ΑΙ ΠΑΡΑΜΟΝΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (Απόσπασμα από το διήγημα “Ο μπάρμπα Δήμος” τού Γ. Δροσίνη)

.

Παιδὶ μὲ ἀλφαβητάριον τοῦ φωτογράφου Δημητρίου Χαρισιάδη
“Παιδὶ μὲ ἀλφαβητάριον”, τοῦ φωτογράφου Δημητρίου Χαρισιάδη (1950)

.

.ΑΙ ΠΑΡΑΜΟΝΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 

,Γεώργιος Δροσίνης

(…)  Εἰς τὴν Ἰθάκην ὁ πατέρας μου ἐφρόντισε πῶς νὰ ἐκπαιδεύσῃ τὸν ἀδελφόν μου Θανάσην καὶ ἐμέ. Ὁ Θανάσης ἦτο τρία ἔτη μικρότερός μου καὶ ὁ πατέρας μου τὸν ἤθελε νὰ γίνῃ παπᾶς· ἐμένα ἤθελε νὰ μὲ κάμῃ πραγματευτὴν, βοηθὸν εὶς τὴν ἐργασίαν του.

Μᾶς ἔστελλεν εἰς ἑνός γέροντος διδασκάλου τὸ σπίτι, ὅπου μαζὶ μὲ πέντ’ ἕξ ἄλλα παιδιὰ,  ἐμανθάναμεν ἀνάγνωσιν καὶ γραφὴν, κατήχησιν καὶ ἱστορίαν. Ὁ διδάσκαλος αὐτός δὲν ἦτον πολυμαθὴς καὶ σοφὸς, εἶχεν ὅμως πολὺ ζῆλον καὶ ἐκτός τούτου, δὲν περιωρίζετο εἰς τὸ νὰ μᾶς μάθῃ ξερὰ γράμματα, ἀλλά ἐφρόντιζε πῶς νὰ μᾶς ἐμπνεύσῃ δύο μεγάλα αἰσθήματα, ἀγάπην πρὸς τὴν ἀρετήν καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς τὴν πατρίδα.

Τὸν ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη κοντὸν, σκυφτὸν, μὲ τὰ ἄσπρα του γένεια, μὲ τὰ μικρὰ του μάτια καὶ τὰ μεγάλα γυαλιὰ εἰς τὴν μύτην, μὲ τὴν φαλακρὰν κεφαλὴν του, ποὺ τὴν ἐσκέπαζε διαρκῶς μαῦρος σκοῦφος.

Τὸν ἐνθυμοῦμαι, πῶς ἤναπτεν ἡ ὅψις του ἡ γεροντικὴ, πῶς ἐσπιθοβολοῦσαν τὰ μάτια του, ὅταν μᾶς ὡμιλοῦσε διὰ τὴν πατρίδα μας τὴν δουλωμένην. Μᾶς διηγεῖτο πῶς ἦτο μεγάλη εἰς τοὺς παλαιοὺς χρόνους, πῶς αὐτή ἦτο πρώτη εἰς τὸν πολιτισμὸν, ὅταν οἱ ἄλλοι ὅλοι ἦσαν βάρβαροι.

Καὶ ἀνεστηλώνετο ἔξαφνα καὶ ἐφαίνετο νεώτερος, ὅταν μᾶς παρίστανε τὸν Λεωνίδαν πολεμοῦντα εἰς τᾶς Θερμοπύλας, τὸν Θεμιστοκλέα τρέποντα εἰς φυγὴν τὸν περσικόν στόλον εἰς τὸ στενὸν τῆς Σαλαμίνος, τὸν μέγαν Ἀλέξανδρον κατακτῶντα τὴν Ἀσίαν. Καὶ ἐχαμήλωνε τὴν κεφαλὴν καὶ δάκρυα ἔτρεχαν ἀπό τὰ μάτια του, ὅταν ἤρχετο ἔπειτα εἰς τὰ μαῦρα ἔτη τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας : τὴν πτώσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸν θάνατον τοῦ τελευταίου Παλαιολόγου, τὴν κατάκτησιν τῶν τούρκων.

– Ἐχάθη πλέον ἡ Ἑλλάς, ἔλεγε μὲ ἀναστεναγμόν, κατήντησε, ταπεινὴ σκλάβα τῶν τούρκων αὐτή ἡ βασίλισσα τῆς Ἀνατολής. Ἀλλ’ ἔξαφνα,  ἀνεσήκωνε τὴν κεφαλὴν, ὡσάν νὰ ἤκουε μακρινὴν φωνὴν, ἐκάρφωνε τὰ βλέμματα ὑψηλά πρὸς τὸν τοῖχον, ὡσάν νὰ διέκρινε μακρινὸν σημεῖον, καὶ μὲ φωνὴν ζωηρᾶν καὶ μὲ ὅψιν φωτισμένην ἀπό ἐνθουσιασμόν ἐπρόσθετεν :

– Ὄχι, ὄχι ! δὲν εἶναι μακριὰ ἡ ἡμέρα τῆς ἐλευθερίας. Ὁ σπόρος τοῦ Ῥῆγα θὰ φυτρώση καὶ σεῖς θὰ θερίσετε τὸν καρπὸν, ὄχι μὲ δρέπανα ἀλλά μὲ σπαθιά….

,

Διαβᾶστε ὁλόκληρο τὸ κείμενο στό : www.e-istoria.com

.

Αφήστε μια απάντηση