ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΙ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΑΜΝΑΛΗΣ (ΚΑΠΕΤΑΝ ΓΙΑΝΝΗΣ)

,

,

Ο ΗΡΩΪΚΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΑΜΝΑΛΗΣ

 

……….(…) Η ανατολική Μακεδονία είχε το μειονέκτημα ότι βρισκόταν κοντά στα βουλγαρικά σύνορα, όπου περνούσαν ελεύθερα συμμορίες και όπλα. Μεγάλος και πυκνός ήταν εκεί ο τουρκικός πληθυσμός, κυρίως στο Σαντζάκι της Δράμας. Είχαν επίσης εκεί το βασίλειό τους οι αρχικομιτατζήδες Συντάσκι και Πανίτσα. Στα «Σερραϊκά Χρονικά» της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Σερρών Μελενίκου, με γραμματέα τον κ. Π. Πένναν (τόμος Ε’), δημοσιεύθηκαν οι εκθέσεις τού τότε προξένου Σερρών Σαχτούρη, οι οποίες μας δίνουν μιάν ανάγλυφη εικόνα της εποχής. Αρχίζουν όμως από τις 30 Νοεμβρίου του 1906 και τελειώνουν την 31 Δεκεμβρίου του 1907.

……….Βάσει αυτών των εκθέσεων, φαίνεται ότι  η ένοπλη αντίδραση στην Ανατολική Μακεδονία, καθυστέρησε να κάνει την εμφάνισή της. Η αναφορά τού προξένου της 4 Ιανουαρίου 1907, τονίζει ότι «Δυστυχώς η ημετέρα οργάνωσις ευρίσκεται ακόμα εν τη γενέσει της». Όπως φαίνεται από την αναφορά του προξένου, πίστευαν πολλοί, πριν ένα χρόνο, αρχές δηλαδή του 1906, ότι η διατήρηση ενόπλων σωμάτων στην ανατολική Μακεδονία ήταν αδύνατος, εξ αιτίας του εδάφους και της απροθυμίας των κατοίκων.Το φθινόπωρο τού 1904, η κοινωνία των Σερρών ήταν ανάστατη, γιατί ένας Σερραίος έμπορος, για λίγα περισσότερα αργύρια είχε νοικιάσει το σπίτι του στους βούλγαρους για να το κάμουν σχολείο.

……….Υπήρχε τότε σε ένα μακρινό χωριό ξενόφωνο, την Ράμνα, ένα αδύνατο παιδί 19-20 χρονών, ο Γιάννης, που εξελίχθηκε στον λαμπρό και θαυμαστό οπλαρχηγό Γιάννη Ράμναλη, τον καπετάν Γιάννη.

……….Στα χωριά ξενόγλωσσοι άνθρωποι πολεμούσαν με τούς βούλγαρους, σκοτώνονταν και καίονταν, σφάζονταν και ρημάζονταν. Ζούσαν κάτω απ’ την δαμόκλειο σπάθη των κομιτατζήδων και κάθε ώρα και στιγμή το δολοφονικό μαχαίρι, το βόλι και η βόμβα τους παραμόνευαν. Και μέσα στην πόλη όπου δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος, ένας πλούσιος έμπορος πρόδινε ή βοηθούσε τους βούλγαρους και τούς έδινε το σπίτι του για σχολειό! Και χωρίς να πή σε κανένα τίποτε, βυθίζει το μαχαίρι στην πλάτη του και τον αφήνει στον τόπο. Αναγκάστηκε να φύγη στην Θεσσαλονίκη και να παρουσιασθεί στον Ζώη (υπολοχαγό τότε Κάκαβο) του προξενείου. Ζήτησε να τον στείλουν σ’ ένα σώμα. Τον εύρισκαν όμως μικρό, αδύνατο. Ήξερε πολύ λίγα ελληνικά.

……….Απ’ το φόβο μήπως τον πιάση η αστυνομία για το φόνο των Σερρών, τον έστειλαν τέλος, την άνοιξη, στο μικρό καινούργιο σώμα τής Κιλινδρείας (Κιλιντίρ), που είχε βάση το μεγάλο τσιφλίκι του Χρυσάφη. Παρ’ όλες όμως τις στενές σχέσεις του τσιφλικούχου με τους τούρκους, βρέθηκε «μιαν ωραίαν πρωῒαν» το σώμα κυκλωμένο μέσα στο τσιφλίκι από στρατιωτικό απόσπασμα. Έπεσαν πέντε αντάρτες. Ο αρχηγός Σακελλαρόπουλος, για να γλυτώσει, φόρεσε χωριάτικα γυναικεία ρούχα. Ο Γιάννης που πολέμησε αληθινά ηρωικά και είχε ξοδέψει τα φυσίγγια του, φόρεσε κι’ αυτός χωριάτικα ανδρικά και ανακατώθηκε με τους χωριάτες. Χωριάτης όπως αυτοί ήταν και ο ίδιος.

……….Το ‘σκασε στη Θεσσαλονίκη και ξαναπαρουσιάστηκε στο προξενείο. Δεν ήξεραν τι να τον κάμουν. Τους πρότεινε να τον αφήσουν να στρατολογήσει λίγους δικούς του και να δουλέψει στην περιφέρεια Λαγκαδά και την δυτική πλευρά της περιοχής Σερρών. Τον άφησαν για να τον ξεφορτωθούν. Σε λίγο όμως άρχισαν να έρχονται ειδήσεις ότι ο ένας πράκτορας του κομιτάτου πίσω απ’ τον άλλο εύρισκαν το θάνατο από “αγνώστους”. Ένα σιδερένιο χέρι έβγαινε ξαφνικά απ’ το σκοτάδι, χτυπούσε, και πάλι χανόταν. Φόβος και τρόμος είχε ξαπλωθεί σ’ όλη την έκταση. Αναστατώθηκαν οι βούλγαροι, κινήθηκαν οι Ρώσοι αξιωματικοί, κινητοποιήθηκαν οι τούρκοι. Μα δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος ούτε άλλο σημάδι από αντάρτικο σώμα, κανένας δεν είδε τίποτα, κανένας δεν άκουσε τίποτα. Οι βουλγαροκτόνοι εξαφανίζονταν σαν τιμωρά φαντάσματα. Οι άντρες του Γιάννη, χωρικοί, όπως αυτός, δούλευαν τη μέρα σαν φρόνιμοι ραγιάδες στα χωράφια και τη νύχτα έβγαζαν τα κρυμμένα όπλα. Γίνονταν αντάρτες μόνον όταν έστηναν ενέδρα.

……….Σιγά-σιγά άρχισε ν’ αναφέρεται από στόμα σε στόμα με τρόμο αλλά και με σεβασμό και θαυμασμό το όνομα του Γιάννη Ράμναλη. Είχε πάρει στη φαντασία των απλοϊκών ανθρώπων τις διαστάσεις μεγάλου ήρωα. Οι διαταγές, οι συστάσεις του ήταν νόμος για όλη την περιφέρεια. Ακόμα και ο τούρκος ληστής Χαλίλ Τσαούς, κάπου τρύπωσε και δεν έδινε καθόλου σημεία ζωής. Στο μεταξύ ό Γιάννης είχε ριχτεί με τα μούτρα να μάθει να μιλά ελληνικά, να γράφει και να διαβάζει. Έβαλε μάλιστα πλώρη να γίνει αξιωματικός. Με την νεοτουρκική μεταπολίτευση (10 Ιουλίου 1908), παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές.

……….Οι νεότουρκοι αξιωματικοί φρόντιζαν, ποιος να πρωτοφωτογραφηθεί μαζί του. Και ο Χαλίλ Τσαούς, γιγαντόσωμος με πελώρια μουστάκια, όταν τον αντίκρισε, μούντζωσε τον εαυτό του μπροστά σε πολύ κόσμο και είπε : «Ντροπή στο μπόϊ και στα μουστάκια σου, Χαλίλ, που τρόμαξες απ’ αυτό το νιάνιαρο». Μόλις πέρασε ο νεοτουρκικός μήνας του μέλιτος, έστειλαν οι αρμόδιοι τον Γιάννη στην Αθήνα για ασφάλεια. Δολοφονούσαν οι νεότουρκοι τους οπλαρχηγούς. Εξακολούθησε εκεί με την μεγαλύτερη επιμέλεια ο Γιάννης τις σπουδές του. Πήρε και Πτυχίο σχολαρχείου. Όταν συναντούσε γνωστούς του αξιωματικούς απ’ το Κέντρο Θεσσαλονίκης, τούς αράδιαζε αρχαίες ελληνικές φράσεις και λατινικές.


  • Ολόκληρο κείμενο μπορείτε να διαβάσετε στο: www.e-istoria.com
  • Επί πλέον ενδιαφέρον σύνδεσμος γιά τον βίο τού Μακεδονομάχου μας: https://oikohouse.wordpress.com/

Αφήστε μια απάντηση