,

ΑΛΥΤΡΩΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ – ΑΡΔΑΣΣΑ
Ἄρδασσα
Ἕδρα τῆς ὑποδιοικήσεως Τοροῦλ (παραφθορά τής ὀνομασίας Δορύλαιον) ἡ ὁποία ὑπαγόταν στὴν διοίκηση Ἀργυρουπόλεως τοῦ Νομοῦ Τραπεζοῦντος. Στὴν ἐποχὴ τοῦ Βυζαντίου καὶ τῶν Μεγαλοκομνηνῶν, ἦταν χωριὸ καὶ ἀποτελοῦσε φρούριο στὴν σειρὰ τῶν κάστρων τοῦ Μεσοχάλδιου. Τὸν μεσαίωνα ἦταν μία ἀπὸ τὶς ἕξι ἰσχυρὲς θέσεις τοῦ θέματος τῆς Χαλδίας μὲ τὸ ὄνομα Μεσοχάλδιον καὶ ὑπῆρξε ἕδρα ἐπισκόπου ποὺ ὑπαγόταν στὴν μητρόπολη Νεοκαισάρειας.

Μερικὲς δεκαετίες πρὶν τὸν ξεριζωμὸ ἦταν μικρὴ κωμόπολη μὲ διοικητήριο, δικαστήριο, σταθμὸ χωροφυλακῆς καὶ ταχυδρομεῖο. Εἶχε ἀρκετὰ καταστήματα καὶ πανδοχεῖα. Ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴν ἁγία Σοφία καὶ στὴν κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Οἱ κάτοικοι ἀσχολούνταν μὲ τὴν γεωργία καὶ τὸ μικρεμπόριο.

Τὸ 1901, ὁ Σανταῖος ἀρχιμάστορας , Νικόλαος Δεμερτζόγλου, ἔκτισε τὸ γεφύρι τῆς Ἄδρασσας τὸ ὁποῖο ὑπάρχει ἔως σήμερα.

Στὶς 20 Ἰανουαρίου 1927, τὸ Σούλποβο μετονομάστηκε ἐπισήμως σὲ Ἄρδασσα Ἐορδαίας. Οἱ νομοθεσίες ποὺ διαμόρφωσαν τὸ Σούλποβο σὲ κοινότητα καὶ ὅρισαν τὴν μετονομασία του σὲ Ἄρδασσα, ἦταν τὸ Β.Δ. τῆς 19/12/1918 ΦΕΚ Α΄260 καὶ τὸ Δ. τῆς 20ής 1ου 1927 ΙΟΟΟ-973-Ι382-1Ζ71.
Ἐπιμέλεια κειμένου καὶ εἰκόνων: Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο