ΤΑ ΔΕΙΝΑ (ΚΑΚΑ) ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΚΩ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 1824 ΚΑΙ Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΞΕΝΟΥ ΤΩΝ Μ. ΔΥΝΑΜΕΩΝ Δ΄ ΑΒΕΝΑΤ (Ντ΄ Αβενάτ), Ο ΟΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ΚΩΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ

,

,

ΤΑ ΔΕΙΝΑ (ΚΑΚΑ) ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΚΩ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 1824 ΚΑΙ Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΞΕΝΟΥ ΤΩΝ Μ.ΔΥΝΑΜΕΩΝ Δ’ ΑΒΕΝΑΤ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ΚΩΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ

.

……….(…) Ἀλλ’ ἡ Κῶς ἔπαθε πλειότερα καὶ κατὰ τὸ 1824 καθ’ ὅ ἀφοῦ ἐπυρπόλησαν τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα στὴν Χῖο τὸν τουρκικὸ στόλο, ἔπλευσαν στὰ στενὰ τῆς Κῶ γιὰ νὰ περιμένουν τὸν ἐρχόμενο Αἰγυπτιακὸ στόλο, ὁ ὁποῖος εἶχε σκοπὸ νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν τουρκικὸ καὶ νὰ συνοδεύσῃ τὰ στρατεύματα τοῦ Μεχμὲτ Ἀλῆ πασᾶ στὴν Πελοπόννησο. 

……….Ὁ Αἰγυπτικὸς στόλος ἀποτελεῖτο ἀπὸ 54 πολεμικὰ καὶ 350 φορτηγὰ καὶ ἀφοῦ ἑνώθηκε με τον τουρκικὸ γύρω στὰ μέσα Αὐγούστου τοῦ 1824 ἔφθασε στὸν στενὸ πορθμὸ μεταξύ Σκανδαρίου και Τερμερίου.  Τότε ἀποβιβάστηκαν στὴν Κῶ γιὰ νὰ ξεκουραστῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία τοῦ θαλασσίου ταξιδιοῦ, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἐφοδιασθοῦν τὰ φορτηγὰ μὲ νερὸ καὶ τρόφιμα γιὰ τὸ ταξίδι τῶν 25 ἡμερῶν πρὸς Πελοπόννησο. Ὁπότε, ἄνοιξαν οἱ Κῷες τὶς φτωχὲς τους ἀποθῆκες γιὰ νὰ τροφοδοτήσουν τὸν τουρκοαιγυπτιακὸ στρατὸ καὶ στόλο.

……….Ἐκεῖνο τὸν χρόνο, στὶς 22 Αὐγούστου, ὁ ἀτρόμητος Μιαούλης μὲ τὴν δεύτερη μοίρα τῶν Ὑδραίων ἑνώθηκε μὲ τὸν Σαχτούρη κοντὰ στὴν Πᾶτμο καὶ ἀνέλαβε τὴν ναυαρχία μὲ 70 πλοῖα τὰ ὁποῖα ἔφεραν μόλις 5.000 ναῦτες μὲ 700 πυροβόλα, ἔναντι τοῦ τουρκοαιγυπτιακοῦ στόλου ποὺ ἀποτελεῖτο ἀπὸ 404 πλοῖα μὲ 80.000 ναῦτες καὶ δυόμισυ χιλιάδες πυροβόλα. Ἕξι πυρπολικᾶ ἀποτελοῦσαν τὴν πρωτοπορία τῶν 20 ἀρίστων Ἑλληνικῶν πλοίων, ἐνῶ τὰ ὑπόλοιπα ἀκολουθοῦσαν ἀπὸ ἀπόσταση μέχρι 3 ναυτικᾶ μίλια ἀγγλικά. Στὶς 28 καὶ 29 στὴν ναυμαχία τοῦ Γέροντα, ὁ τουρκοαιγυπτιακὸς στόλος ὑποχώρησε πανικόβλητος στὴν Ἀλικαρνασσό.  Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες τῆς ναυμαχίας, οἱ Κῷοι ὑπέστεισαν τὰ πάνδεινα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τότε λέγονται «Κακᾶ» καὶ καταγράφηκαν μέσῳ τοῦ χρονολογήματος «ἀπὸ τὰ Κακᾶ κι ἐδῶ ἤ ἐκεῖ», φτάνοντας σ’ ἐμᾶς χάρις στὴν ἐξαιρετικὴ ἐργασία τοῦ Δωδεκανήσιου ἐρευνητή Ἰακώβου Ζαρράφτη. Στοὺς στίχους τους περιγράφεται ὅλη ἡ φρίκη ποὺ βίωσε τὸ νησί καὶ οἱ κάτοικοί του.

……….Ὁ Ἰάκωβος Ζαρράφτης ἀναφέρει μία σκηνὴ ὅπου ὁ ἅγιος Κῲου Γεράσιμος, ἦταν κρυμμένος σὲ μία κουφάλα δένδρου μεγάλου, τὸ ὁποῖο βρισκόταν ἀπέναντι ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ πασᾶ. Ὅταν τὸν εἶδε νὰ βγαίνῃ «….ἐπιφυλακτικῶς καὶ ταχέως προσέτρεξεν εἰς τὴν αὐλήν τοῦ πασᾶ καθ΄ ἥν ὥραν ἤθελε νὰ πλυθῇ. Τότε ὁ δεσπότης σπεύδει μὲ τὸ λιγενάμπρικον εἰς τὸ χέρι του πρὸ τοῦ πασᾶ μετὰ μεγάλης ταπεινότητος, διὰ νὰ τοῦ χύσῃ νερόν, νὰ πλυθῇ. Ὁ πασᾶς, ὅστις λέγουσιν ὅτι ἧτο ἐκ τῶν ἐξομωτῶν χριστιανῶν, ἴστατ’ ἔκθαμβος, καὶ τοῦ λέγει: “Σὺ ὁ δεσπότης νὰ μοῦ γείρῃς νὰ πλυθῷ; – Ἐγώ ταπεινώτατος σήμερον ἐνώπιόν σου, πασᾶ μου, ἁρμόζει καὶ γονυπετὴς ἱκέτις νὰ σᾶς ἐκλιπαρήσω, διὰ νὰ μ’ ἐλεήσετε καὶ μοῦ σώσητε τὸ κατασφαζόμενον ἄδικα ποίμνιόν μου”. Καὶ ἀμέσως διέταξε, καὶ ἔπαυσεν ἡ σφαγὴ καὶ πᾶν κακὸν τῶν χριστιανῶν….».

……….Τοὺς χρόνους ἐκείνους, ἡ πολύπαθη Κῶς εἶχε τὴν τύχη νὰ ἔχῃ ἕναν δραστήριο πολύγλωσσο πρόξενο Γᾶλλο, ὁνόματι Δαβενᾶ ὁ ὁποῖος μὲ γενναιότητα ἔσωσε πολλοὺς ποὺ εἶχαν καταφύγει στὸ προξενεῖο γιὰ προστασία. Τότε εἶχαν σκοπὸ οἱ τοῦρκοι τοῦ Κερμετὲ συνεργαζόμενοι μὲ τοὺς τούρκους τῆς χώρας, νὰ ἑνωθοῦν τὴν νύκτα καὶ νὰ ἐπιτεθοῦν αἰφνιδιαστικὰ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ ἡ σφαγὴ δὲν πραγματοποιήθηκε χάρις στὴν παρέμβαση τοῦ Δ’ Ἀβενάτ.  Ἐνῷ τὰ συνθηματικὰ φανάρια ὑψώθηκαν ἀπὸ τοὺς μιναρέδες καλώντας τοὺς Κερμελίδες νὰ κατέβουν ὁπλισμένοι, ὁ πρόξενος, ἀφοῦ εἶχε μάθει τὸ μυστικὸ ἀπὸ ἐξισλαμισμένη γυναῖκα, ἔσπευσε μὲ τὴν ἐπίσημη στολὴ του στὸν πασᾶ καὶ τοῦ εἶπε σὲ ἔντονο ὕφος. «Τί κάθεσαι ἀκόμη στὴν ἡσυχία σου; Ἤ εἶσαι κι ἐσὺ συνεννοημένος μ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνόητους γιὰ νὰ ἐξοντώσετε τοὺς χριστιανούς ; Ἤ σηκώνεσαι καὶ τρέχεις νὰ προλάβῃς τὸ κακὸ ποὺ θὰ πέσῃ πάνω σου, ἤ θὰ γράψῳ ἐγὼ τὰ καθέκαστα στὶς Δυνάμεις ὅτι τὸ φταίξιμο εἶναι δικὸ σου».  Ὁ πασᾶς τότε παρενέβη καθησυχάζοντας τοὺς τούρκους παντοιοτρόπως.

……….Ἀπὸ καταγραφὴ τοῦ ἱστοριοδίφη καὶ συλλέκτη λαογραφικοῦ ὑλικοῦ, Ἰακώβου Ζαρράφτη:

«….Δευτέρας τὸ ξημέρωμα, κοντὰ τὸ μεσημέρι,
οἱ τοῦρκοι πέσαν ἄξαφνα βαριᾶ ἀρματωμένοι,
νὰ κατασφάξουν τοραγιᾶν, κανένας νὰ μὴ μένη.

Ἄλλοι ἐπέφτα στὸ γιαλό, καὶ ἄλλοι στὰ πηγάδια,
κι ἄλλοι ξεκόφτα σὰ (λ)λαγοὶ στοὺς βάτους, στὰ λιβάδια,
καὶ ἄλλοι κόφτα στὰ βουνά, ὅσ’ ἦσαν παλληκάρια,
ὅσ’ εἶχαν δυνατὴ καρδιὰ κι ἀκούραστα ποδάρια.

Κι ἐκεῖ ποὺ φεύγαν ἔλεγαν μὲ μάτια δακρυσμένα,
μὲ χείλη στὸ παράπονον τῆς πίκρας βουτισμένα.
Χριστέ, ἄς είχαμε κ’ ἐμεῖς ἄρματα σὰ  (γ)κ’ ἐκείνους,
νὰ πολεμούσαμε (γ)κ’ ἐμεῖς μ΄ αὐτοὺς τοὺς Σαρακήνους!

Χριστέ, κι ἄς εἴχαμε σπαθιά, τουφέκια καὶ κοντάρια,
νὰ πολεμούσαμε κ’ ἐμεῖς σὰ  (γ)κι ἄλλα παλληκάρια.
Χριστέ, κι ἄς ἦτο βολλετὸν κι ἐμεῖς ν’ ἀρματωθοῦμεν,
νὰ δοῦσι οἱ Σαρακηνοὶ κ’ ἐμεῖς πῶς πολεμοῦμεν.

Μὰ τώρα οἱ Ἀγαρηνοὶ μᾶς σφάζουν σὰ θρεφτάρια,
παιδιᾶ μὲ μᾶνες καὶ κυρούς, κόρες καὶ παλληκάρια.
Τὲς πόρτες σποῦσι καθενός, τὰ ἔχει μας (τὸ βιός μας)  μᾶς παίρνουν,
τὲς ἐκκλησιὲς μας γδύνουσι, καὶ τοὺς παπᾶδες γδέρνουν· κοιλιὲς μανάδων σχίζουσι καὶ τὰ μωρᾶ σκοτώνουν, τοὺς γέρους καίουν ζωντανοὺς καὶ τοὺς τρυποσουβλώνουν.

Τὰ παλληκάρια ξέγκωνα, ἐκεῖ ποὺ θὰ τὰ βροῦνε,
εἰς τὰ παλούκια ζωντανὰ ἀπάνω τὰ περνοῦνε.
Τὲς ὅμορφες, τὲς ἀκριβές, ποὺ δὲν τὲς εἶδε (μ)μάτι,
πο τὰ μαλλιᾶ τὲς σέρνουνε γιὰ ἕνα μας γινάτι….».

……….Ὁ Γᾶλλος πρόξενος ἦταν Κῷος στὴν καταγωγή, «….ἀδελφὸς τῆς Αἰκατερίνης, θυγατρὸς Γεωργίου πρωτονοταρίου, υἱοῦ τοῦ Σεβ. Ζουμπουλίκου.…», ὁ ὁποῖος δόθηκε ἀπὸ μικρὸς στὸν Γᾶλλο σταφιδέμπορο  Δ’ Ἀβενάτ ὡς θετὸς υἱὸς καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια, ἐπέστρεψε ὡς ἄγνωστος στὴν πατρίδα του, φέροντας τὸ ἀξίωμα τοῦ προξένου 7 Δυνάμεων. Πρόσφερε τὶς ὑπηρεσίες του εὐεργετῶντας τὴν ἰδιαίτερη καὶ πάσχουσα πατρίδα του. Πέθανε παρασημοφορημένος καὶ τάφηκε μεγαλοπρεπῶς. Γι’ αὐτὸν κάνει ἀναφορὰ ὁ ἀκαδημαϊκὸς Γᾶλλος περιηγητὴς Μισάνδ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὴν Κῷ τὸ 1830, φιλεξενήθηκε ἀπὸ τὸν Πρόξενο γράφοντας:

Μαγευτικὸν θέαμα παρουσιάζει ἡ Κῶς εἰς τὸν προσπελάζοντα αὐτήν· ἀπεβιβάσθημεν καὶ ἐφιλοξενήθημεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ προξένου τῆς Γαλλίας Ν. Δ’ Ἀβενάτ, ὅστις ἀντιπροσωπεύει τὰς 5 Μ.Δυνάμεις ἤτοι Γαλλίαν, Αὐστρίαν, Σαρδηνίαν, Ρωσίαν, καὶ Ἀγγλίαν». Ἀλλά καὶ Πρωσίας καὶ Ἑλλάδος.

……….Τὰ δεινᾶ τῆς Κῶ δὲν ἔπαυσαν· ἡ τελευταία μεγάλη σφαγὴ ἔγινε τὸ 1832 ὅπου ἀπὸ τὶς 16 χιλιᾶδες κατοίκους ἀπέμειναν 9.000.

***
Πηγή ὁ Α΄Τόμος τοῦ «ΚΩΙΑ – ΓΕΩΡΓΡΑΦΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ» Ἰακώβου Ε. Ζαρράφτη  σ.108-112. Ἐπιμέλεια κειμένου : Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο 

 

Πηγή τῆς σπάνιας φωτογραφίας: http://aboutcos.blogspot.gr/

Αφήστε μια απάντηση