ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ’21-ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ Θ. ΜΕΞΗΣ

Χατζηγιάννης Θ. Μέξης (1756-1844). Έργο τού ζωγράφου Δημήτριου Μπισκίνη.
.Χατζηγιάννης Θ. Μέξης

……….Η ζωή και η δράση τού Χατζηγιάννη Μέξη είναι συνυφασμένες με την ιστορία των Σπετσών και την συμβολή τού νησιού, τόσο στην ανάπτυξη τής ναυτιλίας κατά την προεπαναστατική περίοδο, όσο και στην ναυτική εποποιΐα τού 1821.

……….Ο Χατζηγιάννης Μέξης ήταν τον ενδοξότερο τέκνο τής οικογένειας Μέξη. Η οικογένεια κατάγεται από το Λάμποβο τής Βορείου Ηπείρου. Καταδιωγμένη από τους Τούρκους διασκορπίστηκε, στις αρχές τού 18ου αιώνα, σε διάφορα μέρη τής Ελλάδος. Γενάρχης τής οικογένειας των Σπετσών είναι ο οπλαρχηγός Θεόδωρος Μέξης.

……….Πρωτότοκος γυιός του Θεόδωρου, ο Ιωάννης, γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1756 [1]. Επειδή ήταν βαθύτατα θρησκευόμενο άτομο, μετέβη στους Αγίους Τόπους, περί τα τέλη τής δεκαετίας τού 1790, βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη κι’ έλαβε την προσωνυμία Χατζής. Νυμφεύθηκε την Διαμάντω, κόρη τού εύπορου Πελοποννήσιου εμπόρου Νικολού Μωραΐτη, με την οποία απέκτησε εννέα παιδιά (τέσσερις γυιούς και πέντε θυγατέρες). Με τις επιγαμίες και τις επιγαμβρίες κατάφερε να συγγενεύσει με τις πλέον σημαίνουσες οικογένειες των Σπετσών (τού Γεωργίου Ανδρούτσου, τού Ανδρέα Χατζηαναργύρου, τής Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, τού Γεώργιου Κούτση) και να ισχυροποιήσει την θέση του ως ο ηγέτης τής «αριστοκρατικής» μερίδας τού νησιού.

……….Ο Χατζηγιάννης Μέξης από τα νεανικά του χρόνια ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα και χάρις στην ευφυΐα του και τον ριψοκίνδυνο χαρακτήρα του απέκτησε μεγάλη περιουσία, ασκώντας το εμπόριο με τα πλοία του. Το μέγεθος των εμπορικών δραστηριοτήτων του και ο πλούτος που συγκέντρωνε ήσαν τόσο μεγάλα, ώστε αναφέρεται από τους χρονικογράφους τής εποχής, ότι η ζημιά που προκλήθηκε, στα 1803, από την απώλεια ενός πλοίου του και τού σιτοφορτίου του, εξ αιτίας τής αιχμαλωσίας του από πειρατές, ζημιά που ανερχόταν στο ποσό των 90.000 δίστηλων, καλύφθηκε από τα κέρδη άλλων πλοίων του μέσα στον ίδιο χρόνο [2]. 

……….Ανάμεσα στα έτη 1795-1798, έκτισε το αρχοντικό του το οποίο  αποτελεί δείγμα τής οικονομικής ευρωστίας του. Το αρχοντικό, με προτροπή τού Γ. Σωτηρίου, δωρήθηκε στο Κράτος το 1938, από τις κληρονόμους του, Καλομοίρα Μέξη και Νικέτα Θερμισιώτη-Κατσίνα και έκτοτε στεγάζει το Μουσείο τού νησιού. 

……….Στα τέλη τού 1818, με σουλτανικό φιρμάνι ο  Μέξης διορίστηκε «Ναζίρ» των Σπετσών δηλαδή ο πρώτος των προκρίτων, έχοντας υπό τις διαταγές του τον «Ζαπίτη» (διοικητή) τού νησιού. Ο διορισμός αυτός σηματοδοτεί την αυτονόμηση και τυπικά πλέον τού νησιού, από την διοίκηση τής Ύδρας.

……….Στην διάρκεια των προεπαναστατικών εμφύλιων διαμαχών των Σπετσιωτών, τα αίτια των οποίων εντοπίζονται στην φιλαρχία και φιλοπρωτία των δύο ισχυρότερων οικογενειών τού νησιού, των Μέξηδων και των Μποτασαίων, ο Χατζηγιάννης Μέξης αρχηγός τής «αριστοκρατικής» μερίδας, υπερίσχυσε των αδελφών Γκίκα και Παναγιώτη Μπόταση που ήταν οι αρχηγοί τής αντίπαλης «λαϊκής» μερίδας. Οι διαμάχες ανάμεσα στις δύο παρατάξεις συνεχίστηκαν μέχρι τις παραμονές τής Επαναστάσεως. Τότε, «[…] εν αναμονή τής εξεγέρσεως των Ελλήνων κατά των Τούρκων, πρυτάνευσαν άλλες διαθέσεις, κυριάρχησε το συναίσθημα τής φιλοπατρίας, οι διαφορές και διαμάχες παραμερίστηκαν και επήλθαν η συμφιλίωση, η σύμπνοια και η συνεργασία, τόσο απαραίτητες για την αντιμετώπιση τού κοινού εχθρού»[3].

……….Αμέσως μόλις εκδηλώθηκε η Επανάσταση, οι Πελοποννήσιοι ανήγγειλαν προς τους Σπετσιώτες και τους Υδραίους τα γεγονότα, τονίζοντας την ανάγκη τής άμεσης συμπράξεως. Όπως γράφει ο Ανάργ. Χατζηαναργύρου: «[…] το κοινόν φρόνημα εξηγέρθη εντονώτατα εν Σπέτσαις το παραυτίκα και ην έτοιμον να εκραγεί, πλην δεν προέβησαν εις έργον οι οικοκυραίοι αμέσως»[4].

……….Η διστακτικότητα τού Χατζηγιάννη Μέξη και μεγάλης μερίδας των Σπετσιωτών προκρίτων, όπως εξάλλου  και των Κουντουριώτηδων και τού συνόλου σχεδόν των προκρίτων της Ύδρας [5], οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι δεν είχαν πειστεί απολύτως από τις διαβεβαιώσεις των απεσταλμένων τής Φιλικής Εταιρείας, σχετικά με την άρτια προετοιμασία και οργάνωση τού Αγώνα. Δεν πρέπει ακόμα να μάς διαφεύγει το γεγονός, ότι οι καραβοκυραίοι διακινδύνευαν πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι οι Πελοποννήσιοι ή οι Στερεοελλαδίτες. Συγκεκριμένα, τα νησιά είχαν εξασφαλίσει καθεστώς αυτοδιοικήσεως με μοναδική υποχρέωση την πληρωμή των φόρων και την αποστολή ναυτών (των μελλάχηδων) γιά την επάνδρωση των πλοίων τού οθωμανικού στόλου. Οι Σπετσιώτες μάλιστα, είχαν καταφέρει να απαλλαγούν από την υποχρέωση να στέλνουν ετησίως 100 ναύτες, καταβάλλοντας 300 – 500 γρόσια γιά κάθε ναύτη. Επίσης, οι καραβοκυραίοι θα συμμετείχαν στον πόλεμο με τα πλοία τους, που ταυτίζονταν με την περιουσία τους και το κεφάλαιό τους, πράγμα που σημαίνει ότι οι ζημιές που θα υφίσταντο κατά τις εχθροπραξίες, δεν θα ήταν δυνατό να αποκατασταθούν πλήρως, ακόμη και εάν ο αγώνας θα είχε αίσια έκβαση. Οι Σπετσιώτες ιδιαίτερα, είχαν νωπές ακόμη τις μνήμες από την ολοκληρωτική καταστροφή τής πατρίδας τους, όταν έλαβαν μέρος στα Ορλωφικά. Όμως, παρά τους ενδοιασμούς τους οι Σπετσιώτες έστειλαν στις 30 Μαρτίου, στο στρατόπεδο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, 5.000 δεσμίδες πυριτιδοβολών (φυσικιών).

……….Όσο περνούσαν οι μέρες, πλήθαιναν και οι αγωνιώδεις εκκλήσεις από τους προκρίτους τής Πελοποννήσου προς τους ομολόγους τους των Σπετσών και τής Ύδρας. Ο Χατζηγιάννης Μέξης μετέβη στην Ύδρα, προκειμένου να συνεννοηθεί με τους Υδραίους ώστε τα δύο νησιά να επαναστατήσουν από κοινού. Ο Μέξης συναντήθηκε και συζήτησε με τους Υδραίους προκρίτους·  συμφώνησαν μεν για την ανάγκη εξεγέρσεως, δεν μπόρεσαν όμως να ορίσουν την ημέρα ενάρξεως τής Επαναστάσεως στα νησιά, καθώς οι Υδραίοι πρόκριτοι αντιμετώπιζαν προβλήματα λόγω τού κινήματος τού πλοιάρχου εταιριστή Αντωνίου Οικονόμου, ο οποίος από τις 26 Μαρτίου είχε καταλύσει την τοπική αρχή.

……….Στο μεταξύ, η εξέλιξη των γεγονότων στις Σπέτσες ήταν ραγδαία. Το Σάββατο 2 Απριλίου, έγινε σύσκεψη των προκρίτων τού νησιού στο σπίτι τού Φιλικού Γεώργιου Πάνου. Οι περισσότεροι από τους συγκεντρωθέντες πρότειναν πάλι την αναβολή μέχρις ότου βγει στον Αγώνα και η Ύδρα. Έτσι η σύσκεψη έληξε χωρίς να ληφθεί καμμία απόφαση. Μετά από το συμβούλιο όμως, οι Παναγιώτης Μπότασης, Γεώργιος Πάνου, Βασίλειος Ν. Λαζάρου – Ορλώφ, Δημήτριος Σκλιάς, Ηλίας Θερμισιώτης και Αναστάσιος Ανδρούτσος, δηλαδή οι πρώτοι Σπετσιώτες Φιλικοί, εξώθησαν τους ανθρώπους τους να καταλάβουν την Καγκελαρία, δηλαδή το Διοικητήριο τού νησιού. Η κατάληψη έγινε χωρίς καμμία αντίσταση, άλλωστε κανείς Σπετσιώτης δεν αντιμαχόταν την αναγκαιότητα τού εγχειρήματος, τα τουρκικά σύμβολα γκρεμίστηκαν και στην θέση τους υψώθηκε η επαναστατική σημαία. Το συγκεντρωμένο πλήθος με ενθουσιώδεις ζητωκραυγές επιδοκίμαζε τα γενόμενα.

……….Ήταν ξημερώματα της Κυριακής 3 Απριλίου 1821 που συνέπιπτε με τον εορτασμό τής Κυριακής των Βαΐων.  Όπως προαναφέραμε, ο πρωτάρχοντας των Σπετσών Χατζηγιάννης Μέξης, απουσίαζε στην Ύδρα. Αμέσως στάλθηκε πλοίο γιά να τον επαναφέρει στο νησί, διότι η παρουσία του ήταν χρήσιμη και απολύτως αναγκαία [6]. Στο συμβούλιο των προκρίτων υπό την προεδρία του επανελθόντα Χατζηγιάννη Μέξη, όσοι είχαν ζητήσει την αναβολή γιά λόγους γενικότερου συμφέροντος έκριναν ότι έπρεπε να επιδοκιμάσουν τα τετελεσμένα κι’ έτσι ομόφωνα αποφάσισαν να κηρυχθεί η Επανάσταση και να εκπλεύσει ο στόλος. Ακολούθησε δοξολογία στο Μοναστήρι τού Αγίου Νικολάου προστάτη τού νησιού. Τις απογευματινές ώρες τής ίδιας μέρας, συγκροτήθηκε τοπική διοίκηση με επικεφαλής τον Μέξη και στάλθηκαν απεσταλμένοι στην Πελοπόννησο, στην Ύδρα και στα Ψαρά για να κάνουν γνωστά τα γεγονότα.

……….Αποφασίσθηκε επίσης, να σταλούν πλοία στις ακτές τού Ελλησπόντου και τής Μικράς Ασίας προκειμένου να ξεσηκώσουν τον ελληνικό πληθυσμό και γιά να ενεργήσουν καταδρομές, και κυρίως αποφασίσθηκε να αποπλεύσουν δύο μοίρες, η μία από 11 πλοία προς την Μονεμβασιά και η δεύτερη από 8 πλοία γιά το Ναύπλιο, γιά να αποκλείσουν από την θάλασσα αυτά τα δύο ισχυρά φρούρια.

……….Η συμβολή τού Μέξη στον Αγώνα τής Εθνικής μας Παλιγγενεσίας υπήρξε μεγάλη και ποικίλη. Ο ναύαρχος Ι. Θεοφανίδης γράφει: «[…] απέβη ο Μέξης εξέχουσα προσωπικότης, προς την οποίαν ετηρήθησαν εστραμμένα τα βλέμματα τού Πανελληνίου, καθ’ όλην την διάρκειαν τού ιερού αγώνος»[7]. 

……….Τα πλοία τού Χατζηγιιάννη Μέξη που έλαβαν μέρος στην ναυτική εποποιΐα τού 1821 ήσαν ο ‘Θεμιστοκλής’, ο ‘Λεωνίδας’, ο ‘Περικλής’ και ο ‘Επαμεινώνδας’, βρίκια ναυπηγημένα ανάμεσα στα έτη 1816-1820. Σύμφωνα με τον ιστορικό των Σπετσών Ανάργυρο Χατζηαναργύρου, «[…] κατετάσσοντο εις την πρώτην τάξιν των πλοίων τού Ελληνικού Στόλου διά την κομψότητα, το νεουργόν και ηγεμονικόν αυτών κάλλος»[8].

……….Ο Μέξης ήταν επίσης συνιδιοκτήτης με σημαντικό μερίδιο και στα πλοία των γαμπρών του ‘Αφροδίτη’ (Γεωργίου Ν. Λάμπρου), ‘Θεμιστοκλής’ (Γεωργίου Κούτση), ‘Αρχιδούξ Μιχαήλ’ (Νικολάου Αδριανού), ‘Κόντε Μπένιξ’ και ‘Αλέξανδρος Α΄’ (Γκίκα Τσούπα). 

……….Εκτός των πλοίων του, πρόσφερε το υπέρογκο ποσόν των 735.360 χρυσών δραχμών γιά την συντήρηση, επάνδρωση και κίνησή τους. Ο ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος γράφει ότι οι οικονομικές προσφορές τού Μέξη, ήσαν ανάλογες με εκείνες των Κουντουριώτηδων τής Ύδρας [9]. Η αφειδώλευτη και πρόθυμη χρηματοδότηση τού Αγώνα, αποδεικνύεται από την χαμηλή οικονομική κατάσταση τής οικογένειας στα μετά την Επανάσταση χρόνια, που δεν συγκρίνεται με τον πριν από την Επανάσταση πλούτο της.

……….Ο Μέξης, λόγω τής προχωρημένης ηλικίας του δεν είχε ενεργό συμμετοχή στον καθαρά πολεμικό τομέα, αλλά προέδρευε στα συμβούλια των προκρίτων τού νησιού σε όλο το διάστημα τού Αγώνα. Επίσης ο Δημήτριος Υψηλάντης τον είχε τοποθετήσει ως πρόεδρο τής επιτροπής που όριζε την εξ ίσου διανομή τής λείας ανάμεσα στην Κοινότητα και στους ναυτικούς. Εκτός των τοπικών καθηκόντων του, έλαβε μέρος ως εκλεγμένος πληρεξούσιος των Σπετσιωτών στις εργασίες των Εθνοσυνελεύσεων τής Επιδαύρου και τού Άστρους. Στις περιστάσεις εκείνες, παρουσιάστηκαν πολλά και σοβαρά ζητήματα στην διοίκηση τού νησιού και πολλές δυσχέρειες στην ομαλή εξέλιξη τής Επαναστάσεως. Ο Μέξης με την ευστροφία τού πνεύματός του συνέβαλε στο να ξεπεραστούν οι δυσκολίες, διατήρησε τις υποθέσεις τού νησιού σε τάξη και το κυριότερο, πέτυχε με την συνετή πολιτική του, ώστε οι Σπέτσες, να μην εμπλακούν στην δίνη των εμφύλιων διαμαχών που ξέσπασαν κατά την διάρκεια τής Επαναστάσεως κι’ έτσι να συνεχιστεί απρόσκοπτα η προσφορά των Σπετσιωτών, όπου το εθνικό καθήκον τους καλούσε.

«Η Ναυμαχία των Σπετσών», λεπτομέρεια πίνακα τού Σπετσιώτη θαλασσογράφου Ιωάννη Γ. Κούτση

……….Το γεγονός όμως γιά το οποίο ο Χατζηγιάννης Μέξης διεκδικεί εξαιρετική θέση στην ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως, είναι η προ των Σπετσών Ναυμαχία τής 8ης Σεπτεμβρίου 1822. Ο γέροντας άρχοντας αρνήθηκε να εγκαταλείψει την πατρική γη ανυπεράσπιστη και αποφάσισε να οργανώσει την άμυνά της. Στην απόφασή του αυτή τον ακολούθησαν ο γυιός του Νικόλαος, οι γαμβροί του Ιωάννης Κούτσης, Δημήτριος Λάμπρου ή Λεωνίδας και Νικόλαος Λαζάρου και πενήντα τρείς ακόμη Σπετσιώτες, που ορκίστηκαν να πεθάνουν υπερασπιζόμενοι την πατρίδα τους, σκοτώνοντας στην ανάγκη οι ίδιοι τον πρώτο που θα λιποτακτούσε, ακόμη και αν ήταν ο ίδιος ο αδελφός τους. Έτσι, υπό τις διαταγές τού Μέξη, κατασκευάστηκαν τρία κανονιοστάσια με πιό ισχυρό εκείνο στην είσοδο τού Παλιού Λιμανιού.

……….Καθώς αναφέρει η παράδοση, ο Μέξης διέταξε και τοποθετήθηκαν όσα φέσια υπήρχαν, στα καραμπούσια (ασφόδελοι) που φυτρώνουν άφθονα στο νησί, και άναψαν φωτιές σε διάφορα σημεία, ώστε να προξενείται στον εχθρό η εντύπωση ότι στο νησί υπήρχε πολυάριθμη στρατιωτική δύναμη. Στην πλέον κρίσιμη φάση τής ναυμαχίας, με τις προτροπές «[…] τού ευπατρίδου πρεσβύτου Χατζηγιάννη Μέξη επικαλουμένου […] πατρίδαν, θρησκείαν και τιμήν»[10], εφορμά κατά τής τουρκικής ναυαρχίδας ο ηρωϊκός πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης, η παράτολμη ενέργεια τού οποίου σήμανε την υποχώρηση τού εχθρικού στόλου και την ματαίωση των σχεδίων του γιά την καταστροφή των δύο ελληνικών ναυτικών βάσεων Σπετσών και Ύδρας και τον ανεφοδιασμό τού αποκλεισμένου από την θάλασσα Ναυπλίου.

……….Μετά την απελευθέρωση, ο Μέξης προσβλέπει με πίστη στο εθνικό έργο τού Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Παρέμεινε μέχρι τέλους ένθερμος οπαδός και πιστός φίλος του, όπως και η μέγιστη πλειονότητα των Σπετσιωτών. Ο Καποδίστριας, ο οποίος εκτιμούσε τον χαρακτήρα και τον απέριττο τρόπο ζωής τού πρωτάρχοντα των Σπετσών, τον διόρισε πρόεδρο τής Εφορευτικής επιτροπής γιά την ανέγερση τού κτηρίου τού αλληλοδιδακτικού σχολείου και την διαχείριση τής περιουσίας τής Μονής τού Αγίου Νικολάου. Ένα γεγονός το οποίο δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό και αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί, είναι ότι ο Μέξης από τους πρώτους αντιλήφθηκε την ανάγκη μορφώσεως των νέων και συνέλαβε την ιδέα δημιουργίας σχολείου στις Σπέτσες. Γιά τον σκοπό αυτό, τον Οκτώβριο τού 1813 πρόσφερε στην Κοινότητα 1.000 τάλληρα γιά την ίδρυση σχολείου και 200 κάθε χρόνο γιά την συντήρησή του, ενώ και στην διαθήκη του προνόησε γιά την οικονομική ενίσχυση τού δημιουργήματός του.

……….Ο Μέξης τιμήθηκε ιδιαιτέρως και από τον βασιλέα Όθωνα και τον πατέρα του, βασιλέα τής Βαυαρίας Λουδοβίκο, τον οποίο είχε φιλοξενήσει στο αρχοντικό του, όταν αυτός, στα 1835, επισκέφθηκε τις Σπέτσες. Δείγμα τής βασιλικής εύνοιας προς το πρόσωπο τού Μέξη είναι και ο διορισμός του ως Συμβούλου τής Επικρατείας σε τακτική υπηρεσία. Στις 9 Μαΐου 1841, ο ίδιος ο Όθωνας κατά την διάρκεια μιάς συγκινητικής τελετής στο αρχοντικό του, παρασημοφόρησε τον Μέξη, με το ανώτατο παράσημο τού ελληνικού Κράτους, τον Μεγαλόσταυρο τού Τάγματος τού Σωτήρος.

……….Ο πρωτάρχοντας Χατζηγιάννης Μέξης απεβίωσε στις Σπέτσες σε ηλικία 88 ετών, την νύκτα τής 22ας προς 23η Αυγούστου 1844, αφού έζησε «με πλούτο, δόξα και τιμή και εκυριάρχησε με την ισχυρή προσωπικότητά του πάνω στο νησί και στην ζωή του»[11].

Η οικογένεια τού Χατζηγιάννη Μέξη

……….Ο Χατζηγιάννης Μέξης είχε δύο αδελφούς. Τον Θεοδωράκη Μέξη, πρόκριτος και αυτός τού νησιού χωρίς όμως τα ηγετικά προσόντα τού αδελφού του, και τον Λάζαρο Μέξη που σε νεαρή ηλικία μετανάστευσε στην Τεργέστη.

……….Από τους τέσσερις γυιούς τού Χατζηγιάννη Μέξη, ο πρωτότοκος Θεόδωρος (γενν. 1787) έλαβε μέρος στον Αγώνα ως πλοίαρχος τού πατρικού πλοίου ‘Θεμιστοκλής’. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1821, στην ναυμαχία τού Κυπαρισσιακού κόλπου, ο ‘Θεμιστοκλής’ προσάραξε στις αμμώδεις εκβολές τού Αλφειού και εγκαταλείφθηκε από το πλήρωμά του, αφού προηγουμένως τού έβαλαν φωτιά, την οποία όμως έσβησαν εγκαίρως οι Τούρκοι και κυρίευσαν το πλοίο. Ο Χατζηγιάννης Μέξης στο άκουσμα τής είδησης στενοχωρήθηκε όχι τόσο γιά την απώλεια τού πλοίου, αλλά γιατί αυτό έγινε λεία τού εχθρού. Μετά την ίδρυση τού ελληνικού Κράτους διετέλεσε πρόεδρος τού δημοτικού συμβουλίου και βουλευτής Σπετσών.

……….Ο δευτερότοκος Νικόλαος (1799-1883) εξελέγη πληρεξούσιος τού νησιού σε  τρεις εθνοσυνελεύσεις, ενώ μετά την απελευθέρωση χρημάτισε πρώτος δήμαρχος Σπετσών (1835), γερουσιαστής (1847-1861) και υπουργός Ναυτικών στην τελευταία οθωνική κυβέρνηση τού Γενναίου (Ιωάννη) Κολοκοτρώνη (Μάϊος-Οκτώβριος 1862).

……….Ο τρίτος γυιός Παναγιώτης (1800-1885) έλαβε μέρος στον Αγώνα με ιδιόκτητο πλοίο του και διετέλεσε πρόεδρος τής Δημογεροντίας Σπετσών.

……….Ο υστερότοκος Γεώργιος (1810-1837), πέθανε σε νεαρή ηλικία στο Ναύπλιο, όντας νυμφευμένος με την κόρη τού Υδραίου άρχοντα Γεώργιου Κουντουριώτη.

……….Από τις θυγατέρες του, η Καλομοίρα παντρεύτηκε τον Ανδρέα Χατζηαναργύρου, η Ευγενία τον Δημήτριο Λάμπρου ή Λεωνίδα, η Άννα τον Ιωάννη Γκίκα Τσούπα, η Αικατερίνη τον Ιωάννη Κούτση και η Μαρούσα το Νικόλαο Λαζάρου-Ορλώφ.


Σημειώσεις
  • [1] Η ορθή χρονιά γέννησης του Μέξη είναι το 1756 και όχι το 1754, όπως αναφέρεται σε όλα σχεδόν τα βιογραφικά του στοιχεία. Συγκεκριμένα· Πιστοποιητικό του Δήμου Σπετσών με ημερομηνία 20 Ιουνίου 1842 βεβαιώνει ότι ο Μέξης «είναι ετών ογδοήκοντα εξ…». Ακόμη, στη νεκρολογία της για τον Μέξη η εφημερίδα ΑΙΩΝ (4 Οκτωβρίου 1844, αρ. φύλλου 565), αναφέρει ότι ο Μέξης πέθανε σε ηλικία 88 ετών.
  • [2] Α. Ορλάνδος, Ναυτικά, τ. Α΄, σ.29.
  • [3] Γ.Π.Σταματίου, «Μέξηδες και Μποτασαίοι. Δύο μεγάλες οικογένειες σε διαμάχη», περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.325, Ιούλιος 1995, σελ.46.
  • [4] Α. Χατζηαναργύρου, Τα Σπετσιωτικά, τ. Γ΄, σελ.178.
  • [5] Α. Λιγνός, Ιστορία της Νήσου Ύδρας, τ. Β΄, σελ.21.
  • [6] Ιω. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελλην. Επαναστάσεως, τ. Γ΄, σελ.100.
  • [7] Ιω. Θεοφανίδης, Ιστορικόν Αρχείον, τ. Γ΄, Παράρτημα Α΄, σελ.10.
  • [8] Α. Χατζηαναργύρου, Τα Σπετσιωτικά, τ. Α΄, σελ. κε’.
  • [9] Δ. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ.4ος, σ.328 (στ΄ έκδοση).
  • [10] Α. Χατζηαναργύρου, Τα Σπετσιωτικά, τ. Γ΄, σελ.283.
  • [11] Γ.Π.Σταματίου, Οδηγός Μουσείου Σπετσών, σ.3.
Βιβλιογραφία
  • 1. Ανάργυρος Ανδρ. Χατζηαναργύρου, Τα Σπετσιωτικά, Συλλογή Ιστορικών Εγγράφων αφορώντων τα κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν Του 1821 εκ των Αρχείων της Νήσου Σπετσών και του Κράτους, τ. Α΄, Αθήνησι 1861, τ. Γ΄, Πειραιεύς 1926.
  • 2. Αναστάσιος Κ. Ορλάνδος, Ναυτικά, ήτοι Ιστορία των κατά τον υπέρ Ανεξαρτησίας της Ελλάδος Αγώνα πεπραγμένων υπό των Τριών Ναυτικών Νήσων, ιδίως δε των Σπετσών, τ. Α΄, Εν Αθήναις 1869.
  • 3. Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Γ΄, Αθήναι 1860.
  • 4. Ιωάννης Θεοφανίδης, Ιστορικόν Αρχείον, τ. Γ΄, Αθήναι 1934.
  • 5. Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 4ος, (στ΄ έκδοση), Αθήναι 1974.
  • 6. Βασίλειος Μ. Μέξης, Οίκος Μέξη. Ιστορικόν και ανέκδοτον αρχείον, Αθήναι 1984.
  • 7. Γεώργιος Π. Σταματίου, Οδηγός Μουσείου Σπετσών, Εν Αθήναις 1966.
  • 8. Γεώργιος Π. Σταματίου, «Μέξηδες και Μποτασαίοι. Δύο μεγάλες οικογένειες σε διαμάχη», περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ. 325, Ιούλιος 1995.
  • 9. Εμμανουήλ Α. Λούζης, «Η Ναυμαχία των Σπετσών (8/9/1822) και τα συμβάντα στον Αργολικό (26/8-16/9/1822) μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου του πλοίου Ηρακλής του Αναγνώστη Χατζηαναργύρου», περιοδικό Ναυτική Επιθεώρηση, τχ. 501, Σεπτ.-Οκτ. 1996.

Αφήστε μια απάντηση