Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΤΑ 1903 ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙ ΝΤΕΝ

,

Ἡ τσέτα τοῦ Τσόντσεφ Παρθενίεφ
Ἡ τσέτα τοῦ Τσόντσεφ Παρθενίεφ
Πῶς οἱ Ἕλληνες τῆς Μακεδονίας εὐρισκόμενοι μεταξὺ σφύρας καὶ ἄκμωνος, ἐξηναγκάζοντο σὲ στρατολόγηση καὶ «συνεργασία» ἀπό τοὺς βούλγαρους, μὲ ὅσα δεινᾶ αὐτὸ συνεπαγόταν ἀπό τὴν τουρκικὴ πλευρά. Στὴν ἀντίθετη περίπτωση, τὰ δεινᾶ προέρχονταν ἀπό τοὺς βουλγαροκομιτατζῆδες.

 

Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἄρθρο μὲ τίτλο :

 “ Ὁ Ἑλληνισμός τῆς Μακεδονίας στὰ 1903 καὶ ἡ ἐξέγερσις τοῦ Ἴλιντεν”

Στὶς ἀρχές τοῦ 1903 πολλαπλασιάστηκαν αἰσθητά οἱ ἐνδείξεις γιὰ τὴν ἔκρηξη τῆς ἐπικείμενης βουλγαρικῆς ἐξέγερσης στὴ Μακεδονία καθώς συνεχίζονταν οἱ προετοιμασίες μὲ πυρετώδη ρυθμό.

Ἀμφίβολο ὅμως παρέμενε ἀκόμη τὸ μέγεθος τοῦ ἐπαναστατικοῦ Κινήματος γιατὶ ἦταν ἄγνωστο, ἄν θὰ κατόρθωναν τελικὰ τὰ βουλγαρικὰ σώματα νὰ ἐξαναγκάσουν τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ νὰ πάρει τὰ ὅπλα καὶ νὰ πολεμήσῃ κατὰ τῶν Τούρκων.

Ἀπό τοὺς συμπαγεῖς ὅμως σλαβόφωνους ἑλληνικούς καὶ ἑλληνοβλαχικούς πληθυσμοὺς τῆς Μακεδονίας, οἱ ὁποῖοι στὴ μεγαλύτερή τους πλειοψηφία ἀποστρέφονταν τὶς βουλγαρικὲς ἐνέργειες, συμμετεῖχαν στὴν ἐξέγερση τοῦ Ἴλιντεν κυρίως ἐκεῖνοι ποὺ σύρθηκαν μὲ τὴ βία στὰ βουνὰ καὶ στὶς πόλεις, γιὰ ν’ ἀντιμετωπίσουν τὸν τουρκικὸ στρατὸ.

Καὶ ὅσοι ἀκόμη πίστεψαν στὴν ἀπελευθέρωση τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ ἀπό τὸν τουρκικὸ ζυγὸ καὶ πολέμησαν στὸ πλευρὸ τῶν Βουλγάρων, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐξέγερση τοῦ Ἴλιντεν διαχώρισαν τὴ θέσι τους καὶ κατατάχθηκαν στὰ ἑλληνικά ἀνταρτικά σώματα τοῦ μακεδονικοῦ ἀγῶνα, ὅπως συνέβηκε μὲ τὸ Μοναστηριώτη Ἀντώνη Ζώη καὶ τὸ Μοριχοβίτη Πέτρο Σουγαράκη.

Τὴ μέθοδο τῆς καταναγκαστικῆς στρατολόγησης τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Μακεδονίας εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἐφαρμόζουν συστηματικὰ καὶ μὲ ἐντατικό ρυθμὸ τὰ βουλγαρικὰ ἀνταρτικά σώματα στὶς ἀρχές τοῦ 1903, ὁδηγώντας μὲ τὸν τρόπο αὐτό σημαντικὸ ποσοστὸ τῶν Ἑλλήνων κατοίκων στὴ σφαγὴ καὶ δημιουργώντας τὴν ἐντύπωση στὴν εὐρωπαϊκή κοινὴ γνώμη ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ μία ἀθρόα ἐξέγερση ὁλόκληρου τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμιακοῦ στοιχείου.

Κατὰ τὶς νυχτερινὲς ἀσκήσεις τους, ἔσπερναν τὸν πανικὸ στοὺς ἑλληνικούς πληθυσμοὺς τῆς Γουμένισας, τῶν Βοδενῶν, τῶν Γιαννιτσῶν καὶ τῆς Γευγελῆς, οἱ ὁποῖοι ἦταν τόσο θορυβημένοι, ὥστε δὲν τολμοῦσαν νὰ δώσουν εἰλικρινεῖς ἀπαντήσεις ἀκόμη καὶ στὶς ἐρωτήσεις τῶν Ἑλλήνων προξένων καὶ τῶν μητροπολιτῶν καὶ ἀπό φόβο δήλωναν ὅτι δὲν εἶχαν κανένα παράπονο.

Ἀντίθετα στὸ βιλαέτι Μοναστηρίου, πολυάριθμοι Ἕλληνες πρόκριτοι, δάσκαλοι καὶ ἱερεῖς τῆς Βορειοδυτικῆς Μακεδονίας, οἱ ὁποῖοι προέρχονταν ἀπό τὰ σλαβόφωνα χωριὰ Ὀλέβενη, Κάνινο, Ζιάμπανη, Λάζετς, Γραδέσνιτσα, Κιρκλίνο, Βελουσίνα, Λισολάϊ, Ζέλοβο, Μπρὸντ, Σταράβινα, Μπάνιτσα, Ζαμπέρδενη, Κρούσορατ (Ἀχλάδα), Ράκοβο, Κλαμπουτσίστα, Κλέστινα και Κλαδοράπη (Κλαδοράχη), περιέγραφαν μὲ μελανᾶ χρώματα στὸν Ἕλληνα πρόξενο τοῦ Μοναστηρίου τὶς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατούσαν στὶς περιοχὲς τους.

Σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες τους, μικρὲς ὁμάδες Βουλγάρων εἰσέβαλαν καθημερινὰ στὰ χωριά τους, διανυκτέρευαν ἐκεῖ καὶ ὑποχρέωναν τοὺς Ἕλληνες κατοίκους νὰ πληρώνουν 3 λίρες ὁ καθένας ἱσχυριζόμενοι ὅτι καὶ τὸ ἑλληνικό κράτος ἐνέκρινε τὶς ἐνέργειές τους. Τοὺς ἀπαγόρευαν μάλιστα ν’ ἀπευθύνονται γιὰ ὁποιαδήποτε ὑπόθεσή τους στὶς τουρκικὲς ἀρχές.

Ἡ κατακρεουργημένη καὶ δολοφονημένη Τράϊκου.
Ἡ κατακρεουργημένη καὶ δολοφονημένη Τράϊκου.

Σὲ μία ὕστατη προσπάθειά τους γιὰ ν’ ἀποφύγουν τὴ συμμετοχὴ τους στὸ βουλγαρικὸ ἐπαναστατικό κίνημα καὶ νὰ γλυτώσουν ἀπό τὶς τουρκικὲς βιαιοπραγίες, οἱ Ἕλληνες διαφόρων περιοχῶν τοῦ βιλαετίου Θεσσαλονίκης, ποὺ εἶχαν περάσει μὲ τὴ βία στὴν Ἐξαρχία, ἄρχισαν ἀπό τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1903 ν’ ἀπευθύνονται στοὺς κατὰ τόπους μητροπολίτες καὶ στὶς ντόπιες τουρκικὲς ἀρχές καὶ νὰ ζητοῦν καὶ πάλι τὴν ἐπιστροφή τους στὸ πατριαρχεῖο.

Καὶ αὐτό μόνο τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύει, ὅπως συμπεραίνει ὁ Αὐστριακός πρόξενος τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτι ὁ ἐνθουσιασμός τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ δὲν ἦταν μὲ κανένα τρόπο αὐθόρμητος καὶ ἐκούσιος καθώς ἐπιδίωκε νὰ τὸν παρουσιάσει ἡ βουλγαρικὴ ὁργάνωση.

Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἐπίσης ἡ μαρτυρία ὅτι οἱ Ἕλληνες Μοναστηριῶτες, ἀποφασισμένοι ὁριστικά πιὰ ν’ ἀντιδράσουν δυναμικὰ στὶς βουλγαρικὲς ἐνέργειες, — τὸ Μάρτιο σημειώθηκε νέα ἀποτυχημένη δολοφονικὴ ἀπόπειρα σὲ βάρος τοῦ Μοναστηριώτη προκρίτου Χρήστου Δοῦμα, ἐπειδή ἀρνήθηκε νὰ πληρώσει χρηματικὸ ποσὸ ποὺ τοῦ ἐπέβαλαν τὰ κομιτάτα —, προειδοποίησαν γιὰ πρώτη φορὰ τοὺς Βουλγάρους τοῦ Μοναστηρίου ὅτι γιὰ κάθε Ἕλληνα ποὺ δολοφονούνταν, θὰ ἐξόντωναν στὸ ἑξῆς 2 συμπατριῶτες τους.

Ἀκόμη καὶ στὴν Ἀχρίδα οἱ λιγοστὲς (30) ἑλληνικές οἰκογένειες, ἀπελπισμένες ἀπό τὴ δραματικὴ αὐτή κατάσταση, ἦταν ἕτοιμες νὰ ἀντιτάξουν ἔνοπλη ἄμυνα στὴ βουλγαρικὴ βία.

Ἔχοντας ἐξασφαλισμένη τὴν ἀδράνεια τῆς Τουρκικῆς διοίκησης μὲ τὴ δωροδοκία τοῦ διεφθαρμένου καϊμακάμη τῶν Βοδενῶν Σουκρὴν, καζᾶ τῆς Γευγελῆς, ὅπως καὶ στὶς περιοχὲς γύρω ἀπό τὴ Στρώμνιτσα, ἡ κατάσταση ὑπῆρξε ἀπελπιστική γιὰ τοὺς Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἀναγκασμένοι νὰ συντηροῦν τοὺς ἄντρες τῶν βουλγαρικῶν ὁμάδων, γιατὶ οἱ οἰκονομικοί πόροι τῶν ἐξαρχικῶν εἶχαν ἐξαντληθεῖ.

Στὶς ἀρχές τοῦ Ἰουνίου (1903) τὸ σῶμα τοῦ Γιοβάνη εἰσέβαλε στὴ Λούμνιτσα, περικύκλωσε τὰ σπίτια τῶν Ἑλλήνων, Τάντσιου Βλάϊκου καὶ τοῦ δάσκαλου Δ. Παπαγεωργίου, συνέλαβε τοὺς γιοὺς του πρώτου, Γεῶργιο καὶ Βασίλειο καὶ τοὺς θανάτωσε μὲ ἀπάνθρωπο τρόπο.

Στὸ σπίτι τοῦ Δ. Παπαγεωργίου, ποὺ ἀπουσίαζε τὴν ὥρα ἐκείνη, διέρρηξαν τὴν πόρτα τοῦ δωματίου, ὅπου ἦταν κλεισμένοι ἡ γυναῖκα του καὶ τὰ 6 ἀνήλικα παιδιὰ του, βασάνισαν τὴ γυναῖκα του, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει ποῦ κρυβόταν ὁ ἄνδρας της καὶ τελικὰ ἔφυγαν, ἀφοῦ ἀπέσπασαν ἀπ’ αὐτήν σημαντικὸ χρηματικὸ ποσὸ.

Ὕστερα ἀπό λίγες μέρες ὁ Ἕλληνας δάσκαλος πῆρε τὴν οἰκογένειά του καὶ κατέβηκε στὴ Γευγελῆ μαζὶ μὲ ἄλλες οἰκογένειες, γιὰ νὰ ζητήσουν τὴν προστασία τῶν ντόπιων τουρκικῶν ἀρχῶν.

Ἡ τεταμένη κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴ Μακεδονία στὰ 1903, ἔδωσε τὸ γενικὸ ἔναυσμα γιὰ τὴν ἐξαπόλυση αἰματηρῶν τουρκικῶν ἀντιποίνων σὲ βάρος τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ ὁλόκληρου τοῦ γεωγραφικοῦ χώρου.

Χωρὶς νὰ γίνεται διάκριση ἀνάμεσα σὲ ἀθώους καὶ ἐνόχους, Ἕλληνες καὶ Βούλγαροι τῆς Μακεδονίας ὑφίστανται στὰ 1903 τὴ σκληρὴ Τουρκικὴ καταπίεση.

Ἡ τυραννικὴ παρουσία τῶν Βουλγάρων ἀρχηγῶν Τσακαλάρωφ καὶ Σαράφωφ τὸ Μάϊο τοῦ 1903 στὸ χωριὸ Σμάρδεσι, ὅπου ζοῦσαν 345 οἰκογένειες, ἀπό τὶς ὁποῖες οἱ μισὲς ἦταν ἑλληνικές, ὑπῆρξε ἡ βασικὴ ἀφορμή γιὰ τὴν ὁλοκληρωτική καταστροφὴ τοῦ χωριοῦ ὕστερα ἀπό ἀλλεπάλληλες σφοδρὲς συγκρούσεις ἀνάμεσα στὸν τουρκικὸ στρατὸ καὶ στὰ βουλγαρικὰ σώματα. Ὁ ἀπολογισμός τῆς καταστροφῆς ὑπῆρξε 150 νεκροί καὶ 70 περίπου τραυματίες, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους καὶ ἀρκετοί Ἕλληνες.

Ἀπό τὶς ἀρχές κιόλας τοῦ 1903 ὁ ἑλληνισμός στὸ Σμάρδεσι ὑπέφερε πολλὰ δεινᾶ ἀπό τὴ δράσι τῶν βουλγαρικῶν σωμάτων ὕστερα μάλιστα ἀπό τὴ στυγερὴ δολοφονία τῆς ἀδελφῆς τοῦ Ἕλληνα ἱερέα παπᾶ Γερμανοῦ ἀπό τὸν Τσακαλάρωφ, ὁ ὁποῖος διέδιδε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦταν :

«Οἱ μεγαλύτεροι ἀντίπαλοι τῶν Βουλγάρων ἀκόμη καὶ πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπό τοὺς τούρκους.


Ὁλόκληρο τὸ κείμενο γιὰ τὰ ἐγκλήματα τῶν βουλγαροκομιτατζήδων μπορεῖτε νὰ διαβάσετε στό : www.e-istoria.com

Αφήστε μια απάντηση