Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΚΑΛΥΒΑ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΥΝ «ΕΜΦΥΛΙΟ»

,

«Στο νεκροταφείο». Από το αρχείου τού Μουσείου Μπενάκη.
«Στο νεκροταφείο». Από το αρχείου τού Μουσείου Μπενάκη.                                                           ,          
Η ιστορία τής Ευτυχίας Καλύβα

,

……….«Τούτο το επεισόδιο είναι πέρα ως πέρα αληθινό. Το γράφω σαν ένα κομμάτι τής σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας. Γιά να το διαβάσουν οι ποιηταί και να το τραγουδήσουν. Γιά να το διαβάσουν οι πολιτικοί και να εμπνευσθούν. Γιά να το διαβάσουν οι δυσφημισταί  και να ανέβει το ερύθημα στο πρόσωπό τους. Γιά να το διαβάσει ο λαός μας όλος και να αναγνωρίσει τον καλύτερο εαυτό του.

……….Αυτά συνέβησαν στο Καλεσμένο. Είναι ένα μικρό χωριό, κρυμμένο σε μιά βαθιά λαγκάδα των Ευρυτανικών βουνών, λίγες ώρες έξω από το Καρπενήσι. Φτωχό αλλά ευτυχισμένο άλλοτε το χωριουδάκι, με τους δύο τους σκόρπιους μαχαλάδες, φημισμένο γιά τα σύκα του.

……….Ένα βράδυ, εδώ και λίγες ημέρες, μόλις σκοτείνιαζε, οι συμμορίτες τους, ζώσαν το χωριό και μπήκαν στα σπίτια γιά να αρπάξουν ό,τι βρουν, τρόφιμα, ζώα, γυναίκες και προπαντός παιδιά. Γέμισε η λαγκαδιά από βογγητά, από ουρλιάσματα και ντουφεκιές. Έπεφτε ξύλο αλύπητο. Στην αρχή τού κάτω μαχαλά κατοικούσε η Ευτυχία Καλύβα, ορφανή κοπελίτσα 16 χρονών, με τα δύο αδελφάκια της, το ένα οκτώ και το άλλο ένδεκα χρονών. Ο πατέρας, εύζωνας. Ρουμελιώτης, είχε σκοτωθεί στο Αλβανικό. Η μητέρα είχε πεθάνει στην κατοχή από την πείνα. Το λίγο ψωμί που τής είχε μείνει το μοίρασε στα παιδιά της ένα πρωί, τα βλόγησε και έσβησε. Η Ευτυχία άκουσε τον χαλασμό που γινότανε πιό πέρα και κατάλαβε. Οι συμμορίτες ζύγωναν, από στιγμή σε στιγμή θα έφθαναν. Ξύπνησε τα παιδιά, τα σκέπασε με ό,τι είχε και μισόντυτη  κι αυτή όπως βρέθηκε εκείνη την ώρα, φύγαν μαζί μέσ’ στο σκοτάδι. Ήξερε βέβαια τα μονοπάτια. Αλλά ήταν χιόνι ένα μπόι, όπως είναι σε εκείνα τα μέρη. Ο δρόμος κλειστός από τον εχθρό. Έπρεπε να πάρει έναν κατσικόδρομο.

……….Όταν βγήκε στο ψήλωμα, το χιόνι ήταν τόσο ψηλό, που τα δύο αδερφάκια δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Τότε μπήκε μπρος αυτή και με το στήθος της, άνοιξε δρόμο. Βήμα με βήμα πάλευε γιά να περπατήσουν τα μικρά. Όλη τη νύχτα προχωρούσε έτσι παλεύοντας. Αν ήθελε να σωθεί μοναχή της, θα σωζόνταν εύκολα. Αλλά οι λησταί δεν άρπαξαν εκείνη τη νύχτα στο Καλεσμένο μόνο 22 κοπέλες. Μάζευαν και παιδιά.

……….Και ήταν Ρουμελιώτισσα, εκατοντάδων γενεών Ελληνοπούλα. Επάλευε στήθος με στήθος με το χιόνι, τον εχθρό, με την μοίρα, γιά να σώσει την κληρονομιά τη μοναδική τού εύζωνα τής Αλβανίας, τα δύο αδερφάκια της. Βιαζόταν. Ήταν κυνηγημένη. Έπρεπε, πριν ξημερώσει, να φτάσει ως τα μέρη που φύλαγε ο στρατός μας.

……….Τα αχνάρια της στο χιόνι ήταν κατακόκκινα. Στα στουρνάρια, στ’ αγκάθια, στ’ αγριοκλώναρα είχαν ξεσκισθή τα πόδια της, τα χέρια της, τα στήθη της. Δεν ήταν γρατζουνίσματα, ήταν πληγές. Έπρεπε όμως να προχωρήσει. Τα παιδάκια δεν θα άντεχαν περισσότερο μέσα στο χιόνι, θα πέθαιναν. Τραβούσε λοιπόν παλεύοντας με το σκοτάδι. Ίσως να μην καταλάβαινε πόσο πονούσε. Αλλά τα μικρά τα αδελφάκια της, θυμούνται τώρα το λαχάνισμά της και το αίμα της μέσα στο χιόνι.

……….Χάραζε μόλις, όταν έφτασε στο πρώτο στρατηγικό φυλάκιο έξω από το Καρπενήσι. Με τα όπλα έτοιμα πετιούνται οι φαντάροι μας να δουν ποιός φτάνει. «Μη βαράτε», λέει μιά παιδική φωνή. Σε λίγο ήταν εκεί μπροστά τους μαζί με τα δύο αδερφάκια της.

……….Τα παιδιά!, Λέει στους φαντάρους που έβλεπαν τα κουρελιασμένα ρούχα, το μισόγυμνο κορμί της, έμαθα. Τα παιδιά!

……….Άλλο τίποτα δεν είπε. Σωριάστηκε χάμω και ξεψύχησε. Όταν το ξάπλωσαν, χάμω στα σανίδια, μέσα στο φυλάκιο, το ωραίο κορμάκι των δεκαέξι χρονών, ήταν ολόκληρο μία πληγή. Τα δύο μικρά τα συνέφεραν και βρίσκονται τώρα στο αναρρωτήριο τού Ερυθρού Σταυρού στο Καρπενήσι. Όποιος δεν πιστεύει, ας πάει μετά δει και να ρωτήσει.

……….Σύρε στο καλό, Ευτυχία Καλύβα. Ό,τι θελήσεις όλη εκείνη την τρομερή νύχτα, θα γίνη. Τ’ αδέρφια σου ζήσουνε και θα είναι και αδέλφια όλων μας. Και η παρθενιά σου θα μείνει και αυτή αμόλυντη σαν το χιόνι που χάραξες με το αίμα σου. Και αν δεν αρραβωνιαστής πιά το όμορφο παλληκάρι τού χωριού, θα είσαι η αρραβωνιαστικιά τής Νίκης. Και αν δεν στολίσης πιά με τα μυριστικά την αυλή τού φτωχικού σου, θα στολίζεις στους αιώνες την ιστορία τής Ελλάδος. Με την Αντιγόνη, με την Ηλέκτρα θα την στολίζεις. Ιερή αδερφή. Με τις Μεσολογγιτοπούλες, με τις Σουλιώτισσες, με τής Πίνδου τις γυναίκες θα τις στολίζεις, Ρουμελιώτισσα λεβέντισσα Ελληνόπουλα. Σύρε στο καλό Ευτυχία Καλύβα.»

……….Πέρασαν ήδη 70 σχεδόν χρόνια και είναι καιρός να λάμψει απροκάλυπτα ολόκληρη, πλέον, η αλήθεια, προς γνώση και περαιτέρω συμμόρφωση, γιά αποφυγή άλλων, παράλληλων γιά την εποχή μας, λαθών. Η σωστή Ιστορία και η Αλήθεια της, οφείλουν να διαμορφώνουν ορθά το Μέλλον μας.


  • Πηγή: Απόστολος Π. Παπαθεοδώρου, «Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες – UCK – UCC – αλβανοί – τούρκοι – οι αλβανοτσάμηδες». Από τις εκδόσεις ‘’Πελασγός’’.
  • Κεντρική εικόνα: Απαχθέντα Ελληνόπουλα  τα οποία μεταφέρθηκαν στην βουργαρία από κομμουνιστές αντάρτες και κατόπιν επεστράφησαν (εκ των ελαχίστων), μέσω τού Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού το 1950.   (Bambine greche deportate in Bulgaria dai partigiani comunisti greci e poi riconsegnate alla Croce Rossa Internazionale 1950).

Αφήστε μια απάντηση