ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΗΦΘΗΚΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΜΑΣ ΤΟ 1940

,

Ὁ ὑπέροχος, θεϊκός Κοῦρος τοῦ Σουνίου, καθὼς τὸν κατεβάζουν οἱ ἐργατοτεχνῖτες τοῦ Μουσείου στὴν ἀγκαλιὰ  τῆς ἑλληνικῆς γῆς, γιὰ νὰ τὸν προστατεύσῃ.

.

……….Σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιχείρηση προστασίας τῶν ἀρχαιοτήτων, ἐνῶ στὸ Μέτωπο ὁ Ἑλληνικός Στρατὸς ἁμύνετο τοῦ Πατρίου Ἐδάφους, θὰ ἦταν παράλειψή μας νὰ μὴν ἀναφερθοῦμε καὶ στοὺς ἀφανεῖς ἥρωες τῶν μετόπισθεν, ὅπως ἦταν οἱ ἐργατοτεχνῖτες τῶν μουσείων μας, ποὺ χωρὶς νὰ ὑπολογίσουν ὧρες καὶ κούραση, ἐργάσθηκαν ἀκατάπαυστα δίνοντας μάχη μὲ τὸν χρόνο, γιὰ νὰ προετοιμάσουν τοὺς χώρους στοὺς ὁποίους θὰ ἀσφαλίζονταν οἱ Θησαυροί μας.

……….Τὸ ἄρθρο ποὺ ἀκολουθεῖ, ἀναφέρεται στὰ μέτρα προστασία ποὺ λήφθηκαν περισσότερο γιὰ διαφύλαξη τῶν ἀρχαιοτήτων ἀπό βομβαρδισμούς κ.ἄ. καταστροφὲς λόγῳ τοῦ πολέμου. Οἱ κλοπὲς τῶν ἀρχαιοτήτων μας κατὰ τὴν διάρκεια τῆς κατοχῆς, εἶναι ἕνα ἄλλο μεγάλο κεφάλαιο τῆς αἱμορραγοῦσας πολιτιστικῆς μας κληρονομιᾶς. Ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ συνέχιση τῆς ἀρχαιοκαπηλικῆς «δραστηριότητας» μεταπολεμικά.

ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΗΦΘΗΚΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΜΑΣ ΤΟ 1940

 

Τῆς Νίνας Νικολακέα, ἀρχαιολόγου
Ἀπό τὸ ψηφιοποιημένο ἱστορικό ἀρχεῖο τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας

……….Ὁ γενικότερος φόβος γιὰ τὸ ξέσπασμα ἑνός πολέμου γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ τότε Πρωθυπουργὸς τῆς χώρας Ἰωάννης Μεταξᾶς εἶχε κάνει δυσμενεῖς προβλέψεις, ὁδήγησε στὴν λήψη μέτρων γιὰ τὴν προφύλαξη τῶν ἀρχαιοτήτων ἀπό πιθανοὺς ἐναέριους βομβαρδισμούς. Παρὰ τὰ σοβαρότατα προβλήματα ποὺ ἀντιμετώπισε ἡ Ἑλλάδα κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Κατοχῆς, ἡ ἀπόκρυψη ἀποδείχθηκε συνολικὰ εὑεργετικὴ γιὰ τὰ ἀρχαῖα.

……….Ἤδη ἀπό τὸ 1937, εἶχε ξεκινήσει ἀλληλογραφία μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Διευθύνσεως Ἀρχαιοτήτων τοῦ Ὑπουργείου θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας, σχετικὰ μὲ τὴν προστασία τῶν ἀρχαίων. Καὶ οἱ δύο πλευρές εἶχαν ἀντιληφθεῖ τὴν ἔκρυθμη κατάσταση στὴν Εὐρώπη καὶ θεωροῦσαν ἀναγκαία τὴν προσπάθεια ἐξεύρεσης τρόπων διαφυλάξεως τῶν ἀρχαιοτήτων.

……….Ἡ ἑλληνική Κυβέρνηση καὶ τὸ Ὑπουργεῖο, ζητοῦσαν ἀπό τοὺς διευθυντὲς τῶν κατὰ τόπους ἀρχαιολογικῶν μουσείων τοῦ κράτους, νὰ συντάξουν καταλόγους καὶ νὰ ταξινομήσουν τὰ ἀρχαῖα σὲ κατηγορίες μὲ βάση τὴν σπουδαιότητά τους, ἐνῷ θεωροῦσαν ἀναγκαία τὴν κατασκευὴ καταφυγίων σὲ μεγάλο βάθος.

……….Οἱ ἀρχαιολόγοι ὑποστήριζαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει ἐπιλογή ἀνάμεσα στ’ ἀρχαῖα, ἀλλά ὅτι ὅλα ἔπρεπε νὰ διασωθοῦν σὲ περίπτωση πολέμου. Ἡ ἄποψη αὐτή δηλώθηκε καθαρὰ ἀπό τὸν Ν. Κυπαρίσση, Ἔφορο Ἀρχαιοτήτων Ἀθηνῶν (Ἀττικῆς καὶ Μεγαρίδος ἐκτός Πειραιῶς), σὲ ἐμπιστευτική ἔκθεσή του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖο στὶς 11 Αὐγούστου 1937. Ἀναφέρεται ὅτι εἶναι προτιμότερο, ἀντί νὰ δαπανηθοῦν μεγάλα ποσά γιὰ τὴν κατασκευὴ καταφυγίων, ὅπου θὰ διαφυλαχθοῦν μερικὲς ἀπό τὶς ἀρχαιότητες, νὰ ἱδρυθοῦν, μὲ τὸ ἴδιο κόστος, νέα μουσεῖα, ἀσφαλή ἀπό φωτιά καὶ βομβιστικὲς ἐπιθέσεις, ὅλα σὲ ὁρισμένη περιοχὴ π.χ. τῆς Ἀθήνας γύρω ἀπό τὴν Ἀκρόπολη. Τὰ νέα αὐτά μουσεῖα θὰ ἀποτελοῦσαν «ἀρχαιολογικές πόλεις», οἱ ὁποῖες μὲ διεθνεῖς συμβάσεις θὰ μποροῦσαν νὰ χαρακτηριστοῦν ἱερές καὶ ἀπαραβίαστες.

……….Τὸ ἴδιο ἔτος, ἐστάλησαν στὸ Ὑπουργεῖο κατάλογοι ταξινόμησης τῶν ἀρχαιοτήτων σὲ τάξεις σπουδαιότητος τῶν μουσείων Δελφῶν, Χίου, Λέσβου, Νομισματικοῦ, Πατρῶν, Βυζαντινοῦ Ἀθηνῶν, Ὀλυμπίας, Θηβῶν, Βόλου, Ἠρακλείου, καὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν συλλογῶν Χανίων, Καστελίου–Κισσάμου, Ρεθύμνης, Ναυπλίου, Τεγέας, Παλαιᾶς Κορίνθου, Ἐπιδαύρου, Λυκοσοῦρας, Σικυῶνος καὶ Ἐθνικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ ἔγγραφο τοῦ Νικολάου Γιαννόπουλου, Ἐπιμελητοῦ Ἀρχαιοτήτων Θεσσαλίας, στὶς 8 Φεβρουαρίου 1937, στὸ ὁποῖο καταγράφονται τὰ ἀρχαῖα τοῦ Μουσείου Βόλου, διαιρεμένα σὲ κατηγορίες. Σὲ ἕνα δεύτερο ἔγγραφο τοῦ Ἐπιμελητοῦ Ὀλυμπίας, περιέχεται ὁ κατάλογος ταξινόμησης τῶν ἀρχαίων τοῦ ἐκεῖ Μουσείου.

……….Ἡ Διεύθυνση Ἀρχαιολογίας, στὶς 11 Νοεμβρίου 1940, ἐξέδωσε γενικὲς τεχνικὲς ὁδηγίες γιὰ τὴν προστασία τῶν ἀρχαίων τῶν Μουσείων ἀπό ἐναέριους κινδύνους, συνοδευόμενες ἀπό δύο σχέδια, τὸ πρῶτο γιὰ τὴν κατασκευὴ ὁρυγμάτων καὶ τὸ δεύτερο γιὰ τὴν προστασία τῶν ἀγαλμάτων. Ἡ κατάχωση τῶν τελευταίων καὶ ἄλλων λίθινων ἀντικειμένων προτεινόταν ὡς ὁ καταλληλότερος τρόπος ἐξασφαλίσεώς τους.

……….Τόποι καταχώσεως ὁρίζονταν τὰ δάπεδα τῶν Μουσείων, οἱ αὐλές τους ἤ οἱ αὐλές ἄλλων δημοσίων ἱδρυμάτων, ἤ τέλος, τὰ ὑπόγειά τους, σὲ ὅσο τὸ δυνατὸν μεγαλύτερο βάθος, γιὰ μείωση τοῦ κινδύνου. Στὸ ἐπάνω μέρος, τὸ ἔδαφος ἔπρεπε νὰ καλυφθῇ μὲ σιδηροπαγὴ πλᾶκα. Γιὰ τοὺς τόπους καταχώσεως θὰ συντάσσονταν διαγράμματα μὲ βάση ὁρισμένα σταθερά σημεῖα. Ἡ διαδικασία καταχώσεως ἴσχυε καὶ γιὰ τὰ μεγάλα πήλινα ἀντικείμενα. Γιὰ ἄλλες κατηγορίες κινητῶν ἀρχαίων, ὅπως τὰ χρυσά, προτεινόταν ἡ κατάθεσή τους στὰ θησαυροφυλάκια τῶν κατὰ τόπους τραπεζῶν.

……….Στὸ κεντρικὸ κατάστημα τῆς Τράπεζας τῆς Ἑλλάδος στὶς 17 Ἀπριλίου 1941, ὑπογράφηκε πρωτόκολλο παραδόσεως καὶ παραλαβῆς ξύλινου κιβωτίου ἀπό τὸν Ν. Σαρσέντη, Γενικὸ Ταμία τῆς Τράπεζας τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὴν ἐπιτροπή παραδόσεως. Τὸ ἔγγραφο συνοδευόταν ἀπό φωτογραφίες τοῦ περιεχομένου τοῦ κιβωτίου, τὸ ὁποῖο περιεῖχε χρυσὰ καὶ ἀργυρά ἀντικείμενα καὶ ἔφερε ἐπιγραφή: ΜΟΥΣ. Θ/ΚΗΣ ΑΡ.1.

……….Γιὰ τὰ χάλκινα, προβλεπόταν ἡ φύλαξη ἑντός κιβωτίων σὲ περιτύλιγμα ἀπό βαμβάκι καὶ ξυλοβαμβάκι. Τὸ ἐσωτερικό τῶν κιβωτίων, ἔπρεπε νὰ καλυφθῇ μὲ κερόχαρτο, κερόπανο ἤ πισσόχαρτο, καὶ ὁ πυθμένας θὰ ἐπιστρωνόταν μὲ ροκανίδια, ἄχυρα, ἤ χόρτα, περιτυλιγμένα μὲ κοινό χαρτί. Ὄσο γιὰ τὰ μικρὰ πήλινα ἀγγεῖα καὶ ἀντικείμενα, αὐτά θὰ φυλάσσονταν σὲ κιβώτια τὰ ὁποῖα θὰ περιτυλίγονταν σὲ τσιγαρόχαρτο. Τὰ κιβώτια τέλος, θὰ διασπείρονταν στὰ ὑπόγεια ἤ ἰσόγεια τῶν Μουσείων ἤ ἄλλων δημόσιων ἱδρυμάτων, καὶ θὰ καλύπτονταν μὲ σάκους ἄμμου ἤ χῶμα. Τὸ σφράγισμα τῶν κιβωτίων ὁριζόταν νὰ γίνῃ ἑνώπιον ὅλων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Τὰ κιβώτια ἔπρεπε ν’ ἀριθμηθοῦν μὲ εἰδικό ἀριθμό, ἀντίστοιχο μὲ τοὺς ἀριθμούς τοῦ εἰδικοῦ καταλόγου κιβωτίων. Σὲ κάθε κιβώτιο ἔπρεπε νὰ ἐπικολληθῇ ἤ νὰ ἐπισυναφθῇ ὁ κατάλογος τοῦ περιχομένου.

……….Παρὰ τὶς γενικότερες ὁδηγίες τοῦ Ὑπουργείου γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῶν ἀρχαιοτήτων μὲ μεγάλη σπουδαιότητα, οἱ ἀρχαιολόγοι διαρκῶς μὲ ἔγγραφα ἐνημέρωναν τὸ Ὑπουργεῖο γιὰ τὴν σπουδαιότητα καὶ τῶν ὑπολοίπων ἀρχαιοτήτων.  Χαρακτηριστικὸ εἶναι ἕνα ἔγγραφο τοῦ 1940, τῆς Σέμνης Καρούζου, Ἐφόρου Ἀγγείων καὶ Μικροτεχνίας τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὅτι, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ Μυκηναϊκὴ Συλλογή, γιὰ τὴν προστασία τῶν γλυπτῶν, πήλινων ἀγγείων, εἰδωλίων καὶ ἄλλων ἀντικειμένων μικροτεχνίας, δὲν εἶχε ληφθεῖ καμμία μέριμνα. Σ’ ἕνα ἀκόμη ἔγγραφο τοῦ Διευθυντὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου, μὲ συνημμένο τὸν πίνακα τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης γιὰ τὴν διαφύλαξη τῶν πήλινων, ἀναφέρεται ὅτι ἡ Σέμνη Καρούζου «ζητεῖ τὴν προφύλαξη ὁρισμένου ἀριθμού πήλινων».

***

Μεταφορά, ἐπεξεργασία καὶ πολυτονισμὸς τοῦ κειμένου : 

« Ἑλληνικό Ἡμερολόγιο» 

Copyright (©) «Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο»

,

Αφήστε μια απάντηση