.
Ἀπόσπασμα-Μεταφορὰ ἀπό τὸ χειρόγραφο κείμενο-μαρτυρία
τοῦ Χρήστου Ἀναστ.Λώλη
«Βίος ἀτομικός καὶ ἱστορία τοῦ χωριοῦ Λιγκιάδων», Εἰσαγωγή –Ἐπιμέλεια, Βασίλης Νιτσιᾶκος,
.
……….Στὸ σπίτι τοῦ Ροῦσκα ἦταν δύο οἰκογένειες ἐκτελεσμένες, ἡ Ἑλένη Ἀθ. Μπάμπουσκα καὶ τὸ παιδί της σκοτωμένο καὶ τὸ ἄλλο τραυματισμένο στὴν σπονδυλικὴ στήλη – ἦταν ζωντανὸ καὶ βύζαινε στὴ μάνα του, σκοτωμένη 36 ὥρες ποὺ ἦρθαν καὶ τὸ πῆραν. Ἦρθε ὁ Νικόλαος Γ. Μανδήλας καὶ τὸ πῆγαν στὸ Νοσοκομεῖο στὸ Γρεβενήτη, ποὺ εἶχαν οἱ ἀντάρτες- καὶ ἡ Μαρία Γ.Λάππα μὲ τὰ τρία παιδιὰ της.
……….Στὴν μάνδρα τοῦ Δημ.Παπᾶ ἦταν σκοτωμένος μέσ΄ τὰ πουρνάρια ὁ Σταύρος Γ.Ζῶτος, εἶχε τὰ λεπτὰ στὴν τσαντῆλα καὶ μετὰ ἀπό πολλὲς μέρες τὸν βρῆκαν καὶ τοῦ πῆραν τὰ λεφτὰ καὶ μετὰ εἶπαν. Στὸν κῆπο τοῦ Λάππα ἦταν (σκοτωμένη) ἡ Ἑλένη Γ.Γεράκου μὲ τὰ δύο της παιδιά.
……….Στὴν αὐλή τοῦ Τσερίκη ἦταν (σκοτωμένη) ἡ Ἀγγέλω, ἡ γιαγιὰ Κώστα καὶ Μήτσου Φοῦκα. Στὴν κουζίνα Θεοδώρου Λώλη, ἦταν σκοτωμένη ἡ Λαμπρινή, χήρα Λιούρη, ἡ κοπέλα μου ἀβάπτιστη, τεσσάρων μηνῶν, καμένη μαζὶ μὲ τὴν σαρμᾶνα, ἡ Αἰκατερίνη, χήρα Λώλη καὶ ἡ Πανάγιω Κ. Λώλη, κοπέλα 18 χρονῶν, ἦταν πίσω ἀπό τὴν πόρτα στὴν γωνία. Ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ τὶς ἔπιανε ἡ πόρτα πίσω. Ἔμειναν ἐκεῖ 25 μέρες, ὥσπου μύρισαν καὶ τὶς βρῆκαν καὶ δὲν μεταφέρονταν νὰ τὶς θάψουν στὸ Νεκροταφεῖο καὶ τὶς ἔθαψαν στὸν κῆπο ἐδᾶ κεῖ. Ἀφοῦ μᾶς εἶπαν αὐτά τὰ δυσάρεστα γεγονότα, τὰ χάσαμε, δὲν ξέραμαν ποῦ πᾶμε, δὲν εἴχαμε αἶμα ζεστὸ ἀπάνω μας, κρυώσαμε, παγώσαμε, χτυπηθήκαμε, κλάψαμε, θρηνήσαμε.
……….Ἡ ὥρα δώδεκα τὸ μεσημέρι, ἀφήσαμε τὰ παιδιὰ μας ὑγιέστατα, τὰ σπίτια μας, σπίτια ὡραῖα καὶ νὰ ἐπιστρέψομε τὸ βράδυ καὶ νὰ μὴ βροῦμε οὔτε ἀνθρώπους οὔτε σπίτια. Ξεκινήσαμε ἀπό τὴν Στρογγλὴ καὶ κάναμε κάτω νὰ ἔρθουμε γιὰ τὸ χωριὸ καὶ δὲν ξέραμε ποῦ πηγαίναμε. Ἀλλοῦ θέλαμε νὰ πᾶμε καὶ ἀλλοῦ πηγαίναμε.(…)
……….Τὸ βράδυ καμιὰ ὥρα, μέρη ἀπὸ μέρη ποὺ δὲν φαινόμασταν ἀπὸ τὰ Γιάννενα διὰ νὰ μᾶς βάλουν, ἤρθαμαν στὸ χωριό. Μᾶς φαινόνταν πὼς θὰ βροῦμε τοὺς ἀνθρώπους ζωντανούς. Βρήκαμαν τὴν Λαμπρινὴ Λιούρη καὶ τὴν κοπέλα μου σκοτωμένες καὶ καμένες στὸ μαγειριὸ ψηλὰ στὸ ἀξεφύληγο ἀραποσίτι τοῦ μπάρμπα μου, Θοδωρὴ Λώλη. Τὴν ἄλλη μέρα, ἦρθαν δύο τσοπαναραῖοι νὰ πάρουν λίγο νερό, ψωμί, ὅ,τι νὰ εὔρεσκαν νὰ βάλουν στὸ στόμα τους, τοὺς βἀλαν ἀπό τὸ νησὶ μὲ τὰ μυδράλια.
……….Καὶ ἔτσι δὲν ἔρχονταν ξανὰ μέρα ἄνθρωποι στὸ χωριό. Νύχτα σὲ νύχτα ἔρχονταν, καὶ ἔθαφταν τοὺς σκοτωμένους ποὺ ἦταν ἔξω ἀπό τὰ σπίτια καὶ συμμάζευαν ὅ,τι εἶχε μείνει ἀπό τὴν καταστροφή(…)
……….Ἄν ἦταν ἄνθρωπος ξένος, δὲν ἔμπαινε μέσα στὸ χωριὸ ἀπό τὴν βαριὰ μυρουδιὰ ποὺ καίγονταν οἱ ἀνθρώπινες σᾶρκες, ἀπό τὰ σοδήματα, ἀπό τὶς σφαῖρες ποὺ σκάγανε καὶ ἀπό τὶς βροντὲς τῶν σπιτιῶν ποὺ σωριάζονταν κάτω. Ἐμεῖς, ἔξαλλοι ὅπως ἤμασταν, ἀπὸ τὸ κακὸ ποὺ μᾶς βρῆκε, δὲν αἰσθανόμασταν ἁπολύτως τίποτα. Δὲν ξέραμαν καὶ ἄν εἶχαν φύγει οἱ οὖνοι ἀνθρωποφάγοι, καὶ λέγαμε τί τὴ θέλομε τὴ ζωὴ, ἄς μᾶς σκοτώσουν.(…)
……….Οἱ Ναζὶ ἀκόμα τὸ μάτι στὸ χωριὸ τὸ εἶχαν. Τὴν τρίτη Κυριακὴ καὶ τὴν πέμπτη Κυριακὴ τὸ βράδυ, μετὰ τὸ κάψιμο, ἔβαλαν μὲ τὸ πυροβολικὸ στὰ σπίτια ποὺ εἶχαν μείνει ἄκαιγα, τὰ τρύπησαν τὰ τοιχάρια μὲ τὰ βλήματα, ἀλλά εὐτυχῶς δὲν ἦταν ἄλλα θύματα.
Ὁλόκληρο τὸ κείμενο μπορεῖτε νὰ διαβάσετε στό : www.e-istoria.com
.
.

