, ,
![Τὸ μνημεῖο τοῦ φιλέλληνα Σανταρόζα στὴν Σφακτηρία. [Κοντά του εἶχε θαφτεῖ ὁ Παῦλος Βοναπάρτης]. Φωτογραφία τοῦ Γιάννη Τοῦντα.](http://ellinoistorin.gr/wp-content/uploads/2014/09/cf84cebf-cebccebdceb7cebcceb5ceb9cebf-cf84cebfcf85-cf86ceb9cebbceb5cebbcebbceb7cebdceb1-cf83ceb1cebdcf84ceb1cf81cebfceb6ceb1-cf83cf84.jpg)
ΠΑΥΛΟΣ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗΣ – Ο ΔΟΚΙΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ (19/2/1809-7/9/1827)
,
Ἀπόσπασμα ἀπό τὸ βιβλίο τοῦ Δημητρίου Ν. Ἀλεξάνδρου «Βοιτυλιῶτες, οἱ Ἕλληνες τῆς Κορσικῆς»
(…) Περπατώντας στην ευλογημένη γη του Ναυπλίου, όπου δεσπόζει το θεόρατο φρούριο του Παλαμηδιού, και ανηφορίζοντας από την πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα προς την Ακροναυπλία, κοντοστέκεσαι στην Φραγκοκκλησιά, καθώς το μάτι σου πέφτει σε μία ξύλινη αψίδα, που έστησε εκεί το 1841 ο συνταγματάρχης Α. Τουρέ, στην μνήμη των Φιλελλήνων πεσόντων του Αγώνα. Θες η περιέργεια, θες η σιωπηλή ανάγκη να πείς ένα «ευχαριστώ» κάθεσαι και σκαλίζεις τα ονόματα των πεσόντων. Και ξαφνικά αναγκάζεσαι να διαβάσεις και να ξαναδιαβάσεις στην τέταρτη στήλη ένα όνομα που μόνο άγνωστο δεν σου φαίνεται: Παύλος Βοναπάρτης!
Το πρώτο πράγμα λοιπόν που σου έρχεται στο νου είναι ποια σχέση μπορεί να έχει ο Παύλος Βοναπάρτης με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Η μορφή έτσι κι αλλοιώς του Ναπολέοντα ήταν τόσο ισχυρή, ώστε να επισκιάσει άλλα πρόσωπα που έφεραν το ίδιο επίθετο ακόμη και αν ήταν συγγενικά.
Πράγματι υπάρχει συγγένεια, κοινό αίμα ανάμεσα στα δύο πρόσωπα. Συγκεκριμένα ο Ναπολέων είχε αδελφό τον Λουκιανό Βοναπάρτη ο οποίος με την δεύτερη γυναίκα του την Alexandrine de Bleschamps, γέννησαν στο Κανίνο μία κοινότητα της επαρχίας της Ρώμης στις 19 Φεβρουαρίου του 1809, τον Παύλο Βοναπάρτη, ανηψιό του Ναπολέοντα.
Ο Παύλος πέρασε τα νεανικά του χρόνια με άνεση ανάμεσα στην υψηλή κοινωνία, παρότι ήταν ατίθασος στον χαρακτήρα, –λες και πάλευε μέσα του το μανιάτικο αίμα– και σαν μαθητής αμελής, πράγμα που υποχρέωσε τους δικούς του να τον βάλουν εσωτερικό στο κολλέγιο των Ιησουϊτών στο Ουρβίνο. Αργότερα θα σπουδάσει στην Μπολόνια ή μάλλον έτσι νόμιζε ο πατέρας του, ενώ ο Παύλος ούτε καν είχε εγγραφεί! Απλούστατα, διαμένοντας στο παλάτι της αδελφής του Άννας, μαρκησίας Ερκολάνι, περνούσε τον καιρό του διασκεδάζοντας και δημιουργώντας κάθε τόσο μικροεπεισόδια σε βάρος της αριστοκρατίας, χωρίς να εμφανίζει τα ιδανικά που ήταν φωλιασμένα στην καρδιά του. Έτσι με αφορμή ένα ακόμη επεισόδιο, μαζί με τρείς Έλληνες φίλους του εγκατέλειψε την Μπολόνια στις 19 ιουλίου του 1827, και πέρασε στην Ελλάδα, ο επαναστατικός αγώνας της οποίας είχε δημιουργήσει διεθνώς φιλελληνικά ρεύματα κυρίως μεταξύ των νέων της εποχής.
Είναι η εποχή που ο Λουκιανός, ο πατέρας του Παύλου, τον έχασε και ζήτησε από τους υπουργούς του να τον ανακαλύψουν. Είναι η εποχή που η Γαλλία με την συμμετοχή της στην ναυμαχία του Ναυαρίνου, ξαναβρίσκει το γόητρό της κάνοντας τον ίδιο τον Βίκτωρα Ουγκώ να γράψει σε σχετικό του ποίημα: «Η ναυτική δόξα σ’ αυτή τη σύρραξη ξανανάβει τη δάδα της…»
ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
. Ο Παύλος είναι πια στην Ζάκυνθο όπου γνωρίζεται με έναν Έλληνα εφοπλιστή της εποχής, τον Γιώργο Βιτάλη, ο οποίος τον φιλοξενεί και ενημερώνει τον πατέρα του νεαρού. Ταυτόχρονα, τυγχάνει να καταπλεύσει με το πλοίο «Μονόκερος» ο Γεώργιος Κόχραν, ανθυπολοχαγός του αγγλικού πολεμικού ναυτικού, ανηψιός και υπασπιστής του αντιναυάρχου του ελληνικού στόλου Λόρδου Κόχραν. Ο Γεώργιος, κατ’εντολή του θείου του επέστρεφε από την Μασσαλία απ’ όπου είχε παραλάβει ένα σημαντικό φιλελληνικό φορτίο και το ποσό των 5000 λιρών στερλινών για τον Αγώνα των Ελλήνων. Από την Ζάκυνθο θα περίμενε να τον συνοδεύσει παραπέρα ως τον Πόρο πολεμικό πλοίο για τον φόβο των πειρατών.
Εκεί στην Ζάκυνθο λοιπόν θα συναντηθούν οι δύο νεαροί άνδρες και να τι θα γράψει γι αυτή την συνάντηση ο Γεώργιος Κόχραν [όπως μας παρουσιάζει στην Ναυτική Επιθεώρηση σε άρθρο του για τον Παύλο, ο Αντιναύαρχος ε.α. Ιωάννης Φαρμακίδης]:
«Έφθασα στην Ζάκυνθο, και καθώς δεν βρήκα εκεί το πολεμικό, αγκυροβόλησα και πήγα να μείνω σε ένα ξενοδοχείο. Καμμία ώρα αργότερα, ήρθε ο υπηρέτης μου να με πληροφορήσει ότι ο Παύλος Βοναπάρτης ,ο γιός του Λουκιανού και ανηψιός του Ναπολέοντα, επιθυμούσε να μου μιλήσει. Αμέσως πήγα να τον συναντήσω, καθώς αυτός περίμενε στο κάτω πάτωμα και τον κάλεσα να ανέβει στο δωμάτιό μου. Μου είπε ότι έχοντας εντυπωσιαστεί από τις διηγήσεις που είχε ακούσει για τον πόλεμο στην Ελλάδα, επιθυμούσε σφόδρα να πάρει μέρος σ’ αυτόν και να πολεμήσει κάτω από τις διαταγές του Λόρδου Κόχραν. Με παρακάλεσε να τον πάρω μαζί μου και να τον συστήσω στον Λόρδο. Του υποσχέθηκα να το κάνω και κατόπιν δειπνήσαμε μαζί. Ήταν ένας θαυμάσιος νέος, δεκαοκτώ περίπου ετών, ύψους σχεδόν 1,80μ. και που είχε μία κτυπητή ομοιότητα με τον θείο του. Ήταν πολύ ζωηρός στην κουβέντα του και ενθουσιώδης θαυμαστής της Ελλάδας. Την επόμενη μέρα, κατά το μεσημέρι, έφθασε το μπρίκι «Σωτήρ». Δύο ώρες αργότερα αποπλεύσαμε και μετά δύο μέρες φθάσαμε στον Πόρο… Ανέφερα αμέσως στον Λόρδο Κόχραν για το πρόσωπο που είχα μαζί μου. Ο ναύαρχος ευχαριστήθηκε πολύ και διέταξε να τον κατατάξουν αμέσως εθελοντή [στην φρεγάτα ΕΛΛΑΣ]. Του έδωσαν ένα ωραίο δωμάτιο στον χώρο των πυροβόλων. Έπαιρνε τα γεύματά του με τον Ναύαρχο, που τον τοποθετούσε πάντοτε στα δεξιά του. Πολύ γρήγορα κέρδισε την εκτίμηση και την συμπάθεια όλων στον πλοίο».
Η άφιξη του ανηψιού του αυτοκράτορα ήταν ένα κορυφαίο γεγονός, γιατί το κύρος του Ναπολέοντα παρέμενε τεράστιο ακόμη και στους χθεσινούς εχθρούς του. Ο πρίγκηπας Παύλος Βοναπάρτης με την καταγωγή του αλλά και τον ενθουσιασμό του για την Ελλάδα, έγινε γρήγορα πολύ δημοφιλής καθώς υπηρετούσε την Ελλάδα ως δόκιμος εθελοντής στο πυροβολικό του πλοίου.
«Ήταν ένας χαριτωμένος νέος», γράφει ο Ελβετός φιλέλληνας γιατρός Γκος «με κύρια χαρακτηριστικά την προθυμία, την ευγένεια του χαρακτήρος, την σταθερότητα της κρίσης και την μετριοπάθεια των αρχών του».
ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ
Μερικές μέρες αργότερα ο Κόχραν παράγγειλε να συγκεντρωθεί ο στόλος στις Σπέτσες. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1827, κατά τις εννέα το πρωί και ενώ το πλοίο παρέμενε αραγμένο, ο Παύλος Βοναπάρτης βρισκόταν στο δωμάτιό του με τον υπηρέτη του κάποιον Ιταλό Ιωάννη Λαμπέρτι. Ο υπηρέτης είχε καθαρίσει τα δύο πιστόλια του και αυτός τα γέμισε και τα κρέμασε σ’ ένα καρφί στον τοίχο, αμελώντας να τοποθετήσει την ασφάλεια. Όταν αργότερα πήγε να τα ξεκρεμάσει το εάν από αυτά εκπυρσοκρότησε και τον πλήγωσε βαριά στην βουβωνική χώρα. Αμέσως προσέτρεξαν όσοι βρίσκονταν εκεί κοντά. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο καπνούς και αυτός ήταν πεσμένος στο πάτωμα αναίσθητος. Ειδοποιήθηκαν και κατέφθασαν αμέσως ο λόρδος Κόχραν ο Άγγλος ιατροχειρουργός του πλοίου Τζόνσον και άλλοι αξιωματικοί, η πρώτη εντύπωση των οποίων ήταν ότι τον σκότωσε ο υπηρέτης. Όμως ο Παύλος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του και εξήγησε μέσα σε αφόρητους πόνους πώς έγινε το δυστύχημα. Αμέσως στο πλοίο κλήθηκε ο Αμερικανός φιλέλληνας αρχιχειρουργός Σάμιουελ Χάου και ο Παύλος μεταφέρθηκε στο διαμέρισμα του ναυάρχου.
«Σπέτσες 6 Σεπτεμβρίου» γράφει ο Χάου «(…) Στη φρεγάτα βρήκα τον ευγενή νέο ξαπλωμένο στο κατάστρωμα να υποφέρει τους πόνους της πληγής του που θεωρούσε θανάσιμη, χωρίς τον ελάχιστο στεναγμό και τον παραμικρό φόβο στην ωχρή φυσιογνωμία του. Μετά προσεκτική εξέταση βεβαιώθηκα ότι η σφαίρα είχε διαπεράσει την κοιλότητα του υπογαστρίου και του είχε προξενήσει θανάσιμο τραύμα με αποτέλεσμα να μένουν ελάχιστες ελπίδες σωτηρίας. Επιδέσαμε την πληγή και τον ενθαρρύναμε όσο γινόταν. Η έξαψη του λόρδου Κόχραν όσο κάναμε την επίδεση ήταν μεγάλη και όταν άκουσε την διάγνωσή μας άρχισε να βηματίζει στην καμπίνα του κλαίγοντας σαν παιδί. Η καρδιά του τρυφερή και στοργική προς όλους είχε εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα από τους ευγενικούς τρόπους και τα ειλικρινή αισθήματα του νεαρού Βοναπάρτη η δε θλίψη του γινόταν ακόμη μεγαλύτερη επειδή το δυστύχημα συνέβηκε ενόσω ο νέος ήταν κάτω από την φροντίδα του».
(…) Ο Ελβετός γιατρός Γκος σημείωσε ότι ο Παύλος «υπέμεινε με το μεγαλύτερο θάρρος τους πόνους» ξεψυχώντας στα χέρια του κατά τις τρείς το πρωί της επομένης…. Ο νεκρός μέχρι να πληροφορηθούν τις επιθυμίες του Λουκιανού Βοναπάρτη, ταριχεύτηκε πρόχειρα..
Αλλά ενώ η φρεγάτα ήταν έτοιμη να αποπλεύσει αποφασίστηκε να αφήσουν το λείψανο στις Σπέτσες και να το τοποθετήσουν προσωρινά στην Μονή του Αγίου Νικολάου κοντά στο λιμάνι.
Η εκφορά έγινε το ίδιο πρωί με πολλές τιμές και ενδείξεις πένθους. Αρκετοί αξιωματικοί του στόλου πήραν μέρος με επικεφαλής τον ναύαρχο Μιαούλη.
Οι μεταθανάτιες περιπέτειες του λειψάνου κράτησαν επί πέντε χρόνια..
Τελικά στις 22 ιουλίου του 1832, ένα πλοίο του Βιτάλη το μετέφερε στην νήσο Σφακτηρία όπου με την συνδρομή του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος έγινε η ταφή. Στις 5 το απόγευμα μία σημαιοστολισμένη βάρκα γεμάτη στεφάνια και μυρτόκλαδα μετέφερε τον νεκρό από το καράβι στην τελευταία του κατοικία. Ένα γαλλικό άγημα απέδωσε τιμές και ένας στρατιωτικός ιερέας απήγγειλε την νεκρώσιμο ευχή. Εκφωνήθηκαν δύο επικήδειοι λόγοι και το άγημα έβαλε την τελευταία ομοβροντία. Στο μνήμα σκαλίστηκε ένα λατινικό ρητό που είχε εγκριθεί από την οικογένειά του από την οποία κανείς δεν παραβρέθηκε. (Συμπτωματικά την ίδια ημέρα πέθανε και ο γιός του Μ. Ναπολέοντα, Αετιδέας).
Μπορεί βέβαια ο Παύλος Βοναπάρτης να είχε άδοξο τέλος αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου την συμμετοχή του στον Αγώνα και κυρίως στην Ιδέα της Ελληνικής Επαναστάσεως. Και μόνο το νέο που ταξίδευε από στόμα σε στόμα ότι ο ανηψιός του Μεγάλου Ναπολέοντα πολεμάει στο πλευρό των Ελλήνων εναντίον των τούρκων έκανε νέα ρίγη φιλελληνισμού να ξεσηκωθούν στην Ευρώπη τόσο που ένας εξάδελφος του Παύλου ο πρίγκηπας Ναπολέων –Λουδοβίκος γιός του Λουδοβίκου Βοναπάρτη πρώην βασιλέα της Ολλανδίας και μεγαλύτερος αδελφός του μελλοντικού αυτοκράτορα της Γαλλίας, Ναπολέοντα Γ’ είχε αποφασίσει να ακολουθήσει το παράδειγμα του Παύλου και να κατέβει στην Ελλάδα. Η μητέρα του η βασίλισσα Ορτανσία, κατατρομαγμένη από το τραγικό τέλος του Παύλου είδε κι έπαθε να τον μεταπείσει!
Copyright (©) «Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο»