.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ
Ιερ. ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
.
……….Ξεκινώντας από τα Καλάβρυτα γιά τα Β.Α. στα 12 περίπου χιλιόμετρα θά συναντήσωμε το μικρό χωριό Ρωγοί. Εδώ στα 1875 γεννήθηκεν ο ιερεύς Χρίστος Κανελλόπουλος. Οι γονείς του — ο πατέρας του ήταν κι αυτός ιερεύς—ήσαν ευσεβέστατοι, γι’ αυτό και μπορούμε να πούμε ότι μεγάλωσε κυριολεκτικά «έν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Με τέτοιαν ανατροφήν έγινε ικανός γιά το υψηλόν ιερατικόν υπούργημα, που λαχταρούσε από παιδί.
……….Τού Δημοτικού μόνο τα γράμματα είχε μάθει, μα τόσο μεγάλος ήταν μέσα του ο πόθος γιά μελέτη και μόρφωσι, ώστε η ανάγνωσις ηθικοθρησκευτικών βιβλίων ήταν διαρκής απασχόλησίς του. Καρπός τής φωτισμένης φιλομαθείας του ήταν ο σχηματισμός βιβλιοθήκης με περισσοτέρους από 300 τόμους των σπουδαιοτέρων εκκλησιαστικών συγγραφέων. Ιδιαίτερην επίδοσιν είχε στη Βυζαντινή μουσικήֹ’ συγκίνουσε βαθιά το εκκλησίασμα, όταν απέδιδε με την ωραία φωνή του τα κατανυκτικά μελωδήματα των μεγάλων Βυζαντινών διδασκάλων.
……….Από τον γάμο του με μιάν ευσεβή κόρη τού χωρίου του, απέκτησε δύο κορίτσια κι ένα αγόρι. Υπόδειγμα νέου ο π. Χρίστος πριν από τον γάμο του μα κι ύστερα απ’ αυτόν, κατά την ομολογία των συγχωριανών του, ήταν «πρότυπον και παράδειγμα ηθικής και αμέμπτου συμπεριφοράς». Κι έτσι στα 1909 προκρίνεται γιά εφημέριος των Ρωγών.
……….Τήν ιερωσύνη την έβλεπε με όλο το ύψος και το μεγαλείο της και την ημέρα τής χειροτονίας του, την εθεώρησε σαν απαρχή μόχθων και προσπαθειών γιά καλυτέρευσί του κι όχι αναπαύσεως. Αγωνιζόταν με όλες τις δυνάμεις του ν’ ανταποκριθή στο αξίωμά του και να επιτύχη στην αποστολή του. Πιό εντατική τώρα μελέτη τού λόγου τού Θεού, γιατί τού εχρειάζοντο εφόδια γιά τον ωραίον αγώνα του. Μιλά κάθε φορά στο εκκλησίασμα και κατορθώνει πάντα να το μεταρσιώνη, να το ανεβάζη στούς ουρανούς. Στις συναναστροφές του με τους χριστιανούς προσπαθεί, αποφεύγοντας να τους κουράζη, να είναι εποικοδομητικός. «Με την αρίστην συμπεριφοράν του ενέπνεε τον σεβασμόν εις πάντας. Πολλούς διά τού παραδείγματος και των νουθεσιών του, επανέφερεν εις τον δρόμον τού Θεού και πολλάς διηρημένας οικογένειας επετύγχανε να συμφιλιώνη». Κατώρθωσε μέσα σε λίγα σχετικώς χρόνια «να καταστήση το μικρό του χωρίον σέμνωμα ως και υπόδειγμα κοινωνίας».
……….Όσοι εσχετίσθησαν μαζί του, τον αγαπούν και τον θαυμάζουν. Διακηρύττουν ότι ο ναός του ήταν πρώτος στην τάξι και την ευπρέπεια σ’ όλη την περιοχή. Κατάλληλος γιά τα απλά και πρακτικά, άξιος όμως και στα πνευματικώτατα. «Ήτο αριστός εξομολόγος», μαρτυρεί αγαπητό του πνευματικό παιδί. Ήξερε την ψυχή τού ανθρώπου και την επλησίαζε ήμερα, την εγοήτευε, την εκέρδιζε και την ωδηγούσε ύστερα εκεί όπου έπρεπε να φθάση. Κι όταν μιλούσε γιά κάποιο θέμα, μπορούσε καί σε μορφωμένους να αφήση άριστες εντυπώσεις.
……….Ξεχώριζε γιά την τάξι του ο ναός τού π. Χρήστου και γιά την νοικοκυρωσύνη το σπιτικό του σ’ όλο το χωριόֹ’ αυτό πιό πολύ χάρις στην αντάξιά του πρεσβυτέρα. Ήταν το καταφύγιο τού περαστικού κι ακόμα —ιδίως το καλοκαίρι— η ευχάριστη διαμονή πολλών ανωτέρων κληρικών και άλλων πνευματικών ανθρώπων, με τους όποιους είχε δεσμούς χριστιανικής αγάπης ο π. Χρήστος.
……….Η αναγνώρισις τής αρετής του, τής αφοσιώσεώς του στο καθήκον, τού ήθους του, δεν άργησε να ’ρθή’ έγινε Αρχιερατικός Επίτροπος, πνευματικός τής Μητροπόλεως, επόπτης των ιερών ναών τής Επαρχίας, τακτικό μέλος τού Επισκοπικού δικαστηρίου κ.λ.π.
……….Στα 1940 αναγκάσθηκε ν’ απομακρυνθή από το ποίμνιό του και να κατεβή στας Πάτρας. Εκεί, ελεύθερος από αγροτικές απασχολήσεις, δόθηκε απερίσπαστα και αποκλειστικά στα πνευματικά του καθήκοντα. Και τότε μπόρεσε να πη μιά φράσι, που μαρτυρεί την βαθιά πνευματική του δίψα. «Είμαι σαράντα χρόνια παπάς, αλλά στην πραγματικότητα αισθάνομαι ότι είμαι παπάς μόνον 6 μήνες». Εννοούσε το διάστημα τής παραμονής του στας Πάτρας, μέρες ολοκληρωτικής αφιερώσεως στα πνευματικά.
……….Ένα άλλο χαρακτηριστικό τής πνευματικότητας του: Η πρεσβυτέρα κάποτε κάποτε εξεδήλωνε δειλά κάποια ανησυχία γιά την αποκατάστασι των δύο κοριτσιών, που κάπως αργούσε. Ο ιερεύς όμως, βράχος πίστεως, ήταν γεμάτος γαλήνη κι εμπιστοσύνη στην καλωσύνη τού Θεού και τα συναισθήματα αυτά με το παράδειγμά του δημιουργούσε και στην ψυχή τής γυναίκας. Έλεγε ότι την φροντίδα αυτήν την είχεν αναθέσει στον Θεό. Και ο καλός Θεός δεν τον διέψευσεֹ’ τα δυο κορίτσια αποκαταστάθηκαν και μάλιστα την ίδια μέρα.
……….Μετά την κήρυξιν τού πολέμου και τον βομβαρδισμόν των Πατρών αναγκάσθηκε να επιστρέψη στους Ρωγούς. Εκεί βρέθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1943, την μοιραία ημέρα τού αιματοκυλίσματος των Ρωγών από τους Γερμανούς.
……….Ιδού το επεισόδιο: Οι αντάρτες είχαν σκοτώσει μερικούς Γερμανούς στρατιώτας και να, φθάνει στους Ρωγούς το πολυάριθμο απόσπασμα. Άγριοι και βλοσυροί πέτυχαν να εγκλωβίσουν στο χωριό όλους τους άνδρας. Ο π. Χρίστος ανησυχεί, μυρίζεται τον κίνδυνο, προαισθάνεται, θαρρείς, το κακό που θα χτυπήση το φτωχό του κοπάδι. Πώς όμως νά προλάβη την συμφορά; Προσπαθεί να περιποιηθή τους επιδρομείς όσο μπορεί, τους διευκολύνει, καλεί τον επικεφαλής διαβόητο Τένερ στο σπίτι. Σκοπός του να τους μαλακώση και να τους εξευμενίση. Μάταια όμως. Η διαταγή τού Γερμανού ξερή και κοφτή: να χτυπήσουν οι καμπάνες και να μαζευτούν οι άνδρες στην εκκλησία.
……….Φυλακισμένος ο σεβάσμιος γέροντας με τους χωριανούς του στην εκκλησία, δεν χρειάζεται άλλο γιά να τα καταλάβη όλα: θάνατο ετοιμάζουν γιά όλους τους οι Γερμανοί. Μ’ αντί να ταραχθή από την φοβερή σκέψι, ορθώνεται γαλήνιος κι ακλόνητος ο λειτουργός τού Υψίστου. Με χαλυβδωμένη την ψυχή καλεί τα παιδιά του σε κοινή προσευχή. Ιερή στιγμή γεμάτη πόνο, δάκρυα κι ανάτασι. Πέφτουν στα γόνατα οι άντρες μαζεμένοι μπροστά στην ωραία Πύλη κι ο π. Χρίστος μπροστά στην Αγία Τράπεζα υψώνει τα χέρια στον Εσταυρωμένο. Οι ψυχές βρίσκουν σιγά τον εαυτό τους κι υψώνονται προς τον ουρανό. Ώρα βάσταξε η θερμή προσευχή τις κρίσιμες εκείνες στιγμές και το τέλος της ήταν η εγκάρδια αλληλοσυγχώρησις.
……….Εκείνη την στιγμή άνοιξε κι η πόρτα τής εκκλησίας — η πόρτα τού μαρτυρίου και τού θριάμβου τους. Ήσαν αποφασισμένοι και δυνατοί.
……….Φωνάζει ο Τένερ να τον ακολουθήσουν έξι από τους κρατούμενους. Αυθόρμητα προχωρούν έξι γέροντες, πρόθυμα εξιλαστήρια θύματα, γιά να σωθούν οι πιό νέοι. Το κλείσιμο τής πόρτας πίσω τους έδωσε θαρρείς το σύνθημα γιά μιάν απαίσια ομοβροντία των πολυβόλων. Σ’ ένα λεπτό η πόρτα ξανανοίγει κι άλλη μιά μαρτυρική εξάδα καλείται να πληρώση ματωμένο φόρο στην απεριόριστη βαρβαρική θηριωδία. Στο τρίτο άνοιγμα τής πόρτας ο παπά-Χρίστος νιώθει την ιερή αγανάκτησι να τον πλημμυρίζη, να τον μετεωρίζη και να τον εξαϋλώνη. Προχωρεί με προφητική μεγαλοπρέπεια: «Έχετε απόφασι να μας ξεκάνετε όλους; Γιατί σκοτώνετε αθώους ανθρώπους; Αυτός είναι ο πολιτισμός σας;» Δεν είχε προλάβει να τελειώση, όταν σπρωγμένος και τραβηγμένος έξω, δέχθηκε στην σάρκα του τα πυρωμένα μολύβια των πολυβόλων.
……….Οι υπόλοιποι είχαν την ίδια τύχη. Τρεις μονάχα σώθηκαν ως εκ θαύματος που μετέδωσαν και τις σπαραχτικές αυτές λεπτομέρειες τού υπέροχου ολοκαυτώματος. Ύστερα βάζουν φωτιά στο χωριό οι δολοφόνοι, φωτιά και στον Ιερό Ναό, μνημείο αξιόλογο Βυζαντινής αγιογραφίας με ξυλόγλυπτο τέμπλο, γεμάτο λεπτές άγιογραφικές παραστάσεις.
……….Την άλλη μέρα το πρωΐ, ο θρήνος και ο κοπετός, όταν οι χήρες και τα ορφανά έψαχναν τον σορό των νεκρών να βρουν τους δικούς τους. Τα ξυλιασμένα δάκτυλα τής σεπτής δεξιάς τού π. Χρίστου βρέθηκαν στο πείσμα τής αγριότητος και τού μίσους να κάνουν το σχήμα τής ευλογίας. «Ανύστακτον λαμπάδα την εαυτού τηρήσας, τής θείας έτυχε τού Νυμφώνος εισόδου».
-
Ἐπιμέλεια κειμένου : « Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο »
-
Πηγή: Το έργο τού Μητροπολίτου Λήμνου Διονυσίου, «Εκτελεσθέντες και μαρτυρήσαντες κληρικοί 1942-1949.»
Γι' αὐτό, τῶν ἱερέων ποὺ ἐμαρτύρησαν γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Ἔθνος τους, ἄς εἶναι ἡ μνήμη αἰωνίᾳ.
