.
..
.
.
Του Δημητρίου Τσιρόγλου
.
,.
Η τριήρης, κατά βάσιν η αθηναϊκή, διάδοχος της τριακοντόρου και πεντηκοντόρου, υπήρξε πρόγονος της ρωμαϊκής τριήρους και όλων, σχεδόν, των άλλων μεταγενέστερων γνωστών σκαφών, δηλαδή του βυζαντινού δρόμωνα, της κορβέτας και της γαλέρας (τέλη 18ου αι.).
Πρωτοκατασκευάστηκε από Κορίνθιους ναυπηγούς ως διάδοχη της πεντηκοντόρου και της διήρους κατασκευή με επί κεφαλής τον ναυπηγό Αμεινοκλή, ο οποίος έλυσε το πρόβλημα της τοποθέτησης των τριών σειρών στον περιορισμένο χώρο που διέθετε η διήρης(7ο αι.).[1] Όντας η πεντηκοντόρος ένα ήδη εκπληκτικό σε δυνατότητες σκάφος και μάλιστα αποκλειστικά πολεμικό δημιούργησε την τριήρη, μοναδικής έμπνευσης και εξαιρετικής ευφυΐας προϊόν, με απίστευτες, για την εποχή ικανότητες. Η κατασκευή της θεωρείται σταθμός στην ιστορία της ναυπηγικής τέχνης.
Είχε σύνηθες μήκος περί τα 45 μέτρα και πλάτος 6, κατασκευασμένη από πολύ ελαφρύ ξύλο, συνήθως έλατο. Είχε 3 επάλληλες σειρές κουπιών σε κάθε πλευρά, εξ ου και η ονομασία.[2] Το βάρος έφτανε σχεδόν τους 70 τόνους. Είχε 2 πανιά, ένα μεγάλο τετράγωνο στο κέντρο και ένα μικρότερο μετά την πλώρη. Ο κεντρικός ιστός μπορούσε να χαμηλώνει. Στην πλώρη υπήρχε χάλκινο έμβολο το οποίο ήταν η αιχμή του δόρατος, δηλαδή το βασικό όπλο της τριήρους με το οποίο μπορούσε να εμβολίζει και να βυθίζει τα δυσκίνητα εχθρικά πλοία[3].
Στην πρύμνη βρισκόταν η θέση του τριήραρχου και αμέσως μετά του κυβερνήτη, στη συνέχεια η θέση του κελευστή που ήταν ο διοικητής ερετικού (δηλαδή του σώματος των κωπηλατών) και είχε υπό την εξουσία του δύο αυλητές που ονομάζονταν τριήραυλοι. Ο κελευστής έδινε τις εντολές για την διεύθυνση της τριήρους, ενώ οι τριήραυλοι έδιναν τον ρυθμό στους ερετούς με την χρήση αυλών ή κροτάλων. Στην πρύμνη ήταν τοποθετημένα δύο μεγάλα κουπιά (ένα σε κάθε πλευρά) ώστε να ρυθμίζουν την κατεύθυνση του πλοίου. Επίσης η πρύμνη τελείωνε στο ακροστόλιο, μία κατασκευή που έμοιαζε με ουρά μεγάλου ψαριού κατασκευασμένη από κυρτό ξύλο. Γενικά σε συνδυασμό με τα τεράστια ζωγραφισμένα μάτια της πλώρης η τριήρης ήταν ιδιαίτερα επιβλητική ομοιάζοντας με θαλάσσιο τέρας ώστε να προκαλεί τρόμο στον εχθρό.
Είχε πλήρωμα 200 περίπου άνδρες επί συνόλου: ο επί κεφαλής τριήραρχος, 5 αξιωματικοί και 4 υπαξιωματικοί (ο κυβερνήτης υφιστάμενος του τριήραρχου , ο κελευστής κ.ά.), 16 επιβαίνοντες στρατιώτες ελαφρά οπλισμένοι, εκ των οποίων 2 τοξότες και οι υπόλοιποι 170 κωπηλάτες. Απ’ αυτούς 62 βρίσκονταν στο χαμηλότερο επίπεδο και λέγονταν θαλαμίτες, 54 στο μεσαίο με το όνομα ζυγίτες και 54 στο υψηλότερο και λέγονταν θρανίτες. Οι τελευταίοι διέθεταν κουπιά μήκους 7,20 μέτρων. Οι άλλοι μικρότερα . Έτσι με την δύναμη των 170 περίπου ερετών (κωπηλατών) σε συνδυασμό με το μικρό της βύθισμα ενός μόλις μέτρου μπορούσε να αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες (έως και 8-9 κόμβους) και την ικανότητα να κινείται και σε αβαθή ύδατα.
Η τριήρης δεν διέθετε θαλαμίσκους για το πλήρωμα, ούτε καν τρόφιμα (πλην ύδατος), ώστε να μην χάσει την ευκινησία της. Για το λόγο αυτό συνοδευόταν από άλλα πλοία (πλοία συνοδείας). Απαγορευόταν η επάνδρωσή της από δούλους. Οι κωπηλάτες έπρεπε να είναι ελεύθεροι πολίτες και η θέση θεωρούνταν ιδιαίτερα τιμητική.
Στην αρχαιότητα υπήρχαν δύο διάσημες τριήρης. Αυτές ήταν η Πάραλος και η Σαλαμινία. Ήταν οι ιερές τριήρης των Αθηναίων. Είχαν πλήρωμα όλο τον χρόνο, δηλαδή βρίσκονταν σε επιχειρησιακοί ετοιμότητα. Χρησίμευαν σε επείγουσες ανάγκες: μεταφορά χρημάτων, πρεσβειών κ.ά. Εν καιρώ πολέμου στην Πάραλο επέβαινε ο στρατηγός ή ο ναύαρχος. Η Σαλαμινία χρησίμευε για την μεταφορά ετησίως των θεωριών στην Δήλο.
Στο μουσείο Ναυτικής Παράδοσης Πειραιώς υπάρχει κατασκευασμένο ομοίωμα τριήρους σε αναλογία 1 προς 50. Προσφάτως (1987) το πολεμικό ναυτικό κατασκεύασε με την συνδρομή του ναυπηγού John Coates ακριβές αντίγραφο (1/1) αρχαίας αθηναϊκής τριήρους με το όνομα ‘’Ολυμπιάς’’. Η Ολυμπιάς είναι ενταγμένη επισήμως στη δύναμη του Πολεμικού Ναυτικού. Χρησιμοποιήθηκε στην μεταφορά της ολυμπιακής φλόγας και σε άλλες εργασίες. Δημιουργήθηκε διεθνής σύλλογος στην Οξφόρδη με το όνομα ‘’Ένωση της Τριήρους’’ που επανδρώνει την ‘’Ολυμπιάδα’’.
[1] Θουκυδίδου, Ιστοριών, 1.13.2 ‘’Πρώτοι δε Κορίνθιοι λέγονται εγγύτατα του νυν τρόπου μεταχειρίσαι τα περί τας ναυς, και τριήρεις εν Κορίνθω πρώτον της Ελλάδος ναυπηγηθήναι’’.
[2] Υπήρχαν επιπλέον και διήρεις και πεντήρεις.
[3] Σώζονται παγκοσμίως δύο έμβολα, εκ των οποίων το ένα βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο Πειραιώς.
,
,
,
[ shortlink] : http://wp.me/p12k4g-13V
,
,
