Ο Πολύζαλος, τύραννος της Γέλας, αδελφός τού Ιέρωνος των Συρακουσών, νικητής στην αρματοδρομία, έστησε στους Δελφούς ανάθημα, ένα τέθριππο άρμα με επιβάτη τον ίδιο τον τύραννο και δίπλα τον ηνίοχό του. Στα 373 π. Χ. βράχοι από τις Φαιδριάδες πέτρες κύλισαν επάνω στο ιερό και μαζί με άλλα αναθήματα έκαμαν συντρίμματα το χάλκινο αναβάτη, το άλογο, το άρμα. Σώθηκε ο ηνίοχος. Χάσαμε βέβαια μεγάλο και ενδιαφέρον σύμπλεγμα, έργο των χαλκοπλαστικών εργαστηρίων, τα οποία έδιναν στην Ήλιδα και στους Δελφούς την υστεροφημία των αθλητών. Ο νέος όμως, που έμεινε ολομόναχος, χωρίς τ’ άλογά του, χωρίς το άρμα, που τον έκρυβε ως τη ζώνη, χωρίς τον ηγεμόνα στο πλευρό του, κεντρίζοντας τη φαντασία των ανθρώπων για τους συντρόφους του, που λείπουν και για το γλύπτη που είναι άγνωστος, έγινε η πλέον περίεργη και θελκτική μορφή της αρχαίας γλυπτικής – αυτής που μας είναι γνωστή.
Τού ηνιόχου το λαμπρό μέρος είναι τα κάτω άκρα, που δεν επρόκειτο να φανούν. Τα γυμνά πόδια. Χωρίς να λογαριάση, πως θα ήταν κρυμμένα πίσω από το άρμα, ο τεχνίτης έκαμε το καθήκον του προς τα νιάτα. Στήριξε την ολόρθη στήλη τού νεανικού αυτού κορμιού στο ωραιότερο ζευγάρι γυμνών ποδιών, που βγήκαν ποτέ από την γλυπτική στην αρχαία Ελλάδα και κατόπιν. Τα γραμμένα δάχτυλα ξεχωρίζοντας ένα ένα, απλώνονται στο δεξί με κάποιο ριπιδωτό άνοιγμα. Οι κόμποι των αστραγάλων καθαρά πεταγμένοι, το λεπτό ανέβασμα της κνήμης, τα πέλματα, που πατούν ολόκληρα και κρατούν το σώμα αναπαυμένο και βέβαιο, σχηματίζουν μιαν ενότητα ξεχωριστή, όσο κι αν το σύνολο ήταν ένα και αδιαχώριστο.
. Η ΒΛΑΧΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΒΛΑΧΟΥΣ ΑΠΟΔΗΜΟΥΣ (τέλη 18ου-τέλη 19ου αιώνα)
. .
Σαμαρινιώτισσες
..
Η χρονιά που διανύσαμε, το 2001, είχε ανακηρυχθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης «Ευρωπαϊκό Έτος Γλωσσών» και κύριος σκοπός αυτής της κίνησης ήταν η προβολή του γλωσσικού πλούτου της Ευρώπης, η υποστήριξη της εκμάθησης περισσότερων ξένων γλωσσών και ιδιαίτερα των λιγότερο ομιλουμένων γλωσσών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η προαγωγή της γλωσσικής πολυμορφίας1[1]. Παρ’ όλα αυτά όμως στη χώρα μας δεν υπήρξε καμιά σχεδόν δραστηριότητα. Οι μοναδικές προτάσεις που έγιναν από κάποιους πολιτικούς (υπουργούς και ευρωβουλευτές) αφορούσαν την προώθηση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας ως μητρικών των σύγχρονων ευρωπαϊκών γλωσσών. Όσον αφορά τις άλλες, τις λιγότερο ομιλούμενες γλώσσες στην Ελλάδα, την αρβανίτικη, τη βλάχικη, την πομάκικη, τη σλαβομακεδονική και την τουρκική, όχι μόνο δεν έγιναν ανάλογες δηλώσεις και προτάσεις, αλλά αντίθετα υπήρξαν κάποιες αντιδράσεις εκ μέρους ακαδημαϊκών και βουλευτών που διέσυραν τη χώρα μας έναντι των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνέτειναν στην έναρξη της «απόσχισής» της από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αμυντικά σύνδρομα που μας κληροδότησαν οι μακρινές άσχημες εποχές εθνικιστικού πυρετού, κατά τις οποίες εφαρμόζονταν πολιτική υποβάθμισης ή και εξάλειψης αυτών των γλωσσών, και που σήμερα ακόμη εξακολουθούν να είναι ζωντανά στη χώρα μας, μολονότι όχι μόνο η ελληνοφωνία έχει εμπεδωθεί σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, αλλά και η γλωσσοπολιτισμική ποικιλομορφία έχει συρρικνωθεί αισθητά. Η ελληνική πολιτεία οφείλει να ξεριζώσει από το σώμα της τις αντιεπιστημονικές δοξασίες ότι η γλωσσική πολυμορφία απειλεί την ίδια την ελληνική γλώσσα και μπορεί να προκαλέσει «ζημιές» στη μόρφωση και στο φρόνημα των Ελλήνων. Εξάλλου η ελληνική γλώσσα δεν πρέπει να φοβάται την αναμέτρηση με τις άλλες ξένες γλώσσες αντιμετωπίζοντάς τες εχθρικά. Από την άλλη πρέπει να «απομυθοποιηθεί» η ιδεολογία της μονογλωσσίας, καθώς βάσει των πορισμάτων της νεότερης γλωσσικής επιστήμης η πολυγλωσσία συμβάλλει στη γνωστική ανάπτυξη ανηλίκων και ενηλίκων και μάλιστα στην ανάπτυξη εκλεπτυσμένων δεξιοτήτων στην ίδια τη μητρική γλώσσα. Όσο για τα πολιτιστικά, εργασιακά και οικονομικά οφέλη που διασφαλίζει η εκμάθηση ξένων γλωσσών, πολλοί είναι αυτοί που τα έχουν επισημάνει. Ο γλωσσικός πλούτος της χώρας μας πρέπει να πάψει να αποτελεί ταμπού για το ελληνικό κράτος και να αποτελεί αγαπημένο παιχνίδι στα χέρια κάποιων, που εξακολουθούν να στιγματίζουν ως μιάσματα τους Έλληνες που μιλούν (ή τραγουδούν ή χορεύουν) και μια δεύτερη γλώσσα και επιμένουν να τους καταγγέλλουν ως πράκτορες ή τουλάχιστον θύματα κάποιας ξένης προπαγάνδας.
Το πρόσφατο όμως ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις περιθωριακές και λιγότερο ομιλούμενες γλώσσες και για τις δίγλωσσες ομάδες ομιλητών δεν είναι γεγονός πρωτόφαντο. Ήδη από το 1770 είχε εκδηλωθεί ενδιαφέρον από τους ίδιους τους Βλάχους για τη διατήρηση της βλάχικης γλώσσας και τη χρήση της σε όλους τους τομείς της ζωής τους, ακόμα και στο θρησκευτικό. Τα πρώτα γραπτά μνημεία της βλάχικης γλώσσας που γνωρίζουμε ως σήμερα, παρά τον εν πολλοίς αποπροσανατολισμό τους από την ορθή καταγραφή της βλάχικης γλώσσας και την εισαγωγή δακορουμανισμών και νεολογισμών, είναι τα παρακάτω:
• Πρωτοπειρία παρά του σοφολογιωτάτου και αιδεσιμωτάτου Διδασκάλου Ιεροκήρυκος, και Πρωτοπαπά Κυρίου Θεοδώρου Αναστασίου Καβαλλιώτου του Μοσχοπολίτου ξυντεθείσα, και νυν πρώτον τύποις εκδοθείσα δαπάνη του εντιμοτάτου, και χρησιμωτάτου Κυρίου Γεωργίου Τρίκουπα, του και Κοσμήσκη επιλεγομένου εκ πατρίδος Μοσχοπόλεως, Βενετία 1770.
• Νέα Παιδαγωγία ήτοι Αλφαβητάριον εύκολον του μαθείν τα νέα παιδία τα ρωμανο-βλάχικα γράμματα εις κοινήν χρήσιν των Ρωμανο-Βλάχων, νυν πρώτον συνετέθη και εδιορθώθη παρά του αιδεσιμοτάτου εν ιερεύσιν κ.κ. Κωνσταντίνου του Ουκούτα, Μοσχοπολίτου, Χαρτοφύλακος και πρωτοπαπά εν τη Ποσνάνια της μεσημβρινής Προυσίας, και δι’ αυτού χάριν εδόθη εις τύπον δια καύχημα του Γένους, Βιέννη 1797.
• Εισαγωγική Διδασκαλία περιέχουσα Λεξικόν Τετράγλωσσον των τεσσάρων κοινών διαλέκτων, ήτοι της απλής Ρωμαϊκής, της εν Μοισία Βλαχικής, της Βουλγαρικής και της Αλβανιτικής, συντεθείσα μεν εν αρχή χάριν ευμαθείας των φιλολόγων αλλογλώσσων νέων παρά του Αιδεσιμωτάτου και Λογιωτάτου Διδασκάλου, Οικονόμου, και Ιεροκήρυκος Κυρίου Δανιήλ του εκ Μοσχοπόλεως, καλλυνθείσα δε και επαυξηθείσα τη προσθήκη τινών χρειωδών και περιεργείας αξίων, και ευλαβώς αφιερωθείσα τω Πανιερωτάτω και Λογιωτάτω Μητροπολίτη Πελαγωνείας, Υπερτίμω και Εξάρχω κυρίω Νεκταρίω τω εκ Μουντανίων, Κωνσταντινούπολη 1802 2[2].
• Τέχνη της Ρωμανικής αναγνώσεως με λατινικά γράμματα, τα οποία είναι τα παλαιά γράμματα των Ρωμάνων, προς καλωπισμόν παντός του επί τάδε, και αντιπέραν του Δουνάβεως κατοικούντος Ρωμανικού γένους πεπονημένη παρά Γεωργίου Κωνσταντίνου Ρώζα, Πολίτου Ακαδημικού, και Φιλιατρού Κλινηκού εν τω Νοσοκομείω του εν Πέστη της Ουγγαρίας κειμένου Πανδιδακτηρίου, Βούδα 1809.
• Γραμματική Ρωμανική, ήτοι Μακεδονοβλαχική, σχεδιασθείσα και πρώτον εις φως αχθείσα υπό Μιχαήλ Γ. Μποϊατζή, διδασκάλου της ενταύθα απλοελληνικής Σχολής, Βιέννη 1813.
• Rapeda idea de Gramateca Macedonoromaneasca, compusa de I. C, Massimu, si cu spesele DD. G. Goga si D. Cosacovice typarita tra se se imparta gratuitu Rumaniloru de a derept’ a Dunareli. Σύντομος ιδέα της Μακεδονορουμανικής Γραμματικής συνταχθείσα υπό Ι. Κ. Μαξίμου, και δαπάναις Κ.Κ. Δ. Γκόκα και Δ. Κοσάκοβιτζ τυποθείσα, ίνα διανεμηθή δωρεάν τοις προς τα δεξιά του Δουνάβεως Ρουμάνοις, Bucuresci. Βουκουρέστι 18623[3].
• D. Athanasescu, Gramatică românească tră Românilji din drepta Dunăreljα, Bucureşti 1865.
Όσον αφορά αυτές τις πρώτες απόπειρες εγγραμματισμού της βλάχικης γλώσσας, γνωρίζουμε ότι οι Θεοδ. Α. Καβαλλιώτης (1718; – 1789) , Κωνστ. Ουκούτας και Δανιήλ ο Μοσχοπολίτης επέμεναν στην υιοθέτηση ενός συστηματικά μελετημένου και προετοιμασμένου για τη βλάχικη γλώσσα ελληνικού αλφαβήτου. Η σύνταξη ενός τρίγλωσσου λεξικού, της Πρωτοπειρίας, από τον Θ. Καβαλλιώτη είχε κίνητρα κοινωνικού ωφελιμισμού, αποσκοπούσε στη βελτίωση της ζωής και τη γεφύρωση των γλωσσικών χασμάτων των λαών που συγχρωτίζονταν στην ευρύτερη περιοχή της Μοσχόπολης ειδικότερα και των Βαλκανίων γενικότερα. Υπηρετούσε έτσι μακρόπνοα την ευχερέστερη και ευρύτερη χρήση της ελληνικής, η οποία διατηρεί το ρόλο της ως γλώσσα της Εκκλησίας. Μέσα από το έργο του Καβαλλιώτη εκφράζεται μια κυρίαρχη κοινωνική ομάδα της Μοσχόπολης, αυτή των πλούσιων εμπόρων και γαιοκτημόνων που, για οικονομικούς και ιδεολογικούς λόγους, είναι προσανατολισμένοι προς την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα4[4]. . . Η συνέχεια του κειμένου ΕΔΩ . . .
Η καταστροφή των Ασπραγγέλων στο Κεντρικό Ζαγόρι της Ηπείρου
……….Οι Γερμανοί πυρπόλησαν και κατέστρεψαν ολοκληρωτικά το χωριό στις 15 Ιουλίου 1943 ενώ δολοφόνησαν ένα αντρόγυνο στα περίχωρά του. Τέσσερεις φορές κάηκε αυτό το κεφαλοχώρι τού Ανατολικού Ζαγορίου με τους 1000 κατοίκους και τα 300 σπίτια. Ευτυχώς, οι κάτοικοι έμαθαν γιά την ενέδρα των ανταρτών και γνωρίζοντας τα αντίποινα, πρόλαβαν να εκκενώσουν το χωριό και δεν είχαν θύματα.Συνέχεια ανάγνωσης 15/7/1943 – ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΑΣΠΡΑΓΓΕΛΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΑΖΙ→
Το ξημέρωμα της 14ης Ιουλίου 1943 στην κορυφογραμμή του βουνού της Βροπίστας έκανε την εμφάνισή του ένας λόχος Γερμανών. Έχοντας εντοπίσει τη θέση που κρύβονταν οι κάτοικοι του χωριού με τη ρήψη φωτοβολίδων από τις θέσεις Βροπίστα και Λάπητο, πολυβολούν προς την κατεύθυνση των συγκεντρωμένων, αναγκάζοντάς τους να κινηθούν προς τα πάνω στην θέση Πρικατσόρια. Από τη θέση αυτή θα παρακολουθήσουν την καταστροφή του χωριού. Συνέχεια ανάγνωσης Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΕΛΑΤΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΑΖΙ [ 14/7/1943]→