Π Λ Ο Υ Τ Α Ρ Χ Ο Σ – ΤΟ ΔΕΛΦΙΚΟ ΕΙ

 

Λουκάς Χαψῆς «Δελφοί»
Ἡ  λήψη  τῆς  ὑπέροχης  εἰκόνας   ἔγινε  ἀπὸ   τὸν  ἀστροφωτογράφο,  Λουκᾶ  Χαψῆ  

.

Π Λ Ο Υ Τ Α Ρ Χ Ο Σ

ΤΟ

ΔΕΛΦΙΚΟ

ΕΙ

.

Εισαγωγή, μετάφραση,
σχόλια, παραρτήματα:
Αθανάσιος Α. Τσακνάκης
Θεολόγος – Φιλόλογος

.

ΨΗΦΙΑΚΗ  ΕΚΔΟΣΗ  2015
Στους
γονείς μου,
γιά την
αστείρευτη
αγάπη τους

Α.Τ.

.

Αντί προλόγου…

.

……….«Οι άνθρωποι που έχουν νου πρέπει να ζητούν όλα τ’ αγαθά απ’ τους Θεούς, και περισσότερο πρέπει να ευχόμαστε ν’ αποκτήσουμε απ’ τους ίδιους την σχετική μ’ αυτούς γνώση, όσο είναι εφικτό στους ανθρώπους να γίνουν κοινωνοί της, γιατί τίποτε μεγαλύτερο δεν λαμβάνει ο άνθρωπος και τίποτε σεπτότερο δεν χαρίζει ο Θεός πέρα από την αλήθεια…».

……….«Νομίζω, επίσης, ότι και η ευδαιμονία τής αιώνιας ζωής – η οποία έλαχε στον Θεό – είναι η γνώση που δεν λησμονεί όσα έγιναν στο παρελθόν. Αν, λοιπόν, αφαιρεθεί η γνώση των όντων και η φρόνηση, η αθανασία δεν είναι βίος, αλλά χρόνος…».

……….«Το σύμπαν δεν αιωρείται αυτομάτως, δεν είναι ανόητο, άλογο, ακυβέρνητο ούτε είναι ένας ο λόγος που το κυβερνά και το κατευθύνει δήθεν με πηδάλιο ή με πειθήνια χαλινάρια, αλλά η φύση φέρει πολλά, αναμειγμένα με κακά και αγαθά ή, μάλλον, γιά να μιλήσω απλά, τίποτε δεν φέρει χωρίς ανάμειξη, ούτε υπάρχει κανένας οικονόμος που – σαν να ήταν κάπελας – αντλεί τα πράγματα από δύο πίθους, όπως γίνεται με τα ποτά, και μας τα διανέμει ανακατεμένα, αλλά από δύο ενάντιες αρχές και δύο αντίπαλες δυνάμεις, απ’ τις οποίες η μία οδηγεί στα δεξιά και κατ’ ευθεία, ενώ η άλλη στρέφει πίσω και ανακάμπτει, είναι μικτός και ο βίος και ο κόσμος, αν όχι ολόκληρος, τότε αυτός, ο περίγειος, που έγινε ανομοιόμορφος και ποικίλος κάτω από την Σελήνη, και δέχεται κάθε είδους μεταβολές. Αν από την φύση του τίποτε δεν γίνεται αναίτια, ενώ το αγαθό δεν θα παρείχε αιτία κακού, πρέπει η φύση να έχει ιδιαίτερη γένεση και αρχή τού κακού, όπως ακριβώς και τού αγαθού…».

……….«Ωστόσο, η καλύτερη και θεϊκότερη φύση αποτελείται από τρία στοιχεία: το νοητό, την ύλη και το αποτέλεσμά τους, αυτό που οι Έλληνες ονομάζουν κόσμο…».

……….«Η νόηση, όμως, τού νοητού και ειλικρινούς και απλού διέλαμψε όπως ακριβώς η αστραπή και άπαξ παρέσχε στην ψυχή την δυνατότητα να την αγγίξει και να την εξετάσει, γι’ αυτό και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης αποκαλούν «εποπτικό» αυτό το μέρος τής φιλοσοφίας, εφόσον εκείνοι – που μέσω τού λόγου αντιπαρήλθαν τα δοξαστά, τα μεικτά και τα παντοδαπά – ανασκιρτούν προς εκείνο το πρώτο και απλό και άυλο, αληθινά αγγίζοντας την καθαρή αλήθεια γύρω του και θεωρώντας ότι κατέχουν τον τελικό σκοπό τής φιλοσοφίας, σαν να συμμετείχαν σε μυητική τελετή…».

……….«Εκείνος, όμως, βρίσκεται πολύ μακριά από την γη, άχραντος και αμίαντος και καθαρός από κάθε ουσία που επιδέχεται φθορά και θάνατο, ενώ οι ανθρώπινες ψυχές, που περιέχονται σε σώματα και πάθη, δεν δύνανται να μετάσχουν στον Θεό, εκτός απ’ όσον δύνανται σαν σε αμυδρό όνειρο ν’ αγγίξουν μέσω τής νόησης, με την αρωγή τής φιλοσοφίας. Όταν, όμως, απελευθερωθούν και μεταβούν στο άμορφο και αόρατο και απαθές και αγνό, αυτός ο Θεός είναι ηγεμόνας και βασιλιάς τους, σαν να ήταν κρεμασμένες απ’ αυτόν, οπότε βλέπουν άπληστα και ποθούν το κάλλος που οι άνθρωποι δεν μπορούν να εκφωνήσουν ή να διηγηθούν…».

Πλούταρχος, «Ίσις και Όσιρις»

.

Εισαγωγή

 .

α. Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς

 .

……….Ο «θείος» και «ιερός» Πλούταρχος υπήρξε διακεκριμένος θεολόγος, καταξιωμένος βιογράφος και σημαντικός ακαδημαϊκός φιλόσοφος των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Γεννήθηκε στην Χαιρώνεια τής Βοιωτίας, γύρω στο 46 μ.Χ., μέσα σε αριστοκρατική και καλλιεργημένη οικογένεια. Σπούδασε στην Αθήνα, κοντά στον φιλόσοφο Αμμώνιο, που ήταν αιγυπτιακής καταγωγής κ’ εκείνη την εποχή διηύθυνε την πλατωνική Ακαδημία.

……….Μετά το πέρας των σπουδών του ταξίδεψε στην Ασία, στην Αίγυπτο και στην Ιταλία, μελετώντας τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τον πολιτισμό και την θρησκεία διαφόρων λαών. Κατά την διαμονή του στην ακμάζουσα Ρώμη ήρθε σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες εκείνης τής εποχής – πιθανόν και με τους ίδιους τους αυτοκράτορες Τραϊανό και Αδριανό – δημιούργησε αξιόλογες φιλίες και απέκτησε το αξίωμα τού Ρωμαίου Πολίτη.

……….Παρά τον έντονο κοσμοπολιτισμό τής εποχής του, ο οποίος επηρέαζε γρήγορα, εύκολα και βαθύτατα τους ανθρώπους τής κοινωνικής τάξης του, ο Πλούταρχος προτιμούσε πάντοτε την διαμονή στην πατρική γη, στην οποία επέστρεφε με ιδιαίτερη χαρά και παρέμενε γιά μεγάλα χρονικά διαστήματα, μέχρι τον θάνατό του, ο οποίος συνέβη γύρω στο 120 μ.Χ. Στην αγαπημένη του Χαιρώνεια νυμφεύτηκε και την Τιμοξένα, η οποία τού χάρισε πέντε παιδιά.

……….Πέρα από την συγγραφική ενασχόλησή του, σπουδαία ήταν η ενεργός συμμετοχή του στα κοινά τής πόλης του, όπου κατά καιρούς αναλάμβανε διάφορα δημόσια αξιώματα (Πρεσβευτής, Επώνυμος Άρχοντας), καθώς επίσης και υψηλά ιερατικά καθήκοντα πανελληνίου χαρακτήρα (Ιερέας τού Πυθίου Απόλλωνα).

……….Τα μέχρι σήμερα σωζόμενα έργα του είναι 227 και υπολογίζεται ότι αποτελούν περίπου το ένα τρίτο τής συνολικής πνευματικής παραγωγής του, γεγονός που τον κατατάσσει μεταξύ των πολυγραφότερων Ελλήνων. Η γλώσσα του διακρίνεται γιά τις ίσες αποστάσεις που κρατά ανάμεσα στον αττικισμό και στην ελληνιστική κοινή, ενώ το συγγραφικό ύφος του είναι ήπιο και ευχάριστο, αν και ο γραπτός λόγος του ενίοτε γίνεται ιδιαίτερα αναλυτικός και υπέρ το δέον κοσμημένος.

.

β. Το Μαντείο των Δελφών

.

……….Το Μαντείο των Δελφών βρίσκεται στην Φωκίδα, σε ύψος εφτακοσίων μέτρων επάνω από τον Κορινθιακό κόλπο, στους πρόποδες των Φαιδριάδων. Η περιοχή είναι ορεινή και βραχώδης, ενώ φαίνεται ιδιαίτερα απομακρυσμένη και δύσβατη, αλλά είναι προσιτή στους επισκέπτες. Λόγω αυτής τής κεντρικής θέσης του μέσα στον ελληνικό χώρο, το Μαντείο των Δελφών γρήγορα υποσκέλισε το Μαντείο τής Δωδώνης, και κατέστη το σημαντικότερο θρησκευτικό προσκύνημα τής Αρχαίας Ελλάδας.

……….Ο χώρος, όπου βρίσκεται, ήταν ιερός τόπος λατρείας ήδη από την μυκηναϊκή εποχή. Η μυθολογική παράδοση αναφέρει ότι ο Απόλλων υπήρξε ο πρώτος Ολύμπιος Θεός που εγκαταστάθηκε στο Μαντείο, αφού φόνευσε τον δράκοντα Πύθωνα, αρχαίο φύλακα τού Ιερού και προστάτη τής προ-Απολλώνιας τοπικής λατρείας.

……….Εξίσου παλαιά με την λατρεία τού Απόλλωνα είναι και η δελφική λατρεία τού Διονύσου. Ο Θεός Διόνυσος, τού οποίου ο τάφος βρισκόταν εντός τού ιερού χώρου των Δελφών, αναλάμβανε την επιτήρηση και προστασία τού Μαντείου, όταν ο Απόλλων αναχωρούσε από αυτό, κατά τους χειμερινούς μήνες, γιά να επισκεφτεί τους Υπερβορείους λαούς. Ωστόσο, είναι προφανές ότι το Μαντείο χρωστούσε την μεγάλη φήμη του στην πυθική χρησμοδοσία, γεγονός που καθιστούσε κυρίαρχο και επικρατέστερο Θεό του τον Φοίβο Απόλλωνα.

……….Κατά την περίοδο τής μεγάλης ακμής του, δηλαδή μέχρι και τους Μηδικούς Πολέμους, στο Μαντείο υπηρετούσαν τρεις Πυθίες: δύο τακτικές και μία αναπληρωματική. Αργότερα υπηρετούσε μόνον μία. Στην αρχή οι Πυθίες ήταν νέες και παρθένες, αλλά μετά από τον βιασμό που υπέστη μία εξ αυτών – και ο οποίος θεωρήθηκε βεβήλωση τού Μαντείου και προσβολή τού ιερού λειτουργήματος τής χρησμοδοσίας – η Πυθία δεν ήταν ποτέ νεότερη των πενήντα ετών.

……….Η τακτική χρησμοδοσία συνέβαινε μία φορά ανά μήνα, εκτός από τους τρεις χειμερινούς. Ενίοτε η Πυθία χρησμοδοτούσε και εκτάκτως, αλλά ποτέ στην διάρκεια των αποφράδων ημερών. Πριν από την χρησμοδοσία, ο ενδιαφερόμενος να λάβει χρησμό κατέβαλλε τον «πελανό», ένα είδος φόρου που πληρωνόταν απ’ όσους επιζητούσαν από το Μαντείο την σχετική υπηρεσία. Μετά από την καταβολή τού ειδικού φόρου, οι Ιερείς τού Μαντείου φρόντιζαν γιά την εκτέλεση των τελετουργικών καθαρμών, στους οποίους υποβαλλόταν η Πυθία, μέσα στο «λάλον» ύδωρ τής Κασταλίας πηγής. Στην συνέχεια η προφήτισσα μεταφερόταν στο Άδυτο τού Ναού, ώστε να καταληφθεί από το Θεϊκό Πνεύμα και να χρησμοδοτήσει.

……….Οι χρησμοί τής Πυθίας – η οποία εκστασιαζόταν από τις αναθυμιάσεις τού Ιερού Χάσματος και φαινόταν να παραληρεί καθισμένη επάνω στον Ιερό Τρίποδα – «διασκευάζονταν» κατάλληλα από τους Προφήτες τού Μαντείου, λαμβάνοντας την μορφή έμμετρου και σχεδόν πάντοτε διφορούμενου, αμφισβητούμενου, αινιγματικού, δυσνόητου ή αντιφατικού κειμένου, σε μέγεθος λίγων στίχων.

……….Η μεγάλη φήμη τού Μαντείου νωρίς ξεπέρασε τα όρια τού μητροπολιτικού Ελληνισμού, φτάνοντας ακόμη και στα βαρβαρικά έθνη. Η συνεισφορά του στον Δεύτερο Αποικισμό υπήρξε τεράστια, αφού από το ίδιο το Μαντείο των Δελφών δίνονταν στους πολυάριθμους Έλληνες αποικιστές οι κατάλληλες πληροφορίες, συμβουλές και οδηγίες γιά την εκτέλεση τού ταξιδιού προς το εξωτερικό, γιά την εγκατάσταση στην ξένη γη, γιά την ίδρυση και την προστασία των νέων πόλεων, γιά το εμπόριο με την μητροπολιτική Ελλάδα και γιά όλα τα σχετικά θέματα. Δικαιολογημένη, λοιπόν, πρέπει να θεωρηθεί η άποψη ότι το Μαντείο ήταν ένα όντως αξιοθαύμαστο κέντρο λήψης, επεξεργασίας και διακίνησης ποικίλων πληροφοριών, οι οποίες ελέγχονταν από τους σοφούς ιερείς και χρησιμοποιούνταν διπλωματικά προς όφελος τού απανταχού Ελληνισμού.

……….Μετά το πέρας των Μηδικών Πολέμων, η αίγλη τού Μαντείου άρχισε να ξεθωριάζει. Έχασε την τόσο σημαντική πολιτική ανεξαρτησία του και βρέθηκε – διαδοχικά – κάτω από την επικυριαρχία των Αθηναίων, των Σπαρτιατών, των Θηβαίων, των Μακεδόνων, των Αιτωλών και τελικά των Ρωμαίων. Τότε, η λειτουργία του ελεγχόταν από τον εκάστοτε κυρίαρχο και απέβλεπε στην εξασφάλιση των συμφερόντων ορισμένων κάθε φορά ηγεμόνων. Η πανελλήνια ακτινοβολία και η θρησκευτική αξία του αμφισβητήθηκαν, ενώ η επακόλουθη παρακμή του το οδήγησε στον ολοκληρωτικό μαρασμό.

.

γ. «Περί τού Ει τού εν Δελφοίς»

.

……….Το παρόν φιλοσοφικό-θεολογικό σύγγραμμα είναι μία εκτενής επιστολή και ανήκει στην τριλογία των «Πυθικών Διαλόγων» (ή «Πυθικών Λόγων»), οι οποίοι – με την σειρά τους – είναι τμήμα των «Ηθικών» τού Πλουτάρχου. Στις σελίδες αυτού τού έργου του, ο συγγραφέας – ο οποίος υπήρξε ισόβιος ιερέας τού Μαντείου των Δελφών, από το 95 μ.Χ. και έπειτα – μάς παρουσιάζει ορισμένες λίαν αξιόλογες πτυχές τής περίφημης «Δελφικής Θεολογίας» του, με αφορμή το σύμβολο «Ε» ή «Ει», το οποίο κοσμούσε τον ναό τού Θεού Απόλλωνα.

……….Άλυτο παραμένει μέχρι σήμερα το πρόβλημα τής μορφής αυτού τού συμβόλου: ήταν «Ει», όπως παραδίδουν όλα τα χειρόγραφα που εμπεριέχουν το συγκεκριμένο πλουταρχικό έργο, ή «Ε», όπως παραδίδει ο Λαμπρίας στον κατάλογο των έργων τού Πλουτάρχου; Ή μήπως δεν είχε εντελώς ξεκάθαρο σχήμα, οπότε εκλαμβανόταν και ως «Ε» και ως «Ει»;

……….Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιό περίπλοκο, όταν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι – μεταξύ των επτά εξηγήσεων, που ο Πλούταρχος παραθέτει γι’ αυτό το σύμβολο – οι τέσσερις θεωρίες το εκλαμβάνουν ως «Ει» και άλλες τρεις ως «Ε». Αυτές οι επτά εξηγήσεις-θεωρίες είναι οι ακόλουθες:

  1. Ιστορική-Πολιτική εξήγηση: το «Ε» είναι το σύμβολο πέντε (ε΄=5) σοφών ανδρών.
  2. Αλφαβητική-Αστρονομική εξήγηση: το «Ε» είναι το δεύτερο κατά σειρά φωνήεν, όπως και ο Ήλιος (ο Απόλλων) είναι ο δεύτερος στην σειρά των επτά πλανητών.
  3. Ερωτηματική-Χρησμοδοτική εξήγηση: το «Ει» σημαίνει «εάν» και τίθεται στην αρχή κάθε ερώτησης προς τον Θεό («ρωτώ εάν…»).
  4. Συντακτική-Ευχετική εξήγηση: το «Ει» σημαίνει «είθε» και προτάσσεται στις ευχές των ανθρώπων («είθε να…»).
  5. Διαλεκτική-Λογική εξήγηση: το «Ει» σημαίνει «εάν» και αποτελεί μέρος τού διαλεκτικού συλλογισμού, εκείνης τής νοητικής λειτουργίας τού ανθρώπινου εγκεφάλου, που τον διαχωρίζει από τον εγκέφαλο των υπολοίπων ζώων («εάν ισχύει το α, τότε ισχύει το β…»).
  6. Μαθηματική-Φυσική εξήγηση: το «Ε» συμβολίζει τον ιερό αριθμό 5 των Πυθαγορείων, τα 5 στοιχεία τής φύσης, τις 5 μουσικές συνηχήσεις, τα 5 μέρη τής ψυχής, τα 5 γένη των πλασμάτων και άλλα παρόμοια σύνολα.
  7. Ρηματική-Θεολογική εξήγηση: το «Ει» συμβολίζει το δεύτερο πρόσωπο τού ενικού αριθμού τού ενεστώτα οριστικής τού ρήματος «ειμί», και σημαίνει «είσαι» («ει» = «είσαι»). Αποτελεί τον ορθότερο τρόπο χαιρετισμού, ο οποίος απευθύνεται προς τον Θεό, εφόσον μόνον ο Θεός όντως «είναι», δηλαδή είναι «ο όντως ων».

.

δ. Η παρούσα έκδοση

.

……….Κατά τους νεότερους χρόνους, μεταξύ των σημαντικότερων κριτικών εκδόσεων τού έργου τού Πλουτάρχου κατατάσσεται η επτάτομη στερεότυπη έκδοση τού Γ. Ν. Βερναρδάκη (Λειψία 1888-1896), η οποία απετέλεσε την βάση γιά την μετάφραση που δημοσιεύεται στο ανά χείρας βιβλίο. Εδώ, το νεοελληνικό κείμενο προσπαθεί να διατηρήσει και εν μέρει να τονίσει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά τής εκφραστικής δύναμης τού πρωτότυπου κειμένου, καθώς και την πλούσια θεολογική και φιλοσοφική ορολογία τού συγγραφέα του, χωρίς να προδίδει ή να εκχυδαΐζει την κοινή νεοελληνική γλώσσα.

***   ***   ***

.

Π Λ Ο Υ Τ Α Ρ Χ Ο Σ

.

Το
δελφικό
Ει

.

……….Φίλε Σαραπίωνα,

……….Πριν από μέρες έπεσαν στα χέρια μου μερικά στιχάκια – όχι άσχημα – τα οποία ο Δικαίαρχος θεωρεί ότι ειπώθηκαν από τον Ευριπίδη στον Αρχέλαο: «δεν θέλω, όντας φτωχός, σε πλούσιο να δωρίσω, ώστε άφρονας να μην κριθώ ή ότι δίνω ώστε να ζητήσω». Πραγματικά, όποιος έχει λίγα και δίνει ένα μικρό μέρος σ’ αυτούς που έχουν πολλά αποκτήματα, δεν τους κάνει κανενός είδους χάρη. Αντίθετα, δεν γίνεται πιστευτός, δηλαδή ότι δίνει χωρίς αντάλλαγμα, αποκτώντας έτσι φήμη κακοήθους και φιλοχρήματου ανθρώπου[1].

……….Δες, λοιπόν, πόσο υπολείπονται σε γενναιοδωρία και ομορφιά τα χρηματικά δώρα από τα δώρα λόγου και σοφίας, τα οποία είναι ωραίο να τα δίνεις και, δίνοντάς τα, να ζητάς παρόμοια δώρα απ’ όσους τα λαμβάνουν. Εγώ, λοιπόν, σ’ εσένα και στους εκεί φίλους αποστέλλω μερικούς πυθικούς λόγους[2], σαν να ήταν απαρχές[3], και ομολογώ ότι από εσάς προσδοκώ άλλους – και περισσότερους και καλύτερους – αφού κατοικείτε σε μεγάλη πόλη και έχετε την δυνατότητα να μελετάτε περισσότερο βιβλία πολλά και διατριβές κάθε είδους.

……….Ο αγαπητός μας Απόλλων φαίνεται να ιατρεύει τα προβλήματα τού βίου μας και να τα λύνει χρησμοδοτώντας σε όσους τον ρωτούν, ενώ ο ίδιος θέτει μέσα μας και προβάλλει στον εκ φύσεως φιλόσοφο τα προβλήματα τού λόγου, κάνοντας την όρεξη τής ψυχής αγωγό προς την αλήθεια, όπως είναι πρόδηλο σε πολλά άλλα, καθώς και στην καθιέρωση τού «Ει»[4]. Φαίνεται, λοιπόν, ότι αυτό ούτε κατά τύχη ούτε κατόπιν κλήρωσης μεταξύ των γραμμάτων κατέλαβε μόνο του την προεδρική θέση κοντά στον Θεό, λαμβάνοντας την τάξη ιερού αναθήματος και θεάματος, αλλά έτσι το προέβαλαν όσοι εξαρχής φιλοσόφησαν γιά τον Θεό, είτε διαβλέποντας την ιδιαίτερη και ξεχωριστή δύναμή του είτε χρησιμοποιώντας το ως σύμβολο γιά κάτι άλλο, απ’ όσα είναι άξια σπουδής.

……….Πολλές φορές άλλοτε, στην σχολή, όταν ο λόγος έφτανε σ’ αυτό το ζήτημα, ήρεμα το προσπερνούσα και το άφηνα, αλλά τελευταία καταλήφθηκα από τους γιούς μου να το συζητώ με κάποιους ξένους, οι οποίοι επρόκειτο να φύγουν ευθύς από τους Δελφούς, οπότε δεν ήταν ευπρεπές να το παραμελήσω ούτε να παραιτηθώ από την συζήτηση, αφού ήταν πρόθυμοι ν’ ακούσουν οπωσδήποτε κάτι. Κάθισα, τότε, κοντά στον ναό, αρχίζοντας ο ίδιος την αναζήτηση κάποιων απαντήσεων και ρωτώντας κάποια άλλα πράγματα σ’ εκείνους, ενώ από τον τόπο και τα λόγια τους ξαναθυμήθηκα όσα παλαιότερα – τον καιρό που μας επισκέφτηκε ο Νέρων[5] – ακούσαμε από τον Αμμώνιο[6] και από κάποιους άλλους, οι οποίοι τα ανέπτυξαν εδώ, τότε που επίσης ανέκυψε η ίδια απορία.

……….Ως προς το ότι ο Θεός είναι εξίσου και φιλόσοφος και μάντης, σε όλους φάνηκε ορθή και η θέση και η διδασκαλία τού Αμμώνιου γιά καθένα από τα σχετικά ονόματα τού Θεού, αφού είναι Πύθιος[7] γιά όσους αρχίζουν να μαθαίνουν και να ρωτούν, ενώ είναι Δήλιος και Φαναίος[8] γι’ αυτούς, στους οποίους ήδη κάτι από την αλήθεια δηλώνεται και υποφαίνεται, και είναι Ισμήνιος[9] γιά όσους κατέχουν την σαφή γνώση, και Λεσχηνόριος[10] όταν ενεργούν και αλληλοεπωφελούνται, χρησιμοποιώντας τον διάλογο και την φιλοσοφία.

……….«Επειδή αρχή τής φιλοσοφίας», είπε, «είναι η αναζήτηση, και τής αναζήτησης είναι ο θαυμασμός και η απορία, είναι φυσικό να φαίνεται ότι έχουν κρυφτεί μέσα σε αινίγματα τα περισσότερα απ’ όσα σχετίζονται με τον Θεό και ότι επιζητούν επεξήγηση και διδασκαλία τής αιτίας τους. Το αθάνατο πυρ[11], γιά παράδειγμα, στο οποίο καίγονται – μόνον εδώ – ξύλα από έλατα, το θυμιάτισμα με δάφνη, το ότι υπάρχουν αγάλματα δύο Μοιρών, ενώ παντού θεωρούνται τρεις, το ότι καμμία γυναίκα δεν επιτρέπεται να προσέλθει στο χρηστήριο, το ζήτημα τού τρίποδα, καθώς και όσα είναι παρόμοια, τα οποία απασχολούν όσους δεν είναι εντελώς άλογοι και άψυχοι, δελεάζουν και προκαλούν κάποιους να σκεφτούν και ν’ ακούσουν και να συζητήσουν γι’ αυτά. Δες, λοιπόν, και τα ίδια τα επιγράμματα, το «γνώθι σαυτόν»[12] και το «μηδέν άγαν»[13], πόσες συζητήσεις ξεσήκωσαν μεταξύ των φιλοσόφων και πόσο πλήθος συλλογισμών φύτρωσε από το καθένα τους, σαν να ήταν σπόροι. Θεωρώ ότι αυτό, που τώρα αναζητούμε, δεν είναι σε καμμία περίπτωση λιγότερο γόνιμο σε συλλογισμούς, απ’ ότι ήταν εκείνα».

……….Αφού αυτά είπε ο Αμμώνιος, ο αδελφός μου ο Λαμπρίας απάντησε[14]: «Και ο λόγος, βεβαίως, που εμείς έχουμε ακούσει, είναι κάπως απλός και σύντομος. Λένε, λοιπόν, ότι εκείνοι οι σοφοί, που από μερικούς προσαγορεύτηκαν σοφιστές, είναι πέντε: ο Χίλων, ο Θαλής, ο Σόλων, ο Βίας και ο Πιττακός. Επειδή, όμως, ο Κλεόβουλος, τύραννος των Λινδίων, κ’ έπειτα ο Περίανδρος ο Κορίνθιος – οι οποίοι δεν είχαν κανένα μερίδιο αρετής ούτε σοφίας, αλλά με την βία απέκτησαν την δόξα, μέσω τής δύναμης και των φίλων και των δώρων – παρενέβαλαν το όνομά τους μεταξύ των σοφών, ενώ εξέφρασαν και διέσπειραν κάποιες γνώμες και κάποιους λόγους τους ανά την Ελλάδα, όμοιους μ’ εκείνους που έλεγαν οι σοφοί, γι’ αυτό οι πέντε σοφοί άνδρες δυσανασχέτησαν, αλλά δεν ήθελαν να ελέγξουν αυτή την αλαζονεία ούτε φανερά να εκδηλώσουν την απέχθειά τους προς χάρη τής δόξας, ερχόμενοι έτσι σε διαμάχη με πολύ δυνατούς ανθρώπους, οπότε συνήλθαν εδώ, μεταξύ τους, συζήτησαν και τοποθέτησαν ως ανάθημα το πέμπτο κατά σειρά γράμμα, το οποίο δηλώνει και τον αριθμό πέντε, μαρτυρώντας ενώπιον τού Θεού υπέρ αυτών, ότι είναι πέντε, αποποιούμενοι και τον έβδομο και τον έκτο, και αποβάλλοντάς τους ως αταίριαστους με αυτούς. Θα καταλάβαινε κάποιος ότι αυτά δεν λέγονται σκόπιμα, αν άκουγε τους ιερείς να λένε ότι το χρυσό «Ει» είναι τής Λιβίας, τής γυναίκας τού Καίσαρα, ενώ το χάλκινο είναι των Αθηναίων. Το πρώτο, όμως, και παλαιότερο, κατασκευασμένο από ξύλο, μέχρι και σήμερα αποκαλείται «των σοφών», καθώς είναι το κοινό ανάθημα όλων, και όχι ενός».

……….Ο Αμμώνιος, τότε, μειδίασε απαλά, υποπτευόμενος ότι ο Λαμπρίας χρησιμοποίησε μία δική του δοξασία, έπλασε μιά ιστορία λέγοντας ότι την είχε ακούσει από άλλους, γιά να μην του ζητήσει ευθύνες κανείς. Ένας άλλος από τους παρόντες είπε ότι αυτά ήταν όμοια με όσα τις προάλλες φλυαρούσε ένας ξένος Χαλδαίος[15]: ότι τα γράμματα που έχουν δική τους φωνή είναι επτά, και επτά είναι οι αστέρες που κινούνται στον ουρανό με αυτοτελή και ανεξάρτητη κίνηση, και το «Ει»[16] είναι δεύτερο από την αρχή στην κατάταξη των φωνηέντων, όπως μεταξύ των πλανητών είναι ο ήλιος, μετά από την σελήνη, ενώ όλοι οι Έλληνες ταυτίζουν τον ήλιο με τον Απόλλωνα, όπως λέγεται. «Αυτά, όμως», είπε, «είναι εντελώς γιά τα πανηγύρια».

……….Ο Λαμπρίας, όμως, δεν κατάλαβε – όπως φαίνεται – ότι προκάλεσε ζήτημα μεταξύ των ιερέων γιατί, αυτά που εκείνος είπε, δεν τα γνώριζε κανείς από τους ανθρώπους των Δελφών. Αυτοί προέβαλλαν την κοινή και περιηγητική άποψη, θεωρώντας ότι ούτε η όψη ούτε ο φθόγγος, αλλά μόνον το όνομα τού γράμματος συμβολίζει κάτι.

……….Όπως υπονοούν οι άνθρωποι των Δελφών και έλεγε τότε ο ιερέας Νίκανδρος[17], «υπάρχει συγκεκριμένο σχήμα και μορφή γιά ν’ απευθύνεται κάποιος προς τον Θεό, και κατέχει ηγεμονική τάξη μεταξύ των ερωτημάτων που θέτουν όσοι προσέρχονται στο μαντείο ρωτώντας εάν θα νικήσουν, εάν θα τελέσουν γάμο, εάν συμφέρει ν’ αποπλεύσουν, εάν θα γεωργήσουν, εάν θ’ αποδημήσουν. Ο Θεός, λοιπόν, όντας σοφός, απλώς χαιρετούσε τους διαλεκτικούς, οι οποίοι πίστευαν ότι τίποτε πραγματικό δεν προκύπτει από την σύνταξη τού μορίου «Ει» μαζί με το αίτημά τους, αφού ο Θεός νοεί και αποδέχεται ως πραγματικότητες όλες τις ερωτήσεις που υποτάσσονται στο «Ει». Επειδή, όμως, είναι δική μας ιδιαιτερότητα να ρωτούμε τον Θεό ως μάντη, ενώ είναι κοινό χαρακτηριστικό η προσευχή στον Θεό, πιστεύουν ότι το μόριο περιέχει δύναμη, και ερωτηματική και ευχετική[18]. Καθένας από τους προσευχόμενους λέει «είθε πράγματι». Και ο Αρχίλοχος λέει: «είθε πράγματι να μπορούσα ν’ αγγίξω το χέρι τής Νεοβούλης». Λένε, επίσης, ότι και η δεύτερη συλλαβή τού «είθε» περιττεύει, όπως το «θην» τού Σώφρονα, «πράγματι ποθούσε ν’ αποκτήσει τέκνα», και το ομηρικό «θην», «θα λύσω πράγματι έτσι εγώ και το δικό σου μένος». Στο «Ει», όμως, επαρκώς δηλώνεται η ευχετική σημασία».

……….Αφού αυτά ανέπτυξε ο Νίκανδρος, ο φίλος μου ο Θέων – τον γνωρίζεις – ρώτησε τον Αμμώνιο εάν η διαλεκτική δικαιούται τον λόγο, αφού τόσο περιυβρίστηκε και κακολογήθηκε. Ο Αμμώνιος τού ζήτησε να μιλήσει και να την υπερασπιστεί. Ο Θέων είπε[19]: «ο Θεός είναι διαλεκτικότατος, και αυτό δηλώνουν πολλοί χρησμοί, αφού στον ίδιο επαφίεται να λύνει και να προκαλεί αμφιβολίες. Επιπλέον, όπως ακριβώς έλεγε ο Πλάτων, όταν δόθηκε χρησμός γιά να διπλασιαστεί ο βωμός τής Δήλου, κάτι που είναι έργο εξαιρετικών γεωμετρικών γνώσεων, ο Θεός δεν πρόσταξε αυτό ακριβώς, αλλά παρακέλευσε τους Έλληνες να μελετήσουν γεωμετρία. Έτσι, λοιπόν, ο Θεός, εκφέροντας αμφίβολους χρησμούς, αυξάνει και συστήνει την διαλεκτική ως αναγκαία γιά όσους πρόκειται ορθά να τον κατανοήσουν. Στην διαλεκτική, βέβαια, αυτός ακριβώς ο συναπτικός σύνδεσμος[20] έχει μέγιστη δύναμη, αφού σχηματίζει το λογικότατο «αξίωμα»[21]. Πώς, λοιπόν, να μην έχει τόση αξία το «συνημμένο»[22], αφού ακόμη και τα θηρία έχουν γνώση τής ύπαρξης των πραγμάτων, ενώ η φύση παρέδωσε μόνον στον άνθρωπο την θεώρηση και την κρίση τού «συνακόλουθου»[23]; Το ότι υπάρχει η «ημέρα» και το «φως», το αισθάνονται σαφώς και οι λύκοι και οι κύνες και οι όρνιθες. Το ότι «εάν είναι ημέρα, υπάρχει φως» κανείς άλλος δεν το κατανοεί, εκτός από τον άνθρωπο, αφού είναι ο μόνος που εννοεί αυτό που προηγείται και την κατάληξή του, την σημασία και την συνάρτηση αυτών μεταξύ τους, την σχέση και την διαφορά τους, από τα οποία κυρίως αρχίζουν οι «αποδείξεις»[24].

……….Επειδή, λοιπόν, η φιλοσοφία καταγίνεται με την αλήθεια, και το φως τής αλήθειας είναι η απόδειξη, και αρχή τής αλήθειας είναι το «συνημμένο», η δύναμη που το συνέχει και το κατασκευάζει αφιερώθηκε φυσικά από τους σοφούς άνδρες στον Θεό, ο οποίος κατεξοχήν έχει αγαπήσει την αλήθεια. Ο Θεός, λοιπόν, είναι μάντης, και η μαντική τέχνη[25] προβλέπει το μέλλον σε σχέση με τα παρόντα και τα παρελθόντα, αφού κανενός η γένεση δεν είναι αναίτια, ούτε η πρόγνωση άλογη. Επειδή όλα τα παρόντα έπονται των παρελθόντων, και τα μέλλοντα έπονται των παρόντων, και είναι συναρτημένα μεταξύ τους κατά την διαδοχή που από την αρχή φτάνει στο τέλος, αυτός που γνωρίζει να συνδέει μεταξύ τους τις αιτίες και να τις συμπλέκει φυσικά, γνωρίζει καλά να προλέγει «τα παρόντα και τα μέλλοντα και τα παρελθόντα», και καλώς ο Όμηρος[26] κατέταξε πρώτα τα παρόντα και έπειτα το μέλλον και το παρελθόν, αφού ο συλλογισμός αρχίζει από το παρόν, σύμφωνα με την δύναμη τού «συνημμένου», όπως «εάν υπάρχει το ένα, προηγείται το άλλο» και πάλι «εάν υπάρχει το ένα, θα γίνει το άλλο», εφόσον – όπως ακριβώς είπαμε – το τεχνικό και το λογικό προκύπτουν από την γνώση τής συνακολουθίας, ενώ η αίσθηση δίνει στον συλλογισμό την πρόταση. Άρα, ακόμη και αν ακούγεται τετριμμένο, δεν θ’ απαρνηθώ το ότι αυτός είναι ο τρίποδας λόγος τής αλήθειας, ο οποίος θέτει την ακολουθία τής κατάληξης ως προς αυτό που προηγείται, έπειτα προσλαμβάνει το υπαρκτό και οδηγεί στο συμπέρασμα τής απόδειξης.

……….Εφόσον ο Πύθιος ευχαριστιέται με την μουσική και με τις φωνές των κύκνων και με τους ήχους τής λύρας, γιατί να είναι περίεργο το ότι – λόγω φιλίας γιά την διαλεκτική – ασπάζεται αυτό το μέρος τού λόγου και το αγαπά, όταν βλέπει να το χρησιμοποιούν κατ’ εξοχήν και περισσότερο οι φιλόσοφοι; Ο Ηρακλής, λοιπόν, μη έχοντας ακόμη λύσει τον Προμηθέα και μη έχοντας συζητήσει με τους σοφιστές τού Χείρωνα και τού Άτλαντα, όντας ακόμη νέος και εντελώς Βοιωτός[27], αναιρούσε την διαλεκτική και καταγελούσε το «εάν το πρώτο, τότε το δεύτερο», και του φάνηκε καλό ν’ αποσπάσει τον τρίποδα και να έλθει σε διαμάχη με τον Θεό υπέρ τής μαντικής τέχνης. Έπειτα, με την πάροδο τού χρόνου, φαίνεται ότι και αυτός έγινε συνάμα μαντικότατος και διαλεκτικότατος».

……….Όταν έπαψε ο Θέων, ο Αθηναίος Εύστροφος νομίζω ότι ήταν εκείνος, ο οποίος μας είπε[28]: «Κοίτα, λοιπόν, πόσο πρόθυμα υπεραμύνθηκε την διαλεκτική ο Θέων! Μόνον την λεοντή που δεν φόρεσε! Έτσι κ’ εμείς[29], που όλα μαζί τα πράγματα, τις θεϊκές φύσεις και τις αρχές, αλλά και τις ανθρώπινες, τις τοποθετούμε στον αριθμό και τον παραδεχόμαστε ως κατ’ εξοχήν ηγεμόνα και κύριο των ωραίων και των τίμιων, δεν είναι φυσικό να ησυχάζουμε, αλλά ως απαρχή να προσφέρουμε στον Θεό την αγαπητή μας μαθηματική επιστήμη, θεωρώντας ότι το «Ε» – αυτό καθαυτό – δεν διαφέρει από μόνο του, μεταξύ των άλλων στοιχείων, ούτε στην δύναμη ούτε στην μορφή ούτε στην σημασία, αλλά ότι προτιμάται ως σημείο τού μεγάλου, σε σχέση με το σύμπαν, και κυρίαρχου αριθμού τής πεντάδας, από την οποία οι σοφοί το ρήμα «αριθμώ» ονόμασαν «πεμπάζω».

……….Αυτά μας έλεγε ο Εύστροφος, όχι αστειευόμενος, αλλά επειδή τότε εγώ είχα παθιαστεί με τα μαθηματικά, παρά το ότι ταχέως προτίμησα μεταξύ όλων το «μηδέν άγαν», και εισήλθα στην Ακαδημεία. Είπα, λοιπόν, ότι ο Εύστροφος κάλλιστα έλυσε την απορία μέσω τού αριθμού. «Επειδή, λοιπόν», είπα, «κάθε αριθμός κατανέμεται είτε στους άρτιους είτε στους περιττούς, ενώ η μονάδα λόγω δύναμης είναι κοινή και στις δύο ομάδες, γι’ αυτό – όταν προστίθεται – τον περιττό αριθμό κάνει άρτιο, και τον άρτιο περιττό, ενώ αρχή των άρτιων θεωρείται το δύο και των περιττών το τρία, και το πέντε γεννιέται από την μίξη μεταξύ τού δύο και τού τρία, είναι φυσικό να έχει τιμηθεί ο πρώτος αριθμός που αποτελείται από τους πρώτους αριθμούς, και να έχει ονομαστεί «γάμος», λόγω τής ομοιότητας τού άρτιου προς το θηλυκό και τού περιττού προς το αρσενικό. Πραγματικά, κατά την διαίρεση τού αριθμού σε ίσα μέρη, ο άρτιος χωρίζεται εντελώς σε δύο μέρη, αφήνοντας κάποια αρχή υποδοχής, κάτι σαν χώρο μέσα στον εαυτό του, ενώ ο περιττός παθαίνει το ίδιο, αλλά πάντοτε απομένει ένα μέρος μετά από την διαίρεση. Αληθινά, ο δεύτερος είναι και γονιμότερος τού πρώτου, και πάντοτε επικρατεί κατά την μίξη, και ουδέποτε κυριαρχείται, αφού κατά την μίξη των δύο αριθμών ουδέποτε γίνεται ένας άρτιος, αλλά πάντοτε ένας περιττός. Καθένας τους επιδεικνύει την διαφορά ακόμη περισσότερο, όταν προστίθεται ο ίδιος στον εαυτό του, γιατί κανένας άρτιος, όταν προστίθεται σε άρτιο, δεν παρέχει περιττό, ούτε ξεφεύγει από την οικεία φύση του, αφού – λόγω ασθενείας – δεν γεννά άλλον και είναι ατελής. Όταν, όμως, οι περιττοί αναμιγνύονται με περιττούς, γεννούν πολλούς άρτιους, όντας πάντοτε γόνιμοι.

……….Ωστόσο, τις άλλες δυνάμεις και διαφορές των αριθμών δεν θα τις εκθέσουμε διεξοδικά αυτή την στιγμή. Αφού, λοιπόν, το πέντε γεννιέται από την συνεύρεση τού πρώτου αρσενικού και τού πρώτου θηλυκού αριθμού, οι Πυθαγόρειοι το ονόμασαν «γάμο». Ενίοτε το πέντε λέγεται και «φύση» επειδή, όταν πολλαπλασιάζεται με τον εαυτό του, το γινόμενο τελειώνει πάλι στον εαυτό του, όπως κάνει η φύση, όταν λαμβάνει το σιτάρι σε σπόρο, το υποδέχεται και αναφύει πολλά σχήματα και είδη, μέσω των οποίων εκτελεί το έργο της, αναδεικνύοντας απ’ όλα το σιτάρι, αφού κατά το τέλος τής διαδικασίας αποδίδει την αρχή. Έτσι, λοιπόν, ενώ οι λοιποί αριθμοί, όταν πολλαπλασιαστούν με τον εαυτό τους, κατά την αύξηση τελειώνουν σε άλλους αριθμούς, μόνον ο πέντε και ο έξι, όταν γίνουν τόσες φορές μεγαλύτεροι, όσες εκφράζει ο εαυτός τους, ξαναεμφανίζουν και διασώζουν τον εαυτό τους. Έξι φορές το έξι δίνει τρανταέξι, και πέντε φορές το πέντε δίνει εικοσιπέντε. Και πάλι, όμως, ο έξι το κάνει μόνον μία φορά και με μόνον έναν τρόπο, όταν υψώνεται στο τετράγωνο, ενώ στην πεντάδα αυτό συμβαίνει, βέβαια, κατά τον πολλαπλασιασμό, αλλά ιδίως κατά την πρόσθεση στον εαυτό της, όταν γεννά εναλλάξ ή τον εαυτό της ή την δεκάδα, κάτι που γίνεται επ’ άπειρον, αφού αυτός ο αριθμός είναι απομίμηση τής αρχής που διακοσμεί το σύμπαν. Όπως, λοιπόν, αυτή η αρχή, εναλλάσσοντας τον εαυτό της με τον κόσμο, και τον κόσμο με τον εαυτό της, φτάνει στον σκοπό της, και κατά τον Ηράκλειτο «τα πάντα είναι μεταβολές τού πυρός, και το πυρ μεταβολή των πάντων, όπως ακριβώς τα χρήματα είναι μεταβολή τού χρυσού, και ο χρυσός μεταβολή των χρημάτων», έτσι και η συνένωση τής πεντάδας με τον εαυτό της εκ φύσεως δεν γεννά ούτε κάτι ατελές ούτε κάτι αλλότριο, αλλά έχει καθορισμένες μεταβολές, αφού γεννά ή τον εαυτό της ή την δεκάδα, δηλαδή ή το οικείο ή το τέλειο.

……….Εάν, λοιπόν, κάποιος ρωτήσει πώς αυτά σχετίζονται με τον Απόλλωνα, θα πούμε ότι όχι μόνον με τον Απόλλωνα, αλλά και με τον Διόνυσο, ο οποίος δεν μετέχει στους Δελφούς λιγότερο από τον Απόλλωνα. Ακούμε, ωστόσο, τους θεολόγους άλλα να τα λένε και να τα υμνούν με ποιήματα, και άλλα με πεζό λόγο, δηλαδή ότι ο Θεός εκ φύσεως είναι άφθαρτος και αΐδιος, αλλά εξαιτίας κάποιας σκόπιμης ειμαρμένης και κάποιας λογικής μεταβάλλει τον εαυτό του και άλλοτε ανάβει την φύση του ως πυρ, εξομοιώνοντας τα πάντα με τα πάντα, άλλοτε διαφοροποιείται σε κάθε είδους μορφές και πάθη και δυνάμεις, όπως γίνεται τώρα, που ονομάζεται με το πιό γνωστό όνομα: Κόσμος[30].

……….Αποκρυπτόμενοι από τους άλλους, οι σοφότεροι αποκαλούν Απόλλωνα[31] την μεταβολή σε πυρ, λόγω τής μονάδας, και Φοίβο[32], λόγω των καθαρών και αμίαντων χαρακτηριστικών του, ενώ σχετικά με την μετατροπή και διαμόρφωσή του σε ανέμους και ύδωρ και γη και άστρα και γενέσεις φυτών και ζώων, υπαινίσσονται με διασπάσεις και διαμελισμούς τα πάθη και τις μεταβολές του, τον ονομάζουν Διόνυσο και Ζαγρέα και Νυκτέλιο και Ισοδαίτη, και καταλήγουν σε κάποιες φθορές και αφανισμούς, έπειτα σε αναβιώσεις και παλιγγενεσίες, που αποτελούν υπαινιγμούς και μυθεύματα οικεία προς τις προειρημένες μεταβολές. Στον έναν ψάλλουν διθυραμβικά μέλη, γεμάτα από πάθη και μεταβολές, που σχετίζονται με περιπλανήσεις και διασκορπισμούς. Ο Αισχύλος λέει ότι «ο βοερός διθύραμβος ταιριάζει να συνοδεύει τον Διόνυσο στους εορτασμούς». Στον άλλον ψάλλουν τον παιάνα, που είναι τακτικό και σώφρον καλλιτέχνημα. Στην ζωγραφική και στις πλαστικές τέχνες αναπαριστάνουν τον έναν παντοτινά αγέραστο και νέο, ενώ τον άλλον πολυειδή και πολύμορφο. Γενικά, λοιπόν, αποδίδουν στον έναν ομοιομορφία και τάξη και άκρατη σοβαρότητα, ενώ στον άλλον αποδίδουν ανωμαλία ανάμικτη με κάποια παιδιαρίσματα και με αυθάδεια και με μανία, και τον αποκαλούν «εύιο Διόνυσο, που εξάπτει τις γυναίκες και που χαίρεται όταν τού αποδίδουν μαινόμενες τιμές», συμπεριλαμβάνοντας επιτυχώς το οικείο χαρακτηριστικό κάθε μεταβολής. Επειδή, λοιπόν, οι χρονικές περίοδοι των μεταβολών δεν είναι ίσες, αλλά ο χρόνος τής μίας μεταβολής – την οποία αποκαλούν «κορεσμό» – είναι μεγαλύτερος, ενώ ο χρόνος τής «χρησμοσύνης»[33] είναι μικρότερος, τηρούν εδώ την αναλογία και χρησιμοποιούν τον παιάνα στις θυσίες, κατά την διάρκεια τού υπόλοιπου ενιαυτού, ενώ όταν αρχίζει ο χειμώνας, αφυπνίζουν τον διθύραμβο και παύουν τον παιάνα, και επί τρεις μήνες επικαλούνται αυτόν[34] αντί γιά εκείνον[35] τον Θεό. Άρα, τρία προς εννέα. Αυτή είναι η αναλογία μεταξύ τού χρόνου διάταξης και τού χρόνου εκπύρωσης τού σύμπαντος.

……….Αυτά, όμως, πήραν περισσότερο μάκρος, απ’ ότι θα ήταν αρκετό. Είναι πρόδηλο ότι συνδέουν με αυτόν την πεντάδα: την μία φορά αναπαράγει τον εαυτό της, όπως το πυρ, και την άλλη από τον εαυτό της παράγει την δεκάδα, όπως τον κόσμο. Μήπως δεν θεωρούμε ότι και η κατ’ εξοχήν ευχάριστη γιά τον Θεό μουσική μετέχει σ’ αυτόν τον αριθμό; Το κυριότερο έργο τής αρμονικής – όπως συνήθως λέγεται – είναι γύρω από τις συμφωνίες. Αυτές είναι πέντε, και όχι περισσότερες, κάτι που αποδεικνύει ο λόγος σε όποιον επιθυμεί να τις ανακαλύψει – με την αίσθηση[36], και όχι με την λογική – στις χορδές και στις τρύπες των μουσικών οργάνων. Όλες γεννιούνται από τις αριθμητικές αναλογίες. Η αναλογία τής διά τεσσάρων είναι επίτριτος, τής διά πέντε είναι ημιόλιος, τής διά πασών είναι διπλάσια, τής διά πασών και διά πέντε είναι τριπλάσια, και τετραπλάσια είναι τής δις διά πασών. Εκείνη η συνήχηση, που ονομάζεται διά πασών και διά τεσσάρων, και επιπρόσθετη εισάγεται από τους γνώστες τής αρμονίας, και βγαίνει έξω από το μέτρο, δεν αξίζει να γίνεται αποδεκτή, επειδή θυσιάζει τον λόγο[37] στην άλογη ευχαρίστηση τής ακοής, την οποία εκλαμβάνει ως νόμο.

……….Γιά ν’ αφήσω, λοιπόν, τις πέντε θέσεις των τετράχορδων και τους πέντε πρώτους τόνους ή τρόπους ή αρμονίες, όπως και αν πρέπει να ονομάζονται, στων οποίων την επίταση ή ύφεση – ανάλογα με την μεγαλύτερη ή την μικρότερη μετατροπή τους – οφείλονται οι λοιποί βαρύτεροι και οξύτεροι φθόγγοι, μήπως δεν αληθεύει το ότι στην μελωδία, ενώ τα διαστήματα είναι πολλά ή, μάλλον, άπειρα, χρησιμοποιούνται μόνον πέντε, η δίεση και το ημιτόνιο και ο τόνος και το τριημιτόνιο και το δίτονο, και κανένα άλλο, ούτε μικρότερο ούτε μεγαλύτερο διάστημα, δεν δύναται ν’ αποδοθεί στους φθόγγους, αφού δεν υπάρχει άλλος μελωδικός τόπος μεταξύ τού οξέως και τού βαρέως;

……….Αντιπαρερχόμενος πολλά άλλα, παρόμοια», είπα, «θα επικαλεστώ τον Πλάτωνα[38], που έλεγε ότι ο κόσμος είναι ένας και – εάν πέρ’ απ’ αυτόν υπάρχουν και άλλοι, και αυτός δεν είναι ο μόνος – όλοι μαζί είναι πέντε[39] και όχι περισσότεροι. Επιπλέον, αν αυτός ο κόσμος είναι ένας και μονογενής, όπως πιστεύει και ο Αριστοτέλης, κατά κάποιον τρόπο και αυτός έχει συντεθεί και συναρμοστεί από πέντε κόσμους, από τους οποίους ο πρώτος είναι τής γης, ο δεύτερος τού ύδατος, ο τρίτος τού αέρα, ο τέταρτος τού πυρός, και ο πέμπτος είναι ο ουρανός, τον οποίον άλλοι αποκαλούν φως και άλλοι αιθέρα, ενώ άλλοι αποκαλούν αυτόν τον ίδιο πέμπτη ουσία, την μόνη από τα σώματα που περιφέρεται κυκλικά εκ φύσεως, και όχι εξ ανάγκης ούτε εξ αιτίας άλλης σύμπτωσης. Γι’ αυτό, λοιπόν, κατανοώντας τα πέντε ωραιότερα και τελειότερα σχήματα τής φύσης[40] – την πυραμίδα και τον κύβο και το οκτάεδρο και το εικοσάεδρο και το δωδεκάεδρο – απένειμε στο κάθε στοιχείο το ανάλογο σχήμα.

……….Υπάρχουν κ’ εκείνοι που συνδέουν τις ισάριθμες δυνάμεις των αισθήσεων μ’ εκείνα τα πρώτα στοιχεία, βλέποντας ότι η αφή ανθίσταται και ομοιάζει με την γη, η γεύση αντιλαμβάνεται τις ποιότητες των γευστών μέσω τής υγρότητας, ο αέρας πλήττεται και γίνεται φωνή και ήχος γιά την ακοή, η οσμή – από τις δύο υπόλοιπες – που ανήκει στην όσφρηση, είναι αναθυμίαση και γεννιέται μέσω τής θερμότητας και ομοιάζει με το πυρ, ενώ η όραση λάμπει διαπεραστικά λόγω τής συγγένειάς της με τον αιθέρα και το φως, οπότε προκύπτει ομοιοπαθής κράση και σύμπηξη αυτών των δύο. Άλλη αίσθηση δεν έχει το ζωντανό ον, ούτε άλλη φύση απλή και αμιγή ο κόσμος, αλλά – όπως φαίνεται – έγινε μία θαυμαστή διανομή και αντιστοίχιση μεταξύ των πέντε αισθήσεων και των πέντε στοιχείων».

……….Αφού σταμάτησα γιά λίγο και σώπασα, είπα: «τι έχουμε πάθει, Εύστροφε, που παρά λίγο να ξεχάσουμε τον Όμηρο, σαν να μην ήταν ο πρώτος που κατένειμε τον κόσμο σε πέντε μέρη! Ο ίδιος απέδωσε σε τρεις Θεούς τα τρία ενδιάμεσα μέρη, ενώ τις δύο άκρες – τον Όλυμπο και την Γη, από τις οποίες ο ένας είναι το ανώτερο και η άλλη το κατώτερο όριο – τις άφησε κοινές και ακατανέμητες. «Ας επανέλθουμε, όμως, στον λόγο μας», όπως λέει ο Ευριπίδης.

……….Όσοι[41] θεώρησαν σπουδαία την τετράδα, ορθά διδάσκουν ότι κάθε σώμα γεννήθηκε κατά την δική της αναλογία. Επειδή, λοιπόν, κάθε στερεό υπάρχει σε μήκος και πλάτος που έλαβαν βάθος, και τού μήκους προϋφίσταται το σημείο, το οποίο εκλαμβάνεται ως μονάδα, ενώ μήκος είναι η χωρίς πλάτος γραμμή, η οποία είναι δυάδα, και η κατά το πλάτος κίνηση μιάς γραμμής γεννά την επιφάνεια, κατ’ αναλογία προς την τριάδα, ενώ με την πρόσθεση βάθους σ’ αυτά επέρχεται η αύξησή τους σε στερεό σώμα, διά μέσου τεσσάρων μεγεθών, τότε είναι πρόδηλο σε όλους ότι έως εδώ η τετράδα προάγει την φύση, μέχρι να ολοκληρώσει το σώμα και να τού παράσχει απτό όγκο, ο οποίος αντιστέκεται στην πίεση, ενώ έπειτα το εγκαταλείπει χωρίς να τού δώσει το μέγιστο όλων, επειδή το άψυχο σώμα – με λίγα λόγια – είναι ορφανό και ατελές και ακατάλληλο γιά οτιδήποτε, εάν δεν το χρησιμοποιεί η ψυχή. Η κίνηση ή διάθεση, όμως, που του εμβάλλει την ψυχή μέσω τής μεταβολής και κατ’ αναλογία προς το πέντε, αποδίδει τελειότητα στην φύση και είναι τόσο σημαντικότερη από την αναλογία τής τετράδας, όσο διαφέρει στην τιμή το ζωντανό από το άψυχο. Επιπλέον, όταν η συμμετρία και η δύναμη των πέντε ενισχύθηκε περισσότερο, δεν άφησε τα έμψυχα να εξελιχθούν σε άπειρα γένη, αλλά παρέσχε πέντε μορφές γιά όλα τα ζωντανά. Υπάρχουν, λοιπόν, Θεοί και δαίμονες και ήρωες, έπειτα – μετά από αυτούς, τέταρτο – το ανθρώπινο γένος, ενώ έσχατο και πέμπτο το άλογο και θηριώδες γένος[42].

……….Προσέτι, εάν διαιρέσεις την ίδια την ψυχή κατά την φύση της, το πρώτο και σκοτεινότερο μέρος της είναι το θρεπτικό, το δεύτερο είναι το αισθητικό, έπειτα το επιθυμητικό, και μετά από αυτό είναι το θυμοειδές. Φτάνοντας, τελικά, στην λογιστική δυνατότητα, η φύση της τελειοποιείται και καταπαύεται στο πέμπτο μέρος της, σαν να ήταν το όριο. Αφού ο αριθμός, λοιπόν, έχει τέτοιας ποσότητας και ποιότητας δυνάμεις, τότε και η γένεση είναι όμορφη, όχι εκείνη που ήδη συζητήσαμε, από την δυάδα και την τριάδα, αλλά αυτή που προέκυψε από την ένωση τής αρχής με το πρώτο τετράγωνο, επειδή αρχή κάθε αριθμού είναι η μονάδα, και πρώτος τετράγωνος αριθμός είναι η τετράδα, ενώ από αυτά προκύπτει η πεντάδα, όπως ακριβώς από μορφή και ύλη πεπερασμένη. Εάν, πάλι, μερικοί ορθά θεωρούν ως τετράγωνο και την μονάδα, αφού είναι δύναμη τού εαυτού της που τελειώνει στον εαυτό της, τότε η πεντάδα – που έχει γεννηθεί από τα δύο πρώτα τετράγωνα – δεν παύει να είναι κατ’ εξοχήν ευγενής».

……….Συνέχισα λέγοντας ότι «το σημαντικότερο, όμως, που – αν το πω – φοβάμαι ότι θα στενοχωρήσω τον Πλάτωνά μας, όπως ο ίδιος έλεγε ότι ο Αναξαγόρας[43] στενοχωριόταν ακούγοντας την λέξη «σελήνη», είναι ότι ο δεύτερος ιδιοποιήθηκε μία παμπάλαια δοξασία σχετικά με το φως τής σελήνης. Αλήθεια, αυτά δεν έχει πει ο Πλάτων στον «Κρατύλο» του;». «Βεβαιότατα», είπε ο Εύστροφος, «αλλά δεν βλέπω πού υπάρχει ομοιότητα». «Παρ’ όλ’ αυτά γνωρίζεις, βέβαια, ότι στον «Σοφιστή» αποδεικνύει ότι πέντε είναι οι κυριώτατες αρχές: το ον, η ταυτότητα, η ετερότητα, τέταρτη – μετά από αυτές – η κίνηση, και πέμπτη η στάση. Στον «Φίληβο», πάλι, χρησιμοποιεί άλλον τρόπο διαίρεσης, λέγοντας ότι ένα είναι το άπειρο, άλλο είναι το πέρας, και από την ανάμιξη αυτών συνίσταται κάθε γένεση. Την αιτία, από την οποία αναμιγνύονται, την θέτει ως τέταρτο γένος, και ως πέμπτο – όπως μάς αφήνει να υπονοήσουμε – θεωρεί εκείνο, μέσω τού οποίου πάλι διακρίνονται και διαχωρίζονται τ’ αναμιγμένα. Συμπεραίνω, λοιπόν, ότι αυτά είναι κάτι σαν εικόνες[44] εκείνων: τού όντος είναι το γινόμενο, τής κίνησης είναι το άπειρο, τής στάσης είναι το πέρας, τής ταυτότητας είναι η αρχή που αναμιγνύει, και τής ετερότητας είναι η αρχή που διακρίνει. Εάν, όμως, αυτές οι διαιρέσεις είναι διαφορετικές, είτε έτσι είτε αλλιώς θέτει πέντε γένη και διαφορές.

……….Αυτά λέει και κάποιος που τα αντιλήφθηκε πριν από τον Πλάτωνα και αφιέρωσε στον Θεό δύο «Ε»[45], ως δήλωση και σύμβολο τού αριθμού τού σύμπαντος. Κατανοώντας, ωστόσο, ότι και το αγαθό εμφανίζεται με πέντε γένη – από τα οποία το πρώτο είναι το μέτριο, το δεύτερο είναι το σύμμετρο, το τρίτο είναι ο νους, το τέταρτο είναι οι επιστήμες και οι τέχνες και οι αληθινές δοξασίες γιά την ψυχή, ενώ το πέμπτο είναι όποια ηδονή υπάρχει ως καθαρή και χωρίς την πρόσμιξη λύπης – καταλήγει εδώ προσθέτοντας έναν ορφικό στίχο: «στην έκτη γενιά καταπαύστε την οδό τής ωδής».

……….«Πέρ’ από τούτα που σας είπα», συνέχισα, «θα τραγουδήσω κάτι σύντομο γιά τους συνετούς», γιά τον Νίκανδρο και τους δικούς του. Κατά την έκτη μέρα κάθε νέου μήνα, όταν κατεβάζεις την Πυθία στο πρυτανείο, κάνετε μεταξύ σας την πρώτη από τις τρεις κληρώσεις, με πέντε ψήφους, όπου εκείνη ρίχνει τις τρεις κ’ εσύ τις δύο. Ή μήπως δεν είναι έτσι;».

……….«Έτσι είναι», είπε ο Νίκανδρος, «αλλά η αιτία είναι άρρητη[46] προς τους άλλους». «Άρα, λοιπόν», είπα εγώ μειδιώντας, «μέχρι να λάβουμε το ιερό χρίσμα και να μας παράσχει ο Θεός την γνώση τής αλήθειας, ας προστεθεί και τούτο σε όσα λέγονται γιά την πεντάδα». Έτσι περατώθηκε, απ’ όσο θυμάμαι, ο λόγος γιά τ’ αριθμητικά και μαθηματικά εγκώμια τού «Ει».

……….Ο Αμμώνιος, επειδή ούτε αυτός θεωρούσε τα μαθηματικά ως το πιό ασήμαντο μέρος τής φιλοσοφίας, ευχαριστήθηκε από τα λεγόμενα και είπε ότι «δεν αξίζει σε τούτα τα θέματα να προβάλλει κάποιος ακριβέστατες αντιρρήσεις προς τους νέους, εκτός τού ότι ο αριθμός θα προσφέρει σε όσους το επιθυμούν αρκετές αφορμές γιά να τον επαινέσουν και να τον υμνήσουν. Και τι πρέπει να πούμε γιά τους άλλους; Η ιερή επτάδα τού Απόλλωνα θ’ αναλώσει την ημέρα μας πριν κατορθώσουμε να κάνουμε λόγο γιά όλες τις δυνάμεις της. Έπειτα, θ’ αποδείξουμε ότι οι σοφοί άνδρες «πολεμούν» τα κοινά νενομισμένα και συνάμα «τον πολύ χρόνο», εξωθώντας την επτάδα από την πρωτοκαθεδρία και αφιερώνοντας στον Θεό την πεντάδα, σαν να του ήταν περισσότερο ταιριαστή;

………Ούτε αριθμό, λοιπόν, ούτε τάξη ούτε σύνδεσμο ούτε κάτι άλλο από τα ελλιπή μόρια θεωρώ ότι σημαίνει αυτό το γράμμα, αλλά ότι είναι αυτοτελής προσαγόρευση και προσφώνηση τού Θεού, η οποία – κατά την ρήση της – καθιστά αυτόν που την προφέρει ικανό να εννοήσει την δύναμη τού Θεού.

……….Ο Θεός απευθύνει σαν ασπασμό, προς τον καθένα από εμάς που ερχόμαστε εδώ, το «γνώθι σαυτόν», που δεν είναι καθόλου κατώτερο από το «χαίρε»[47]. Εμείς, πάλι, αντιχαιρετώντας τον Θεό λέμε «Ει»[48], αποδίδοντάς του την προσαγόρευση τού «είναι», ως αληθή και αψευδή και την μόνη που ταιριάζει μόνον σ’ αυτόν.

……….Εμείς, λοιπόν, όντως δεν μετέχουμε καθόλου στο «είναι»[49], αλλά κάθε θνητή φύση υπάρχει μεταξύ γενέσεως και φθοράς, και παρέχει φαντασματική και αμυδρή και αβέβαιη εντύπωση τού εαυτού της. Αν, πάλι, θελήσεις να βάλεις όλη την διανοητική δύναμή σου γιά να την συλλάβεις, τότε, όπως ακριβώς το σφοδρό άδραγμα τού ύδατος οδηγεί στην διαρροή και απώλεια τού αδραγμένου, λόγω τής πίεσης και τής σύσφιξης τής παλάμης, έτσι και ο λόγος σφάλλει, όταν επιδιώκει την υπερβολική ενάργεια ως προς τα παθητά και μεταβλητά καθενός όντος, παρατηρώντας άλλοτε το γινόμενο και άλλοτε το φθειρόμενο ον, και μη δυνάμενος να συλλάβει κάτι σταθερό ή όντως ον.

……….Κατά τον Ηράκλειτο, «δεν είναι δυνατόν να μπεις δύο φορές στον ίδιο ποταμό», ούτε την θνητή ουσία ν’ αγγίξεις δύο φορές στην ίδια κατάσταση, αλλά με την οξύτητα και την ταχύτητα τής μεταβολής «σκορπίζεται και πάλι συνάγεται» ή – μάλλον – ούτε πάλι ούτε ύστερα, αλλά συνάμα συντίθεται και διαλύεται, «προσέρχεται και απέρχεται», άρα ούτε το γινόμενό της περαίνει στο «είναι», αφού η γένεση μηδέποτε λήγει ή υφίσταται, ενώ από το σπέρμα, με συνεχείς μεταβολές, κατασκευάζει το έμβρυο, έπειτα το βρέφος, έπειτα το παιδί, στην συνέχεια τον έφηβο και τον νεαρό, έπειτα τον άνδρα και τον ηλικιωμένο και τον γέροντα, φθείροντας τις πρώτες γενέσεις και ηλικίες διά μέσου των επιγινομένων. Εμείς, όμως, φοβόμαστε έναν θάνατο – είναι αστείο – ενώ ήδη έχουμε πεθάνει και πεθαίνουμε πολλές φορές.

……….Όχι μόνον, όπως έλεγε ο Ηράκλειτος, «ο θάνατος τού πυρός είναι γένεση τού αέρα, και ο θάνατος τού αέρα είναι γένεση τού ύδατος», αλλά ακόμη σαφέστερα σ’ εμάς τους ίδιους φθείρεται αυτός που ακμάζει και γίνεται γέροντας, και το παιδί γίνεται νέος, και το νήπιο γίνεται παιδί. Ο χθεσινός πέθανε μέσα στον σημερινό, και ο σημερινός πεθαίνει μέσα στον αυριανό, ενώ δεν παραμένει κανείς, ούτε είναι ένας, αλλά πολλοί γινόμαστε, καθώς η ύλη περιστρέφεται διολισθαίνοντας γύρω από ένα φάντασμα και κοινό εκμαγείο. Έπειτα, πώς γίνεται να παραμένουμε οι ίδιοι, αφού τώρα χαιρόμαστε με άλλα πράγματα, πρωτύτερα με άλλα, ενώ αγαπούμε και μισούμε και θαυμάζουμε και ψέγουμε τ’ αντίθετα, χρησιμοποιούμε άλλους λόγους, πάσχουμε άλλα πάθη, μη έχοντας πιά ούτε την ίδια εμφάνιση ούτε την ίδια μορφή ούτε την ίδια διάνοια;

……….Ούτε χωρίς μεταβολή, λοιπόν, είναι φυσικό να παθαίνουμε άλλα πράγματα, ούτε μεταβαλλόμενοι να είμαστε οι ίδιοι. Εάν, όμως, κάποιος δεν είναι ο ίδιος, τότε ούτε καν «είναι», αλλά μεταβάλλει το ίδιο το «είναι», καθώς γίνεται άλλος από άλλον. Η αίσθηση ψεύδεται αγνοώντας ότι το φαινόμενο δεν είναι ον. Τι, λοιπόν, είναι όντως ον; Το αΐδιο και αγένητο και άφθαρτο, στο οποίο κανείς χρόνος δεν επιφέρει μεταβολή, επειδή ο χρόνος είναι κάτι κινητό, που εμφανίζεται μαζί με την κινούμενη ύλη και πάντοτε ρέει και δεν είναι στεγανός, όπως ακριβώς ένα αγγείο φθοράς και γένεσης, όπου λέγεται το «έπειτα» και το «πρωτύτερα» και το «θα είναι» και το «έχει γίνει», ομολογώντας από μόνες τους το μη ον[50]. Είναι, λοιπόν, ανόητο και άτοπο να λέγεται ότι «είναι» αυτό που ακόμη δεν έφτασε στο «είναι» ή που ήδη έπαψε να «είναι».

……….Εκείνο, μάλιστα, στο οποίο στηρίζουμε την νόησή μας γιά τον χρόνο – και λέμε «είναι υπαρκτό», «είναι παρόν», «τώρα» – όταν ο λόγος το επικαλύψει υπερβολικά, το αφανίζει, γιατί αυτό εκθλίβεται προς το μέλλον και προς το παρελθόν, και αναγκαστικά διαχωρίζεται, όπως ακριβώς η αυγή στα μάτια όσων θέλουν να την δουν. Εάν, λοιπόν, η μετρούμενη φύση παθαίνει τα ίδια με αυτό που την μετρά, τίποτε δικό της δεν παραμένει και τίποτε δεν είναι ον, αλλά τα πάντα γίνονται και φθείρονται ανάλογα προς την συμμετοχή τους στον χρόνο. Άρα, δεν είναι φρόνιμο να λέμε γιά το ον ότι ήταν ή ότι θα είναι, γιατί αυτά είναι κάποιες αποκλίσεις και παραλλαγές αυτού που εκ φύσεως δεν παραμένει στο «είναι».

……….Όμως ο Θεός «είναι» – και πρέπει να χρησιμοποιούμε το «Ει» – και «είναι» ανεξάρτητα από τον χρόνο, «είναι» στην ακίνητη και άχρονη και απαρέγκλιτη αιωνιότητα, και δεν υπάρχει τίποτε προγενέστερο ή μεταγενέστερο αυτού, ούτε μελλοντικό ούτε παρελθοντικό ούτε παλαιότερο ούτε νεώτερο, αλλά είναι ένας, και με ένα «τώρα» γεμίζει το «πάντοτε», και μοναδικό όντως ον είναι όποιο με αυτόν τον τρόπο «είναι», αφού ούτε έγινε ούτε θα γίνει ούτε άρχισε ούτε θα πάψει. Έτσι, λοιπόν, σεβόμενοι τον Θεό πρέπει να τον χαιρετούμε και να τον προσαγορεύουμε, «Ει», και – μα τον Δία, όπως έλεγαν μερικοί παλαιότεροι – «Ει εν»[51], γιατί το Θείο δεν είναι πολλά, όπως καθένας από εμάς είναι άθροισμα μυρίων διαφορών, οι οποίες προκύπτουν από πάθη, άθροισμα πολυποίκιλο και ανάμιξη πλήθους συγκεντρωμένων στοιχείων.

……….Το ον, λοιπόν, πρέπει να είναι ένα, όπως ακριβώς το ένα είναι ον, ενώ η ετερότητα – που προκύπτει από την διαφοροποίηση τού όντος – εκπίπτει στην γένεση τού μη όντος, άρα καλώς έχει ο Θεός και το πρώτο και το δεύτερο και το τρίτο όνομα. Απόλλων: επειδή είναι σαν να αρνείται τα πολλά και ν’ αποφάσκει το πλήθος. Ιήιος[52]: επειδή είναι ένας και μόνος. Φοίβος: επειδή έτσι οι παλαιότεροι ονόμαζαν καθετί καθαρό και αγνό. Οι Θεσσαλοί, νομίζω, μέχρι και σήμερα λένε ότι «φοιβονομούνται» οι ιερείς που κατά τις αποφράδες ημέρες παραμένουν απομονωμένοι εκτός τού ναού. Το ένα είναι αμιγές και καθαρό. Ο μιασμός προκύπτει από την μίξη ενός πράγματος μ’ ένα άλλο. Έως και ο Όμηρος λέει κάπου ότι «έχει μιανθεί το ελεφαντοστό» που βάφηκε κόκκινο. Αλλά και οι βαφείς ονομάζουν «φθορά» την μίξη των χρωμάτων, τα οποία «φθείρονται» όταν αναμιγνύονται. Άρα, λοιπόν, στο άφθαρτο και καθαρό ταιριάζει πάντοτε να είναι ένα και αμιγές.

……….Εκείνους, πάλι, που θεωρούν ότι ο Απόλλων ταυτίζεται με τον ήλιο, αξίζει να τους χαιρετούμε και να τους αγαπούμε γιά την καλή σκέψη τους, αφού τοποθετούν την ιδέα τού Θεού σ’ αυτό που κατ’ εξοχήν τιμούν, απ’ όσα γνωρίζουν και ποθούν. Τώρα, όμως, ας τους ξυπνήσουμε – σαν να ονειροπολούν τον Θεό στο πιό όμορφο ενύπνιό τους – και ας τους προσκαλέσουμε να προαχθούν πιό ψηλά και να θεαθούν την πραγματικότητα και την ουσία του, αλλά και να τιμούν αυτήν εδώ την εικόνα του και να σέβονται την γονιμότητά της, όσο είναι κατορθωτό γιά ένα αισθητό ως προς ένα νοητό, και γιά ένα κινητό ως προς ένα σταθερό, αφού αυτή η εικόνα διαλάμπει, κατά κάποιο τρόπο, φαινόμενα και είδωλα τής ευμένειας και τής μακαριότητας τού Θεού.

……….Όσα, όμως, λέγονται γιά τις εκστάσεις τού Θεού και τις μεταβολές του – όταν δήθεν αναλύεται σε πυρ μαζί με τα πάντα και μετά πάλι συμπιέζεται και συμπυκνώνεται σε γη και θάλασσα και ανέμους και ζώα και σε δεινοπαθήματα ζώων και φυτών – δεν είναι σωστό ούτε να τ’ ακούει κανείς. Αλλιώς ο Θεός θα ήταν πιό ασήμαντος από το παιδί, που περιγράφει ο ποιητής[53], και θα έπαιζε το παιχνίδι τού παιδιού, συγκεντρώνοντας και πάλι διαχέοντας την άμμο, και το ίδιο παιχνίδι θα εφάρμοζε πάντοτε στο σύμπαν, πλάθοντας τον ανύπαρκτο κόσμο, ώστε να τον διαλύσει, αφού γίνει. Αντιθέτως, οτιδήποτε Θείο εμπεριέχεται κατά οποιονδήποτε τρόπο μέσα στον κόσμο, αυτό είναι που συνδέει την ουσία και επικρατεί επάνω στην ασθένεια τού σωματικού, η οποία τείνει προς την φθορά. Μάλιστα μού φαίνεται ότι η ρήση «Ει», την οποία λέμε προς τον Θεό, αντιτάσσεται προς αυτή την άποψη και μαρτυρεί ότι στον Θεό ουδέποτε γίνεται έκσταση και μεταβολή, αλλά τούτο ταιριάζει να το κάνει και να το παθαίνει κάποιος άλλος Θεός – ή, μάλλον, δαίμονας[54] – ταγμένος στην εποπτεία τής φύσης, η οποία φθείρεται και γίνεται. Αυτό είναι απ’ ευθείας πρόδηλο στα ονόματα, τα οποία φαίνονται να είναι ενάντια και αντίφωνα μεταξύ τους, αφού ο ένας λέγεται Απόλλων και ο άλλος Πλούτων, ο ένας Δήλιος και ο άλλος Αϊδωνεύς[55], ο ένας Φοίβος και ο άλλος Σκότιος, ενώ στον έναν παραστέκονται οι Μούσες και η Μνημοσύνη, και στον άλλον η Λήθη και η Σιωπή, ο ένας είναι Θώριος και Φαναίος, και ο άλλος «κυρίαρχος τής σκοτεινής Νύχτας και τού ράθυμου Ύπνου», ο ένας είναι «γιά τους θνητούς ο πιό μισητός, μεταξύ όλων των Θεών», και γιά τον άλλον ωραία έχει πει ο Πίνδαρος ότι «έχει οριστικά κριθεί ως ο πιό προσηνής γιά τους θνητούς». Εύλογα είπε, λοιπόν, ο Ευριπίδης: «γιά φθαρμένους νεκρούς σπονδές και μοιρολόγια, που ο χρυσομάλλης Απόλλων δεν τα δέχεται». Και ακόμη πρωτύτερα απ’ αυτόν είπε ο Στησίχορος: «πιό πολύ τους χορούς και τα παιχνίδια και τα τραγούδια αγαπά ο Απόλλων, ενώ στον Άδη έλαχαν οι θλίψεις και οι στεναγμοί».

……….Ο Σοφοκλής, επίσης, είναι πρόδηλο ότι σε καθέναν τους απονέμει διαφορετικό μουσικό όργανο, όταν λέει: «ούτε στην νάβλα[56] ούτε στην λύρα είναι αγαπητοί οι θρήνοι». Επιπλέον, ο αυλός μόλις τώρα τελευταία τόλμησε να ηχήσει «γιά τα ευχάριστα». Κατά τους παλαιότερους χρόνους συνδεόταν με τα πένθη, κ’ εκείνη η λειτουργία του ούτε τον τιμούσε ούτε τον φαίδρυνε ιδιαιτέρως. Έπειτα, όμως, τα πάντα αναμίχθηκαν με τα πάντα. Συγχέοντας, μάλιστα, τα Θεία με τα δαιμόνια πράγματα, οι άνθρωποι περιήλθαν σε ταραχή[57].

……….Το «γνώθι σαυτόν», ωστόσο, φαίνεται ότι κατά κάποιον τρόπο αντίκειται στο «Ει», αλλά και κατά κάποιον τρόπο, πάλι, συνάδει μ’ αυτό, γιατί το δεύτερο είναι αναφώνηση έκπληξης και σεβασμού προς τον Θεό, δηλαδή ότι αυτός «είναι» διά παντός, ενώ το πρώτο είναι υπόμνηση προς τον θνητό τής φύσης και τής αδυναμίας του».

*   *   *
*   *
*   *   *

 .

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Α΄

.

Πλάτων

.

……….Γιός τού Αρίστωνα και τής Περικτιόνης, γόνος μίας από τις λαμπρότερες και επιφανέστερες αθηναϊκές οικογένειες, τής οποίας μακρινοί πρόγονοι υπήρξαν ο βασιλιάς Κόδρος και ο νομοθέτης Σόλων. Γεννήθηκε κατά το τέταρτο έτος τής 87ης  ή το πρώτο έτος τής 88ης Ολυμπιάδας και έλαβε αξιοζήλευτη και λίαν φροντισμένη παιδεία.

……….Το αρχικό όνομά του ήταν Αριστοκλής, αλλά μετονομάστηκε από τον Αρίστωνα τον Αργείο – διδάσκαλό του στην γυμναστική – «Πλάτων» λόγω τού μεγάλου πλάτους τού μετώπου του.  Αρχικά ασχολήθηκε με την μουσική και την ποίηση, αλλά η γοητεία τής σωκρατικής διδασκαλίας τον οδήγησε αμετάκλητα στις ατραπούς τής ηθικής και θεωρητικής φιλοσοφίας.

……….Ταξίδεψε στην Ιταλία, όπου συναναστράφηκε τους πυθαγορείους φιλοσόφους, καθώς και τον Δίωνα, συγγενή τού Διονυσίου, τυράννου των Συρακουσών. Επισκέφτηκε την Αίγυπτο, όπου γνώρισε από κοντά την θρησκεία και την φιλοσοφία των αιγυπτίων ιερέων. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, αφοσιώθηκε εξολοκλήρου στην φιλοσοφική συγγραφή και διδασκαλία, ιδρύοντας έξω από το άστυ την περίφημη «Ακαδημεία» (πιθανόν στα 387 π.Χ.), ένα από τα διαχρονικώς φωτεινότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα τής οικουμένης. Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονταν επιφανείς γυναίκες και άνδρες από ολόκληρη την Ελλάδα.

……….Ο Πλάτων υπήρξε ο πρώτος που εξέδωσε εγγράφως την διδασκαλία τού Σωκράτη. Χάρη στην έξοχη μεγαλοφυΐα του χαρακτηρίστηκε «θεϊκός» ήδη από την αρχαία εποχή. Απεβίωσε στην Αθήνα, την ημέρα των γενεθλίων του, σε ηλικία 82 ετών (348 ή 347 π.Χ.). Ο τάφος του βρισκόταν στον Κεραμεικό, κοντά στην Ακαδημεία, όπου οι Αθηναίοι ύψωσαν προς τιμήν του πολυτελές μνημείο.

.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Β΄

 .

Τα Πύθια

.

……….Πανάρχαια δελφική θρησκευτική και αγωνιστική εορτή προς τιμήν τού Θεού Απόλλωνα. Κατά την παράδοση, ιδρυτής της ήταν ο ίδιος ο Θεός τού Πνευματικού και Φυσικού Φωτός, που με τον τρόπο αυτό πανηγύρισε την εξολόθρευση τού δράκοντα Πύθωνα – φύλακα τού παλαιού ναού – και καθιέρωσε την νέα δελφική λατρεία.

……….Τα Πύθια τελούνταν ανά τετραετία, κατά το τρίτο έτος εκάστης Ολυμπιάδας και διαρκούσαν έξι με οχτώ ημέρες. Ο αρχαιότερος πυθικός διαγωνισμός γινόταν μεταξύ ψαλτών-μουσικών και νικητής ανακηρυσσόταν όποιος υμνούσε καλλίτερα τον Θεό. Στην ιστορική τους πορεία, οι εορτές τού Απόλλωνα συμπεριέλαβαν επιπλέον μουσικούς και αθλητικούς αγώνες. Την γενική εποπτεία των αγώνων είχαν οι Ιερομνήμονες σε συνεργασία με τους Επιμελητές, τους Βραβευτές και τους Μαστιγοφόρους. Το έπαθλο ήταν ένα δάφνινο στεφάνι και γιά τους Πυθιονίκες επιφυλάσσονταν οι ίδιες με τους Ολυμπιονίκες τιμές.

……….Ο Παυσανίας διασώζει μία παράξενη λεπτομέρεια, που όμως φαίνεται ν’ απέχει από την αλήθεια: από τα Πύθια είχε αποκλειστεί τόσο ο Ησίοδος, επειδή δεν γνώριζε να κιθαρίζει, όσο και ο Όμηρος, επειδή ήταν τυφλός. Τα Πύθια καταργήθηκαν στα 393 μ.Χ. με αυτοκρατορικό διάταγμα τού Μεγάλου Θεοδοσίου.

.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Γ΄

 .

Αναξαγόρας

.

……….Διάσημος αστρονόμος, μετεωρολόγος και φιλόσοφος από τις Κλαζομενές τής Ιωνίας, πόλη που βρισκόταν κοντά στην σημερινή Σμύρνη. Άκμασε κατά τα τέλη τού ε΄ π.Χ. αιώνα. Υπήρξε γιός τού Αιγησιβούλου, μαθητής τού Αναξιμένη και διδάσκαλος τού Περικλή, τού Ευριπίδη και τού Σωκράτη.

……….Η αγάπη του γιά την επιστήμη και την έρευνα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε παραχώρησε σχεδόν ολόκληρη την πατρική περιουσία του στους συγγενείς του, γιά να αφιερωθεί απερίσπαστος στις μελέτες του. Μίλησε πρώτος γιά την πραγματική φύση τού πλανήτη Ήλιου και δίδαξε ότι η Σελήνη κατοικείται και ότι η επιφάνειά της ομοιάζει προς την επιφάνεια τής Γης. Είναι, επίσης, ο πρώτος επιστήμονας που υποστήριξε την αρχή τής αφθαρσίας τής ύλης (εικοσιτρείς αιώνες πριν από τον Λαβουαζιέ), που επιχείρησε να τετραγωνίσει τον κύκλο και που πραγματοποίησε πείραμα φυσικής.

……….Κατά την διαμονή του στην Αθήνα και λόγω των πρωτοποριακών αστρονομικών – κυρίως – ανακαλύψεων και ερευνών του, διαβλήθηκε από τον χρησμολόγο Διοπείθη και κάποια θρησκόληπτα και δεισιδαίμονα ανθρωπάρια, κατηγορήθηκε από το τοπικό ιερατείο ως άθεος, φυλακίστηκε, αλλά κατόρθωσε ν’ αποφύγει την θανατική καταδίκη διαφεύγοντας προς την Λάμψακο με την βοήθεια τού Περικλή. Πέθανε εκεί, χωρίς να μπορέσει να ξαναδεί την Αθήνα.

.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Δ΄

 .

Στοιχεία νεοπλατωνικής θεολογίας

.

……….Οι θεολογικοί στοχασμοί τού Πλουτάρχου είναι σαφώς επηρεασμένοι από την πλατωνική φιλοσοφία και θεολογία. Οι θεολογικές συλλήψεις τού Πλάτωνα πάντοτε ήταν και αδιαλείπτως εξακολουθούν να είναι ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα τού ανθρωπίνου πνεύματος. Στην απαράμιλλη δυναμικότητά τους οφείλονται οι διάφοροι θεολογικοί «νεοπλατωνισμοί», που κατά καιρούς αναζωογονούν την φιλοσοφία και την θεολογία. Ένα πολύ αξιόλογο και ευσύνοπτο «εγχειρίδιο (νέο-)πλατωνικής θεολογίας» είναι το ελληνόγλωσσο βιβλίο «Περί Θεών και Κόσμου», τού Ρωμαίου φιλοσόφου Σαλουστίου (4ος μ.Χ. αιώνας). Τα ακόλουθα έξι κεφάλαιά του σχετίζονται με ορισμένες από τις θεολογικές αναζητήσεις τού Πλουτάρχου – όπως αυτές εμφανίζονται στο «Περί τού Ει τού εν Δελφοίς» έργο του – και είναι αρκετά κατατοπιστικά (Βλέπε και: Τσακνάκης Α., Σαλούστιος: Περί Θεών και Κόσμου, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2005).

Κεφάλαιο β΄:

……….«Θ’ απαντήσουν, γιά παράδειγμα, ότι κάθε Θεός είναι αγαθός, ότι είναι απαθής, ότι είναι αμετάβλητος, επειδή καθετί που μεταβάλλεται, ή γίνεται καλύτερο ή γίνεται χειρότερο. Αν, λοιπόν, γίνεται χειρότερο, γίνεται κακό. Αν γίνεται καλύτερο, αρχικά ήταν κακό».

Κεφάλαιο γ΄:

……….«Όποιος ακούει τους λόγους, τέτοιος πρέπει να είναι. Οι λόγοι ας είναι οι ακόλουθοι: οι ουσίες των Θεών δεν έγιναν ποτέ, επειδή τα αΐδια όντα ουδέποτε γίνονται, αλλά πάντοτε είναι, και όσα κατέχουν την πρώτη δύναμη, εκ φύσεως τίποτε δεν παθαίνουν».

Κεφάλαιο δ΄:

……….«Οι ουσίες των Θεών δεν είναι ούτε σωματικές, επειδή και οι δυνάμεις των σωμάτων είναι ασώματες».

Κεφάλαιο ε΄:

……….«Ούτε περιέχονται σε τόπο, γιατί αυτό είναι χαρακτηριστικό των σωμάτων, ούτε χωρίζονται από την πρώτη αιτία ή μεταξύ τους, όπως ακριβώς δεν χωρίζονται τα νοήματα από τον νου, ή οι επιστήμες από την ψυχή, ή οι αισθήσεις από τα ζωντανά».

Κεφάλαιο θ΄:

……….«Ακολούθως ας γνωρίσουμε την πρώτη αιτία και τις τάξεις των Θεών, που έρχονται μετά από αυτήν, και την φύση τού Κόσμου και την ουσία τού νου και τής ψυχής, την Πρόνοια, την Ειμαρμένη, την Τύχη, την Αρετή, την Κακία και ας δούμε τ’ αγαθά και τα φαύλα πολιτεύματα, που προέρχονται από τα προηγούμενα, καθώς και από πού ήρθαν στον Κόσμο τα κακά. Καθένα απ’ αυτά χρειάζεται πολλούς και μεγάλους συλλογισμούς. Ίσως, όμως, τίποτε δεν μας κωλύει να τα πούμε, μιλώντας με βραχύτητα και χωρίς ν’ αφήσουμε τους ακροατές απληροφόρητους σε κάποιο θέμα. Στην πρώτη αιτία ταιριάζει να είναι μία, γιατί καθενός πλήθους ηγείται η μονάδα, που τα πάντα νικά σε δύναμη και αγαθότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι ανάγκη τα πάντα να μετέχουν στην μονάδα, χωρίς τίποτε άλλο να την κωλύει, λόγω τής δύναμής της, και χωρίς η ίδια ν’ απέχει από κάτι, λόγω αγαθότητας. Αν η πρώτη αιτία ήταν ψυχή, όλα θα ήταν έμψυχα. Αν ήταν νους, όλα θα ήταν νοερά. Αν ήταν ουσία, όλα θα μετείχαν στην ουσία, και κάποιοι βλέποντας αυτό σε όλα τα πράγματα, θα θεωρούσαν ως ουσία την πρώτη αιτία. Αν τα όντα μόνον υπήρχαν, χωρίς να είναι αγαθά, αυτός ο συλλογισμός θα ήταν αληθινός, όμως αν τα όντα υπάρχουν λόγω αγαθότητας και μετέχουν στο αγαθό, κατ’ ανάγκη η πρώτη αιτία είναι και υπερούσια και αγαθή. Να, λοιπόν, η μέγιστη απόδειξη: οι σπουδαίες ψυχές καταφρονούν την ύπαρξη, εξαιτίας τού αγαθού, όταν επιθυμούν να κινδυνεύσουν υπέρ τής πατρίδας ή των φίλων ή τής αρετής. Μετά από την τόσο άρρητη δύναμη, έρχονται οι τάξεις των Θεών».

Κεφάλαιο κβ΄:

……….«Εάν κάποιος θεωρεί εύλογο και αληθές το ότι οι Θεοί δεν μεταβάλλονται, οπότε απορεί πώς χαίρονται με τους αγαθούς και αποστρέφονται τους κακούς και οργίζονται με τους αμαρτωλούς και γίνονται ευνοϊκοί σε όσους λατρεύουν τους Θεούς, ας πούμε ότι ο Θεός ούτε χαίρεται, αφού όποιος χαίρεται εξίσου λυπάται, ούτε οργίζεται, αφού και η οργή είναι πάθος, ούτε λατρεύεται με δώρα, γιατί θα είχε ηττηθεί από την ηδονή, ούτε το Θείο θεωρεί καλό η κακό το θεμιτό των ανθρωπίνων πραγμάτων. Οι Θεοί είναι πάντοτε αγαθοί και μόνον ωφελούν, ενώ ουδέποτε βλάπτουν, επειδή παραμένουν πάντοτε αμετάβλητοι. Εμείς, όμως, όταν είμαστε αγαθοί, λόγω ομοιότητας συναπτόμαστε με τους Θεούς, ενώ όταν γινόμαστε κακοί, λόγω ανομοιότητας χωριζόμαστε από τους Θεούς, και όταν ζούμε με αρετή, έχουμε κοντά μας τους Θεούς, ενώ όταν γινόμαστε κακοί, τους κάνουμε εχθρούς μας, όχι επειδή εκείνοι οργίζονται, αλλά επειδή τα αμαρτήματά μας δεν αφήνουν τους Θεούς να λάμψουν μέσα μας, και αυτά μάς συνάπτουν με τους τιμωρούς Δαίμονες. Εάν με τις προσευχές και τις θυσίες επιτυγχάνουμε την διάλυση των αμαρτημάτων, λατρεύοντας τους Θεούς και μεταβάλλοντας την στάση τους απέναντί μας, ενώ – μέσα από τα ιερά δρώμενα και την επιστροφή μας προς το Θείο – διώχνουμε την κακία, τότε πάλι καρπωνόμαστε την αγαθότητα των Θεών. Ώστε, λοιπόν, το να λέμε ότι ο Θεός αποστρέφεται τους κακούς, είναι όμοιο προς το ότι ο ήλιος κρύβεται απ’ όσους στερήθηκαν την όραση».

.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Ε΄

 .

Ο Επίκτητος και ο Πύθιος Απόλλων

.

……….Από το «Εγχειρίδιο» τού στωικού φιλοσόφου Επίκτητου (50-130 μ.Χ.) παραθέτω το τριακοστό δεύτερο κεφάλαιο, το οποίο αναφέρεται στην μαντική τέχνη και στον Πύθιο Απόλλωνα. Οι απόψεις του είναι πάντοτε επίκαιρες και διδακτικές, εφόσον η προσφυγή στην μαντική τέχνη δεν έπαψε ποτέ ν’ αποτελεί «προσιτή και ικανοποιητική λύση» γιά πολλούς ανθρώπους κάθε εποχής και γιά πολλούς πιστούς κάθε θρησκείας (Βλέπε και: Τσακνάκης Α., Επίκτητος: Εγχειρίδιον, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2005).

Κεφάλαιο λβ΄:

……….«Όταν προσφεύγεις στην μαντική τέχνη, να θυμάσαι ότι δεν γνωρίζεις τι θα συμβεί στο τέλος, αλλά ότι ήρθες γιά να το πληροφορηθείς από τον μάντη. Αν, όμως, είσαι φιλόσοφος, ήρθες γνωρίζοντας γιά ποιό πράγμα πρόκειται. Αν είναι κάτι απ’ όσα δεν εξαρτώνται από εμάς, κατ’ απόλυτη ανάγκη αυτό δεν είναι μήτε αγαθό μήτε κακό. Μην φέρνεις, λοιπόν, στον μάντη ούτε την όρεξη ούτε την έκκλισή σου, ούτε να τον πλησιάζεις τρέμοντας, αλλά γνωρίζοντας ότι, καθετί που θα συμβεί, είναι αδιάφορο και ανεξάρτητο από εσένα, και όποιο και να είναι, ο ίδιος θα το χρησιμοποιήσεις καλώς και κανείς δεν θα σε κωλύσει σ’ αυτό. Πήγαινε, λοιπόν, στους Θεούς με θάρρος, σαν να πηγαίνεις σε συμβούλους. Στην συνέχεια, όταν σου δοθεί κάποια συμβουλή, θυμήσου ποιούς συμβούλους παρέλαβες και ποιούς θα παρακούσεις, αν απειθαρχήσεις. Να προσφεύγεις, λοιπόν, στην μαντική τέχνη – όπως ακριβώς αξίωνε ο Σωκράτης – γιά όσα πράγματα ολόκληρη η σκέψη σου έχει την αναφορά της στην έκβασή τους, και ούτε από τον συλλογισμό ούτε από κάποια άλλη τέχνη δίνονται οι αφορμές γιά να έχεις μιά ιδέα περί τού προκειμένου ώστε, όταν χρειαστεί να συγκινδυνεύσεις με φίλο ή με την πατρίδα, μην χρησιμοποιείς την μαντική τέχνη, ρωτώντας αν πρέπει να συγκινδυνεύσεις επειδή, αν ο μάντης προβλέψει ότι η θυσία σου δεν έχει ευνοϊκή έκβαση, είναι πρόδηλο ότι σημαίνεται θάνατος ή ακρωτηριασμός κάποιου μέρους τού σώματός σου ή εξορία. Ο συλλογισμός, όμως, αναδέχεται ότι – παρ’ όλ’ αυτά – θα συμπαρασταθείς στον φίλο και θα συγκινδυνεύσεις με την πατρίδα. Πρόσεξε, λοιπόν, τον μέγιστο μάντη, τον Πύθιο, που εξέβαλε από τον ναό του εκείνον, ο οποίος δεν βοήθησε τον φίλο του που δολοφονούνταν».

.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  ΣΤ΄

 .

Ο Απόλλων στην Ιλιάδα τού Ομήρου

.

……….Η ισχυρή παρουσία τού Θεού Απόλλωνα καλύπτει ένα σημαντικό τμήμα των δρώμενων τής ομηρικής Ιλιάδας. Στην συνέχεια παρατίθενται οι περιλήψεις των έξι Ραψωδιών, στις οποίες ο Θεός αναλαμβάνει βαρύνουσα δράση.

Ραψωδία Α:

……….Στο προοίμιο τής Ιλιάδας ο Όμηρος εξαγγέλει το κεντρικό θέμα τού έργου του: την οργή τού Αχιλλέα και τα δεινά που αυτή προκάλεσε στους Αχαιούς. Στην συνέχεια αποκαλύπτεται η αιτία τής οργής τού ήρωα: ο βασιλιάς Αγαμέμνων αρνήθηκε να επιστρέψει στον ιερέα Χρύση την θυγατέρα του, Χρυσηίδα, την οποία ο πρώτος έλαβε ως δώρο κατά την διανομή τής πολεμικής λείας. Ο Χρύσης αγανάκτησε και παρακάλεσε τον Θεό Απόλλωνα να τιμωρήσει τους Αχαιούς. Ο Απόλλων έπληξε με λοιμό το στρατόπεδο των Αχαιών. Οι πολέμαρχοι συγκάλεσαν συμβούλιο, κατά το οποίο ο μάντης Κάλχας ερμήνευσε την αιτία τού λοιμού και συνέστησε την επιστροφή τής Χρυσηίδας στον πατέρα της, ώστε να πάψει η οργή τού Απόλλωνα. Ο Αγαμέμνων αποδέχτηκε την λύση, αλλά ζήτησε ως αντάλλαγμα την Βρισηίδα, η οποία αποτελούσε βραβείο τού Αχιλλέα. Τότε επήλθε ρήξη και έριδα μεταξύ τού Αγαμέμνονα και τού Αχιλλέα. Η Θεά Αθηνά συγκράτησε τον δεύτερο και μόνον έτσι αποτράπηκε η αιματοχυσία. Ο Αγαμέμνων παρέλαβε την Βρισηίδα και ο Αχιλλεύς αποσύρθηκε από την μάχη και αποχώρησε από το στρατόπεδο. Στην συνέχεια κάλεσε την μητέρα του, Θέτιδα, και τής ζήτησε να μεσολαβήσει προς τον Δία, ώστε ν’ αποδοθεί δικαιοσύνη. Η Θέτις ανέβηκε στον Όλυμπο. Ο Οδυσσεύς οδήγησε την Χρυσηίδα στον πατέρα της. Ο Ζευς ετοίμασε ένα μυστικό σχέδιο δράσης, χωρίς να το αποκαλύψει ούτε στην Θέτιδα.

Ραψωδία Ε:

……….Ο βασιλιάς τού Άργους, Διομήδης, τον οποίον ο Αγαμέμνων είχε προσβάλει ως δειλό, πρωταγωνίστησε κατά την μάχη. Επιτέθηκε ακόμη και εναντίον τής ίδια τής Θεάς Αφροδίτης, πληγώνοντάς την στο χέρι. Επιτέθηκε και εναντίον τού Θεού Απόλλωνα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Θεός Άρης ενθάρρυνε τους Τρώες και τους οδήγησε ορμητικά προς την μάχη. Η Θεές Ήρα και Αθηνά ανέκοψαν την επίθεσή τους. Η Θεά Αθηνά βοήθησε τον Διομήδη και αυτός πλήγωσε τον Θεό Άρη. Στο τέλος οι Θεοί επέστρεψαν στον Όλυμπο.

Ραψωδία Η:

……….Η μάχη ξανάρχισε. Η Αθηνά και ο Απόλλων προέτρεψαν τους Τρώες ώστε να ζητήσουν μονομαχία μεταξύ πολεμαρχών γιά την λήξη τού πολέμου. Ακολούθησε η μονομαχία Έκτορα και Αίαντα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι Αχαιοί έθαψαν τους νεκρούς τους και αποφάσισαν να περιτειχίσουν το στρατόπεδό τους. Οι Τρώες έθαψαν τους δικούς τους νεκρούς. Την επόμενη ημέρα οι Αχαιοί ολοκλήρωσαν το περιτείχισμα.

Ραψωδία Ο:

……….Οι Τρώες εκδιώχθηκαν πέρα από την τάφρο που προστάτευε το στρατόπεδο των Αχαιών. Ο Ζευς υποχρέωσε την Ήρα να του στείλει την Ίριδα και τον Απόλλωνα. Ο Πατέρας των Θεών είχε ετοιμάσει ένα σχέδιο: η Ίρις θ’ απομάκρυνε τον Ποσειδώνα από το πεδίο τής μάχης, ενώ ο Απόλλων θα εμψύχωνε τον Έκτορα ώστε να υποχρεώσει τους Αχαιούς να υποχωρήσουν μέχρι τα πλοία τού Αχιλλέα. Ο Αχιλλεύς θα έστελνε τον Πάτροκλο γιά να υπερασπιστεί τα πλοία τους. Ο Πάτροκλος θα νικούσε, αλλά τελικά θα σκοτωνόταν από τον Έκτορα. Στην συνέχεια, ο Αχιλλεύς θα σκότωνε τον Έκτορα, οι Τρώες θα νικούνταν συνεχώς και η πόλη τους θα έπεφτε στα χέρια των Αχαιών. Η Θεά Ήρα εκτέλεσε την εντολή τού Δία. Οι Θεοί αποχώρησαν, ενώ η μάχη συνεχιζόταν. Ο Έκτωρ απώθησε τους Αχαιούς προς το στρατόπεδό τους. Ο Θεός Απόλλων εξακολούθησε να μάχεται στο πλευρό των Τρώων. Οι Τρώες, κρατώντας δαυλούς, κατόρθωσαν να φτάσουν στα πρώτα πλοία των Αχαιών.

Ραψωδία Π:

……….Ο Πάτροκλος παρακάλεσε τον Αχιλλέα να επέμβει στην μάχη. Ο Αχιλλεύς αρνήθηκε, αλλ’ απέστειλε τον στρατό του υπό την ηγεσία τού Πατρόκλου, συμβουλεύοντάς τον να διώξει τους Τρώες από τα πλοία των Αχαιών, αλλά να μην προχωρήσει περισσότερο. Ο Πάτροκλος εκδίωξε τους Τρώες, λησμόνησε τις οδηγίες τού Αχιλλέα και επιτέθηκε στο αντίπαλο στρατόπεδο. Ο Θεός Απόλλων συμβούλεψε τον Έκτορα να σκοτώσει την Πάτροκλο. Ο Έκτωρ επιτέθηκε και τον σκότωσε.

Ραψωδία Υ:

……….Ο Ζευς έδωσε στους Θεούς την άδεια να συμμετάσχουν στην αποφασιστική μάχη, η οποία είναι η τελευταία και η σκληρότερη τού έπους. Ο Αχιλλεύς συγκρούστηκε με τον Αινεία, αλλά ο δεύτερος σώθηκε με επέμβαση τού Θεού Ποσειδώνα. Ο Έκτωρ επίσης σώθηκε από βέβαιο θάνατο μετά από επέμβαση τού Θεού Απόλλωνα.

.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Ζ΄

 .

Ιάμβλιχος και Πυθία

.

……….Γιά τον τρόπο, με τον οποίον η Πυθία χρησμοδοτεί, μιλά ο φιλόσοφος και μύστης Ιάμβλιχος (γ΄ μ.Χ. αιώνας) στο «Περί των μυστηρίων» έργο του. Στην συνέχεια παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα:

……….«Η προφήτισσα των Δελφών είτε προφητεύει στους ανθρώπους από κάποια λεπτή και πυρώδη πνοή, η οποία από κάπου αναδύεται μέσω στομίου, είτε χρησμοδοτεί καθισμένη στο άδυτο, επάνω σε χάλκινο δίφρο, ο οποίος έχει τρία πόδια, είτε κ’ επάνω στον τετράποδο δίφρο, ο οποίος είναι αφιερωμένος στον Θεό, παραδίδοντας έτσι τον εαυτό της στο θείο πνεύμα με όλους τους τρόπους, και καταυγαζόμενη από την ακτίνα τού θείου πυρός. Όταν, λοιπόν, το πυρ – που αναδύεται από το στόμιο – είναι αθρόο και πολύ, την περικυκλώνει από παντού, και η ίδια γεμίζει από την θεία λάμψη του. Όταν, πάλι, καθίσει στην έδρα τού Θεού, προσαρμόζεται στην σταθερή μαντική δύναμη τού Θεού. Από αμφότερες αυτές τις προπαρασκευές ολόκληρη γίνεται τού Θεού. Τότε, λοιπόν, παρευρίσκεται σ’ αυτήν ο Θεός επιλάμποντας ιδιαιτέρως, όντας διαφορετικός και από το πυρ και από την πνοή και από την έδρα του και από κάθε κατασκευή που βρίσκεται στον τόπο και που φαίνεται φυσική και ιερή».

.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Η΄

.

 «Τίμαιος»

.

……….Σε πολλά σημεία τού πλουταρχικού συγγράμματος γιά «Το Δελφικό Ει» γίνονται έμμεσες αναφορές στον πλατωνικό «Τίμαιο». Ακολουθούν σε μετάφραση τρία σημαντικά αποσπάσματα από τον «Τίμαιο», τα οποία ο Πλούταρχος είχε οπωσδήποτε υπόψη του όταν έγραφε γιά «Το Δελφικό Ει». Η παράθεσή τους αποσκοπεί στην πληρέστερη ενημέρωση τού αναγνώστη (Βλέπε και: Τσακνάκης Α., Πλάτων – Τίμαιος, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη 2005).

α. Το παντοτινά ον, το ουδέποτε ον και ο Κόσμος

……….«Κατά την γνώμη μου, λοιπόν, πρέπει πρώτα να γίνει η εξής διάκριση: τι είναι το παντοτινά ον, που δεν έχει γένεση, και τι το παντοτινά γιγνόμενο και ουδέποτε ον; Το πρώτο είναι αντιληπτό με την έλλογη νόηση, όντας πάντοτε αμετάβλητο. Το δεύτερο εννοείται με την γνώμη και την άλογη αίσθηση, καθώς γίνεται και χάνεται, ουδέποτε όντας πραγματικά υπαρκτό. Καθετί που γίνεται, αναγκαστικά γίνεται από κάποιο αίτιο. Τίποτε δεν γνωρίζει την γένεση χωρίς αίτιο. Όταν, λοιπόν, ο δημιουργός είναι σταθερά προσηλωμένος στο αμετάβλητο – και αποδίδει την μορφή και την δύναμή του χρησιμοποιώντας ένα τέτοιο υπόδειγμα – κάθε τέτοιο αποτέλεσμα θα είναι αναγκαστικά ωραίο. Όταν, όμως, προσηλωθεί σε κάτι που έχει γίνει, όταν χρησιμοποιήσει υπόδειγμα που έχει γεννηθεί, δεν θα είναι ωραίο το αποτέλεσμα. Γιά ολόκληρο, λοιπόν, τον ουρανό – ή κόσμο ή κάτι άλλο, οποιαδήποτε ονομασία θα του ταίριαζε περισσότερο – ας σκεφτούμε πρώτα, όπως πρέπει να γίνεται κατ’ αρχήν σε όλα τα θέματα, αν υπήρχε πάντοτε, μη έχοντας ουδεμία αρχή γένεσης, ή αν έχει γίνει, ξεκινώντας από κάποια αρχή. Έχει γίνει, γιατί είναι ορατός και απτός και έχει σώμα, και όλα τούτα είναι αισθητά, και τα αισθητά – όσα γίνονται αντιληπτά με την γνώμη και την αίσθηση – είναι μεταβαλλόμενα και έχουν γεννηθεί. Είπαμε ότι αυτό που έγινε, έγινε αναγκαστικά από κάποιο αίτιο. Είναι, λοιπόν, εργώδες να βρεθεί ο ποιητής και πατέρας αυτού τού σύμπαντος και – αν βρεθεί – είναι αδύνατο να φανερωθεί σε όλους.

……….Τούτο πρέπει πάλι να εξετάσουμε: σύμφωνα με ποιό από τα δύο υποδείγματα έπλασε τον κόσμο ο κατασκευαστής του; Το σταθερό και αμετάβλητο ή αυτό που έχει γίνει; Εάν, βέβαια, είναι ωραίος αυτός ο κόσμος και αγαθός ο δημιουργός του, είναι πρόδηλο ότι απέβλεπε προς το αΐδιο. Στην αντίθετη περίπτωση – αθέμιτο και να το λέμε! – απέβλεπε προς κάτι που έχει γίνει. Σε όλους είναι σαφές ότι απέβλεπε προς το αΐδιο. Από την μία το ωραιότερο δημιούργημα, από την άλλη το άριστο αίτιο. Έχοντας γίνει κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκε με βάση το αντιληπτό από τον λόγο και την φρόνηση, και είναι αμετάβλητος…».

β. Ένας Κόσμος και Πέντε Κόσμοι

……….«Υπάρχει επιπλέον μία πέμπτη σύσταση, την οποία ο Θεός χρησιμοποίησε στο σύμπαν, διακοσμώντας το με αυτή. Αν κάποιος συλλογιστεί όλα τούτα, απορεί ως προς το αν πρέπει να λέμε ότι οι κόσμοι είναι άπειροι ή πεπερασμένοι ως προς τον αριθμό. Όποιος τους θεωρεί άπειρους, εκφράζει δόγμα αντάξιο ενός απείρου ανθρώπου, και μάλιστα σε πράγματα που έχει χρέος να είναι έμπειρος. Όμως, τι από τα δύο ταιριάζει να λέγεται; Ότι αληθινά γεννήθηκε ένας κόσμος ή πέντε κόσμοι; Αυτή είναι μία μάλλον εύλογη απορία. Κατά την δική μας θέση, σύμφωνα με τους πιθανώς εύλογους συλλογισμούς, διαμηνύεται ότι ένας γεννήθηκε Θεός. Κάποιος άλλος ίσως να τα βλέπει αλλιώς και να υποστηρίξει κάτι διαφορετικό…».

γ. Στοιχεία και Σχήματα

……….«Ας αφήσουμε αυτό το θέμα και ας κατανείμουμε τα γένη, που προέκυψαν από τον συλλογισμό μας, σε πυρ, γη, ύδωρ και αέρα. Ας δώσουμε στην γη την κυβική μορφή, γιατί η γη είναι η πιό δυσκίνητη και η πιό εύπλαστη από τα τέσσερα γένη, και αναγκαστικά θα λάβει την μορφή τού σώματος που έχει τις πιό ασφαλείς βάσεις. Η βάση των τριγώνων, που αρχικά υποθέσαμε, είναι φυσικά ασφαλέστερη όταν αποτελείται από ισοσκελή και όχι από σκαληνά τρίγωνα. Το επίπεδο ισόπλευρο τετράγωνο, που αποτελείται από τρίγωνα, είναι αναγκαστικά σταθερότερο από το ισόπλευρο τρίγωνο, και ως προς τα μέρη του και ως προς το σύνολο. Απονέμοντας στην γη την κυβική μορφή, διασώζουμε τον εύλογα πιθανό συλλογισμό μας. Στο ύδωρ ας δώσουμε την πιό δυσκίνητη από τις λοιπές μορφές, στο πυρ την πιό ευκίνητη, και στον αέρα την ενδιάμεση. Το πιό μικρό σώμα ας το δώσουμε στο πυρ, το πιό μεγάλο στο ύδωρ, το ενδιάμεσο στον αέρα. Το οξύτατο στο πυρ, το δεύτερο σε οξύτητα στον αέρα και το τρίτο στο ύδωρ. Απ’ όλ’ αυτά τα σώματα, εκείνο που έχει τις λιγότερες βάσεις είναι αναγκαστικά το πιό ευκίνητο, προς κάθε κατεύθυνση το πιό κοφτερό και το πιό οξύ απ’ όλα, αλλά και το ελαφρύτερο, αφού συνίσταται από τα λιγότερα όμοια μέρη. Το δεύτερο έχει σε δεύτερο βαθμό τα ίδια χαρακτηριστικά, και το τρίτο σε τρίτο βαθμό. Ο ορθός και ο εύλογα πιθανός συλλογισμός, λοιπόν, μάς ωθεί ν’ αποδώσουμε το στερεό κατασκεύασμα, που έχει την μορφή τής πυραμίδας, στο στοιχείο και σπέρμα τού πυρός. Το δεύτερο κατά σειρά κατασκεύασμα θα το αποδώσουμε στον αέρα, και το τρίτο στο ύδωρ. Όλα τούτα, λοιπόν, πρέπει να τα εκλάβουμε ως τόσο μικρά, ώστε το ένα καθενός γένους να μην μπορούμε να το δούμε, εξαιτίας τού μεγέθους του, ενώ όταν συναθροιστούν πολλά, να βλέπουμε τους όγκους τους. Όσον αφορά τις αναλογίες τού πλήθους, των κινήσεων και των άλλων δυνάμεων των στοιχείων – όπου η φύση τής ανάγκης υποχωρούσε εκουσίως ή μέσω τής πειθούς – ο Θεός τις καθόριζε επακριβώς και ο ίδιος συνάρμοζε τα στοιχεία κατ’ αναλογίες…».

.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Θ΄

 .

Δαίμονες

.

……….Στην συνέχεια παρατίθεται μία εκτενέστερη περί Δαιμόνων διδασκαλία τού Πλουτάρχου, όπως αναφέρεται στο θεολογικό σύγγραμμά του «Περί Ίσιδος και Οσίριδος». (Βλέπε και: Τσακνάκης Α., Πλούταρχος – Ίσις και Όσιρις, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη 2005).

……….«Ορθότερα πίστευαν όσοι θεωρούσαν ότι τα εξιστορούμενα γιά τον Τυφώνα, τον Όσιρη και την Ίσιδα δεν είναι παθήματα ούτε Θεών ούτε ανθρώπων, αλλά μεγάλων δαιμόνων, γιά τους οποίους ο Πλάτων, ο Πυθαγόρας, ο Ξενοκράτης και ο Χρύσιππος – ακολουθώντας τους παλαιούς θεολόγους – λένε ότι γεννήθηκαν ισχυρότεροι απ’ τους ανθρώπους, και ως προς την φύση πολύ δυνατότεροι από εμάς, ενώ δεν είχαν ούτε αμιγή ούτε άκρατη θεϊκή φύση, παρά συμμετείχαν και στην φύση τής ψυχής και στην αίσθηση τού σώματος, αντιλαμβανόμενοι την ηδονή και τον πόνο και όσα πάθη ακολουθούν αυτές τις μεταβολές, ταράζοντας άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο, αφού όπως στους ανθρώπους έτσι και στους δαίμονες υπάρχουν διάφορες μορφές αρετής και κακίας. Τα Γιγαντικά και τα Τιτανικά – τα οποία τραγουδούν οι Έλληνες – καθώς και κάποιες αθέμιτες πράξεις τού Κρόνου, και οι αντιπαραθέσεις τού Πύθωνα προς τον Απόλλωνα, και οι φυγές τού Διονύσου και οι περιπλανήσεις τής Δήμητρας σε τίποτε δεν υπολείπονται από τα Οσιριακά, τα Τυφωνικά και τ’ άλλα αφηγήματα, τα οποία όλοι επιτρέπεται ελεύθερα ν’ ακούμε. Όσα, πάλι, καλύπτονται από μυστικές ιερουργίες και διασώζονται σε άρρητες τελετές και είναι αθέατα από τους πολλούς, ακολουθούν την ίδια λογική. Ακούμε και τον Όμηρο ν’ αποκαλεί, κάθε φορά και με διαφορετικό τρόπο, τους αγαθούς άνδρες «θεοειδείς» και «ισόθεους» και «κατόχους τής σκέψης των Θεών» και να χρησιμοποιεί την προσφώνηση «δαίμονα» και γιά τους χρηστούς και γιά τους φαύλους – όπως «δαιμόνιε, έλα πιό κοντά, γιατί τρομάζεις έτσι τους Αργείους;» και «αλλά όταν γιά τέταρτη φορά όρμησε ίσος με δαίμονα» και «δαιμόνια, ποιό κακό τόσο μεγάλο σού έκανε ο Πρίαμος και τα παιδιά τού Πριάμου, που με τόση μανία θέλεις να εξολοθρεύσεις την καλόκτιστη πόλη τού Ιλίου;» – επειδή οι δαίμονες έχουν μικτή και ανώμαλη φύση και προαίρεση. Γι’ αυτό ο Πλάτων αποδίδει τα δεξιά και τα έξοχα στους Ολύμπιους Θεούς, ενώ τ’ αντίθετά τους στους δαίμονες, και ο Ξενοκράτης θεωρεί ότι δεν ταιριάζουν ως τιμή στους Θεούς ούτε σε χρηστούς δαίμονες οι αποφράδες ημέρες και γιορτές, καθώς και όσες εμπεριέχουν χτυπήματα, θρήνους, νηστείες, κακολογίες ή αισχρολογίες, αλλά ότι μέσα στο σύμπαν υπάρχουν φύσεις που είναι από την μία πλευρά μεγάλες και ισχυρές, και από την άλλη δύστροπες και σκυθρωπές, που χαίρονται με αυτά και – όταν τα επιτύχουν – δεν τρέπονται σε τίποτε άλλο, χειρότερο.

……….Ο Ησίοδος, πάλι, προσαγορεύει «αγνούς δαίμονες» και «φύλακες ανθρώπων» και «πλουτοδότες, που έχουν αυτό το βασιλικό προνόμιο» τους χρηστούς και αγαθούς δαίμονες, ενώ ο Πλάτων ονομάζει το γένος τους «ερμηνευτικό» και «διακονικό» μεταξύ Θεών και ανθρώπων, αφού εκεί αναπέμπουν τις προσευχές και τις δεήσεις των ανθρώπων, ενώ από εκεί φέρνουν εδώ μαντείες και απόδοση αγαθών. Ο Εμπεδοκλής λέει ότι οι δαίμονες τιμωρούνται γιά τις αμαρτίες και τα πλημμελήματά τους «γιατί το αιθέριο μένος τούς εκδιώκει προς τον πόντο, ο πόντος τούς αποπτύει προς το χθόνιο δάπεδο, η γη προς τις ακτίνες τού ακάματου Ηλίου και αυτός τους ρίχνει στις δίνες τού αιθέρα. Ο ένας τούς δέχεται από τον άλλον, όμως όλοι τούς αποστρέφονται», μέχρι να κολασθούν μ’ αυτόν τον τρόπο, να καθαριστούν και μετά να λάβουν την φυσική χώρα και τάξη τους.

……….Ισχυρίζονται ότι συγγενικά μ’ αυτά και τα παρόμοια λέγονται και γιά τον Τυφώνα: ότι από φθόνο και κακία προκάλεσε δεινά, τάραξε όλα τα πράγματα, γέμισε από κακά ολόκληρη την γη και μαζί την θάλασσα, κ’ έπειτα τιμωρήθηκε. Όταν η τιμωρός του, η αδελφή και γυναίκα τού Οσίριδα έσβησε και κατέπαυσε την μανία και την λύσσα τού Τυφώνα, δεν παρέβλεψε – καλύπτοντας με αμνηστία και σιωπή – τους άθλους και τους αγώνες που υπέφερε, ούτε τις περιπλανήσεις της και πολλά έργα σοφίας και πολλά ανδρείας, αλλά στις αγιότατες τελετές ανέμιξε εικόνες, υπονοούμενα και μιμήσεις των τότε παθημάτων της, καθιερώνοντάς τις ως δίδαγμα ευσέβειας μαζί και παρηγοριά γιά άνδρες και γυναίκες, που διακατέχονται από παρόμοιες συμφορές. Αυτή, λοιπόν, και ο Όσιρις, λόγω τής αρετής τους, από αγαθοί δαίμονες μεταβλήθηκαν σε Θεούς, όπως ύστερα ο Ηρακλής και ο Διόνυσος, που απολαμβάνουν παντού – όχι χωρίς λόγο –  ανάμεικτες τιμές, και ως Θεοί και ως δαίμονες, έχοντας μεγάλες δυνατότητες και στον επίγειο και στον υπόγειο κόσμο. Λένε ότι ο Σάραπις δεν είναι άλλος από τον Πλούτωνα, και Ίσις είναι η Περσέφασσα, όπως έχει πει ο Αρχέμαχος ο Ευβοεύς και ο Ηρακλείδης ο Ποντικός, που θεωρούσε ότι το μαντείο στον Κάνωβο ήταν τού Πλούτωνα».

Ελληνόγλωσση Βιβλιογραφία
  1. Βαρβιτσιώτης Θ., Λεξικόν Αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα, 1997.
  2. Βλαστός Γ., Πλατωνικές Μελέτες, Εκδ.: Μ. Ι. Ε. Τ., Αθήνα, 1994.
  3. Buchwald W. – Hohlweg A. – Prinz Ot., Tusculum – Λεξικόν, Εκδ.: Αθανάσιος Φουρλάς, Αθήνα, 1993.
  4. Burkert W., Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, Εκδ.: Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1993.
  5. Γεωργιάδης Α., Ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα, Εκδ.: Γεωργιάδης, Αθήνα, 2002.
  6. Δούκας Κ., Ομήρου Ιλιάς, Αθήνα, 1998.
  7. Δούκας Κ., Ομήρου Οδύσσεια, Αθήνα, 1999.
  8. Θεοδωρίδης Χ., Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (ανατύπωση), Αθήνα, 2000.
  9. Ιστορία τού Ελληνικού Έθνους, Εκδ.: Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα, 1971-1979.
  10. Καραγιάννης Γ., Ο παιδαγωγικός Έρως στην Αρχαία Ελλάδα, Εκδ.: Μαίανδρος, Θεσσαλονίκη, 2003.
  11. Kroh P., Λεξικό Αρχαίων Συγγραφέων, Εκδ.: University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 1996.
  12. Λέσκυ Α., Ιστορία τής Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Εκδ.: Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1990.
  13. Λωρέντης Ν., Λεξικόν των Αρχαίων Μυθολογικών, Ιστορικών και Γεωγραφικών Κυρίων Ονομάτων, Βιέννη, 1837.
  14. Long A. A., Η ελληνιστική φιλοσοφία: Στωικοί – Επικούρειοι – Σκεπτικοί, Εκδ.: Μ. Ι. Ε. Τ., Αθήνα, 1987.
  15. Ματσούκας Ν., Ιστορία τής Φιλοσοφίας, Θεσσαλονίκη, 1993.
  16. Μερακλής Μ. Γ., Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς – Η ζωή και το έργο του, Εκδ.: ΟΕΣΒ, Αθήνα 1966.
  17. Μιχαηλίδης Σ., Εγκυκλοπαίδεια τής Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής, Αθήνα.
  18. Πλούταρχος – Ηθικά, τόμος δέκατος, Εκδ.: Κάκτος, Αθήνα 1995.
  19. Συκουτρής Ι., Πλάτωνος Συμπόσιον, Αθήνα, 1990.
  20. Τσακνάκης Α., Επίκτητος: Εγχειρίδιο, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2005.
  21. Τσακνάκης Α., Πλάτων: Ερασταί – Φιλοκερδής, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2004.
  22. Τσακνάκης Α., Πλάτων: Ίων, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2004.
  23. Τσακνάκης Α., Πλάτων: Περί φιλίας, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2005.
  24. Τσακνάκης Α., Πλάτων: Τίμαιος, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2005.
  25. Τσακνάκης Α., Πλούταρχος: Ίσις και Όσιρις, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2005.
  26. Τσακνάκης Α., Σαλούστιος: Περί Θεών και Κόσμου, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2005.
  27. Τσέλλερ-Νέστλε, Ιστορία τής Ελληνικής Φιλοσοφίας, Αθήνα, 2000.
Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία
  1. Attilio L. M., Plutarco e il V secolo, Εκδ.: Istituto Editoriale Cisalpino, Milano 1955.
  2. Barrow R. H., Plutarch and his times, London 1967.
  3. Desideri A., Storia e storiografia, Εκδ.: G. D’ Anna, Milano, 1989.
  4. Field G. C., The Philosophy of Plato, Oxford, 1949.
  5. Guthrie W. K. C., A History of Greek Philosophy, vol. IV, Cambridge, 1975.
  6. Lexicon Plutarcheum, Leipzig 1843.
  7. Nock A. D., Sallustius, England, 1966.
  8. Oakesmith J., The Religion of Plutarch, London.
  9. Pujana Arza J. J., Politeia, Εκδ.: Klasikoak S. A., Bilbo, 1993.
  10. Resta G., Le epitomi di Plutarco nel quattrocento, Εκδ.: Antenore, Padova 1962.
  11. Ross D., Plato’s Theory of Ideas, Oxford, 1951.
  12. Solmsen F., Plato’s Theology, New York, 1942.
  13. Stadter P. A., Plutarch and the Historical Tradition, Εκδ.: Routledge, London
  14. Unamuno M. de, Amor y Pedagogía, Εκδ.: Alianza Editorial, Madrid, 1997.
Διαδικτυακή πηγή

http://www.usu.edu/~history/plout.html

(Διαδικτυακό περιοδικό τής Διεθνούς Εταιρείας Πλουταρχιστών)

 

*    *
*    *    *
*    *
Υποσημειώσεις

[1] Μία φήμη που, ωστόσο, δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στην πραγματικότητα και ίσως ενίοτε να αδικεί τον δωρητή.

[2] «Πυθικοί Λόγοι» ή «Πυθικοί Διάλογοι» (Βλέπε και στην εισαγωγή, κεφάλαιο γ΄).

[3] Οι απαρχές είναι τα πρώτα γεννήματα τής γης, τα οποία προσφέρονται ως ευχαριστήρια θυσία στους Θεούς, στους οποίους οφείλεται η καρποφορία.

[4] Βλέπε στην Εισαγωγή, κεφάλαιο γ΄.

[5] Λεύκιος Δομίτιος Αχενόβαρβος Νέρων Κλαύδιος Καίσαρ Αύγουστος Γερμανικός (37 – 68 μ.Χ.), αυτοκράτορας τού ρωμαϊκού κράτους από το 54 έως το 68 μ.Χ. Μία από τις τραγικότερες μορφές των πρώτων χριστιανικών χρόνων.

[6] Βλέπε στην εισαγωγή, κεφάλαιο α΄.

[7] Υπονοείται το ρήμα «πυνθάνομαι», το οποίο σημαίνει «ρωτώ γιά να μάθω».

[8] «Δήλιος» από το ρήμα «δηλώνω» και «Φαναίος» από το ρήμα «φανερώνω».

[9] Υπονοείται ο ρηματικός τύπος «ίσμεν» (από το «οίδα»), που σημαίνει «γνωρίζουμε καλώς».

[10] «Λεσχηνόριος» από το ουσιαστικό «λέσχη».

[11] Βλέπε παράρτημα Ζ΄.

[12] Δηλαδή: να γνωρίζεις τον εαυτό σου.

[13] Δηλαδή: τίποτε καθ’ υπερβολή.

[14] Έναρξη τής Ιστορικής-Πολιτικής εξήγησης.

[15] Έναρξη τής Αλφαβητικής-Αστρονομικής εξήγησης.

[16] Εννοείται το «Ε» (Βλέπε και στην εισαγωγή, κεφάλαιο γ΄).

[17] Έναρξη τής Ερωτηματικής-Χρησμοδοτικής εξήγησης.

[18] Έναρξη τής Συντακτικής-Ευχετικής εξήγησης.

[19] Έναρξη τής Διαλεκτικής-Λογικής εξήγησης.

[20] Εννοείται ο σύνδεσμος «Ει» ως «εάν».

[21] «Αξίωμα»: αυταπόδεικτη φιλοσοφική αρχή.

[22] «Συνημμένο»: η προσαρτημένη ή συναφής αλήθεια.

[23] «Συνακόλουθο»: το λογικό επακόλουθο, το παρεπόμενο λογικού επιχειρήματος.

[24] «Απόδειξη»: σειρά συλλογισμών που πιστοποιούν μία αλήθεια.

[25] Βλέπε παράρτημα Ε΄.

[26] Βλέπε παράρτημα ΣΤ΄.

[27] Είναι εμφανής η κακή εντύπωση που έχει ο Πλούταρχος γιά το πνευματικό επίπεδο των Βοιωτών. Μάλλον τους θεωρεί τραχείς και απαίδευτους.

[28] Έναρξη τής Μαθηματικής-Φυσικής εξήγησης.

[29] Οι Πυθαγόρειοι.

[30] Βλέπε παράρτημα Η΄, κεφάλαια α΄ και β΄.

[31] «Απόλλων» από το «απλός» ή από το στερητικό «α-» και την λέξη «πολλά».

[32] «Φοίβος»: καθαρός, διαυγής, αμίαντος, αγνός, λαμπρός, φωτεινός, άχραντος.

[33] Δηλαδή τής «ένδειας».

[34] Τον Διόνυσο.

[35] Τον Απόλλωνα.

[36] Την καλλιτεχνική ευαισθησία.

[37] Την μουσική αναλογία ή την λογική τής μουσικής.

[38] Βλέπε παράρτημα Α΄.

[39] Βλέπε παράρτημα Η΄, κεφάλαιο β΄.

[40] Βλέπε παράρτημα Η΄, κεφάλαιο γ΄.

[41] Οι Πυθαγόρειοι.

[42] Των φυτών και των ζώων.

[43] Βλέπε παράρτημα Γ΄.

[44] Υπονοείται η πλατωνική Θεωρία των Ιδεών.

[45] Μάλλον πρόκειται γιά το ακόλουθο σχήμα: ЭЄ.

[46] Εδώ επιχειρείται η αναφορά σε άλλη μία εξήγηση τού «Ει», στην οποία δεν δίνεται συνέχεια, επειδή υπάρχει ένας κίνδυνος: κάποιες απόκρυφες ιερατικές γνώσεις ίσως να αποκαλυφθούν σε αμύητους ανθρώπους.

[47] Η αυτογνωσία ταυτίζεται με την χαρά.

[48] Έναρξη τής Ρηματικής-Θεολογικής εξήγησης.

[49] Το «είναι»: η σταθερή και πραγματική και αμετάβλητη ύπαρξη και παρουσία.

[50] Βλέπε παράρτημα Η΄, κεφάλαιο α΄, και παράρτημα Δ΄.

[51] «Είσαι ένα».

[52] «Ίηιος» από την θρησκευτική κραυγή «ιή, ιή», με την οποία απευθύνονταν στον Απόλλωνα. Η συγκεκριμένη κραυγή δεν φαίνεται να σχετίζεται με τους όρους «ένας» και «μόνος».

[53] Εννοείται ο Όμηρος (Βλέπε και «Ιλιάδα», Ο, 362-364).

[54] Βλέπε παράρτημα Θ΄.

[55] «Αϊδωνεύς» από το «αϊδνός», που σημαίνει τον «αόρατο» ή τον «σκοτεινό».

[56] Πρόκειται γιά ένα είδος κιθάρας.

[57] «Έπειτα, όμως, τα πάντα αναμίχθηκαν με τα πάντα. Συγχέοντας, μάλιστα, τα Θεία με τα δαιμόνια πράγματα, οι άνθρωποι περιήλθαν σε ταραχή». Αυτές οι δύο φράσεις συγκεντρώνουν όλη την πικρία και την απογοήτευση τού Πλουτάρχου γιά την θρησκευτικότητα τής εποχής του – που σε πολλά σημεία ταυτίζεται με την δική μας εποχή – ενώ παράλληλα εκφράζουν την έντονη νοσταλγία του γιά το μακρινό και ένδοξο παρελθόν.

Σημείωση πνευματικών δικαιωμάτων:

……….Το κείμενο αυτό αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία τού συγγραφέα.

……….Επιτρέπεται η δωρεάν αναδημοσίευση στο διαδίκτυο και μόνον, αυτούσιου και χωρίς αλλαγές τού παρόντος κειμένου, μόνον μετά από άδεια τού συγγραφέα, και με τον αυστηρό όρο να αναφέρονται σαφώς ο συγγραφέας και η αρχική πηγή δημοσίευσης, και εφ’ όσον η αναδημοσίευση περιλαμβάνει το σύντομο βιογραφικό τού συγγραφέα, και την σημείωση πνευματικών δικαιωμάτων.

……….Απαγορεύεται η αφαίρεση ή προσθήκη λέξεων, φράσεων και η με κάθε άλλο τρόπο τροποποίηση ή αλλοίωση τού κειμένου και τού περιεχομένου του.

***

Αφήστε μια απάντηση