,

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - 13/4/1944 - Ο ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΡΗΜΩΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (ΠΑΛΑΙΟ) ΚΩΣΤΑΡΑΖΙ
……….Το Παλιό Κωσταράζι αναπόφευκτα, λόγω τής γεωγραφικής του θέσεως, αποτέλεσε ορμητήριο πολλών ανταρτικών ομάδων, με αποτέλεσμα να το πληρώσει ακριβά. Κι αν το 1912, μετά την καταστροφή τού χωριού από τους οθωμανούς, οι Κωσταραζινοί επέστρεψαν και το αναστήλωσαν, τριανταδύο χρόνια αργότερα,

στις 13 Απριλίου τού 1944, ημέρα Μεγάλης Πέμπτης, οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις, το πυρπόλησαν ως αντίποινα δίνοντάς του το τελειωτικό χτύπημα.
……….Δώδεκα άμαχοι κάτοικοι δολοφονήθηκαν, μεταξύ των οποίων τρεις γέροντες και δύο βρέφη, που λόγω τής ηλικίας τους παρέμειναν στα σπίτια. Σύμφωνα με τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, το ένα από τα δυο παιδιά, ηλικίας δύο ετών, είχε πυροβοληθεί, ενώ το άλλο, ηλικίας ενός έτους, σκοτώθηκε από την κατάρρευση τού σπιτιού μετά την πυρπόληση από τους Γερμανούς. Διακόσια εξήντα τρία σπίτια καταστράφηκαν και σώθηκαν με μικρές ζημιές μόνο δέκα τέσσερα. Οι πυροπαθείς οικογένειες ήταν διακόσιες εβδομήντα επτά.
……….Σε συνοπτικό φορολογικό κατάστιχο τού Καζά τού Astin τού 1530, καταγράφεται με την ονομασία Κόσουλατ (βλ.βιβλίο: «Το Βόϊο και η περιοχή τού Άργους Ορεστικού τής Δυτικής Μακεδονίας κατά την Οθωμανική Περίοδο 16ος – 17ος αι.» σελ.30). Στο ίδιο βιβλίο, στην σελίδα 140, αναφέρεται ότι ανήκε στον ναχιγιέ τής Χρούπιστας, και συμπεριλαμβάνεται μαζί με άλλα χωριά στο αναλυτικό φορολογικό κατάστιχο τού Καζά τής Κορυτσάς, τής Μπιγλίστας και τού ναχιγιέ τής Χρούπιστας τού έτους 1568/9.
……….Η παράδοση λέει πως η ίδρυση τού χωριού έγινε από τον αρματολό Κώστα Ρίζο, ο οποίος πρότεινε την ένωση τριών οικισμών, τής Κρανιάς, τής Σμίξης και των Παλιόσπιτων, έτσι ώστε να μην είναι ευάλωτα στις επιθέσεις των τούρκων. Προς τιμήν του το χωριό πήρε το όνομά του και ονομάστηκε Κωσταράζι. Ο περιηγητής Πουκεβίλ αναφέρετε στο Κωσταράζι κατά την περιήγησή του στην Δυτική Μακεδονία την άνοιξη τού 1806 και μάς χαρίζει μία ειδυλλιακή περιγραφή τού χωριού.
……….Κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, το Κωσταράζι αποτελεί προπύργιο και τόπο συνάντησης τού Παύλου Μελά με άλλους Μακεδονομάχους, λόγω τής απουσίας βουργαρικής επιρροής και μηδενικού κίνδυνου προδοσίας από τους κατοίκους του. Το πρώτο οργανωμένο σώμα από την ελεύθερη Ελλάδα το οποίο αποτελούνταν από 14 άνδρες με αρχηγό τον Ευθύμιο Καούδη, περνά τα τότε ελληνοτουρκικά σύνορα, κοντά στο Αγιόφυλλο Τρικάλων και φτάνει στο Κωσταράζι. Στο χωριό καταλύουν, μεταξύ άλλων, οι Μακεδονομάχοι Τσόντος Βάρδας, Κατεχάκης, Νταλίπης και Κώττας.
……….Στις 30 Οκτωβρίου τού 1912, οι αποχωρήσαντες ηττημένοι τούρκοι καίνε το χωριό, χωρίς να εξαιρέσουν την εκκλησία και το σχολείο, ως εκδίκηση γιά την ήττα τους και με την πυρκαγιά καίγεται και το λάφυρο-κειμήλιο των Κωσταραζινών από την Μάχη τής Αλαμάνας κατά την συμμετοχή τους στον Αγώνα τής Παλιγγενεσίας.
……….Στις 13 Απριλίου τού 1944, ημέρα Μεγάλης Πέμπτης, οι Γερμανοί καίνε ολοκληρωτικά το Κωσταράζι γιά δεύτερη φορά μετά από τους τούρκους, με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 αθώων ψυχών και την ολοκληρωτική ερήμωση τού χωριού.
……….Όλα ξεκίνησαν από πληροφορίες που απέσπασαν οι Γερμανοί μέσω ανακρίσεως, ότι ο μυλωνάς τού χωριού, ονόματι, Δημήτριος Γάβρος, συνεργαζόταν με τους αντάρτες. Με αφορμή αυτό, δόθηκε η εντολή τής επιχειρήσεως εναντίον τού Κωσταραζίου, αλλά και άλλων χωριών τής περιοχής.
……….Στις 12 Απριλίου, ο Λοχίας τής Στρατιωτικής Χωροφυλακής, Μίκαελ Έμπνερ, επικεφαλής δυνάμεως διακοσίων πενήντα ανδρών, ξεκίνησε γιά το Κωσταράζι. Είχε προηγηθεί η σφαγή τής Κλεισούρας μία εβδομάδα νωρίτερα, οπότε μόλις η γερμανική φάλαγγα έγινε αντιληπτή από χωρικούς, ειδοποιήθηκε το χωριό, και οι περισσότεροι κάτοικοι, κυρίως άντρες και νέοι, προσπάθησαν να διαφύγουν στα γειτονικά δάση. Οι Γερμανοί όμως είχαν καταλάβει τις θέσεις κατά μήκος τού αντερείσματος τού υψώματος Σκάλα και απέναντι από την θέση Ρόβια, πυροβολώντας εναντίον όσων προσπαθούσαν να διαφύγουν. Από τα γερμανικά πυρά σκοτώθηκε ο δωδεκάχρονος Δημήτριος Τσότσος τού Θωμά.
……….Εν συνεχεία, ο Γερμανός επικεφαλής, συγκέντρωσε όσους απέμειναν στο χωριό, άντρες και γυναίκες, στην κεντρική πλατεία, διαβεβαιώνοντάς τους ότι δεν θα τιμωρηθεί κανείς, αρκεί να επιστρέψουν όλοι στο χωριό και απαιτώντας την παράδοση τού μυλωνά Δημητρίου Γάβρου και τού συνεταίρου του, Ανδρέα Μότσιου. Σε διαφορετική περίπτωση, θα εκτελούσε είκοσι κατοίκους τού χωριού. Πολλοί από τους κατοίκους επέστρεψαν, και από τους δύο καταζητούμενους εμφανίστηκε ο Δημήτριος Γάβρος. Παρά την ανάκριση και κακοποίησή του, δεν ομολόγησε και εκτελέστηκε στην θέση «Ζολώτα», ενώπιον των συγχωριανών του. Οι Γερμανοί παρέμειναν και διανυκτέρευσαν στο Κωσταράζι, επιτείνοντας την αγωνία των κατοίκων γιά το τί έμελλε να ακολουθήσει.
Τα τραγικά γεγονότα τής 13ης Απριλίου
……….Το ξημέρωμα τής 13ης Απριλίου 1944, δόθηκε διαταγή από τους Γερμανούς να εγκαταλείψουν όλοι οι κάτοικοι το χωριό και να συγκεντρωθούν στ’ «Μπέλλ’ τ’ Γκουρτσιά (Τρανή Στράτα). Όσοι δεν το εγκατέλειπαν, θα εκτελούντο επί τόπου. Η καμπάνα τής εκκλησίας με το γρήγορο κτύπημά της, μετέφερε το μήνυμα τού θανάτου σε όλο το χωριό.
……….Όσοι ζουν και θυμούνται τα τραγικά γεγονότα εκείνων των στιγμών, περιγράφουν σκηνές όπως τής λεχώνας Βάγιας, που μέσα στα αίματα ακόμα, τυλιγμένη σε μία κουβέρτα με το νεογέννητο μωρό της, ανέβαινε με την πεθερά της τον λάκκο τ’ Μότσιας, γιά να παρουσιαστούν ενώπιον των Γερμανών στρατιωτών. Ακόμα ηχεί στ΄ αυτιά τους ο ήχος τής μπότας των Γερμανών, «γκαπ γκουπ!» όπως χαρακτηριστικά διηγούνται, που σκόρπιζε τον τρόμο και την απελπισία. Τί να πρωτοπάρουν τα δυο χέρια τού ανθρώπου; Αρπάζουν το καβάδι, τα τσαράπια, ένα πισνίκ’ ψωμί, αλλά τα παρατούν γιά να πάρουν το μωρό που κλαίει αγκαλιά. Η αλληλεγγύη περίσσεψε εκείνες τις ώρες. Βοηθούσε ο ένας τον άλλον όπως μπορούσε. Καθώς ο φόβος τής ομαδικής εκτέλεσης έζωνε τις καρδιές τους, με κλάματα αγκαλιάζονταν γιά τον «τελευταίο ασπασμό». Ζητούσαν την αλληλοσυγχώρεση, ακόμα και οι μαλωμένοι μεταξύ τους κάτοικοι, γιά να είναι έτοιμοι γιά το στερνό ταξίδι.
……….Όταν όλοι συγκεντρώθηκαν στην είσοδο τού χωριού, διαχωρίστηκαν οι άντρες από τα γυναικόπαιδα. Με την απειλή των πολυβόλων διασκέδαζαν οι Γερμανοί στρατιώτες, διατάζοντας τους άντρες άλλοτε να γονατίζουν κι άλλοτε να σηκώνονται όρθιοι. Πίσω από την πρώτη γραμμή των αντρών, κάποιοι προσπαθούσαν να γλιστρήσουν προς την πλαγιά, ώστε αν άρχιζαν οι πυροβολισμοί να έτρεχαν στην κατηφοριά να σωθούν. Ξαφνικά, μαύροι καπνοί ξεπήδησαν απ’ το χωριό. Φλόγες τύλιξαν την εκκλησία και το σχολείο, ο γυναικωνίτης και η σκεπή τής εκκλησίας σωριάστηκαν με μιάς! Κανείς όμως δεν έκλαιγε, κανείς δε στέναζε, καθώς η απειλή τού θανάτου πάγωνε τις αισθήσεις.
……….Τρεις γέροντες και δύο βρέφη, που λόγω ακριβώς τής ηλικίας τους παρέμειναν στα σπίτια, εκτελέστηκαν ή σκοτώθηκαν, εξ αιτίας τής κατάρρευσης των σπιτιών μετά την πυρπόληση. Σύμφωνα με τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, το ένα από τα δυο παιδιά, ηλικίας δύο ετών, είχε πυροβοληθεί, ενώ το άλλο ηλικίας ενός έτους, σκοτώθηκε από την κατάρρευση τού σπιτιού μετά την πυρπόληση από τους Γερμανούς.
……….Ο διοικητής τής διλοχίας των Ες Ες (SS) από την Σιάτιστα, που είχε φτάσει την ίδια μέρα στο χωριό γιά να ενισχύσει τις επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών στο Άσκιο, ήταν αποφασισμένος να εκτελέσει όλους τους άντρες. Πιθανόν να είχε μεταβεί και ο ίδιος ο Ταγματάρχης Γκύντερ Όρτμαν (Gunther Ortmann), διοικητής τού 3ου Τάγματος τού 7ου Συντάγματος Ες Ες (SS), που έδρευε στην Σιάτιστα. Μόνο μετά από την παρέμβαση τού Έμπνερ, η οποία αποδείχτηκε σωτήρια, μεταπείστηκε ο διοικητής των SS. Παρ΄ όλο που η ίδια μονάδα των SS πυρπόλησε το χωριό, ως εκ θαύματος, η εκτέλεση ματαιώθηκε, κι οι άντρες αφέθηκαν στα χέρια τής Βέρμαχτ.
……….Οι Γερμανοί αποχώρησαν, παίρνοντας μαζί τους 76 άντρες συμπεριλαμβανομένου και τού προέδρου Λεωνίδα Βύρου και τού αντιπροέδρου Ιωάννη Μιχαλάκα, και φυλακίστηκαν στην Καστοριά. Μετά από τις ενέργειες τού Μητροπολίτη Νικηφόρου και τού Νομάρχη Πέτροβα, και με την σύμφωνη γνώμη τού Χίλντενμπραντ, αποφυλακίστηκαν περίπου μία εβδομάδα αργότερα.
……….Στο πυρπολημένο χωριό απαγορεύτηκε η επανακατοίκησή, γιατί όπως είπαν οι Γερμανοί «οι μεν κάτοικοι είναι καλοί, αλλά το χωριό είναι κλεφτοχώρι». Διακόσια εξήντα τρία σπίτια καταστράφηκαν και σώθηκαν με μικρές ζημιές μόνο δέκα τέσσερα. Οι πυροπαθείς οικογένειες ήταν διακόσιες εβδομήντα επτά. Δέκα μέρες αργότερα, όταν ελευθερώθηκαν οι εβδομήντα οκτώ άντρες, όλες οι οικογένειες χωρίς να έχουν διασώσει τίποτε από το νοικοκυριό τους, αναγκάστηκαν με πόνο ψυχής να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και το Κωσταράζι και να μετοικήσουν στα γειτονικά χωριά, το Άργος Ορεστικό και την Καστοριά, όπου και παρέμειναν μέχρι τον τερματισμό τής κατοχής.

……….Από εκεί και πέρα, το Κωσταράζι στις συνειδήσεις όλων θα έμενε ως Παλιό, και οι πολύπαθοι κάτοικοί του, θα ξεκινούσαν μια νέα και δύσκολη αρχή δημιουργώντας το Νέο πλέον Κωσταράζι.
Πηγές:
-
Το βιβλίο: Το Βόϊο και η περιοχή τού Άργους Ορεστικού τής Δυτικής Μακεδονίας κατά την οθωμανική περίοδο 16ος-17ος αι. (1500-1700 μ.Χ.)
-
Η ιστορία του Κωσταραζίου μέσα στο χρόνο… Από το Παλιό Κωσταράζι στο Νέο.
-
Οι Γερμανοί πυρπολούν το Κωσταράζι για αντίποινα.
-
Χωριά φαντάσματα-Κωσταράζι Καστοριάς
-
Επιμέλεια εικόνων και κειμένου: Ἑλληνικό Ἡμερολόγιο