ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

.

Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης
Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Ελαιογραφία Σπ. Προσαλέντη. Συλλογή Ελένης Καραπαναγιώτη.

 

Ο ποιητής των κλεφτών και των αρματωλών (1824 – 1879)

.

Απλωμένη μέσα στα νερά του Ιονίου “η σμαραγδένια” Λευκάδα, ένα ακόμη πανέμορφο νησί του Ιονίου πέλαγους δεν υστέρησε από τα άλλα τ’ αδέλφια της – νησιά στην πνευματική προσφορά .

Πολλοί οι λόγιοι που γεννήθηκαν στα χώματα αυτού του νησιού. Ποιητές, πεζογράφοι, μουσικοί, ζωγράφοι, καλλιτέχνες. Καθ’ ένας στο χώρο του μεγαλούργησε αφήνοντας παρακαταθήκη το έργο του στις γενιές που περνούν.

Εξέχουσα θέση ανάμεσα στους μεγάλους δημιουργούς του έμμετρου λόγου ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, που άνοιξε τα μάτια του στο φως του κόσμου, στη Λευκάδα, στο ιδιόκτητο νησί του, τη Μαδουρή, την 1η Σεπτεμβρίου του 1824.

Οι ρίζες του ξεκινούν από τις γενιές των Αρματωλών της Δυτικής Ελλάδας στα προεπαναστατικά χρόνια και συγκεκριμένα από τις γενιές της Βαλαώρας του 17ου αιώνα. Η μητέρας του, Αναστασία Τυπάλδου – Φορέστη, ήταν κόρη γνωστής αριστοκρατικής οικογένειας της Κεφαλονιάς.

Τα πρώτα του παιδικά χρόνια στη αγγλοκρατούμενη Λευκάδα θα τα περάσει άνετα με τα προνόμια που του εξασφάλιζαν οι ναυτιλιακές και εμπορικές επιχειρήσεις του πατέρα του.

Αρχίζει τις σπουδές του στη Λευκάδα και στη συνέχεια στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας όπου θα έχει καθηγητές τον φημισμένο ελληνιστή Ιωάννη Οικονομίδη και τον σοφό Ασώπιο.

Στην Ευρώπη θα ξεκινήσει τις σπουδές του από την Πίζα της Ιταλία για να προχωρήσει στην Ελβετία και να καταλήξει στο Παρίσι.

Όμως κάποια προβλήματα υγείας θα τον αναγκάσουν να επιστρέψει στην Λευκάδα.

Θα ξαναγυρίσει όμως στην Πίζα όπου θα πάρει το πτυχίο της Νομικής και το 1848 θα ανακηρυχθεί διδάκτωρ του Πανεπιστημίου.

Ένα χρόνο πριν κι’ ενώ ακόμη είναι φοιτητής θα εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο “Στιχουργήματα”.

Λάτρης της ζωής και της περιπέτειας, με φλογερή ιδιοσυγκρασία, παίρνει μέρος στους αγώνες του φιλελεύθερου κινήματος τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ουγγαρία, μιας και πρόκειται για μια εποχή εθνεγερτικών κινημάτων ανά την Ευρώπη και τον κόσμο, που συνταιριάζουν απόλυτα με το φιλελεύθερο πνεύμα του γεροδεμένου και μεγαλόσωμου, όπως φημολογείται, ποιητή.

Στα ταξίδια του στη Βενετία θα γνωριστεί με τον Αιμ.Τυπάλδο, καθηγητή της Ιστορίας, συγγραφέα και φίλο πολλών Ιταλών ποιητών, του Μόντη του Φώσκολου, του Μαντόνη. Το 1851 αρραβωνιάζεται και τον επόμενο χρόνο παντρεύεται την κόρη του συγγραφέα Ελοϊσία Τυπάλδου, μια κοπέλα με πλατιά μόρφωση. Το 1853 θα εγκατασταθούν στη Λευκάδα.

Ένα χρόνο αργότερα θα μεσολαβήσει με ποικίλους τρόπους για την απελευθέρωση της Ηπείρου, ενώ η αγγλική προστασία κρατά τα Επτάνησα στον κλοιό της, πράγμα που θα του στοιχίσει ένα νέο ταξίδι στην Ιταλία, όπου εξόριστος θα παραμείνει ένα χρόνο στο σπίτι του πεθερού του.

Με το γυρισμό του έχει πεισθεί πλέον για την ενασχόλησή με την πολιτική, προκειμένου να βοηθήσει στην επίτευξη της ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα, για αυτό και προσχωρεί στους αντιπολιτευόμενους ριζοσπαστικούς, διασπώντας την μέχρι τότε θαυμαστή οικογενειακή, συντηρητικών πεποιθήσεων, ενότητα.

Το 1857 εκλέγεται βουλευτής, αρνούμενος την προνομιούχο θέση του έπαρχου που του προσφέρουν οι Άγγλοι για να τον δελεάσουν, τονίζοντας πως η ψυχή του «δεν είναι προς πώληση».

Την ίδια χρονιά καθιερώνεται επίσημα ανάμεσα στους επιφανείς ποιητές με τη συλλογή του «Μνημόσυνα», που αποσπά διθυραμβικές κριτικές και του χαρίζει το χρυσό σταυρό του Σωτήρος, παράσημο του Βασιλέως Όθωνα.

Επί επτά χρόνια, ως και το 1864 που θα γίνει η ένωση, θα έχει μια θριαμβική σταδιοδρομία τόσο ως ποιητής όσο και ως πολιτικός στην Ιόνιο Βουλή, όπου αντιπροσώπευε τη Λευκάδα. Στον Βαλαωρίτη ανήκει η σύνταξη της αναφοράς της Ιονίου Βουλής προς τη Βασίλισσα της Αγγλίας δια μέσω της οποίας δηλωνόταν η θέληση των Επτανήσων προς ένωση.

Πέραν αυτών ο ποιητής, που έβαλε την ποίηση στη φιλοπατρία και τη φιλοπατρία στην ποίηση, ήταν μέλος της κεντρικής επιτροπής του κρητικού επαναστατικού αγώνα, όπου κι εργάστηκε ακούραστα φέρνοντας το κρητικό ζήτημα στη βουλή παρά τα εμπόδια που του δημιούργησαν.

Εν τέλει, απογοητευμένος από τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες και τους συμβιβασμούς που απαιτούσε η πολιτική ζωή, πικραμένος που χάθηκε κι ο αγώνας της Κρήτης, με αφορμή το επεισόδιο της συμπλοκής του στο κοινοβούλιο με πολιτικό του αντίπαλο, τον βουλευτή Γεώργιο Ιακωβάτο, αλλά και η νοθεία των εκλογών του 1864,  αποφάσισε να αποσυρθεί οριστικά από τα πολιτικά δρώμενα.

Το 1872 κλήθηκεν να εκφωνήσει ένα πατριωτικό ποίημα του στα αποκαλυπτήρια του αδριάντα του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ στα προπύλαια του Πανεπιστημίου.

Πλήθη λαού από όλα τα μέρη της Ελλάδας είχαν έρθει για να ζήσουν τις μεγάλες στιγμές. Κι’ ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης αρχίζει την ιστορική απαγγελία του: “Πώς μας θωρείς ακίνητος, που τρέχει ο λογισμός σου”…

Είναι ένας πραγματικός ύμνος στον μαρτυρικό πατριάρχη. Η απαγγελία του αυτή θα τον καθιερώσει στην συνείδηση του λαού σαν εθνικό ποιητή.

Άφησε την τελευταία του πνοή στις 24 Ιουλίου 1879, λόγω καρδιακής προσβολής. Σημαντικά έργα του είναι τα «Στιχουργήματα», νεανικά ποιήματα, τα «Μνημόσυνα», ο «Αστραπόγιαννος», ο «Φωτεινός», η « Κυρά Φροσύνη» κ.α. Τα Άπαντά του εκδόθηκαν το 1907, πολλά χρόνια μετά το θάνατό του.

Ὁ Σαμουήλ

 

Καλόγερε, τί καρτερεῖς κλεισμένος μὲς στὸ Κούγκι;

Πέντε νομάτοι σοῦ ῾μειναν κ᾿ ἐκεῖνοι λαβωμένοι!

Κι εἶναι χιλιάδες οἱ ἐχθροὶ ποὺ σ᾿ ἔχουνε ζωσμένον!

Ἔλα νὰ δώσεις τὰ κλειδιά, πέσε νὰ προσκυνήσῃς,

κι ἀφέντης ὁ Βελῆ Πασᾶς δεσπότη θὰ σὲ κάμη!

Ἔτσι ψηλὰ ἀπ᾿ τὸ βουνὸ φωνάζει ὁ Πήλιος Γούσης.

Κλεισμένος μὲς στὴν ἐκκλησιὰ βρίσκετ᾿ ὁ Σαμουήλης,

κι ἀγέρας παίρνει τὴ φωνὴ τοῦ Πήλιου τοῦ προδότη.

Χωρὶς ψαλμοὺς καὶ θυμιατά, χωρὶς φωτοχυσία,

γονατισμένοι, σκυθρωποί, μπρὸς στὴν Ὡραία Πύλη,

πέντε Σουλιῶτες στέκονται μὲ τὸ κεφάλι κάτου.

Βουβοί, δὲν ἀνασαίνουνε, καὶ βλέπεις κάπου-κάπου

ὅπου ἕνα χέρι σκώνεται καὶ κάνει τὸ σταυρό του.

Ἀκίνητα στὸ μάρμαρο σέρνονται τὰ σπαθιά τους,

σπαθιὰ ποὺ τόσο ἐδούλεψαν γιὰ τὸ γλυκό τους Σούλι!

 .

Δὲ φαίνετ᾿ ὁ καλόγερος, μόνος του στ᾿ ἅγιο Βῆμα

προσεύχετο κ᾿ ἑτοίμαζε τὴ μυστικὴ θυσία.

Σφιχτὰ-σφιχτὰ στὰ χέρια του ἐβάστα τὸ Ποτήρι

καὶ μύρια λόγι᾿ ἀπόκρυφα ἔλεγε τοῦ Θεοῦ του.

Τὰ μάτια κατακόκκινα ἀπ᾿ τὲς πολλὲς ἀγρύπνιες

ἐκοίταζαν ἀκίνητα τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα.

Τί θάλασσα, ποὺ κύματα ἔχει κρυφὲς ἐλπίδες!

Σιγᾶτε βρόντοι τουφεκιῶν, πάψτε φωνὲς πολέμου,

Κι ὁ Σαμουὴλ τὴν ὕστερη τὴν κοινωνιὰ θὰ πάρει!

Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ κοίταζ᾿ ὁ παπὰς τὴ Σάρκα τοῦ Θεοῦ του,

ἐκύλησ᾿ ἀπ᾿ τὰ μάτια του στοῦ ποτηριοῦ τὰ σπλάγχνα

σὰν τὴ δροσούλα διάφανο κρυφὰ-κρυφὰ ἕνα δάκρυ.

– Θεέ μου καὶ πατέρα μου, θαμμένος ἐδῶ μέσα

ἐδίψασα… Χωρὶς νερὸ ἡ θεία κοινωνιά σου

θὰ ἔμεν᾿ ἀτελείωτη… Δέξου, γλυκέ μου Πλάστη,

αὐτὸ τὸ μαῦρο δάκρυ μου, μὴ τὸ καταφρονέσης.

ἀμόλυντο καὶ καθαρὸ βγαίν᾿ ἀπ᾿ τὰ φυλλοκάρδια.

δέξου το, Πλάστη, δέξου το, ἄλλο νερὸ δὲν ἔχω.

 .

Ἤτανε ἥλιος κ᾿ ἔλαμψε τὸ ἱερὸ τὸ σκεῦος.

Τὸ αἷμα ἐζεστάθηκε, ἄχνισε, ζωντανεύει.

Ἀναγαλλιάζει ὁ Σαμουὴλ ποὺ εἶδε τὴ Θεία Χάρη

καὶ τρέμοντας ἀγκάλιασε τὸ θεϊκὸ ποτήρι

καὶ τό ῾σφιξε στὰ χείλη του κι ἄκουσε ποὺ χτυποῦσε

σὰν νἄτανε λαχταριστὴ καρδιά, ζωὴ γιομάτη.

 .

Ἀνοίγ᾿ ἡ Πύλη τοῦ Ἱεροῦ, σκύφτουν τὰ παλληκάρια.

τ᾿ ἀνδρειωμένα μέτωπα τὸ μάρμαρο χτυπᾶνε

καὶ καρτεροῦν ἀκίνητά τοῦ γέροντα τὰ λόγια.

Ἐπρόβαλ᾿ ὁ καλόγερος. Τὸ πρόσωπό του φέγγει

σὰ χιονισμένη κορυφὴ στοῦ φεγγαριοῦ τὴ λάμψη.

Στὰ λαβωμένα χέρια του βαστοῦσ᾿ ἕνα βαρέλι

πού ῾κλειε μέσα θάνατο, φωτιὰ κι ἀπελπισία.

 .

Ἐκεῖνο μόνο τό ῾μεινε, ἐκεῖνο μόνο φθάνει!

Ἐμπρὸς στὴν Πύλη τοῦ Ἱεροῦ μονάχος του τὸ στένει

καὶ τρεῖς φορὲς τὸ βλόγησε καὶ τρεῖς φορὲς τὸ φχέται.

Σὰν νά ῾ταν Ἅγια Τράπεζα, σὰν νά ῾ταν Ἀρτοφόρι

ἐπίθωσ᾿ ὁ καλόγηρος ἐπάνω τὸ ποτήρι,

καὶ σιωπηλὸς κι ἀτάραχος ἄναψε θειαφοκέρι…

Τὰ γόνατά του ἐχτύπησαν ὁρμητικὰ τὴν πλάκα,

ἐσήκωσε τὰ χέρια του, τὸ πρόσωπό του ἀνάφτει

κι οἱ πέντε τὸν ἐκοίταζαν βουβοὶ μέσα στὰ μάτια:

..

Πηγὲς γιὰ τὴν βιογραφία:

Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

http://eftanhsa.blogspot.gr/

http://biographies.nea-acropoli.gr/

γιὰ τὸ ποίημα :

http://users.uoa.gr/

Αφήστε μια απάντηση