ ζωή, μὲ τὶς πίκρες της καὶ τὶς χαρὲς της.

Φιλοσοφώντας, ἔλεγε πὼς κάποτε θὰ ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀποξενωθοῦν, κοιτάζοντάς μόνο τὸ συμφέρον τους καὶ πὼς τὰ παιδιὰ δὲ θὰ λένε τὴν μᾶνα τους «μᾶνα» καὶ τὸν πατέρα τους «πατέρα». Νομίζω πὼς δὲν ἔπεσε ἔξω. Ἀκόμα ἔλεγε πὼς « φίλος ἀστυνομικὸς δὲν ὑπάρχει». Ἐπίσης ἦταν πολὺ εὐγενικὸς καὶ πάντα σοῦ ἔλεγε χίλια εὐχαριστῶ γιὰ ὅ,τι κι ἄν τοῦ ἔδινες.

– Παπποῦ, πόσα χρόνια ἔχεις; τὸν ρωτοῦσαν τὰ μικρὰ παιδιὰ πρὶν πεθάνει κι ὅταν αὐτὸς καθόταν μπροστὰ στὸ σπίτι του.

– Ε, κάναν ἰῶνα θὰ ἔχου πιδιά ΄μ.

Αὐτός ἦταν ὁ Ἀρίδας Δημήτριος.

 

Πηγή τό μεγάλο  : www.e-istoria.com 

 

Αφήστε μια απάντηση