Η πόλη της Μερσίνης είναι το μεγαλύτερο λιμάνι της νοτιοανατολικής τουρκίας.
Στα παλιά χρόνια ονομαζότανε Ζεφύριον, μετονομάστηκε όμως στο διάβα του χρόνου λόγω της μεγάλης παραγωγής του φυτού μερσίνη.
Ο μισός πληθυσμός της από τους 9.000 κατοίκους στις αρχές του 2οου αιώνα ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι…
Είναι γνωστότατη επίσης διότι από το λιμάνης το σύνολο του ανταλλαξίμου πληθυσμού της Κεντρικής Ανατολίας υπό την επίβλεψη της Ε.Α.Π. έφυγε το 1924 με κύρια κατεύθυνση το λιμάνι του Πειραιά και του Βόλου. . .
Αντί πηγής: Ευχαριστώ τον καλό φίλο Κων. Νίγδελη για την πανέμορφη κασετίνα που φέρει τον τίτλο ”Πατρίδες Ελλήνων” και, για την άδειά του προς δημοσίευση εικόνων. . .
ΓΙΑ τις κατοικίες των αρχαίων Ελλήνων, πλουσίων και φτωχών, έχουμε γνώσεις ελιππείς ή ασαφείς ή αντιφατικές. Εντούτοις, πρόκειται για ένα θέμα που κινεί το ενδιαφέρον όχι μόνο του επιστήμονα αρχαιολόγου και αρχιτέκτονα, αλλά και του κάθε ανθρώπου που θέλει να ασχοληθεί.
Σε γενικές γραμμές, η κατασκευή των σπιτιών γίνεται από φτηνά υλικά και η διάταξή τους είναι απλή και φυσική. Τα δωμάτια έβλεπαν σε εσωτερικές αυλές. Μπροστά από το σπίτι υπήρχε μια μικρή πλακόστρωτη αυλή. Η είσοδος ήταν συνήθως στη βόρεια πλευρά. Λόγω κλίματος, το σπίτι δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως χώρος κοινωνικών συναναστροφών. Μόνο κατά τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. άρχισαν τα σπίτια να είναι προσεγμένα, κάτι που ως τότε συνέβαινε μόνο στους μεγάλους ναούς, στα δημόσια κτίρια και στα ανάκτορα.
Από τη γεωμετρική εποχή έχουμε ελάχιστα παραδείγματα, επειδή καταστράφηκαν οι περισσότερες κατασκευές. Μερικές υπάρχουν στο Εμποριό της Χίου και στα Βρουλιά της Ρόδου. Κτίσματα ανεξάρτητα ή σε παράλληλες σειρές συνιστούν μονόχωρα ή δίχωρα σπίτια με πρόδομο, κίονες και παραστάδες, θυμίζοντας μυκηναϊκό μέγαρο, με πρόχειρη όμως κατασκευή. Οι πρώτοι πυρήνες παρουσιάζουν τη βασική δομή που αναφέρεται στον Βιτρούβιο, δηλαδή τον τύπο της προστάδος (προστάς =προθάλαμος: βρισκόταν μπροστά από το κύριο δωμάτιο, τον “οίκο”) και εκείνον της παστάδος.
Από τα αρχαϊκά χρόνια, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ελληνικού σπιτιού είναι η αυλή ή το αίθριο και η διάταξη των δωματίων με κέντρο και κύρια πηγή φωτισμού και αερισμού αυτόν τον υπαίθριο ή ημιυπαίθριο (όταν είχε στοά) χώρο.
Όπως μαθαίνουμε από τα γραπτά μνημεία, αυτή η τάση ενδοστρέφειας οφείλεται κατά κύριο λόγο στην τότε δομή της ελληνικής οικογένειας, στην κοινωνική θέση της γυναίκας και στην επιθυμία του άνδρα για απόλαυση της ιδιωτικής ζωής: Επιστρέφει στο σπίτι κουρασμένος μετά από την εργασία του στην πόλη και τη συνεχή παρουσία του στον χώρο της αγοράς και σε άλλους ανοιχτούς (και μη) δημόσιους χώρους, τρώει το φαγητό που έχει ετοιμαστεί και μετά κοιμάται. Ο ρόλος των δύο φύλων ήταν με σαφήνεια καθορισμένος. Η γυναίκα, αν δεν έβγαινε έξω για αγορές σχετικές με την οικιακή δραστηριότητα, έμενε στο σπίτι. Οι κοινωνικές δραστηριότητες όπου επιτρεπόταν η παρουσία της ήταν γάμοι ή κηδείες και άλλες συναφείς εκδηλώσεις. Πολλά σπίτια διέθεταν τον ειδικό χώρο των γυναικών, τον γυναικωνίτη, που είχε περισσότερα δωμάτια από τον χώρο των ανδρών, ενώ ο ανδρωνίτης ή ανδρώνας περιοριζόταν σε ένα δωμάτιο με προθάλαμο ή προστάδα. Ο χώρος ήταν ανάλογος με την ώρα παραμονής: Όσο περισσότερο έμενε το άτομο μέσα στο σπίτι, τόσο περισσότερο χώρο χρησιμοποιούσε. Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν σήμαινε αυτό ότι η γυναίκα ήταν ευνοημένη επειδή χρησιμοποιούσε το μεγαλύτερο μέρος του σπιτιού. Ούτως ή άλλως, είχε την ευθύνη για ολόκληρο το σπίτι. Η κυρίαρχη παρουσία της συνέβαλλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του σπιτιού με αξιοσημείωτη και μοναδική πρακτική λειτουργικότητα, με εκμετάλλευση των φυσιολογικών παραμέτρων, όπως του φωτισμού, και με εσωτερική ζωή… . . Η συνέχεια του κειμένου ΕΔΩ . . .
Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1928 στην Καισαριανή της Αθήνας, όπου και απεβίωσε στις 10 Μαρτίου 2012. Οι γονείς της ήταν πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, ζούσαν σε ένα χωριό έξω από τη Σμύρνη, το Μπαϊντίρι. H μητέρα της ήρθε με την καταστροφή στην Ελλάδα, ο πατέρας της τέσσερα χρόνια αργότερα, «γιατί έμεινε αιχμάλωτος εκεί». Από εκεί έχει τα πρώτα ακούσματα της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής, όπως η ίδια ομολογεί σε συνέντευξή της. Έτσι μεγαλώνει και αγαπάει το Δημοτικό Τραγούδι.
Σε ηλικία 13 ετών έχει την πρώτη διδακτική επαφή με την μουσική. Πηγαίνει στο “Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής”, όπου και μαθητεύει κοντά στον δημιουργό του Σίμωνα Καρρά. Εκεί παίρνει τα πρώτα μαθήματα Βυζαντινής μουσικής και της αποκαλύπτονται τα μυστικά του παραδοσιακού τραγουδιού. Παρακολουθεί παράλληλα νυχτερινό Γυμνάσιο.
Το 1954 αρχίζει μια μακρά σχέση με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.) που τερματίζεται το 1971. Παράλληλα συνεργάζεται με την Ελληνική Τηλεόραση (Ε.Ρ.Τ.) για μια σειρά μουσικών ντοκιμαντέρ με το τίτλο “Μουσικό Οδοιπορικό“. Αυτή η προεργασία θα την βοηθήσει να αποκτήσει ένα πλούσιο μουσικό υλικό, που αποδεικνύεται σημαντικό, με απώτερο στόχο την διαφύλαξη της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής Συνέχεια ανάγνωσης Χάσαμε την Δόμνα Σαμίου…→
Το κείμενο που ακολουθεί είναι από την παρουσίαση του βιβλίου “ΔΑΜΑΣΚΗΝΙΑ της δυτικής Μακεδονίας στο χώρο και στο χρόνο”
Αθανασία-Μαρίνα Τσέτλακα
Καταρχάς θα ήθελα να πω ότι αισθάνομαι πραγματικά πολύ συγκινημένη και χαρούμενη που μου δίνεται η ευκαιρία να παρουσιάσω ένα βιβλίο που αναφέρεται στη δυτική Μακεδονία και μάλιστα στο Βόιο. Αισθάνομαι ένα ιδιαίτερο δέσιμο με τον τόπο αυτό, καθώς ασχολούμαι με την ιστορία του εδώ και αρκετά χρόνια και μιλώ γι’ αυτόν σα να είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου. Γνώρισα τον τόπο σας, όταν πριν από επτά χρόνια ο καθηγητής μου στη Γαλλία στα πλαίσια της διδακτορικής μου διατριβής, μου πρότεινε να ασχοληθώ με τους Βαλλαάδες, τους εξισλαμισμένους δηλαδή κατοίκους της περιοχής σας, θέμα πολύ προσφιλές άλλωστε μεταξύ των ντόπιων λογίων. Σιγά- σιγά, λοιπόν μέσα από τα άρθρα και τα κείμενα που έπεσαν στα χέρια μου άρχισα να γνωρίζω και τους Βαλλαάδες, αλλά και το Βόιο. Την ιστορία του, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις του, τους ανθρώπους του. Διαπίστωσα με πολύ μεγάλη έκπληξη την μεγάλη και αξιόλογη πνευματική κίνηση της συγκεκριμένης επαρχίας αλλά και του ευρύτερου δυτικομακεδονικού χώρου, με λαμπρό παράδειγμα την πόλη της Κοζάνης, μια πνευματική κίνηση που έχει παράδοση αιώνων, κάτι που οφείλεται στην πλούσια ιστορία του τόπου, μια ιστορία που την δημιούργησαν οι κάτοικοί της, όσοι από αυτούς έμειναν και εργάστηκαν σε αυτόν αλλά κυρίως όσοι έφυγαν, ξενιτεύτηκαν, δούλεψαν σκληρά σε τόπους μακρινούς, αλλά ποτέ δεν την ξέχασαν.
Δεν έχω ασχοληθεί, είναι η αλήθεια, με την ιστορία άλλου τόπου τόσο πολύ και πραγματικά δεν γνωρίζω αν αυτό ισχύει και για άλλα μέρη της Ελλάδας, αλλά αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι η πλούσια συγγραφική δραστηριότητα. Οι ντόπιοι δυτικομακεδόνες έχουν επιδείξει πραγματικά μεγάλο ζήλο στο να διασώσουν την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου τους. Το σύνολο αυτών των προσπαθειών μου έδωσε πλούσιο υλικό για τη δική μου μελέτη όλα αυτά τα χρόνια και με βοήθησε σε μεγάλο βαθμό στο να συνθέσω την εικόνα μια εποχής ή ενός γεγονότος πιο ολοκληρωμένα. Η προφορική παράδοση ενός τόπου, καταγεγραμμένη ή μη, αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο για τη δουλειά ενός ιστορικού. Όπου η προφορική παράδοση επιμένει, κρύβεται πάντα από πίσω της μια μεγάλη αλήθεια. Και είναι μεγάλο λάθος και παράλειψη εάν κάποιος θελήσει να την αγνοήσει. Η υπάρχουσα τοπική βιβλιογραφία ιδιαίτερα αυτή του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα αποτελείται σχεδόν στο σύνολό της από καταγραφή της προφορικής παράδοσης, με αντιπροσωπευτικότερο το παράδειγμα αυτό του Αλέξανδρου Αδαμίδη, ο οποίος στις μονογραφίες του για τα χωριά του Βοΐου, με μεγάλη συνέπεια διέσωσε πληροφορίες που μόνον ένας ντόπιος θα μπορούσε να γνωρίζει και που αν δεν κατέγραφε θα είχαν χαθεί σήμερα. H προφορική παράδοση όμως από μόνη της δεν είναι ικανή να στηρίξει ή να εξηγήσει ένα ιστορικό γεγονός. Στο σημείο αυτό προβάλλει επιβεβλημένη η χρήση των πρωτογενών πηγών κάθε εποχής, απαραίτητο εργαλείο στα χέρια του ιστορικού.
Οι Δαμασκηνιώτες στους αγώνες του Έθνους
Για το λόγο αυτό, λοιπόν, η συγγραφική προσπάθεια που παρουσιάζεται σήμερα είναι τόσο αξιόλογη και σημαντική. Το βιβλίο για το Βεντολούστι – Δαμασκηνιά προέκυψε από τη βούληση να καταγραφεί η ιστορία του τόπου και από την πλήρη συναίσθηση των συντακτών του ότι μόνο με έναν ορθό επιστημονικό τρόπο θα μπορούσε κάτι τέτοιο να πραγματοποιηθεί. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια λεπτομερή και προσεγμένη αποτύπωση της τοπικής ιστορίας και συνδυάζει την άριστη γνώση του χώρου με τη συνεπή χρήση των πρωτογενών πηγών κάθε εποχής που φωτίζουν άγνωστες πτυχές της ιστορίας. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική μελέτη καθώς δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτό που δηλώνει ο τίτλος του. Δεν πρόκειται μόνο για την ιστορία ενός οικισμού του Βοΐου, αλλά για την μελέτη της ιστορικής εξέλιξης της επαρχίας και της δυτικομακεδονικής υπαίθρου ταυτόχρονα. Οι συγγραφείς δεν αρκέστηκαν στην απλή καταγραφή και παράθεση στοιχείων, αλλά ανέλυσαν βήμα προς βήμα τα γεγονότα εξηγώντας με απλό και σαφή τρόπο όσα οι πηγές είχαν να προσφέρουν, περιγράφοντας πάντα το ιστορικό πλαίσιο της κάθε περιόδου ξεχωριστά. Προσωπικά, βλέποντας το αποτέλεσμα της συγγραφικής αυτής προσπάθειας, είδα να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μου όλη η ιστορία της περιοχής, έτσι όπως την είδα και την μελέτησα και εγώ από την πλευρά μου, με έναν τρόπο σαφή, στρωτό, εμπεριστατωμένο. Θα ήθελα ακόμη να επισημάνω κάτι που είναι πολύ σημαντικό. Το βιβλίο παρουσιάζει με αντικειμενικό τρόπο τα γεγονότα κάθε περιόδου χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις και διατυπώσεις θεωριών, κάτι που χαρακτήριζε τις τοπικές ιστορίες των προηγούμενων δεκαετιών και που οδηγούσε πολλές φορές σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Θεωρώ ότι με αφορμή αυτό το βιβλίο μπορεί ο κάθε ενδιαφερόμενος για οποιοδήποτε επιμέρους θέμα να κάνει μια πολύ καλή αρχή, γνωρίζοντας αφενός την ιστορία του τόπου και αφετέρου ξεκινώντας από έναν αξιοσημείωτα ευρύ κατάλογο πρωτογενών πηγών και δευτερεύουσας βιβλιογραφίας. Θέλω να ελπίζω ότι μελέτες όπως αυτή που παρουσιάζουμε σήμερα θα αποτελέσουν ένα υπόδειγμα έρευνας για τους μελλοντικούς ερευνητές της τοπικής και όχι μόνο ιστορίας. Συνέχεια ανάγνωσης ΔΑΜΑΣΚΗΝΙΑ ΒΟΪΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ→
Πριν εκατό ακριβώς έτη το έγκριτον Ρωσσικόν περιοδικόν «Ρώσσος Μοναχός» (αρ. 4, Φεβρουάριος 1912), το οποίον εξέδιδεν ο πλέον λόγιος και ασκητικός ιεράρχης μέλος της Ρωσσικής Ιεράς Συνόδου, Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος, ο οποίος διετέλεσεν πρύτανης των Θεολογικών Ακαδημιών Μόσχας, Καζάν και Πετρουπόλεως, εδημοσίευε επί τρεις συνεχείς εκδόσεις του μιαν κριτικήν του Ρώσσου ιερομονάχου Χρυσάνθου της Αγιορείτικης Σκήτης του Αγίου Ανδρέου όπου κατεδίκαζεν ως αιρετικό το βιβλίον του πρώην Αγιοπαντελεημονίτου μοναχού Ιλαρίωνος «(Ἐπί των Ορέων του Καυκάσου» Δύο οικουμενικοί πατριάρχαι ο Ιωακείμ Γ’ τό 1912 και ο Γερμανός Ε’ και η Ἱερά Κοινότης του Αγίου Όρους καθώς επίσης και η Ρωσσική Σύνοδος κατεδίκασαν το προαναφερθέν βιβλίον ως αιρετικόν και τους ακολουθούντας τας δοξασίας του ως «ανοήτως θεολογούντας».
Εις το Άγιον Όρος δύο πρώην μαθηταί του Αρχιεπισκόπου Βολυνίας Αντωνίου ο ιερομόναχος Αλέξιος και ο μοναχός Θεοφάνης απόφοιτοι των θεολογικών Ακαδημιών της Μόσχας και του Καζάν καθώς επίσης και ο ηγούμενος του Ρωσσικού αρχιμανδρίτης Μισαήλ και ο δικαίος της Σκήτης του Αγίου Ανδρέου Ἱερώνυμος υπεστήριξαν τας Ορθοδόξους θέσεις εις αυτήν την διαμάχην.
Ο γέρων Καλλίνικος (;)
Βαρύνουσα όμως ήτο η γνώμη του επί 45ετίαν, εγκλείστου γέροντος Καλλινίκου των Κατουνακίων (1853-1930), όποιος «έφθασεν εις ύψη θεωρίας και ηξιώθη θείων εκλάμψεων κατά την άσκησιν της νοεράς προσευχής». Ούτος ο μακαριστός γέροντας -άριστος γνώστης της ρωσσικής γλώσσης- έστειλεν υπομνήματα εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, την Ἐκκλησίαν της Ρωσσίας και τον Τσαρομάρτυρα Νικόλαον Β’ όπου απεδείκνυε με επιχειρήματα ως αιρετικήν την διδασκαλίαν των Ονοματολατρών οι οποίοι, ως έλεγεν «άφησαν το κεφάλι και λάτρευαν την σκούφιαν».
Ποιοι ήσαν οι οπαδοί και οι χρηματοδόται των αιρετικών ονοματολατρών, οι οποίοι πίστευαν ότι τό όνομα του Ιησού είναι η ουσία του;
Πρώτος και καλύτερος ο ιερομόναχος Αντώνιος Μπουλατόβιτς πρώην αξιωματικός του Ρωσσικού στρατού ο οποίος πολεμώντας εις την Μαντζουρίαν εφόνευσεν, συμφώνως με μαρτυρίας της αδελφής του, δεκάδας Κινέζους. Ο Μπουλατόβιτς είχε σπουδάσει νομικά και ξένας γλώσσας. Άλλοι οπαδοί ήσαν ο Ρώσσος φιλόσοφος και πρίγκηπας Ευγένιος Τρομπετσκοϊ και ο πνευματικός του γ. Σωφρονίου του Έσσεξ και αιρετικός π. Σέργιος Μπουλγάκωφ καί οι τρεις άμοιροι θεολογικής παιδείας.
Τελευταίος ονοματολάτρης του 20ου αιώνος υπήρξε συμφώνως με τον Μητροπολίτην Βολοκόλαμσκ Ιλαρίωνα Αλφέεφ ο γ. Σωφρόνιος του Έσσεξ.
Ο ίδιος δε ο Αλφέεφ, υποστηρίζει τους Ονοματολάτρας έχοντας μάλιστα γράψει δύο βιβλία δι’ αυτούς και προσπαθεί να τούς αποκαταστήση εκκλησιαστικώς ἀνατρέποντας την προεπαναστατικήν καταδίκην των υπό του Πατριαρχείου της Μόσχας.
Εσχάτως η σκήτη του Αγίου Ανδρέου είναι στόχος των συγχρόνων Ονοματολατρών.
28 Φεβρουαρίου 2012
Μνήμη Βασιλείου οσίου του ομολογητού
Μ.Π
Σημ. Ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος ήτο υποψήφιος Πατριάρχης και το 1917 διωρίσθη Μητροπολίτης Κιέβου. Μετά κατέφυγε είς την Δύσιν και έγινε πρόεδρος τῆς Συνόδου τῶν Ρώσσων της Διασποράς. Υπήρξε μέγας φιλέλλην και ὑποστηρικτής του Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Εκοιμήθη δέ την 11ην Αυγούστου 1936.Ας είναι αιωνία η μνήμη του.