«Ο ΑΠΟΛΛΩΝ» ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΑΝΤΙΔΕΣΠΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΗ

,

 

«Ο ΑΠΟΛΛΩΝ» ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΑΝΤΙΔΕΣΠΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΗ

 

Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1827, ὁ Ἀναστάσιος Πολυζωῒδης, ἀναχώρησε γιὰ τὸ Παρίσι, μὲ σκοπὸ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν σπουδῶν του, τὶς ὁποῖες εἶχε διακόψει μὲ τὸ ξέσπασμα τῆς Ἐπαναστάσεως τῷ 1821. Ὡς μέλος τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Μαυροκορδάτου, ἔλαβε μέρος στὶς ἐργασίες τῆς Α΄ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῆς ’Επίδαυρου καὶ στὴν κατάρτιση τοῦ Προσωρινοῦ Πολιτεύματος τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1822,  καὶ τῷ 1827, ὡς πληρεξούσιος Μακεδόνων καὶ Θετταλῶν, ἔλαβε μέρος στὴν Γ΄ Ἐθνοσυνέλευση τῆς Τροιζήνας.

Μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ του ἀπὸ τὸ Παρίσι, ὡς ἐκδότης τῆς ἐφημερίδας Ἀπόλλων, ἀρχικὰ στὸ Ναύπλιο καὶ μετὰ στὴν Ὕδρα, ἀρθρογραφοῦσε κατὰ τοῦ Κυβερνήτη Καποδίστρια καὶ τῆς πολιτικῆς του.  «(…) Ἐξεφάνη τότε ἐφημερὶς ἀνταρτική. Ἀπόλλων ἐπιγραφομένη, δημοσίευμα καὶ ὄργανον τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ταύτης ὁ συντάκτης, Πολυζωῒδης ὀνομαζόμενος, εὐηργετημένος παρὰ τοῦ Κυβερνήτου, καὶ συνειδὼς ὅτι προσβάλλων τοῦτον ἐψεύδετο, ἔχων τὰ πράγματα βοῶντα καὶ ἀντιμαρτυροῦντα τὴν ἀλήθειαν, κινδυνοποιεῖ δὲ καὶ τὰ προσφιλέστατα τῆς πατρίδος συμφέροντα, τῶν ὁποίων μόνος ὁ Κυβερνήτης ἵστατο συνήγορος ἐν μέσῳ τῆς ἐκ θεμελίων συνταρασσομένης Εὐρώπης, ὅμως δὲν ἐκρατήθη, οὔτε αὐτός, οὔτε οἱ ὀλίγοι του συνεταῖροι, εἰς Ὕδραν συνηθροισμένοι.

Εἰς σύστημα λοιπὸν διεκόσμησαν τὴν συκοφαντίαν, καὶ Ἕλληνες ὅντες, δὲν ἠρυθρίασαν νὰ γείνωσιν ἠχοὶ τῆς μισθωτῆς καὶ ἀλλοθρόου ἐφημερίδος τῆς Σμύρνης, ἥτις ἀπὸ τοῦ 1829 ὕψωσε λοίδορον σημαίαν κατὰ τοῦ Κυβερνήτου. Ἐπετίμησαν τὰς διοικητικὰς πράξεις του, τὸν προσῆψαν ἁμαρτήματα ἀνύπαρκτα, τὸν κατηγόρησαν ὡς δεσποτικόν, ὡς ἐπιφιλόδοξον, ὡς μακιαβελιστήν, ὡς φιλόσκοτον, καὶ τὶ ἄλλο; Ἡ λύσσα των δὲν ἐγνώριζεν ὅρια, καὶ πᾶν νέον ἄρθρον τοῦ Ἀπόλλωνος, ἔσταζε καὶ σφακτικώτερον δηλητήριον. Ὁ δὲ Κυβερνήτης οὐδὲν ἀπεκρίνετο, ἔτι δὲ καὶ τοὺς περὶ αὑτὸν ἀπέτρεπε νὰ ἀνασκευάζωσι τὰς περιοδικὰς τῆς φατρίας ψευδολογίας, νομίζων ὅτι διὰ τῆς σιωπῆς ἀπήντα μᾶλλον πρὸς τὸ κακὸν παρὰ διὰ σκανδαλώδους φιλονεικίας, ὡς ἕρμαιον ἁραχθησομένης παρὰ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐφημερίδων.

Πῶς νὰ ἀποφασίσωμεν σήμερον ἄν ἐν περιστάσει οὕτω δεινῇ, ὁ γενναῖος τοῦ Κυβερνήτου τρόπος εἶχε καλῶς;

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ σιωπὴ αὐτοῦ ὑπερεξῆρε τὴν μανίαν τῶν ἀντιπάλων. Θέλοντες δὲ νὰ ἐπιχρώσωσι τὰ μαῦρα ἐπιβουλεύματά των, καὶ νὰ παρακρούσωσι τὸ εὕπιστον τῶν πολλῶν, ὡς σύνθημα ἔλαβον τὸ σύνταγμα, καὶ ἀεννάως ἐπέπληττον τὸν Κυβερνήτην ὅτι διὰ δεσποτισμὸν ἀπέκρουε τὴν πανάκειαν ἐκείνην τῶν κακῶν ὅλων.

Καὶ ὅμως ὁ μεγαλόφρων πολίτης, ὄχι μόνον δὲν ἐτρόμαζε τοὺς συνταγματικοὺς τύπους, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅλης ψυχῆς αὐτοὺς ἠγάπα· ἤθελε πλὴν νὰ προικίσῃ τὴν Ἕλλάδα μὲ σύνταγμα πραγματικόν, καὶ οὐχὶ ἐναέριον, ὑπὸ μακρᾶς πείρας διδαχθεὶς νὰ καταφρονῇ τὰς διακένους καὶ ἀνυποστάτους ὑποτυπώσεις ὅσαι μόνον εἰς τὴν πολιτικὴν ἀγυρτείαν χρησιμεύουσιν· αὐτὸς δὲ εἶχε νομοθετικὸν σχέδιον οὕτω πως ὡροθετημένον.

Διὰ νὰ στήσῃ τὸ τῆς Ἑλλάδος σύνταγμα ἐπὶ θεμελίου πλατέος καὶ στερεοῦ, τοῦ τῆς κτήσεως, ἐμελέτα πρῶτον νὰ διανείμῃ τὰς ἐθνικὰς γαίας καὶ τὰς κοινότητας τῶν τε πόλεων καὶ τῶν ἀγρῶν, καθότι, ἐν ὅσῳ ὁ λαὸς ἐθήτευεν ὑπὸ τινας ὁλίγους προκρίτους, τὸ μὲν ἐκλεκτορικὸν σύστημα ἦτον ἀπάτη, ἡ δὲ ἐθνικὴ συνέλευσις, φάντασμα· κατὰ δὲ τὴν ὄντως ἐλευθέριον τῆς κοινῆς κτήσεως ἀρχήν, τὸ ἔθνος αὐτό συνετάττετο πρῶτον, καὶ ἔπειτα, ἀναγορευομένου τοῦ συντάγματος, συνέταττε δι’ ἐκλογῆς τὴν βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων. Ἐκεῖ περιείχετο ὅλον τὸ σύνταγμα· καὶ τοῦτο διὰ νὰ βάλῃ εἰς πρᾶξιν δὲν ἐπρόσμενεν ἄλλο εἰμὴ τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον ἀνενδότως ἐζήτει, συλλογιζόμενος ὡς ἐφεξῆς· “Τὸ ἔθνος ἐκ δανείου ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων θέλει δυνηθῇ νὰ σβέσῃ τὰ παλαιὰ του χρέη, καὶ ἀφηρημένης τῆς εἰς τοῦτο ἀναγκαίας ποσότητος, θέλουσιν μείνῃ ἐν Ἑλλάδι κυκλοφορούμενα εἴκοσιν ἔως τριάκοντα ἑκατομμύρια. Τότε νὰ γείνῃ ἡ διανομὴ τῆς ἐθνικῆς γῆς, διότι καὶ ἡ ἀξία αὐτῆς θέλει αὐξήσῃ, καὶ ὁ λαὸς θέλει εἶσθαι ἱκανώτερος νὰ τὴν καλλιεργήσῃ. Ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ προβάλῃ ἐν συνειδήσει σύνταγμα εἰς τὸ ἔθνος, εἰμὴ ὁπότε τὸ δάνειον καὶ ἡ κληρουχικὴ διάταξις εἰσάξωσιν εἰς αὐτὸ νέαν ζωήν. Τότε μόνον ὁ ὀργανικὸς νόμος θέλει εἶσθαι πραγμάτων ἔκφανσις, πηγνύων δικαιώματα ὑφεστῶτα, καὶ συνδιορίζων τὰς ἀναφορὰς τὰς ἐκ τῆς ἐθνικῆς βελτιώσεως προκυψάσας. Πρὶν ὅμως τούτου, πᾶν ὁποιδήποτε σύνταγμα εἶναι καταγέλαστος τύπος, καὶ ἐγὼ προτιμῶ τὸν θάνατον παρὰ νὰ ἀπατήσω λαὸν ἐμπιστεύσαντα τὴν τύχην τους εἰς τὴν ἀφοσίωσίν μου“.

Αὐτὸ ὅμως τὸ σχέδιο τοῦ Κυβερνήτη δὲν συνέφερε τὴν φατρία τῶν ὁλιγαρχῶν ντόπιων καὶ ξένων τυχοδιοκτῶν οἱ ὁποῖοι ἤλπιζαν νὰ ἀρπάξουν τὴν ἐξουσία μὲ νεοκίνητες ταραχές.  Ξεσήκωσαν λοιπὸν τὴν Μάνη σὲ ἀποστασία, μὲ τὸν Πέτρο Μαυρομιχάλη ἀρχηγό τοῦ κινήματος. Συγχρόνως ἡ φατρία τῆς Ὕδρας ξεσήκωσε σὲ ἀνταρσία καὶ τὸν Καρατάσο, καπετάνιο τοῦ ἄτακτου στρατοῦ. Ὅταν ἡ στάση τῆς Μάνης ἀπέτυχε, καὶ ὁ Καρατάσος διέφυγε, οἱ πρωτοστάτες τῆς Ὕδρας παρέσυραν τὸν Μιαούλη, ὁ ὁποῖος κατέπλευσε στὸν Πόρο καὶ κυρίευσε τὸν ναύσταθμο μὲ τὰ πολεμικὰ πλοῖα. Ἡ ἄφιξη τοῦ Ῥώσου ναυάρχου Ρικόρδου, ὁ ὁποῖος ἀπαίτησε τὴν ἀπόλυση τῶν κυριευθέντων καὶ τὴν ὑποταγὴ τῶν ἀποστατῶν, εἶχε ὡς ἀπάντηση, παρακεινούμενη ἀπὸ τὸν Γάλλο πλοίαρχο Λαλάνδο, τὰ  πυρᾶ ἐναντίον τοῦ ῥωσσικοῦ βρικίου, Τηλέμαχος, ὁ δὲ Μιαούλης, πυρπόλησε τὴν Ἑλλάδα, τὴν μόνη φρεγάτα τοῦ Ἔθνους, καὶ σὲ μία στιγμὴ ὅλα ὅσα τὸ ναυτικὸ ἀπέκτησε μὲ μύριες χρηματικὲς ἀγωνίες καὶ ποτάμια αἵματος, χάθηκαν.

Τότε ὁ Κυβερνήτης, μὲ ἐγκυκλίους προσκάλεσε τὶς κοινότητες νὰ ἐκλέξουν ἀντιπροσώπους γιὰ τὴν ἐθνικὴ συνέλευση. Ἐναντίον δὲ τῆς ἐφημερίδας Ἀπόλλων καὶ τῶν “ἰοβόλων διατριβῶν του, ἐγειρομένων κατὰ ἐξουσίας προσωρινῆς, ἀχρημάτου καὶ μόνον ἠθικὴν ἐχούσης τὴν δύναμιν, ἀπὸ παντοῦ ἄρχισαν νὰ ἔρχονται φιλοπειθεῖς ἀναφορές, καὶ τὸ ἀδρανὲς μέχρι τότε πλῆθος, ὕψωνε τὴν φωνὴ του ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μηχανορραφοῦσαν κατὰ τοῦ μόνου ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἀγωνιζόταν γιὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους.

Ἡ Εὐρώπη ὅμως σιώπησε καὶ ὁρισμένα χρήματα ἤδη προωρισμένα γιὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀνακλήθηκαν ἄγνωστο πῶς καὶ γιατί.

Πηγή: Ἐπιστολαὶ Ἰωάννου Καποδίστρια, Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος-Βιογραφικὴ Ἀφήγησις

Αφήστε μια απάντηση