ΗΣΙΟΔΟΣ-ΘΕΟΓΟΝΙΑ

,.

hsiodos

Η Σ Ι Ο Δ Ο Σ

***

Θ Ε Ο Γ Ο Ν Ι Α

Η γενεαλογία των Θεών

και των ημίθεων ηρώων

τής Ελληνικής Μυθολογίας

***

Εισαγωγή, μετάφραση,

σχόλια και παραρτήματα:

Αθανάσιος Α. Τσακνάκης

Φιλόλογος – Θεολόγος

***

Α΄  ΨΗΦΙΑΚΗ  ΕΚΔΟΣΗ  –  2015

Αντί προλόγου…

……….«Ο γιός τού Κρόνου αυτόν τον νόμο όρισε γιά τους ανθρώπους: τα ψάρια, τα θηρία και τα φτερωτά πτηνά να τρώγονται μεταξύ τους, επειδή σ’ αυτά δεν υπάρχει δίκαιο, αλλά στους ανθρώπους έδωσε το δίκαιο, που είναι πολύ μεγαλύτερο αγαθό…».

ΗΣΙΟΔΟΣ

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ

……….«Γι’ αυτό, λοιπόν, όσοι θεσπίζουν νόμους και γραπτούς κανόνες γιά οτιδήποτε, το δεύτερο, που πρέπει να κάνουν μετά από αυτό, είναι να μην αφήνουν ούτε άτομο ούτε σύνολο ατόμων να κάνει κάτι ενάντια σ’ αυτούς…».

ΠΛΑΤΩΝ

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ

……….«Επειδή όλα τα παρόντα έπονται των παρελθόντων, και τα μέλλοντα έπονται των παρόντων, και είναι συναρτημένα μεταξύ τους κατά την διαδοχή που από την αρχή φτάνει στο τέλος, αυτός που γνωρίζει να συνδέει μεταξύ τους τις αιτίες και να τις συμπλέκει φυσικά, γνωρίζει καλά να προλέγει τα παρόντα και τα μέλλοντα και τα παρελθόντα…».

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙ ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ

……….«Επιπλέον, αν κάποιος θελήσει να διδάξει προς όλους την περί Θεών αλήθεια, θα προκαλέσει περιφρόνηση στους ανόητους, επειδή αδυνατούν να μάθουν, και ραθυμία στους μορφωμένους, ενώ η απόκρυψη τής αλήθειας μέσα στους μύθους δεν αφήνει τους πρώτους να περιφρονήσουν τους μύθους, και αναγκάζει τους δεύτερους να φιλοσοφήσουν…».

ΣΑΛΟΥΣΤΙΟΣ

ΠΕΡΙ ΘΕΩΝ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΥ

Εισαγωγή

Ησίοδος ο Ασκραίος

……….«Ευτυχισμένος αυτός ο άνδρας, ο οποίος επιμελείται τον οίκο μου, ο Ησίοδος, τιμημένος με την χάρη των αθάνατων Μουσών. Το κλέος του θα διαρκέσει όσο εξαπλώνεται η αυγή. Φυλάξου, όμως, από το όμορφο άλσος τού Νέμειου Δία. Εκεί, κατά το πεπρωμένο, θα σε βρει ο θάνατος».

ΔΕΛΦΙΚΟΣ  ΧΡΗΣΜΟΣ

……….Ο δημιουργός τής «Θεογονίας» κατέχει την δεύτερη θέση στο Πάνθεο των μεγάλων Ελλήνων επικών ποιητών, αφού ο συνομήλικος ή – κατ’ άλλους – πολύ γηραιότερός του Όμηρος τοποθετήθηκε επάξια στην πρώτη. Η εποχή του δεν μας είναι επαρκώς γνωστή, ενώ γιά τον βίο του ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε.

……….Ο Ησίοδος γεννήθηκε στην Κύμη τής Ιωνίας και ανατράφηκε στην Άσκρα τής Βοιωτίας, απ’ όπου επονομάστηκε Ασκραίος. Μετά από τον θάνατο τού πατέρα του, υπήρξε θύμα τού ίδιου τού αδελφού του, ο οποίος δεν του παραχώρησε το προβλεπόμενο μέρος τής πατρικής κληρονομιάς, δωροδοκώντας τους δικαστές που ανέλαβαν να την διαμοιράσουν.

……….Ο Ησίοδος εργαζόταν ως γεωργός και λέγεται ότι συνέθεσε δεκαοχτώ επικά ποιήματα, αλλά στις μέρες μας – εκτός από μία πληθώρα αποσπασμάτων – σώζονται μόνον τρία έργα του, γραμμένα στην ιωνική διάλεκτο: η πασίγνωστη «Θεογονία», τα «Έργα και Ημέραι» και η «Ασπίς Ηρακλέους».

……….Φαίνεται ότι δολοφονήθηκε σε μεγάλη ηλικία, στους Λοκρούς, στην κατοικία κάποιου Μιλήσιου – μετά από μία ανόητη παρεξήγηση με τους γιούς τού οικοδεσπότη – και το σώμα του ρίχτηκε στην θάλασσα, απ’ όπου το ανέσυραν οι εντόπιοι, τιμωρώντας παραδειγματικά τους δολοφόνους του.

«Θεογονία»

……….«Χαίρε Ησίοδε, που δύο φορές ήσουν έφηβος και δύο φορές συνάντησες τον τάφο, εσύ που κατείχες την σοφία στ’ ανθρώπινα μέτρα».

 ΠΙΝΔΑΡΟΣ

……….Η «Θεογονία» αποτελείται από 1022 στίχους και είναι το εκτενέστερο από τα σωζόμενα έπη τού Ησιόδου. Σε αυτό το έργο του ο ποιητής περατώνει μία από τις πρώτες και τις πιό επιτυχείς απόπειρες συστηματοποίησης τής ελληνικής μυθολογίας. Εμπνεόμενος από τις Ελικωνιάδες Μούσες – που τον διαφωτίζουν, τον καθοδηγούν και τον ενδυναμώνουν – ο Ησίοδος ασχολείται κυρίως με την καταγωγή και την γέννηση των Θεών, με την δημιουργία τού Κόσμου, με την διαχρονική πορεία τού ανθρώπινου γένους, και με την Τιτανομαχία. Η βασική θεματολογία τού έπους του είναι εκείνη που το κατατάσσει στον χώρο τής καλούμενης «κοσμογονικής ποίησης», ενώ επάξια τοποθετεί τον ίδιο τον Ησίοδο μεταξύ των αρχαιότερων και επιφανέστερων θεολόγων τής Ευρώπης.

……….Το σημαντικό πλήθος των μυθολογικών πληροφοριών – που συγκεντρώνονται, συσχετίζονται, συμπλέκονται και τελικά διασώζονται μέσα στους στίχους τής «Θεογονίας» – δεν φαίνεται να πηγάζει αποκλειστικά και μόνον από την ησιόδεια φαντασία. Παλαιότερες θεολογικές και κοσμογονικές διηγήσεις, θρύλοι και παραδόσεις, αρχαία θρησκευτικά και ιερατικά άσματα, αρχαιότεροι ύμνοι και μύθοι είναι πιθανόν να υπήρξαν μερικές από τις πηγές αυτού τού έπους, τις οποίες ο Ησίοδος συνέλεξε προσεχτικά, επεξεργάστηκε καλλιτεχνικά και συναρμολόγησε αριστοτεχνικά, προσθέτοντας στοιχεία τής προσωπικής γνώσης και φιλοσοφίας του, αλλά ίσως και πλάσματα τού συναισθηματικού κόσμου του. Σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι ο ποιητής μας δέχτηκε αρκετές επιρροές από την πανάρχαια ορφική θεολογία και υμνογραφία – ιδιαίτερα από τους «Ορφικούς Ύμνους» – ενώ έντονα αμφισβητείται η άποψη ότι ο Ησίοδος «αντέγραψε» ή «μιμήθηκε» κάποια ανατολικής προέλευσης θεογονικά κείμενα, των οποίων ούτε η ίδια η ύπαρξη, ενίοτε, δεν έχει ακόμη αποδειχθεί.

……….Στους επικούς στίχους τής «Θεογονίας» εμφανίζεται μία ενδιαφέρουσα σειρά προσωποποιημένων «θεοτήτων» (ή «δυνάμεων»), όπως είναι ο Θάνατος και η Νέμεση, η Απάτη και η Φιλότητα, οι οποίες εκπροσωπούν φιλοσοφικές έννοιες και νοητικές συλλήψεις που απέρρευσαν μέσα από το καλλιεργημένο ανθρώπινο πνεύμα. Αυτό το χαρακτηριστικό υποδεικνύει μία απόπειρα τού ποιητή να θεωρήσει φιλοσοφικά και να ερμηνεύσει τα όντα, ενώ παράλληλα προσπαθεί να κατανοήσει τις αιώνιες αρχές τού σύμπαντος.

……….Αποκορύφωμα τού παρόντος έπους – αλλά και βασικό συστατικό τού ίδιου τού επικού χαρακτήρα του – θεωρείται η περιγραφή τής Τιτανομαχίας. Σ’ εκείνους τους στίχους ο ποιητής προβάλλει την επώδυνη πάλη τού καλού με το κακό, όπου το πρώτο νικά και το δεύτερο ηττάται. Ο νικητής Δίας αντιπροσωπεύει το καλό, την μεγάλη ηθική και πνευματική δύναμη, τον εγγυητή τής τελικής επικράτησης τής Αρετής επί τής Κακίας, τον δίκαιο τιμωρό τής αλαζονείας και τής έπαρσης.

……….Ο Ησίοδος – όντας ένας μορφωμένος γεωργός και όχι ένας επαγγελματίας ραψωδός – γνωρίζει καλά, αισθάνεται πλήρως και περιγράφει επιτυχώς τις ποικίλες εκφάνσεις και εκδηλώσεις τής Φύσης, κατανοεί και τονίζει την ακαταμάχητη αξία τους, ενώ ταυτόχρονα διδάσκει μέσω των φυσικών φαινομένων, των οποίων η έρευνα εμπλουτίζει την καθημερινή εμπειρία του. Ο λόγος του διακρίνεται γιά την αυθεντικότητα και την πρωτοτυπία του, ενώ το ύφος του είναι απλό και ανυπόκριτο, γεμάτο χάρη αλλά και ευθύτητα. Σε ορισμένα χωρία τού κειμένου του – και κυρίως στον μύθο τού Προμηθέα – διακρίνουμε να υποφώσκει η απαισιοδοξία, τόσο γιά το παρόν, όσο και γιά το μέλλον τής ανθρωπότητας. Ωστόσο, θα ήταν υπερβολή να τον εντάξουμε στην κατηγορία των «απαισιόδοξων δημιουργών».

……….Το ησιόδειο έργο επηρέασε πολλούς φημισμένους ποιητές τής αρχαιότητας. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, ο Βιργίλιος και ο Καλλίμαχος. Στην εποχή μας και στην χώρα μας η επική ποίηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη, ίσως επειδή και αυτή έπεσε θύμα τής κινούμενης εικόνας, ίσως – ακόμη – επειδή ο ενάρετος ηρωισμός έχει απαξιωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά.

Η παρούσα έκδοση

«Η αποπνοή τού λόγου του – αν και λίγο ελλιπής – είναι ευχάριστη και ομαλή όπως ακριβώς τού ζέφυρου η αύρα».

ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΣ

……….Η μεταφορά ενός επικού ποιήματος από την αρχαία στην νέα ελληνική γλώσσα φέρνει τον μεταφραστή αντιμέτωπο με ένα σοβαρό δίλημμα: να επιμείνει στην κατά το δυνατόν ακριβέστερη μετάφραση των όρων και των εννοιών ή να φροντίσει γιά την κατά το δυνατόν ποιητικότερη απόδοση τού λόγου; Χωρίς να παραβλέψω το γεγονός ότι τα έπη συγγράφονταν ώστε να απαγγελθούν έμμετρα – ικανοποιώντας τόσο τον νου (ή την «λογική»), όσο και την ακοή (ή την «ψυχή») – προτίμησα την πρώτη λύση. Αποφάσισα να μεταφέρω στην νέα ελληνική γλώσσα – όσο αυτό είναι εφικτό κ’ εφόσον δεν καταλήγει άκομψο και βαρετό – τις ακριβείς έννοιες των ησιόδειων λέξεων και φράσεων, χωρίς ανάρμοστους φραστικούς ή λογοτεχνικούς πλατειασμούς και χωρίς περιττές επεξηγήσεις, θεωρώντας ότι η κατανόηση των όρων και των εννοιών πρέπει να προηγείται τής καλλιτεχνικής ανάπλασης ενός τέτοιου κειμένου.

……….Η παρούσα έκδοση εμπεριέχει τέσσερα εκτενή παραρτήματα. Αφορμή τής εμφάνισής τους – στις τελευταίες σελίδες τού βιβλίου – υπήρξε το σαφώς και κατ’ εξοχήν θεολογικό περιεχόμενο τής «Θεογονίας». Μέσα από αυτά τα παραρτήματα ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει αξιόλογα σημεία τής μεταγενέστερης τού Ησιόδου ελληνικής θεολογίας, όπως αυτή παρουσιάζεται στις διδασκαλίες τού Πλάτωνα, τού Πλουτάρχου και τού νεοπλατωνικού Σαλούστιου. Η λαμπρή πορεία τής ελληνικής θεολογικής σκέψης – από τον μυθοκεντρισμό στην φιλοσοφική θεολογία – είναι λίαν ενδιαφέρουσα και συναρπαστικά διδακτική. Δεν θεωρώ τυχαίο το γεγονός ότι ακόμη και οι αυστηρότεροι φυσικοί επιστήμονες τής αρχαίας Ελλάδας μελέτησαν επισταμένως το Θείο και τις ποικίλες εκφάνσεις του, στηλιτεύοντας εξίσου την παραφροσύνη τής αθεΐας και τον παραλογισμό τής δεισιδαιμονίας.

……….Μεταξύ των σχολίων, που συνοδεύουν την νεοελληνική μετάφραση, λίγα είναι εκείνα που έχουν εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα. Τα περισσότερα είναι ερμηνευτικά και φιλοσοφικά. Αυτά αναζητούν το βαθύτερο νόημα των ησιόδειων επικών στίχων, το οποίο ήταν σαφέστερο στους ακροατές τής αρχαίας εποχής, ενώ καθίσταται αντικείμενο συνεχών συζητήσεων και αδιάλειπτων ερευνών γιά τους σύγχρονους μελετητές τού κειμένου.

……….Η νεοελληνική μετάφραση, η οποία βασίστηκε στο στερεότυπο αρχαιοελληνικό κείμενο τής έκδοσης Teubner (Lipsiae), επιχειρεί – στο μέτρο τού ευλόγως δυνατού – να διασώσει την επικοινωνιακή δύναμη, την εσωτερική συνοχή των νοημάτων, καθώς και την εξωτερική δομή των στίχων τού πρωτοτύπου κειμένου, χωρίς να προδίδει ή να αγνοεί τις ανεξάντλητες και πολυεπίπεδες εκφραστικές δυνατότητες τού σύγχρονου ελληνικού γραπτού λόγου.

Σημείωση: Οι εντός παρενθέσεως αριθμοί, οι οποίοι τοποθετούνται στο τέλος των στίχων τής νεοελληνικής μετάφρασης, παραπέμπουν στα σαρανταέξι σχόλια που συνοδεύουν το κείμενο.

Αθανάσιος Τσακνάκης

,

Η Σ Ι Ο Δ Ο Σ

Θ ε ο γ ο ν ί α

  1. Απ’ τις Ελικωνιάδες Μούσες ας αρχίσουμε το άσμα,
  2. που κατέχουν το μεγάλο και πανίερο όρος τού Ελικώνα και
  3. χορεύουν με τ’ απαλά πόδια τους γύρω απ’ την ιόχρωμη
  4. κρήνη και τον βωμό τού μεγαλοδύναμου γιού τού Κρόνου, (01)
  5. και – αφού λούσουν το τρυφερό σώμα τους στην κρήνη
  6. τού Περμησσού ή τού Ίππου ή τού πανίερου Ολμειού –
  7. στην κορυφή τού Ελικώνα στήνουν χορούς, όμορφους,
  8. θελκτικούς, βάζοντας όλη τους την δύναμη στα πόδια.
  9. Ξεκινώντας από ’κεί, καλυμμένες με πολλή ομίχλη,
  10. μέσα στην νύχτα προχωρούν αφήνοντας φωνή περικαλλή,
  11. υμνώντας τον ασπιδοκράτη Δία και την σεβάσμια Ήρα,
  12. την Αργεία, που περπατά με πέδιλα χρυσά,
  13. την Αθηνά, την γλαυκομάτα κόρη τού ασπιδοκράτη Δία,
  14. τον Φοίβο Απόλλωνα και την τοξεύτρα Άρτεμη,
  15. τον γαιοκράτη και γαιοσείστη Ποσειδώνα,
  16. την σεβαστή Θέμιδα και την ελικοβλέφαρη Αφροδίτη,
  17. την χρυσοστέφανη Ήβη και την όμορφη Διώνη,
  18. την Λητώ, τον Ιαπετό και τον πανούργο Κρόνο,
  19. την Ηώ, τον μέγα Ήλιο και την λαμπερή Σελήνη,
  20. την Γαία, τον μέγα Ωκεανό και την μελανή Νύχτα
  21. και των άλλων αθανάτων – των παντοτινών – το ιερό γένος.
  22. Αυτές, λοιπόν, δίδαξαν κάποτε όμορφο άσμα στον Ησίοδο, (02)
  23. που ποίμαινε αρνιά κάτω απ’ τον πανίερο Ελικώνα. (03)
  24. Αυτόν εδώ τον λόγο μού είπαν πρώτα οι Θεές,
  25. οι Ολυμπιάδες Μούσες, οι κόρες τού ασπιδοκράτη Δία:
  26. «Ποιμένες, που ζείτε στους αγρούς, κακιά ντροπή, μόνον (04)
  27. κοιλιές, ξέρουμε ψέματα πολλά να λέμε και όμοια μ’ αλήθειες,
  28. ξέρουμε, όμως, όταν θέλουμε, να υμνούμε την αλήθεια».
  29. Έτσι μού μίλησαν οι ακριβολόγες κόρες τού μεγάλου Δία
  30. και – κόβοντάς το – σκήπτρο μού έδωσαν, ένα βλαστάρι από (05)
  31. δάφνη ευθαλή, θαυμάσιο. Μού ενέπνευσαν θεσπέσια φωνή, (06)
  32. ώστε να εγκωμιάζω τα μέλλοντα και τα παρελθόντα, και
  33. με κάλεσαν να υμνήσω το γένος των παντοτινά μακάριων,
  34. ενώ τις ίδιες να ψάλλω πάντα πρώτες και ύστατες.
  35. Αλλά γιατί τα λέω αυτά γύρω από μία δρυ και μία πέτρα; (07)
  36. Έλα, λοιπόν, ν’ αρχίσουμε απ’ τις Μούσες, που υμνώντας
  37. τέρπουν τον μεγάλο νου τού πατέρα Δία μέσα στον Όλυμπο,
  38. λέγοντας τα παρόντα και τα μέλλοντα και τα παρελθόντα με (08)
  39. αρμονική φωνή. Απ’ αυτών τα στόματα ρέει ωδή ευχάριστη
  40. και ακάματη, ενώ γελούν τα δώματα τού πατέρα Δία,

41. τού βαρύγδουπου, καθώς αυτή σκορπίζεται με την τρυφερή φωνή

  1. των Μουσών, και αντηχεί η κορφή τού χιονισμένου Ολύμπου
  2. και τα δώματα των αθανάτων. Αυτές, αφήνοντας αθάνατη φωνή,
  3. με την ωδή δοξάζουν πρώτα το σεβάσμιο γένος των Θεών,
  4. αρχίζοντας απ’ όσους γέννησε η Γαία και ο ευρύς Ουρανός,
  5. και όσους Θεούς – δότες των αγαθών – γεννήθηκαν από αυτούς.
  6. Δεύτερο, έπειτα, υμνούν τον Δία, πατέρα Θεών και ανθρώπων,
  7. και όταν αρχίζουν και στην λήξη τής ωδής, πόσο είναι
  8. ισχυρότατος και μέγιστος στην δύναμη μεταξύ των Θεών.
  9. Έπειτα υμνούν το γένος των ανθρώπων και των κρατερών
  10. Γιγάντων, τέρποντας τον νου τού Δία μέσα στον Όλυμπο,
  11. οι Ολυμπιάδες Μούσες, οι κόρες τού ασπιδοκράτη Δία.
  12. Αυτές στην Πιερία τις γέννησε η Μνημοσύνη – προστάτρια
  13. των υψωμάτων των Ελευθερών – σμίγοντας με τον πατέρα Δία,
  14. γιά να είναι λησμοσύνη στα κακά και ανάπαυση στις έγνοιες.
  15. Επί εννέα νύχτες έσμιγε μαζί της ο βαθύγνωμος Ζευς,
  16. στο ιερό κρεβάτι ανεβαίνοντας κρυφά απ’ τους αθάνατους.
  17. Αλλ’ όταν έκλεισε ο ενιαυτός και γύρισαν οι ώρες και
  18. πέρασαν οι μήνες και διάβηκαν οι μέρες, εκείνη
  19. γέννησε εννέα ομόφρονες κόρες – στων οποίων τα στήθη
  20. η ωδή είναι φροντίδα κ’ έχουν ψυχή αμέριμνη – λίγο πιό
  21. κάτω από την υψηλότατη κορφή τού Ολύμπου, όπου
  22. γι’ αυτές υπάρχουνε λαμπροί χοροί και όμορφα δώματα.
  23. Κοντά τους έχουν κατοικίες οι Χάριτες και ο Ίμερος,
  24. μέσα στην αφθονία, ενώ φωνή αγαπητή αφήνουν απ’ το στόμα,
  25. ψάλλοντας τους νόμους όλων και δοξάζοντας τα συνετά ήθη
  26. των αθανάτων, εκτοξεύοντας φωνή γοητευτική.
  27. Αυτές πήγαιναν προς τον Όλυμπο, νοιώθοντας αγαλλίαση γιά
  28. την ωραία φωνή και το θεϊκό τους άσμα, και γύρω τους –
  29. καθώς υμνούσαν – η μελανή αντηχούσε γη, και κάτω απ’ τα πόδια τους
  30. ανέβαινε χτύπος αγαπητός, καθώς προς τον πατέρα τους πήγαιναν, που
  31. βασιλεύει στον ουρανό κ’ έχει μόνος την βροντή και τον καυτό κεραυνό,
  32. αφού με δύναμη νίκησε τον πατέρα Κρόνο και σε καλή έβαλε τάξη
  33. τα πράγματα των αθανάτων, γιά τον καθένα ορίζοντας τιμές.
  34. Αυτά, λοιπόν, οι Μούσες τραγουδούσαν, που έχουν τα Ολύμπια δώματα,
  35. οι εννέα θυγατέρες, γεννήματα τού μεγάλου Δία,
  36. η Κλειώ, η Ευτέρπη, η Θάλεια και η Μελπομένη,
  37. η Τερψιχόρη, η Ερατώ, η Πολύμνια και η Ουρανία
  38. και η Καλλιόπη, που απ’ όλες υπερέχει,
  39. αυτή που συντροφεύει και σεβαστούς βασιλιάδες. (09)

81. Όποιον οι κόρες τού μεγάλου Δία τιμήσουν – μεταξύ των

  1. διοθρεμένων βασιλιάδων – την ώρα που τον βλέπουν να γεννιέται,
  2. χύνουν στην γλώσσα του γλυκιά δροσιά και από το στόμα του
  3. μειλίχια ρέουν λόγια, και όλος ο λαός σε τούτον αποβλέπει,
  4. καθώς με αποφάσεις δίκαιες κρίνει τις διαφορές τους.
  5. Αυτός, όταν αγορεύει σταθερά, ευθύς κ’ επισταμένως καταπαύει
  6. τις μεγάλες φιλονικίες. Τότε είναι ο βασιλιάς εχέφρων:
  7. όταν στις συνελεύσεις τού λαού εύκολα καταφέρνει,
  8. με λόγια καλοσύνης συμβουλεύοντας,
  9. να μεταστρέφει τα έργα υπέρ των βλαπτομένων.

91. Όταν έρχεται στην συνέλευση, ως Θεό τον τιμούν

  1. με μειλίχιο σεβασμό, και διαπρέπει μέσα στην συνάθροιση.
  2. Τέτοιο ιερό δώρο οι Μούσες κάνουν στους ανθρώπους,
  3. γιατί απ’ τις Μούσες και απ’ τον εκηβόλο Απόλλωνα
  4. έρχονται στην γη οι αοιδοί και οι κιθαριστές, (10)
  5. ενώ απ’ τον Δία οι βασιλιάδες, κ’ είναι ευτυχής εκείνος, (11)
  6. που οι Μούσες αγαπούν. Ρέει γλυκερή φωνή απ’ το στόμα του.
  7. Αν κάποιος έχει πένθος στην ψυχή του, την πρόσφατα θλιμμένη,
  8. ενώ στενάζει και μαραίνει την καρδιά του, μόλις ο αοιδός –
  9. ο υπηρέτης των Μουσών – υμνήσει δόξες των αρχαίων ανθρώπων
  10. και τους μακάριους Θεούς, που τον Όλυμπο κατέχουν,
  11. ευθύς εκείνος λησμονεί την δυστυχία του και τίποτε απ’ τα θλιβερά
  12. πιά δεν θυμάται. Ταχέως στρέφουν αλλού τον νου τα δώρα των Μουσών.

104. Χαίρεται, τέκνα τού Δία! Δώστε ωδή θελκτική!

  1. Δοξάστε το ιερό γένος των παντοτινών αθανάτων,
  2. που έγιναν από την Γαία και τον έναστρο Ουρανό και
  3. την ζοφερή Νύχτα, κ’ εκείνους που έθρεψε ο αλμυρός Πόντος.
  4. Πείτε πώς πρώτα οι Θεοί και η Γαία έγιναν
  5. κ’ οι ποταμοί και ο απέραντος πόντος, που μαίνεται με κύματα,
  6. και τ’ άστρα τα λαμπρά και ο ευρύς ουρανός από επάνω,
  7. και ποιοί απ’ αυτούς γεννήθηκαν Θεοί, δότες των αγαθών,
  8. πώς μοίρασαν τα πλούτη και πώς διαχώρισαν τ’ αξιώματα
  9. και πώς πρωτοαπέκτησαν τον πολύπτυχο Όλυμπο.
  10. Αυτά πείτε μου, Μούσες, που τα Ολύμπια δώματα κατέχετε,
  11. απ’ την αρχή, και πείτε μου τι έγινε πρώτο απ’ αυτά.
  12. Απ’ όλα πρώτο έγινε το Χάος κ’ έπειτα η ευρύστερνη Γαία, (12)
  13. η ασφαλής κ’ αιώνια έδρα όλων των αθανάτων,
  14. οι οποίοι κατέχουν την κορφή τού χιονισμένου Ολύμπου,
  15. και τα σκοτεινά Τάρταρα μέσα στα μύχια τής πλατύδρομης γης,
  16. και ο Έρως, ο ωραιότερος απ’ τους αθάνατους Θεούς, (13)
  17. που παραλύει τα μέλη και δαμάζει μέσα στα στήθη τον νου και
  18. την φρόνιμη βούληση όλων των Θεών και όλων των ανθρώπων.
  19. Από το Χάος έγιναν το Έρεβος κ’ η μελανή Νύχτα, κ’ έπειτα
  20. από την Νύχτα έγιναν ο Αιθέρας κ’ η Ημέρα, τους οποίους
  21. γέννησε όταν έμεινε έγκυος απ’ το Έρεβος, από αγάπη
  22. συνουσιαζόμενη μαζί του. Η Γαία πρώτα γέννησε τον
  23. έναστρο Ουρανό, ίσον με αυτή, ώστε να την καλύπτει από παντού, (14)
  24. γιά να γίνει έδρα παντοτινά ασφαλής γιά τους μακάριους Θεούς.
  25. Γέννησε τα μακριά Όρη, χαριτωμένα ενδιαιτήματα Θεών,
  26. των Νυμφών, που κατοικούνε στων ορέων τις κοιλάδες.
  27. Αυτή γέννησε – χωρίς ποθητή συνεύρεση – και το ατρύγητο πέλαγος, (15)
  28. που μαίνεται με κύματα, τον Πόντο, κ’ έπειτα πλάγιασε με τον Ουρανό
  29. και γέννησε τον Ωκεανό, που έχει δίνες βαθιές,
  30. και τον Κοίο και τον Κρίο και τον Υπερίωνα και τον Ιαπετό
  31. και την Θεία και την Ρέα και την Θέμιδα και την Μνημοσύνη
  32. και την Φοίβη και την χρυσοστέφανη κ’ ερατεινή Τηθύ.
  33. Μετά απ’ αυτούς έγινε ο Κρόνος, πανούργος και νεότατος,
  34. ο πιό δεινός απ’ τα παιδιά, που εχθρεύτηκε τον θαλερό πατέρα του.
  35. Μετά γέννησε τους Κύκλωπες, που έχουν ακόλαστη καρδιά,
  36. τον Βρόντη και τον Στερόπη και τον Άργη τον ορμητικό, που
  37. έδωσαν στον Δία την βροντή και τού κατασκεύασαν τον κεραυνό,
  38. που κατά τ’ άλλα ήταν όμοιοι με τους Θεούς, αλλά
  39. υπήρχε μόνον ένας οφθαλμός στην μέση τού μετώπου τους
  40. κ’ είχαν το επώνυμο Κύκλωπες, επειδή ένας οφθαλμός
  41. κυκλοτερής υπήρχε στο μέτωπό τους, ενώ στα έργα τους (16)
  42. υπήρχε ισχύς και βία και μηχανορραφίες.
  43. Και άλλα τρία παιδιά γεννήθηκαν από την Γαία και τον Ουρανό,
  44. μεγάλα και ορμητικά, που ας μην τα ονομάζαμε,
  45. ο Κόττος και ο Βριάρεως και ο Γύης, τέκνα υπερήφανα,
  46. που από τους ώμους τους κινούνταν εκατό απλησίαστα χέρια,
  47. καθένας τους με πενήντα κεφαλές, που φύτρωναν
  48. από τους ώμους τους, επάνω στα στιβαρά μέλη τους.
  49. Είχαν άπλετη και κρατερή ισχύ απ’ το μεγάλο ανάστημά τους.
  50. Τόσα παιδιά γεννήθηκαν από την Γαία και τον Ουρανό,
  51. δεινότατα, που εξ αρχής τα μίσησε ο πατέρας τους,
  52. και μόλις κάποιο γεννιόταν, το απέκρυπτε στης Γαίας τα βάθη,
  53. όπως όλα, και στο φως δεν το ανέβαζε,
  54. και με κακούργημα ευχαριστιόταν ο Ουρανός.
  55. Η πελώρια Γαία στένευε μέσα της και στέναζε
  56. και σκέφτηκε ένα δόλιο και κακό τέχνασμα.
  57. Αμέσως έφτιαξε την φλέβα τού υπόλευκου χάλυβα,
  58. κατασκεύασε δρέπανο μέγα κ’ είπε στ’ αγαπητά παιδιά της,
  59. μίλησε δίνοντάς τους θάρρος, με θλίψη στην αγαπητή καρδιά της:
  60. «Παιδιά δικά μου και τού ατάσθαλου πατέρα, αν θέλετε,
  61. ακούστε με, ώστε να εκδικηθούμε την κακή προσβολή
  62. τού πατέρα σας, αφού πρώτος άρχισε τ’ ανόσια έργα».
  63. Έτσι είπε και δέος κατέλαβε όλους και κανείς τους δεν μίλησε.
  64. Τότε πήρε θάρρος ο μέγας Κρόνος, ο πανούργος,
  65. και αμέσως απηύθυνε λόγο στην άξια μητέρα του:
  66. «Μητέρα, εγώ υπόσχομαι να επιτελέσω αυτό το έργο,
  67. επειδή δεν με νοιάζει ο μισητός πατέρας μου,
  68. αφού πρώτος άρχισε τ’ ανόσια έργα». Έτσι είπε,
  69. κ’ η πελώρια Γαία χάρηκε πολύ μέσα στα σπλάχνα της.
  70. Τότε τον οδήγησε και τον έκρυψε σ’ ενέδρα. Του έβαλε στα χέρια
  71. δρεπάνι καρχαρόδοντο και τού εξήγησε όλον τον δόλο.
  72. Ήλθε ο μέγας Ουρανός την νύχτα φέρνοντας, ολόγυρα αγκάλιασε
  73. την Γαία, και απλώθηκε παντού ποθώντας την αγάπη της.
  74. Απ’ την ενέδρα, τότε, το παιδί του τον άρπαξε με το αριστερό χέρι
  75. και με το δεξιό έλαβε δρέπανο πελώριο, μακρύ και καρχαρόδοντο,
  76. θέρισε ορμητικά τα όργανα τού ίδιου τού πατέρα του
  77. και αμέσως τα έριξε να φύγουν πίσω.
  78. Αυτά, όμως, δεν έφυγαν μάταια απ’ τα χέρια του,
  79. αφού όσες σταγόνες αίματος έπεσαν, όλες τις δέχτηκε η Γαία.
  80. Με την πάροδο των ενιαυτών, έγιναν οι κρατερές Ερινύες
  81. και οι μεγάλοι Γίγαντες – που λάμπουν απ’ τα όπλα τους
  82. κ’ έχουν στα χέρια τους κοντάρια μακριά – καθώς και
  83. οι Νύμφες, που Μελίες τις αποκαλούν επάνω στην απέραντη γη.
  84. Ευθύς μόλις απέκοψε με τον χάλυβα τα όργανα
  85. και τα πέταξε απ’ την στεριά στον πολυκύμαντο πόντο,
  86. έπλεαν εκείνα γιά πολύ χρόνο στο πέλαγος, ενώ γύρω από
  87. την αθάνατη σάρκα αφρός σηκωνόταν, απ’ τον οποίο
  88. γεννήθηκε μιά κόρη. Πλησίασε πρώτα στα πανίερα Κύθηρα
  89. κ’ έπειτα από εκεί έφτασε στην θαλασσοζωσμένη Κύπρο.
  90. Βγήκε η σεβαστή, ωραία Θεά, ενώ γύρω και κάτω
  91. από τα λυγερά της πόδια χλόη ξεφύτρωνε. Αυτή ονομάζουν
  92. Αφροδίτη Θεοί και άνθρωποι – και αφρογέννητη Θεά και
  93. καλλιστέφανη Κυθέρεια – αφού την έθρεψε ο αφρός,
  94. και Κυθέρεια γιατί προσέκρουσε στα Κύθηρα, και
  95. Κυπρογέννητη γιατί γεννήθηκε στην θαλασσοζωσμένη Κύπρο,
  96. αλλά και φιλομηδή γιατί εμφανίστηκε απ’ τα μήδεα. (17)
  97. Αυτήν συντρόφεψε ο Έρως και ακολούθησε ο ωραίος Ίμερος,
  98. όταν γεννήθηκε και ανέβηκε στο γένος των Θεών.
  99. Απ’ την αρχή – μες στους ανθρώπους και τους αθάνατους Θεούς –
  100. έχει τούτη την τιμή και αυτός τής έλαχε ο κλήρος:
  101. οι παρθενικές ερωτοτροπίες, τα μειδιάματα, οι απάτες,
  102. η τέρψη, η γλυκιά και μειλίχια αγάπη.
  103. Τ’ άλλα παιδιά – που ο ίδιος γέννησε – ο πατέρας τους,
  104. ο μέγας Ουρανός, οργισμένος τ’ αποκαλούσε με τ’ όνομα Τιτάνες,
  105. λέγοντας ότι τεντώθηκαν κ’ έπραξαν έργο μέγα σε ατασθαλία, (18)
  106. γιά το οποίο θα υπάρξει εκδίκηση αργότερα.
  107. Η Νύχτα γέννησε τον στυγερό Μόρο και την μελανή Κήρα και
  108. τον Θάνατο, γέννησε τον Ύπνο, γέννησε την φυλή των Ονείρων,
  109. μετά πάλι τον Μώμο και την αλγεινή Οϊζύ –
  110. γέννησε η σκοτεινή Νύχτα χωρίς να κοιμηθεί με κανέναν – (19)
  111. και τις Εσπερίδες, που πέρα απ’ τον ονομαστό Ωκεανό
  112. φυλάσσουν τα ωραία χρυσά μήλα και τα καρποφόρα δέντρα.
  113. Γέννησε και τις Μοίρες και τις Κήρες, τις ανελέητες τιμωρούς,
  114. και την Κλωθώ και την Λάχεση και την Άτροπο, που τ’ αγαθό
  115. και το κακό κατά την γέννα δίνουν στους θνητούς,
  116. επιβλέποντας τις παραβάσεις ανθρώπων και Θεών,
  117. ουδέποτε παύοντας την δεινή οργή τους οι Θεές,
  118. πριν δώσουν σκληρή τιμωρία σε όποιον αμαρτήσει.
  119. Γέννησε και την Νέμεση – συμφορά των θνητών ανθρώπων –
  120. η ολέθρια Νύχτα, και μετά γέννησε την Απάτη και την Φιλότητα,
  121. τ’ ολέθριο Γήρας, γέννησε και την καρτερόψυχη Έριδα.
  122. Τότε η στυγερή Έρις γέννησε τον οδυνηρό Πόνο,
  123. την Λήθη, τον Λιμό και τ’ Άλγη, που φέρνουν δάκρυα,
  124. τις Υσμίνες, τις Μάχες, τους Φόνους, τ’ Ανδροσκοτώματα,
  125. τις Φιλονικίες, τις Ψευδολογίες και τις Αμφιλογίες,
  126. την Δυσνομία και την Άτη – φίλες μεταξύ τους – και τον Όρκο,
  127. που πάρα πολύ βασανίζει επάνω στην γη τους ανθρώπους,
  128. όταν κάποιος εκούσια πάρει ψεύτικο όρκο.
  129. Ο Πόντος γέννησε και τον αψευδή και φιλαλήθη Νηρέα,
  130. το μεγαλύτερο παιδί του, αν και τον ονομάζουν γέροντα, (20)
  131. αφού δεν αστοχεί και είναι ήπιος και δεν ξεχνά τα νόμιμα,
  132. αλλά γνωρίζει δίκαια και ήπια τεχνάσματα.

237. Έπειτα, σμίγοντας με την Γαία, γέννησε τον μέγα Θαύμαντα

  1. και τον ανδρείο Φόρκυ και την Κητώ την καλλιπάρεια,
  2. και την Ευρυβία, που έχει στα στήθη της χαλύβδινη ψυχή.
  3. Απ’ τον Νηρέα και την καλλίκομη Δωρίδα, κόρη τού Ωκεανού,
  4. τού τέλειου ποταμού, τέκνα Θεών γεννήθηκαν
  5. πολυαγαπημένα, μες στον ατρύγητο πόντο:
  6. η Πλωτώ, η Ευκράντη, η Σαώ και η Αμφιτρίτη,
  7. η Ευδώρα, η Θέτις, η Γαλήνη και η Γλαύκη,
  8. η Κυμοθόη, η Σπειώ, η Θόη και η Αλία η θελκτική,
  9. η Πασιθέα, η Ερατώ κ’ η Ευνίκη η ροδοχέρα,
  10. η Μελίτη η χαριτωμένη, η Ευλιμένη και η Αγαύη,
  11. η Δωτώ, η Πρωτώ, η Φέρουσα και η Δυναμένη,
  12. η Νησαία, η Ακταία και η Πρωτομέδεια,
  13. η Δωρίς, η Πανόπεια και η Γαλάτεια η όμορφη,
  14. η Ιπποθόη η θελκτική και η Ιππονόη η ροδοχέρα,
  15. η Κυμοδόκη, που με την Κυματολήγη πραΰνει εύκολα
  16. τα κύματα και τις σφοδρές πνοές των ανέμων
  17. στον νεφελώδη πόντο, η ομορφαστράγαλη Αμφιτρίτη,
  18. η Κυμώ, η Ηιόνη και η Αλιμήδη η καλλιστέφανη,
  19. η Γλαυκονόμη η χαμογελαστή και η Ποντοπόρεια,
  20. η Ληαγόρη, η Ευαγόρη και η Λαομέδεια,
  21. η Πολυνόη, η Αυτονόη και η Λυσιάνασσα,
  22. η Ευάρνη, αξιέραστη στο σώμα και άμωμη στο πρόσωπο,
  23. η Ψαμάθη, με το χαριτωμένο σώμα, η θεϊκή Μενίππη,
  24. η Νησώ, η Ευπόμπη, η Θεμιστώ και η Προνόη, και
  25. η Νημερτής, που έχει τον νου τού αθάνατου πατέρα της.
  26. Αυτές οι κόρες, οι πενήντα, απ’ τον άμεμπτο γεννήθηκαν
  27. Νηρέα, ξέροντας έργα άμεμπτα να κάνουν.
  28. Ο Θαύμας πήρε την Ηλέκτρα, θυγατέρα τού βαθύρροου
  29. Ωκεανού, η οποία γέννησε την ταχύποδη Ίριδα και τις
  30. καλλίκομες Άρπυιες, Αελλώ και Ωκυπέτη, που με γρήγορα
  31. φτερά ακολουθούν τις πνοές των ανέμων και τα πτηνά,
  32. αφού πετούν ανάμεσα σε γη και ουρανό.
  33. Στον Φόρκυ γέννησε η Κητώ τις καλλιπάρειες Γραίες,
  34. εκ γενετής λευκόκομες, γι’ αυτό τις λένε Γραίες και οι
  35. αθάνατοι Θεοί και οι άνθρωποι που έρχονται στην γη:
  36. την Πεμφρηδώ την ωραιόπεπλη, και την κροκόπεπλη Ενυώ,
  37. και τις Γοργόνες, που κατοικούν στα πέρατα τού ονομαστού
  38. Ωκεανού, στις εσχατιές τής Νύχτας, όπου και οι Εσπερίδες
  39. οι οξύφωνες, η Σθενώ, η Ευρυάλη και η Μέδουσα η
  40. κακοπαθημένη, αυτή θνητή, ενώ αθάνατες και αγέραστες
  41. οι άλλες, οι δυό. Μ’ αυτή την μία ο Κυανοχαίτης (21)
  42. πλάγιασε σε μαλακό λειμώνα και σ’ άνθη ανοιξιάτικα,
  43. και απ’ αυτής την κεφαλή – όταν την έκοψε ο Περσεύς απ’
  44. τον λαιμό – ξεπήδησε ο μέγας Χρυσάωρ και ο ίππος Πήγασος, (22)
  45. που πήρε αυτό τ’ όνομα γιατί γεννήθηκε κοντά στις πηγές
  46. τού Ωκεανού, ενώ ο πρώτος γιατ’ είχε χρυσό σπαθί στ’ αγαπητά
  47. του χέρια. Ο δεύτερος υψώθηκε αφήνοντας την γη, μητέρα
  48. των προβάτων, κ’ έφτασε στους αθάνατους. Στα δώματα τού Δία
  49. κατοικεί, φέρνοντας στον συνετό Δία την βροντή και την αστραπή.
  50. Ο Χρυσάωρ έσμιξε με την Καλλιρόη, κόρη τού ονομαστού
  51. Ωκεανού, και γέννησε τον τρικέφαλο Γηρυόνη, που τον
  52. θανάτωσε η βία τού Ηρακλή κοντά στα στριφτόποδα βόδια,
  53. στην θαλασσοζωσμένη Ερύθεια, την ημέρα που οδήγησε
  54. τα ευρυμέτωπα βόδια στην ιερή Τίρυνθα, διαβαίνοντας
  55. τον πόρο τού Ωκεανού, σκοτώνοντας τον Όρθο και
  56. τον βουκόλο Ευρυτίωνα στην σκοτεινή την μάνδρα,
  57. στα πέρατα τού ονομαστού Ωκεανού.
  58. Εκείνη γέννησε και άλλο αδάμαστο τέρας – που σε τίποτε
  59. δεν μοιάζει τους θνητούς ανθρώπους ούτε τους αθάνατους
  60. Θεούς – μέσα σε κοίλη σπηλιά, την θεϊκή, καρτερόψυχη Έχιδνα,
  61. μισή είναι νύμφη ζωηρόφθαλμη και καλλιπάρεια,
  62. μισή είναι πελώριο φίδι, δεινό και μέγα, ταχυκίνητο,
  63. ωμοφάγο, μέσα στα βάθη τής πανίερης γης.
  64. Εκεί είναι η σπηλιά της, κάτω από κοίλη πέτρα, μακριά
  65. απ’ τους αθάνατους Θεούς και τους θνητούς ανθρώπους,
  66. εκεί οι Θεοί τής όρισαν να έχει κατοικία ονομαστή.
  67. Η ολέθρια Έχιδνα κρατείται στ’ Άριμα, κάτω απ’ την γη, (23)
  68. νύμφη αθάνατη και αγέραστη ολόκληρο τον χρόνο.
  69. Μ’ αυτή, την ζωηρόφθαλμη κόρη, λένε ότι έσμιξε
  70. ο Τυφών ερωτικά, ο δεινός και υβριστής και άνομος,
  71. και τούτη έμεινε έγκυος και γέννησε τέκνα καρτερόψυχα.
  72. Πρώτο τον Όρθο γέννησε, τον κύνα τού Γηρυόνη,
  73. ευθύς γέννησε δεύτερο τον Κέρβερο, αδάμαστο και ωμοφάγο –
  74. που τι να πεις γι’ αυτόν! – τον κύνα τον χαλκόφωνο τού Άδη,
  75. τον πενηντακέφαλο, τον ανελέητο, τον κρατερό,
  76. τρίτη, μετά, την Ύδρα την Λερναία γέννησε, την κακόβουλη,
  77. που την εξέθρεψε η Θεά η λευκοχέρα Ήρα,
  78. που είχε άπλετη οργή γιά τον ανδρείο Ηρακλή.
  79. Αυτήν θανάτωσε με ανελέητο χαλκό ο γιός τού Δία,
  80. ο Αμφιτρυωνίδης Ηρακλής, μαζί με τον Ιόλαο τον πολεμοχαρή,
  81. κατά την βούληση τής Αθηνάς, που λάφυρα δωρίζει.
  82. Μετά γέννησε την Χίμαιρα, που αποπνέει ακαταγώνιστο πυρ,
  83. δεινή και μεγάλη και ταχύποδη και κρατερή,
  84. που έχει τρεις κεφαλές, μία σπινθηροβόλου λέοντα,
  85. μία αίγας, μία φιδιού – δράκοντα κρατερού –
  86. λέων εμπρός, δράκοντας πίσω, αίγα στην μέση,
  87. που δεινό αποπνέει μένος φλογερού πυρός.
  88. Αυτήν θανάτωσε ο Πήγασος και ο γενναίος Βελλεροφόντης.
  89. Έπειτα γέννησε την φονική Φίκα, όλεθρο των Καδμείων,
  90. υπόδουλη στον Όρθο και στο λιοντάρι τής Νεμέας, που το
  91. έθρεψε η Ήρα – τού Δία η ένδοξη σύζυγος – και τού έδωσε
  92. φωλιά στα υψώματα τής Νεμέας, συμφορά των ανθρώπων,
  93. απ’ όπου έβγαινε και σπάραζε τα γένη των ανθρώπων,
  94. βασιλεύοντας στον Τρητό τής Νεμέας και στον Απέσαντα,
  95. αλλά και τούτο δάμασε η ισχύς τού ανδρείου Ηρακλή.
  96. Όταν ερωτικά η Κητώ έσμιξε με τον Φόρκυ, γέννησε
  97. το νεώτερο παιδί, φίδι δεινό, που μέσα στα ερεβώδη τής γης
  98. βάθη – στα πέρατα τα μακρινά – τα ολόχρυσα φυλάσσει μήλα.
  99. Απ’ την Κητώ και από τον Φόρκυνα αυτό είναι το γένος.
  100. Η Τηθύς γέννησε στον Ωκεανό Ποταμούς γεμάτους δίνες,
  101. τον Νείλο και τον Αλφειό, τον βαθυδίνη Ηριδανό και
  102. τον Στρυμόνα, τον Μαίανδρο και τον καλλίκοιτο Ίστρο,
  103. τον Φάση και τον Ρήσο και τον αργυροδίνη Αχελώο,
  104. τον Νέστο και τον Ρόδιο, τον Αλιάκμονα, τον Επτάπορο,
  105. τον Γρανικό, τον Αίσηπο και τον θεϊκό Σιμούντα,
  106. τον Πηνειό, τον Έρμο και τον καλλίρροο Κάικο,
  107. τον μέγα Σαγγάριο, τον Λάδωνα και τον Παρθένιο,
  108. τον Εύηνο, τον Άρδησκο, τον Σκάμανδρο τον θεϊκό.
  109. Γέννησε και την ιερή γενιά των θυγατέρων, αυτών
  110. που – μαζί με τον άνακτα Απόλλωνα και τους Ποταμούς –
  111. άνδρες διαπλάθουν επάνω στην γη, γιατί αυτή την μοίρα
  112. έχουν απ’ τον Δία: Πειθώ, Αδμήτη και Ιάνθη και Ηλέκτρα,
  113. Δωρίς, Πρυμνώ και Ουρανία θεόμορφη,
  114. Ιππώ, Κλυμένη, Ρόδεια, Καλλιρόη,
  115. Ζευξώ, Κλυτία και Ιδυία και Πασιθόη,
  116. Πληξαύρη, Γαλαξαύρη αγαπητή, Διώνη,
  117. Μηλόβοση και Θόη κ’ εύμορφη Πολυδώρα,
  118. Κερκηίς, η αγαπητή κορμοστασιά, Πλουτώ η βοϊδομάτα,
  119. Περσηίς, Ιάνειρα, Ακάστη, Ξάνθη,
  120. Πετραία αξιαγάπητη, και Μενεσθώ κ’ Ευρώπη,
  121. Μήτις και Ευρυνόμη, Τελεστώ κροκόπεπλη,
  122. Χρυσηίς, Ασία, Καλυψώ η ποθητή,
  123. Ευδώρα, Τύχη, Αμφιρώ και Ωκυρόη και Στυξ,
  124. που είναι η ξεχωριστή ανάμεσα σε όλες.
  125. Αυτές είναι οι μεγαλύτερες κόρες που γεννήθηκαν απ’ τον
  126. Ωκεανό και την Τηθύ, αλλά υπάρχουν και άλλες πολλές, αφού
  127. τρεις χιλιάδες είναι οι Ωκεανίδες, που έχουν αστραγάλους
  128. μακριούς, παντού διασπαρμένες στην γη και στα βάθη
  129. των λιμνών, παντού με την ίδια ασχολία, λαμπρά τέκνα Θεών.
  130. Άλλοι τόσοι, πάλι, είναι οι ποταμοί, που ρέουν με θόρυβο,
  131. γιοί τού Ωκεανού, που τους γέννησε η σεβαστή Τηθύς.
  132. Είναι δύσκολο γι’ άνδρα θνητό ν’ αναφέρει τα ονόματα. (24)
  133. Τον καθένα τους γνωρίζουν όσοι γύρω του κατοικούν.
  134. Η Θεία γέννησε τον μέγα Ήλιο, την λαμπρή Σελήνη και
  135. την Ηώ – που φέρνει το φως σ’ όλους τους γήινους και
  136. στους αθάνατους Θεούς, που κατέχουν τον ευρύ ουρανό –
  137. όταν στον Υπερίονα ερωτικά υποτάχτηκε.
  138. Η Ευρυβία, η σεβαστή Θεά, ερωτικά έσμιξε με τον Κρίο
  139. και γέννησε τον μέγα Αστραίο και τον Πάλλαντα
  140. και τον Πέρση, που απ’ όλους ξεχώριζε στην γνώση.
  141. Στον Αστραίο γέννησε η Ηώς τους καρτερόψυχους ανέμους,
  142. τον Ζέφυρο τον αιθριοποιό, τον Βορέα που κινείται ορμητικά,
  143. και τον Νότο, όταν ερωτικά πλάγιασε η Θεά με τον Θεό.
  144. Μετά απ’ αυτούς η Ηριγένεια γέννησε τον αστέρα Εωσφόρο
  145. και τα φεγγοβόλα άστρα, με τα οποία στεφανώνεται ο ουρανός.
  146. Η Στυξ, τού Ωκεανού η θυγατέρα, έσμιξε με τον Πάλλαντα
  147. και γέννησε στα μέγαρα τον Ζήλο και την ομορφαστράγαλη
  148. την Νίκη, γέννησε και το Κράτος και την Βία, τέκνα επιφανή,
  149. που κατοικία δεν έχουν απ’ τον Δία μακριά, ούτ’ έδρα
  150. ούτε οδό, όπου να μην τους κατευθύνει ο Θεός, αλλά
  151. παντοτινά κοντά στον Δία τον βαρύκτυπο εδρεύουν,
  152. καθώς το σκέφτηκε την μέρα εκείνη η Στυξ, η άφθαρτη
  153. Ωκεανίδα, όταν ο αστραποβόλος ο Ολύμπιος κάλεσε όλους
  154. τους αθάνατους Θεούς στον Όλυμπο τον υψηλό και είπε
  155. ότι όποιος μαζί του – απ’ τους Θεούς – είναι στην μάχη
  156. εναντίον των Τιτάνων, προνόμιο κανένα δεν θα στερηθεί, ενώ
  157. τιμή θα έχει ο καθένας, όποια ως τώρα είχε στους αθάνατους
  158. Θεούς, κ’ είπε ότι όποιος έμεινε χωρίς τιμές και προνόμια,
  159. κατά το θεμιτό τιμή και προνόμια θα λάβει.
  160. Τότε ήρθε πρώτη η Στυξ η άφθαρτη στον Όλυμπο μαζί με
  161. τα παιδιά της, κατά την συμβουλή τού αγαπητού πατέρα,
  162. ο Ζευς την τίμησε και δώρα τής παρέδωσε πολλά,
  163. την όρισε να είναι ο πιό μεγάλος όρκος των Θεών,
  164. και τα παιδιά της να συγκατοικούν μαζί του πάντα.
  165. Έτσι όπως το υποσχέθηκε σε όλους, έτσι πέρα γιά πέρα το
  166. εκτέλεσε. Αυτός με ισχύ, λοιπόν, και κυβερνά και βασιλεύει.

404. Η Φοίβη προσήλθε στην κλίνη τού πολυπόθητου Κοίου,

  1. έπειτα συνέλαβε η Θεά μέσα στην αγάπη τού Θεού,
  2. γέννησε την κυανόπεπλη Λητώ, την πάντοτε μειλίχια,
  3. την ήπια με τους ανθρώπους και τους αθάνατους Θεούς,
  4. την εξαρχής γλυκιά, την πιό τρυφερή μέσα στον Όλυμπο.
  5. Γέννησε την περίφημη Αστερία, που ο Πέρσης κάποτε
  6. οδήγησε στο μέγα δώμα, αγαπητή γυναίκα του
  7. ονομάζοντάς την. Αυτή έμεινε έγκυος, γέννησε την Εκάτη,
  8. που ο Κρονίδης Ζευς τίμησε πάνω απ’ όλους, δώρα λαμπρά
  9. τής χάρισε, γιά να έχει μέρισμα στην γη και στην ατρύγητη
  10. θάλασσα, αυτήν, που έλαβε τιμές και απ’ τον έναστρο ουρανό
  11. και είναι η πλέον τιμημένη απ’ τους αθάνατους Θεούς,
  12. αφού τώρα – όταν κάποιος επίγειος άνθρωπος ωραίες θυσίες
  13. προσφέρει και κατά τα ήθη εξιλεώνεται – επικαλείται την

418. Εκάτη. Σ’ εκείνον, τού οποίου τις προσευχές ευνοϊκά

  1. θα υποδεχτεί η Θεά, εύκολα ανταποδίδει πολλή τιμή
  2. και στέλνει ευτυχία, επειδή έχει την δύναμη, αφού
  3. όσοι γεννήθηκαν απ’ την Γαία και τον Ουρανό κ’
  4. έλαβαν κάποια τιμή, όλοι τους τής έδωσαν μερίδιο,
  5. ενώ ποτέ ο Κρονίδης δεν άσκησε βία επάνω της ούτε
  6. τής στέρησε όσα έλαχαν στους Τιτάνες και στους πρώτους
  7. Θεούς, αλλά κατέχει όσα εξαρχής το πρώτο μοίρασμα
  8. τής έδωσε, προνόμια σε γη, σε ουρανό και θάλασσα,
  9. ενώ η Θεά δεν έλαβε λιγότερες τιμές, όντας μονογενής,
  10. αλλ’ ακόμη πιό πολλές, εφόσον ο Ζευς την τιμά.
  11. Σ’ όποιον θέλει ισχυρά συμπαραστέκεται και τον ωφελεί.
  12. Στις δίκες κάθεται κοντά στους σεβαστούς βασιλείς,
  13. όποιον θέλει αναδεικνύει στις λαϊκές συνελεύσεις,
  14. όποτε οι άνδρες θωρακίζονται γιά τον ανδροκτόνο
  15. πόλεμο, εκεί παραστέκεται η Θεά και πρόθυμα δίνει
  16. την νίκη και παρέχει την δόξα σε όποιους θέλει.
  17. Αίσια είναι, πάλι, όποτε οι άνδρες αγωνίζονται στ’
  18. αθλήματα. Εκεί η Θεά συμπαραστέκεται και ωφελεί. (25)
  19. Όποιος νικήσει με ισχύ και δύναμη, παίρνει εύκολα και
  20. με χαρά τ’ ωραίο έπαθλο, δίνοντας δόξα στους γονείς του.
  21. Αίσια παραστέκεται και στους ιππείς, σ’ όποιους θελήσει.
  22. Σ’ αυτούς, πάλι, που εργάζονται στην ταραγμένη γλαυκή (26)
  23. και προσεύχονται στην Εκάτη και στον βροντόκτυπο
  24. Γαιοσείστη, η ένδοξη Θεά παρέχει εύκολα πολύ αλίευμα,
  25. ενώ εύκολα το αφαιρεί – και ας φαινόταν δικό τους – όταν
  26. το επιθυμήσει. Αίσια είναι και στις μάνδρες, μαζί με τον
  27. Ερμή, αυξάνοντας τις αγέλες. Όταν το επιθυμήσει, κάνει
  28. πολλά τα λίγα, και λίγα τα πολλά κοπάδια των βοδιών και
  29. τα πλατιά κοπάδια των αιγών και των πυκνόμαλλων αρνιών.
  30. Έτσι, λοιπόν, αν κ’ είναι η μόνη που γεννήθηκε απ’ την
  31. μητέρα της, τιμήθηκε με κάθε προνόμιο μεταξύ των αθανάτων.
  32. Ο Κρονίδης την όρισε τροφό των νέων, που μαζί της
  33. βλέπουν στα μάτια τους το φως τής πολυβλέπουσας Ηούς.
  34. Εξαρχής ήταν τροφός των νέων, έχοντας τέτοια τιμή.
  35. Η Ρέα υποτάχθηκε στον Κρόνο και γέννησε ένδοξα τέκνα,
  36. την Εστία, την Δήμητρα και την χρυσοπέδιλη Ήρα,
  37. τον ρωμαλέο Άδη, που κατοικεί σε δώματα υποχθόνια
  38. έχοντας καρδιά ανηλεή, τον βροντόκτυπο Γαιοσείστη
  39. και τον πολύβουλο Δία, πατέρα Θεών και ανθρώπων,
  40. που κάτω απ’ την βροντή του ταράσσεται η πλατιά γη.
  41. Αυτούς κατέπινε ο μέγας Κρόνος – μόλις καθένας κατέβαινε
  42. από την ιερή κοιλιά προς τα γόνατα τής μητέρας του –
  43. σκεπτόμενος μήπως κάποιος απ’ τους επιφανείς Ουρανίωνες
  44. λάβει μεταξύ των αθανάτων την βασιλική τιμή,
  45. γιατ’ είχε μάθει από την Γαία και τον έναστρο Ουρανό
  46. ότι τού ήταν πεπρωμένο να δαμαστεί από παιδί του –
  47. και ας ήταν κρατερός – απ’ τις βουλές τού μεγάλου Δία.
  48. Γι’ αυτό καθόλου τυφλή ματιά δεν είχε, αλλά καραδοκούσε
  49. και κατέπινε τα παιδιά του, ενώ η Ρέα είχε αφόρητο πένθος.
  50. Όταν, όμως, έμελλε να γεννήσει τον Δία, πατέρα Θεών
  51. και ανθρώπων, τότε ικέτεψε τους αγαπητούς γονείς της,
  52. την Γαία και τον έναστρο Ουρανό, μαζί να συσκεφτούν
  53. πώς να κρυφογεννήσει τ’ αγαπητό παιδί της και πώς
  54. θα πλήρωνε τις κατάρες τού πατέρα και των παιδιών
  55. του ο μέγας Κρόνος, ο πανούργος, που τα κατέπινε.
  56. Εκείνοι άκουσαν την πολυαγαπημένη θυγατέρα τους,
  57. πείστηκαν και τής εξιστόρησαν όσα έπρεπε να γίνουν
  58. γύρω απ’ τον βασιλιά Κρόνο και τον καρτερόψυχο γιό.
  59. Την έστειλαν στην Λύκτο, πλούσιο δήμο τής Κρήτης,
  60. τότε που έμελλε να γεννήσει το νεώτερο παιδί της,
  61. τον μέγα Δία, που η πελώρια Γαία τον δέχτηκε
  62. στην ευρύχωρη Κρήτη γιά να τον θρέψει και να τον
  63. φροντίσει. Εκεί, πρώτα στην Λύκτο, έφτασε φέρνοντάς
  64. τον μέσα στην γρήγορη, μελανή νύχτα. Τον πήρε στα
  65. χέρια και τον έκρυψε σε άντρο βαθύ, σε κρύπτη τής
  66. πανίερης γης, στο όρος Αιγαίο, το σκεπασμένο από δάση. (27)
  67. Σπαργάνωσε μέγα λίθο και τον παρέδωσε στον
  68. μέγα άνακτα Ουρανίδη, πρώτο βασιλιά των Θεών.
  69. Εκείνος, ο άθλιος, τον πήρε στα χέρια και τον έριξε στην
  70. κοιλιά του και δεν τού πέρασε απ’ το μυαλό ότι αυτός που
  71. πίσω έμεινε, αντί τού λίθου, είναι γιός ανίκητος και άφοβος,
  72. που ταχέως έμελλε να τον δαμάσει με την ισχύ και τα χέρια,
  73. να του αφαιρέσει τις τιμές και να βασιλεύσει στους
  74. αθάνατους. Έπειτα, αυξάνονταν ταχέως τού άνακτα η
  75. δύναμη και τα εξαίσια μέλη. Καθώς τα χρόνια έφευγαν,
  76. ξεγελασμένος απ’ τις πολύ συνετές συμβουλές τής Γαίας,
  77. ο μέγας Κρόνος, ο πανούργος, ανέβασε πάλι την γενιά του,
  78. νικημένος απ’ τού παιδιού του τα τεχνάσματα και την
  79. δύναμη. Πρώτον εξέμεσε τον λίθο, που τελευταίο κατάπιε.
  80. Αυτόν ο Ζευς τον στήριξε επάνω στην πλατύδρομη γη, στην
  81. πανίερη Πυθώ, κάτω απ’ τα κοιλώματα τού Παρνασσού,
  82. σημάδι γιά το μέλλον, να το θαυμάζουν οι θνητοί άνθρωποι.
  83. Έλυσε τ’ αδέρφια τού πατέρα του, τους Ουρανίδες, απ’ τα
  84. ολέθρια δεσμά που ο πατέρας του έδεσε με αφροσύνη,
  85. κ’ εκείνοι δεν λησμόνησαν την χάρη τής ευεργεσίας και
  86. τού έδωσαν την βροντή, τον φλογερό κεραυνό και την
  87. αστραπή, που πριν τα έκρυβε η πελώρια Γαία. Αυτά
  88. εμπιστεύεται και βασιλεύει σε θνητούς και αθάνατους.
  89. Ο Ιαπετός πήρε την ομορφαστράγαλη Κλυμένη, την
  90. κόρη τού Ωκεανού, μαζί της ανέβηκε στην γαμήλια
  91. κλίνη και αυτή γέννησε παιδί, τον γενναιόκαρδο Άτλαντα,
  92. γέννησε και τον υπερένδοξο Μενοίτιο, τον εύστροφο και
  93. πολυμήχανο Προμηθέα, και τον αδέξιο Επιμηθέα, που
  94. εξαρχής έγινε κακό γιά τους εργαζόμενους ανθρώπους,
  95. αφού πρώτος υποδέχτηκε παρθένο γυναίκα, πλασμένη (28)
  96. απ’ τον Δία. Τον υβριστή Μενοίτιο ο παντεπόπτης Δίας
  97. κατέπεμψε στο Έρεβος, χτυπώντας τον με φλογερό
  98. κεραυνό, λόγω τής ατασθαλίας και τής υπεροπτικής
  99. ανδρείας του. Ο Άτλας – στα πέρατα τής γης, εμπρός στις
  100. λυγερόφωνες Εσπερίδες – εξ ανάγκης κρατερής στηρίζει
  101. τον ευρύ ουρανό με την κεφαλή και τ’ ακάματα χέρια
  102. του, επειδή αυτή την μοίρα τού όρισε ο σοφός Ζευς.

521. Τον πολυμήχανο Προμηθέα έδεσε μ’ άλυτα δεσμά,

  1. μ’ επίπονα δεσμά, σε κίονα μπηγμένο ως την μέση, έστειλε
  2. εναντίον του μακρύπτερο αετό, που τότε τού έτρωγε
  3. τ’ αθάνατο ήπαρ, τ’ οποίο τόσο αυξανόταν κάθε νύχτα,
  4. όσο έτρωγε την προηγούμενη μέρα το μακρύπτερο πτηνό.
  5. Το σκότωσε, όμως, ο Ηρακλής, ο εύρωστος γιός τής
  6. ομορφαστράγαλης Αλκμήνης, λυτρώνοντας από κακή νόσο
  7. τον Ιαπετονίδη, λύνοντάς του τις στενοχώριες, όχι χωρίς την (29)
  8. θέληση τού Ολύμπιου Δία, που ψηλά βασιλεύει, ώστε να
  9. γίνει ακόμη μεγαλύτερο το κλέος τού Θηβογέννητου
  10. Ηρακλή, απ’ όσο ήταν πρωτύτερα επάνω στην πολύτροφο
  11. γη. Αυτά σκεπτόμενος, τίμησε τον επιφανή γιό του.
  12. Αν και οργισμένος, έπαψε την οργή που είχε πριν, γιατί
  13. ο Προμηθεύς τον ανταγωνιζόταν στην βουλή τον κραταιότατο
  14. Κρονίδη. Όταν Θεοί και άνθρωποι θνητοί κανόνιζαν στην
  15. Μηκώνη τις σχέσεις τους, πρόθυμα ο Προμηθεύς μέγα βόδι
  16. διχοτόμησε κ’ έβαλε μπροστά, τον νου τού Δία εξαπατώντας.
  17. Γι’ αυτούς τις σάρκες και τα παχιά εντόσθια έβαλε
  18. σε δέρμα και τα κάλυψε με την βοδινή κοιλιά, ενώ
  19. γι’ αυτόν λευκά οστά βοδιού – με δόλιο τέχνασμα
  20. τοποθετημένα – τα έβαλε καλυμμένα με λίπος λαμπερό.
  21. Τότε τού είπε ο πατέρας ανθρώπων και Θεών:
  22. «Γιέ τού Ιαπετού, επιφανέστερε μεταξύ των βασιλιάδων,
  23. φίλε, πόσο μεροληπτικά χώρισες τις μερίδες!».
  24. Έτσι μιλώντας, τον ενέπαιξε ο Ζευς, που έχει άφθαρτη
  25. σοφία, ενώ ο πανούργος Προμηθεύς τού απάντησε,
  26. μειδιώντας ελαφρά, χωρίς να λησμονεί το δόλιο τέχνασμα:
  27. «Δία, πανένδοξε, μέγιστε στους αθάνατους Θεούς,
  28. από τούτα διάλεξε όποιο στην ψυχή σου είναι επιθυμητό».
  29. Μίλησε με δόλια σκέψη, ενώ ο Ζευς, που έχει άφθαρτη
  30. σοφία, κατάλαβε και δεν αγνόησε τον δόλο κ’ έβαλε στον
  31. νου του το κακό γιά τους θνητούς ανθρώπους κ’ έμελλε
  32. να το επιτελέσει. Σήκωσε με δύο χέρια το λευκό λίπος,
  33. θύμωσε ο νους του, χολώθηκε η ψυχή του, καθώς είδε
  34. τα λευκά βοδινά οστά με το δόλιο τέχνασμα.
  35. Από τότε, πάνω στην γη, στους ευώδης βωμούς, γιά τους
  36. αθάνατους τ’ ανθρώπινα γένη καίνε τα λευκά οστά.
  37. Ο νεφελοσυνάχτης Ζευς τού είπε με οργή μεγάλη:
  38. «Γιέ τού Ιαπετού, που σε όλα είσαι σοφός, φίλε,
  39. δεν λησμόνησες ακόμη τα δόλια τεχνάσματα».
  40. Έτσι μίλησε οργισμένος ο Ζευς, που έχει άφθαρτη σοφία.
  41. Έπειτα, εξαιτίας αυτού, πάντοτε θυμόταν τον δόλο και
  42. δεν έδινε στις μελίες την ορμή τού ακάματου πυρός γιά (30)
  43. τους θνητούς ανθρώπους, που κατοικούν στην γη, αλλά
  44. τον εξαπάτησε το ανδρείο παιδί τού Ιαπετού και τού
  45. έκλεψε την μακρόφεγγη λάμψη τού ακάματου πυρός μέσα
  46. σε κοίλο νάρθηκα. Αυτό δάγκωσε βαθιά την ψυχή τού (31)
  47. ψηλόβροντου Δία και χόλωσε την αγαπητή του καρδιά,
  48. όταν είδε στους ανθρώπους τού πυρός την μακρόφεγγη
  49. λάμψη. Αμέσως σοφίστηκε κακό γιά τους ανθρώπους,
  50. αντίποινο γιά το πυρ: από γη ο ξακουστός Χωλός έπλασε (32)
  51. ομοίωμα σεμνής παρθένου, κατά την βούληση τού Κρονίδη.
  52. Η γλαυκόφθαλμη Θεά Αθηνά την έζωσε και την κόσμησε
  53. μ’ εσθήτα αργυρόχρωμη και με τα χέρια της έριξε πάνω
  54. στο κεφάλι της καλύπτρα ποικιλμένη, θαύμα στην όραση,
  55. και γύρω στο κεφάλι της στεφάνια ποθητά, άνθη
  56. νεόβλαστης χλόης, έβαλε η Παλλάς Αθηνά, και γύρω απ’
  57. το κεφάλι χρυσό στεφάνι τής έβαλε ο ξακουστός Χωλός,
  58. που ο ίδιος το έφτιαξε, εργαζόμενος με τις παλάμες του,
  59. γιά χάρη τού πατέρα Δία. Επάνω του έφτιαξε
  60. σχέδια πολλά, θαύμα στην όραση, θηρία πολλά,
  61. όσα τρέφει η στεριά και η θάλασσα, τόσο πολλά έβαλε –
  62. χάρη πολλή λαμποκοπούσε – θαυμαστά, που έμοιαζαν
  63. με ζώα έτοιμα να φωνάξουν. Αφού έφτιαξε όμορφο (33)
  64. κακό αντί γιά αγαθό, το έβγαλε εκεί όπου ήταν άλλοι
  65. Θεοί και άνθρωποι, και αυτή ευφραινόταν μέσα
  66. στα κοσμήματα τής γλαυκόφθαλμης κόρης τού ισχυρού.

588.  Θαυμασμός κυρίευσε αθάνατους Θεούς και θνητούς

  1. ανθρώπους όταν είδαν τον τέλειο δόλο, ακαταμάχητο γιά
  2. τους ανθρώπους. Απ’ αυτήν κατάγεται το γυναικείο γένος,
  3. το θηλυκό, δικό της είναι το ολέθριο γένος και το
  4. γυναικείο φύλο, μεγάλη συμφορά που κατοικεί με τους
  5. θνητούς άνδρες, ασυμβίβαστες με την καταραμένη πενία,
  6. αλλά όχι με τον πλούτο. Όπως όταν το καλοσκέπαστο
  7. σμήνος των μελισσών τρέφει τους κηφήνες, κακούργους
  8. συντρόφους: ενώ οι ίδιες όλη την ημέρα, μέχρι την δύση
  9. τού ήλιου, καθημερινά σπεύδουν να φτιάξουν κηρήθρες
  10. λευκές, εκείνοι μένουν μέσα στις στεγασμένες κυψέλες
  11. αντλώντας προς την κοιλιά τους τον αλλότριο κάματο.
  12. Όμοιο κακό γιά τους θνητούς άνδρες έθεσε ο ψηλόβροντος
  13. Δίας: τις γυναίκες, συντρόφους επίπονων έργων.

602. Έδωσε, όμως, και άλλο κακό αντί αγαθού: όποιος (34)

  1. αποφεύγει τον γάμο και τα ολέθρια γυναικεία έργα
  2. και δεν θέλει γυναίκα, φτάνει στ’ ολέθριο γήρας
  3. χωρίς γηροκομία. Αυτός δεν ζει χωρίς το βιός του,
  4. αλλά όταν πεθάνει, μακρινοί συγγενείς μοιράζονται
  5. τ’ αποκτήματά του. Σ’ όποιον, πάλι, λάχει γάμος
  6. κ’ έχει σύζυγο ικανή με νου συγκροτημένο, αυτός
  7. μονίμως αντιπαραβάλλει το κακό προς το καλό σε
  8. όλη την ζωή του, ενώ όποιος λάβει γέννημα εχθρικό,
  9. ζει έχοντας στα στήθη του άκαμπτη δυσαρέσκεια,
  10. στον νου και στην καρδιά, που ανήκεστο είναι κακό.
  11. Δεν γίνεται, λοιπόν, τον νου τού Δία να ξεγελάσεις ή
  12. να τού ξεφύγεις. Ούτε ο γιός τού Ιαπετού, ο άκακος
  13. Προμηθεύς, δεν ξέφυγε απ’ τον βαρύ θυμό του, αλλά –
  14. αν και πολυμαθή – η ανάγκη με δεσμά μεγάλα τον κρατά.
  15. Όταν γιά πρώτη φορά ο πατρικός νους οργίστηκε με τον
  16. Βριάρεω, τον Κόττο και τον Γύη, τους έδεσε με κρατερά
  17. δεσμά, φθονώντας την υπεροπτική ανδρεία, την όψη και
  18. το μέγεθός τους. Τους στοίβαξε κάτω απ’ την πλατύδρομη
  19. γη, όπου βασανίζονται, κατοικώντας κάτω απ’ την γη,
  20. κάθονται στις εσχατιές, στο πέρας τής μεγάλης γης, επί
  21. μακρόν βαρυθλιμμένοι, έχοντας μέγα πένθος στην καρδιά.
  22. Ο Κρονίδης, όμως, κ’ οι άλλοι αθάνατοι Θεοί, αυτούς,
  23. που γέννησε η καλλίκομη Ρέα με την αγάπη τού Κρόνου,
  24. τους ξανανέβασαν στο φως, κατά τις συμβουλές τής
  25. Γαίας, αφού αυτή λεπτομερώς εξήγησε τα πάντα, ότι
  26. μ’ εκείνους νίκη και καύχημα λαμπρό θα έπαιρναν, γιατί
  27. επί μακρόν μάχονταν έχοντας πόνο ψυχοφθόρο –
  28. οι Θεοί Τιτάνες και όσοι γεννήθηκαν από τον Κρόνο –
  29. ενάντιοι μεταξύ τους μέσ’ από μάχες κρατερές,
  30. οι αγέρωχοι Τιτάνες απ’ την ψηλή Όθρυ και
  31. οι Θεοί, δότες των αγαθών, από τον Όλυμπο, τέκνα
  32. τής καλλίκομης Ρέας που κοιμήθηκε με τον Κρόνο.
  33. Αυτοί μάχονταν συνεχώς, πάνω από δέκα ενιαυτούς,
  34. έχοντας ψυχοφθόρα οργή ανάμεσά τους, ενώ γιά
  35. κανέναν καμμία λύση ούτε τέλος τής φοβερής έριδας
  36. υπήρχε και ισόπαλος συνεχιζόταν ο πόλεμος.
  37. Όταν, όμως, σ’ εκείνους έδωσαν όλα τ’ απαραίτητα,
  38. νέκταρ και αμβροσία, αυτά που οι ίδιοι τρώνε οι Θεοί,
  39. αυξήθηκε στα στήθη όλων η ανδρεία ψυχή.
  40. Μόλις τράφηκαν με νέκταρ και θελκτική αμβροσία,
  41. τότε τους είπε ο πατέρας ανθρώπων και Θεών:
  42. «Ακούστε με, τέκνα λαμπρά τής Γαίας και τ’ Ουρανού,
  43. γιά να σας πω όσα η καρδιά, στα στήθη μου, ζητάει.
  44. Ήδη επί μακρόν ενάντιοι μεταξύ μας πολεμούμε,
  45. κάθε μέρα γιά νίκη κ’ επικράτηση, και οι Θεοί Τιτάνες
  46. και όσοι γεννηθήκαμε απ’ τον Κρόνο. Εσείς, λοιπόν,
  47. την μεγάλη ισχύ και τ’ ακατάβλητα χέρια σας στους
  48. Τιτάνες φανερώστε, ενάντιοί τους σε ολέθρια μάχη,
  49. θυμούμενοι την προσηνή φιλότητα, όσα πάθατε πριν
  50. ξαναέρθετε απ’ τα σκληρά δεσμά σας – απ’ τον ζόφο
  51. τον νεφελώδη – προς το φως, χάρη στην βούλησή μας».
  52. Έτσι μίλησε. Ευθύς τού απάντησε ο άμεμπτος Κόττος:
  53. «Δαιμόνιε, δεν μας λες άγνωστα. Κ’ εμείς οι ίδιοι
  54. γνωρίζουμε ότι εξέχεις σε μυαλό και νόηση και ότι
  55. προστατεύεις τους αθάνατους απ’ την κρύα κατάρα
  56. και ότι χάρη στην φρόνησή σου πίσω ξαναγυρίσαμε
  57. από τον νεφελώδη ζόφο και τ’ αμείλικτα δεσμά,
  58. γιέ τού Κρόνου, άνακτα, ζώντας το ανέλπιστο.
  59. Γι’ αυτό, τώρα, με νου τεταμένο και βούληση συνετή
  60. θα σώσουμε την εξουσία σου κατά τον δεινό πόλεμο
  61. μαχόμενοι τους Τιτάνες στις κρατερές μάχες».
  62. Έτσι είπε. Τον επαίνεσαν οι Θεοί, δότες των αγαθών,
  63. αφού άκουσαν τον λόγο του. Πόλεμο ποθούσε η ψυχή
  64. τους, ακόμη περισσότερο από πριν. Σήκωσαν όλοι
  65. μάχη θλιβερή, θηλυκές και αρσενικοί, την μέρα εκείνη,
  66. οι Θεοί Τιτάνες και όσοι παιδιά ήταν τού Κρόνου και
  67. όσους ο Ζευς απ’ το υποχθόνιο Έρεβος ανέβασε στο
  68. φως, δεινοί και κρατεροί, έχοντας τρομερή ισχύ.
  69. Απ’ τους ώμους τους κινούνταν εκατό χέρια,
  70. σ’ όλους ομοίως, και πενήντα κεφάλια φύτρωναν
  71. στους ώμους καθενός, επάνω σε στιβαρά μέλη.
  72. Τότε αυτοί στάθηκαν απέναντι στους Τιτάνες, σε μάχη
  73. ολέθρια, έχοντας πέτρες μεγάλες στα στιβαρά χέρια.
  74. Οι απέναντι Τιτάνες πύκνωσαν πρόθυμα τις φάλαγγες.
  75. Αμφότεροι έδειχναν την ισχύ και το έργο των χεριών
  76. τους. Αντηχούσε φοβερά ο απέραντος πόντος, ηχούσε
  77. η γη δυνατά, ο ουρανός στενάζοντας σειόταν, συθέμελα
  78. τιναζόταν ο ψηλός Όλυμπος απ’ την ορμή των
  79. αθανάτων, το βαρύ τράνταγμα έφτανε μέχρι τον
  80. νεφελώδη Τάρταρο, καθώς και ο τραχύς κρότος των
  81. ποδιών και τού άρρητου πάταγου των κρατερών
  82. βολών. Έτσι έριχναν μεταξύ τους βολές θρηνητικές
  83. ενώ αμφοτέρων η φωνή έφτανε στον έναστρο
  84. ουρανό, καθώς κραύγαζαν. Συγκρούστηκαν με μεγάλο
  85. αλαλαγμό. Ούτε και ο Ζευς συγκρατούσε το μένος του
  86. αλλ’ αμέσως γέμισε η ψυχή του μένος και σ’ όλους
  87. φανέρωσε την ισχύ του. Από ουρανό και Όλυμπο
  88. συγχρόνως αστράφτοντας, συνεχώς προχωρούσε.
  89. Οι κεραυνοί πετάγονταν πυκνοί μαζί με βροντές και
  90. αστραπές, από χέρι στιβαρό, σκορπώντας φλόγα
  91. ιερή. Γύρω, η ζωοδότρα γη καιγόταν και κροτούσε,
  92. βούιζαν απ’ το πυρ τα μεγάλα δάση, τ’ αναρίθμητα.
  93. Έβραζε όλη η γη, τα ωκεάνια ρεύματα και ο πόντος
  94. ο ατρύγητος. Τους χθόνιους Τιτάνες τύλιγε θερμή
  95. πνοή, η ανείπωτη φλόγα έφτανε στον θεϊκό αιθέρα,
  96. τους τύφλωνε τα μάτια – αν κ’ ήταν ρωμαλέοι – η
  97. ακτινοβόλα λάμψη τού κεραυνού και τής αστραπής.
  98. Θεσπέσιο καύμα κάτεχε το Χάος. Το θέαμα γιά τα
  99. μάτια και τ’ άκουσμα γιά τ’ αυτιά ήταν τέτοιο, σαν να
  100. προσέγγιζε η Γαία τον ευρύ Ουρανό, που είν’ επάνω.
  101. Τέτοιος μεγάλος γδούπος θα σηκωνόταν, αν αυτή
  102. συντριβόταν κ’ εκείνος από πάνω κρημνιζόταν,
  103. τόσος γδούπος γινόταν απ’ τους Θεούς που ερίζοντας
  104. συμπλέκονταν. Κ’ οι άνεμοι βούιζαν, με σεισμούς,
  105. σκόνη, βροντή, αστραπή, φλογερό κεραυνό – βέλη
  106. τού μεγάλου Δία – φέρνοντας ιαχή και θόρυβο μεταξύ
  107. των δύο, σηκωνόταν άπλετος κρότος φρικαλέας έριδας
  108. και φαινόταν η δύναμη των έργων. Προς την μία
  109. πλευρά έκλινε η μάχη. Πριν, όντας επιφυλακτικοί
  110. μεταξύ τους, συνεχώς μάχονταν στις κρατερές μάχες.
  111. Από τους πρώτους που δριμεία μάχη σήκωσαν ήταν ο
  112. Κόττος, ο Βριάρεως και ο Γύης, ακόρεστος γιά πόλεμο,
  113. που τριακόσιες πέτρες αλλεπάλληλες από τα στιβαρά
  114. τους χέρια έριχναν, και κατασκίασαν με τις βολές τους
  115. τούς Τιτάνες. Άλλους έστειλαν κάτω απ’ την γη την
  116. πλατύδρομη, δένοντάς τους μ’ επίπονα δεσμά,
  117. με τα χέρια νικώντας τους, και ας ήταν οξύθυμοι.
  118. Τόσο κάτω απ’ την γη τους έβαλαν, όσο απέχει ο
  119. ουρανός απ’ την γη, όσο απ’ την γη ο νεφελώδης
  120. Τάρταρος. Επί εννέα μερόνυχτα χάλκινο αμόνι
  121. πέφτοντας από τον ουρανό, φτάνει στην γη κατά
  122. το δέκατο. Επί εννέα μερόνυχτα, πάλι, χάλκινο
  123. αμόνι πέφτοντας απ’ την γη, φτάνει στον Τάρταρο
  124. κατά το δέκατο. Αυτόν περιβάλλει χάλκινος φράκτης.
  125. Τρεις σειρές νύχτας χύνονται γύρω στον λαιμό του.
  126. Οι ρίζες τής γης και τής ατρύγητης θάλασσας επάνω
  127. του φυτρώνουν. Εκεί κλείστηκαν οι Θεοί Τιτάνες,
  128. σε ομιχλώδη ζόφο, κατά την βούληση τού Δία τού
  129. νεφελοσυνάχτη, σε χώρο κάθυγρο, στις εσχατιές τής
  130. πελώριας γης, χωρίς έξοδο. Χάλκινες θύρες έβαλε
  131. ο Ποσειδών, τείχος τους περιβάλλει από παντού.
  132. Εκεί ο Γύης, ο Κόττος και ο μεγαλόψυχος Βριάρεως
  133. κατοικούν, πιστοί φύλακες τού ασπιδοκράτη Δία.
  134. Εκεί τής ζοφερής γης, τού νεφελώδους Ταρτάρου,
  135. τού ατρύγητου πόντου, τού έναστρου ουρανού κατά
  136. σειρά είναι οι πηγές και τα πέρατα όλων, επίπονα
  137. και κάθυγρα, που κ’ οι Θεοί μισούν, το μέγα χάσμα,
  138. που δεν φτάνεις στον πυθμένα του ούτε σε ένα έτος,
  139. αφού πρώτα εισέλθεις απ’ τις πύλες του, αλλά σε
  140. φέρνει εδώ κ’ εκεί η θύελλα με θύελλα οχληρή,
  141. φαινόμενο δεινό και γιά τους αθάνατους Θεούς.
  142. Η τρομερή οικία τής ερεβώδους Νύχτας εκεί
  143. βρίσκεται, καλυμμένη από νεφέλες κυανές.
  144. Εμπρός τους το παιδί τού Ιαπετού κρατάει τον ευρύ (35)
  145. ουρανό, ορθό, με το κεφάλι και τ’ ακάματα χέρια
  146. ακλόνητα, εκεί που η Νύχτα συναντιέται με την
  147. Ημέρα, αλληλοχαιρετιούνται εναλλασσόμενες στην
  148. χάλκινη είσοδο, η μία μέσα κατεβαίνει κ’ η άλλη απ’
  149. την θύρα έρχεται, ενώ ποτέ αμφότερες δεν είναι μες
  150. στον οίκο, αλλά πάντα η μία είναι εκτός οίκου και
  151. γυρίζει στην γη, κ’ η άλλη, όντας εντός τής οικίας,
  152. περιμένει την ώρα τής οδοιπορίας της να έρθει, η
  153. μία έχοντας πολυθώρητο φως γιά τους επίγειους,
  154. η άλλη Ύπνο στα χέρια, αδελφό τού Θανάτου,
  155. η ολέθρια Νύχτα, καλυμμένη με νεφέλη σκοτεινή.
  156. Εκεί κατοικούν τα παιδιά τής ερεβώδους Νύχτας, ο
  157. Ύπνος και ο Θάνατος, δεινοί Θεοί. Αυτούς ποτέ δεν
  158. βλέπει ο λαμπρός Ήλιος με τις ακτίνες του, ούτε στον
  159. ουρανό ανεβαίνοντας, ούτε κατεβαίνοντας από τον
  160. ουρανό. Ο ένας τους ήσυχος περιτρέχει την γη και
  161. την ευρεία επιφάνεια τής θάλασσας, μειλίχιος με τους
  162. ανθρώπους. Ο άλλος έχει σιδερένια καρδιά, χάλκινη
  163. ανηλεή ψυχή στα στήθη. Κρατά τον άνθρωπο, όταν πιά
  164. τον συλλάβει. Εχθρός και γιά τους αθάνατους Θεούς.
  165. Εκεί εμπρός στέκονται τα βουερά δώματα τού χθόνιου
  166. Θεού, τού ισχυρού Άδη και τής φρικτής Περσεφόνης,
  167. δεινός κύων και ανελέητος τα φυλάσσει μπροστά, που
  168. έχει κακή τέχνη. Στους εισερχόμενους σείει μαζί την (36)
  169. ουρά και τα δύο αυτιά του, αλλά να ξαναβγούν δεν
  170. τους αφήνει, καραδοκεί και τρώει όποιον συλλάβει
  171. να βγαίνει εκτός των πυλών τού ισχυρού Άδη και
  172. τής φρικτής Περσεφόνης. Εκεί κατοικεί η στυγερή
  173. γιά τους αθάνατους Θεά, η δεινή Στυξ, η μεγαλύτερη
  174. θυγατέρα τού αναρρέοντος Ωκεανού. Απ’ τους Θεούς (37)
  175. μακριά, σε ονομαστά δώματα κατοικεί, σκεπασμένα
  176. από πέτρες μακριές, που ολόγυρα με αργυρούς κίονες
  177. στηρίζονται καθώς υψώνονται στον ουρανό.
  178. Σπάνια η Ίρις, η ταχύποδη θυγατέρα τού Θαύμαντα,
  179. φέρνει αγγελία απ’ την ευρεία θαλασσινή επιφάνεια.
  180. Όποτε έριδα και φιλονικία ξεσπάσει στους αθάνατους,
  181. και κάποιος ψεύδεται απ’ όσους έχουν Ολύμπια δώματα,
  182. ο Ζευς στέλνει την Ίριδα να φέρει από μακριά τον μέγα
  183. όρκο των Θεών σε χρυσό δοχείο, τ’ ονομαστό ψυχρό
  184. ύδωρ, τ’ οποίο στάζει από ψηλή, απότομη πέτρα, τού
  185. Ωκεανού παραπόταμος, που απ’ τον ιερό ποταμό ρέει
  186. άφθονος, κάτω απ’ την πλατύδρομη γη, στην μελανή
  187. νύχτα. Τής δόθηκε το δέκατο μέρος. Τ’ άλλα εννιά
  188. γύρω απ’ την γη και την ευρεία επιφάνεια τής θάλασσας
  189. περιστρέφονται σε δίνες αργυρές και στο πέλαγος
  190. πέφτουν. Το ένα ρέει απ’ την πέτρα, γιά τους Θεούς
  191. μεγάλη συμφορά. Όποιος αθάνατος, απ’ όσους την
  192. κορφή τού χιονισμένου Ολύμπου κατέχουν, κάνει χοή
  193. με όρκο ψευδή, κείται άπνους γιά όλον τον χρόνο.
  194. Ποτέ δεν πλησιάζει αμβροσία ούτε νέκταρ γιά να τα
  195. γευτεί, αλλά κείται στο στρώμα τής κλίνης δίχως
  196. πνοή και φωνή, ενώ κώμα κακό τον καλύπτει.
  197. Όταν τελειώσει η μεγάλη νόσος, στον χρόνο επάνω,
  198. ο ένας διαδέχεται τον άλλον δυσκολότερο άθλο.
  199. Επί εννέα έτη αποχωρίζεται τους αιώνιους Θεούς,
  200. δεν συμμετέχει σε συμβούλια ούτε σε συμπόσια
  201. επί εννέα ολόκληρα έτη. Στο δέκατο ξανασυμμετέχει
  202. στα συμβούλια των αθανάτων, που έχουν Ολύμπια
  203. δώματα. Τέτοιον όρκο έθεσαν οι Θεοί στης Στύγας τ’
  204. άφθαρτο πανάρχαιο ύδωρ, που κυλά σε χώρο τραχύ.
  205. Εκεί τής ζοφερής γης, τού νεφελώδους Ταρτάρου,
  206. τού ατρύγητου πόντου, τού έναστρου ουρανού κατά
  207. σειρά είναι οι πηγές και τα πέρατα όλων, επίπονα
  208. και κάθυγρα, που κ’ οι Θεοί μισούν. Εκεί και οι
  209. απαστράπτουσες πύλες και η ακλόνητη χάλκινη
  210. είσοδος, με ατελείωτες ρίζες στερεωμένη, αυτοφυής.
  211. Εμπρός της, μακριά απ’ όλους τους Θεούς,
  212. κατοικούν οι Τιτάνες, πέρα απ’ το ζοφερό Χάος.
  213. Αλλά οι ένδοξοι βοηθοί τού ισχυρόβροντου Δία –
  214. Κόττος και Γύης – κατοικούν δώματα θεμελιωμένα
  215. στον Ωκεανό, ενώ τον Βριάρεω, τον γενναίο, τον
  216. έκανε γαμπρό του ο βαρύκτυπος Γαιοσείστης, τού
  217. έδωσε σύζυγο την θυγατέρα του, την Κυμοπόλεια.
  218. Όταν, όμως, ο Ζευς έδιωξε τους Τιτάνες από τον
  219. ουρανό, η πελώρια Γαία γέννησε παιδί, τον Τυφωέα,
  220. στερνοπαίδι, ερωτοσμίγοντας με τον Τάρταρο, χάρη
  221. στην χρυσή Αφροδίτη. Τα χέρια τού κρατερού Θεού
  222. ήταν γιά έργα ισχύος, τα πόδια ακάματα, από τους
  223. ώμους φύτρωναν εκατό κεφαλές φιδιού, δράκοντα
  224. δεινού, που γλείφονταν με γλώσσες ζοφερές, και απ’
  225. τα μάτια, κάτω απ’ τα φρύδια, στα θαυμαστά κεφάλια
  226. λαμποκοπούσε πυρ. Απ’ όλα τα κεφάλια έκαιγε πυρ,
  227. όπως κοίταζε. Φωνές έβγαιναν απ’ όλα τα δεινά κεφάλια
  228. αφήνοντας κάθε είδους άρρητους ήχους. Άλλοτε
  229. μιλούσαν όπως καταλαβαίνουν οι Θεοί, άλλοτε όπως
  230. ο ταύρος που βρυχάται δυνατά, μ’ ακατάσχετο μένος,
  231. μ’ ευγενή μυκηθμό, άλλοτε όπως ο λέων που έχει ψυχή
  232. ανηλεή, άλλοτε όπως τα σκυλάκια – θαύμα ν’ ακούς! – (38)
  233. άλλοτε πάλι σύριζαν και αντηχούσαν τα μακριά όρη.
  234. Εκείνη την ημέρα θα γινόταν ανεπανόρθωτο έργο.
  235. Θα βασίλευε αυτός σε θνητούς και αθανάτους, αν
  236. ευθύς δεν το εννοούσε ο πατέρας ανθρώπων και Θεών.
  237. Βρόντησε σκληρά και δυνατά, γύρω η γη κρότησε
  238. τρομερά, κ’ επάνω ο ευρύς ουρανός, ο πόντος,
  239. τα ρεύματα τού Ωκεανού, τα τάρταρα τής γης.
  240. Κάτω απ’ τ’ αθάνατα πόδια ο μέγας Όλυμπος
  241. έτρεμε, καθώς ο άναξ εγειρόταν. Η γη στέναζε.
  242. Καύμα κάτεχε τον ιόχρωμο πόντο γιά δύο λόγους:
  243. την βροντή, την αστραπή και το πυρ τού τέρατος,
  244. αλλά και την ανεμοθύελλα με τον φλογερό κεραυνό.
  245. Έβραζε όλη η γη, ο ουρανός και η θάλασσα.
  246. Μαίνονταν μακριά κύματα γύρω απ’ τις ακτές,
  247. με την ορμή των αθανάτων, και σεισμός σηκώθηκε
  248. ασταμάτητος. Απ’ την άσβεστη βοή και την ανηλεή
  249. μάχη έτρεμε ο Άδης, άναξ των υπόγειων νεκρών,
  250. κ’ οι υποταρτάριοι Τιτάνες, γύρω απ’ τον Κρόνο.
  251. Ο Ζευς, όταν το μένος του αυξήθηκε, πήρε τα όπλα,
  252. την βροντή, την αστραπή και τον φλογερό κεραυνό,
  253. και τον έπληξε πηδώντας απ’ τον Όλυμπο. Έκαψε
  254. όλες τις θαυμαστές κεφαλές τού δεινού τέρατος.
  255. Αφού το δάμασε, με πλήγματα μαστίζοντάς το,
  256. έπεσε κομμένο, ενώ στέναζε η πελώρια γη.
  257. Η φλόγα τού κεραυνωμένου άρχοντα τινάχτηκε
  258. στις σκοτεινές, απόκρημνες χαράδρες τού όρους,
  259. όταν χτυπήθηκε. Καιγόταν πολλή πελώρια γη με
  260. ατμούς θεσπέσιους κ’ έλειωνε σαν κασσίτερος
  261. ζεσταμένος από τεχνίτες σε χοάνες καλοτρυπημένες,
  262. ή σαν σίδερο, που είναι πιό σκληρό, όταν δαμάζεται
  263. στις χαράδρες τού όρους από πυρ καυστικό και
  264. τήκεται στην θεία γη απ’ τις παλάμες τού Ηφαίστου.
  265. Έτσι έλειωνε η γη απ’ την λάμψη τού καυτού πυρός.
  266. Με οργισμένη ψυχή τον έριξε στον ευρύ Τάρταρο.
  267. Απ’ τον Τυφωέα προέρχεται το υγρό μένος τής πνοής
  268. των ανέμων, τού Βορέα και τού Αργεστοζέφυρου, όχι (39)
  269. τού Νότου. Είναι θεογενείς, μέγα όφελος των θνητών.
  270. Οι άλλοι πνέουν άστατα πάνω στην θάλασσα κ’ είναι
  271. αυτοί που πέφτουν στον νεφελώδη πόντο, μεγάλη
  272. συμφορά γιά τους θνητούς, μαίνονται σε θύελλα κακή.
  273. Οπουδήποτε φυσούν, σκορπίζουν τα πλοία και τους
  274. ναύτες καταστρέφουν. Στήριξη δεν υπάρχει γιά τους
  275. άνδρες εμπρός στο κακό, όταν τους συναντούν στον
  276. πόντο. Αυτοί κ’ επάνω στην απέραντη, γεμάτη άνθη
  277. γη, φθείρουν τ’ αγαπητά έργα των κατωγέννητων
  278. ανθρώπων, γεμίζοντάς τα σκόνη και οχληρή ταραχή.
  279. Αφού οι μακάριοι Θεοί εκτέλεσαν το επίπονο έργο
  280. και με βία κανόνισαν τις τιμές γιά τους Τιτάνες,
  281. τότε – κατά τις συμβουλές τής Γαίας – παρότρυναν
  282. τον Ολύμπιο παντεπόπτη Δία να βασιλέψει και ν’
  283. άρχει στους αθάνατους. Εκείνος τους μοίρασε τιμές.
  284. Ο Ζευς, βασιλιάς των Θεών, έλαβε πρώτη ομόκλινη την
  285. Μήτη, που ήξερε τα πιό πολλά μεταξύ Θεών και θνητών
  286. ανθρώπων. Όταν, όμως, έμελλε την γλαυκόφθαλμη Θεά
  287. Αθηνά να γεννήσει, τότε με δόλο εξαπάτησε τον νου της
  288. και με λόγια δελεαστικά, και την έριξε στην κοιλιά του,
  289. κατά τις συμβουλές τής Γαίας και τού έναστρου Ουρανού,
  290. που έτσι συμβούλεψαν, ώστε άλλος να μην έχει βασιλική
  291. τιμή μες στους αθάνατους Θεούς, εκτός από τον Δία,
  292. αφού απ’ αυτήν ήταν πεπρωμένο να γεννηθούν σοφότατα
  293. τέκνα, με πρώτη την γλαυκόφθαλμη Τριτογένεια κόρη, (40)
  294. που ίσα με τον πατέρα της έχει μένος και σκέψη σοφή.
  295. Έπειτα, όμως, έμελλε να γεννήσει παιδί με καρδιά
  296. ισχυρότατη, βασιλιά Θεών και ανθρώπων. Την
  297. πρώτη ο Ζευς πρόφτασε κ’ έριξε στην κοιλιά του,
  298. γιά να του προλέγει η Θεά το αγαθό και το κακό.
  299. Δεύτερη ομόκλινη έλαβε την λαμπρή Θέμιδα, που
  300. γέννησε τις Ώρες – Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη ανθηρή –
  301. που μεριμνούν γιά τα έργα των θνητών ανθρώπων,
  302. και τις Μοίρες, που πολυτίμησε ο σοφός Ζευς –
  303. Κλωθώ, Λάχεση, Άτροπο – που δίνουν τ’ αγαθό
  304. και το κακό γιά να το έχουν οι θνητοί άνθρωποι.
  305. Η Ευρυνόμη με την αξιέραστη όψη, η κόρη τού
  306. Ωκεανού, γέννησε τρεις καλλιπάρειες Χάριτες:
  307. την Αγλαΐα, την Ευφροσύνη, την θελκτική Θάλεια.
  308. Απ’ τα βλέφαρά τους λυσιμελής έρωτας στάλαζε, ενώ
  309. κοιτούσαν. Βλέπουν τ’ ωραίο κάτω απ’ τα φρύδια.
  310. Μετά στην κλίνη τής πολύτροφης Δήμητρας ήρθε, που
  311. γέννησε την λευκοχέρα Περσεφόνη, την οποία άρπαξε
  312. ο Αϊδωνεύς απ’ την μητέρα της. Ο σοφός Ζευς τού την
  313. έδωσε. Έπειτα πάλι την καλλίκομη Μνημοσύνη
  314. ερωτεύτηκε, που γέννησε τις εννέα χρυσοστέφανες
  315. Μούσες, που τους αρέσουν τα συμπόσια κ’ η τέρψη
  316. τής ωδής. Η Λητώ γέννησε τον Απόλλωνα και την
  317. τοξεύτρα Άρτεμη, γόνους πιό ποθητούς απ’ όλους τους
  318. Ουρανίωνες, ερωτοσμίγοντας με τον ασπιδοκράτη Δία.
  319. Τελευταία έκανε σύζυγο την θαλερή Ήρα, που
  320. γέννησε την Ήβη, τον Άρη και την Ειλείθυια,
  321. ερωτοσμίγοντας με τον βασιλιά Θεών και ανθρώπων.
  322. Αυτός απ’ το κεφάλι του γέννησε την γλαυκόφθαλμη
  323. Τριτογένεια, δεινή, θορυβώδη, στρατηλάτισσα, αδάμαστη,
  324. σεβαστή, που την ευχαριστούν θόρυβοι, πόλεμοι, μάχες.
  325. Η Ήρα γέννησε τον ξακουστό Ήφαιστο – χωρίς να (41)
  326. ερωτοσμίξει, αφού θύμωσε και φιλονίκησε με τον σύζυγό
  327. της – στις τέχνες τον πιό έξοχο μεταξύ των Ουρανιώνων.
  328. Απ’ την Αμφιτρίτη και τον βροντόκτυπο Γαιοσείστη
  329. γεννήθηκε ο μέγας Τρίτων, ο μεγαλοδύναμος, κάτοχος
  330. τού θαλάσσιου πυθμένα, δεινός Θεός, που μένει σε χρυσά
  331. δώματα, κοντά στην αγαπητή μητέρα και τον βασιλιά
  332. πατέρα του. Με τον δερματοτρυπητή Άρη η Κυθέρεια (42)
  333. γέννησε τον Φοίβο και τον Δείμο, δεινούς, που των ανδρών
  334. κλονίζουν τις πυκνές φάλαγγες στον παγερό πόλεμο μαζί
  335. με τον πορθητή Άρη και την Αρμονία, που ο μεγάθυμος
  336. Κάδμος πήρε σύζυγο. Στον Δία η Ατλαντίδα Μαία γέννησε
  337. τον ονομαστό Ερμή, κήρυκα των αθανάτων, ανεβαίνοντας
  338. σε κλίνη ιερή. Η Καδμεία Σεμέλη τού γέννησε ένδοξο γιό,
  339. αφού ερωτοσμίξαν, τον πολυευφρόσυνο Διόνυσο,
  340. τον αθάνατο η θνητή. Τώρα αμφότεροι είναι Θεοί.
  341. Η Αλκμήνη γέννησε τον ισχυρό Ηρακλή, με
  342. τον νεφελοσυνάχτη Δία ερωτοσμίγοντας.
  343. Την Αγλαΐα έκανε θαλερή σύζυγό του ο Ήφαιστος,
  344. την νεώτερη των Χαρίτων, ο ξακουστός χωλός.
  345. Ο χρυσοκόμης Διόνυσος την ξανθή Αριάδνη, την
  346. κόρη τού Μίνωα, έκανε θαλερή ομόκλινή του, και
  347. ο Κρονίδης την έκανε αθάνατη και αγέραστη.
  348. Ο δυνατός γιός τής ομορφαστράγαλης Αλκμήνης, ο
  349. ήρωας Ηρακλής, αφού τέλεσε πολύμοχθους άθλους,
  350. πήρε σεβαστή ομόκλινη την Ήβη, παιδί τού μεγάλου
  351. Δία και τής χρυσοπέδιλης Ήρας, στον χιονισμένο
  352. Όλυμπο, ευτυχής που μένει άβλαπτος και αγέραστος
  353. παντοτινά, αφού γιά τους αθάνατους κατόρθωσε έργο
  354. μέγα. Στον ακάματο Ήλιο η ονομαστή Ωκεανίδα
  355. Περσηίς γέννησε την Κίρκη και τον βασιλιά Αιήτη.
  356. Ο Αιήτης, γιός τού ανθρωποφωτιστή Ήλιου, πήρε
  357. σύζυγο την καλλιπάρεια Ιδυία – κόρη τού Ωκεανού,
  358. τέλειου ποταμού – κατά την βούληση των Θεών. (43)
  359. Αυτή, χάρη στην χρυσή Αφροδίτη, τού υποτάχτηκε,
  360. ερωτοσμίξαν και γεννήθηκε η ομορφαστράγαλη Μήδεια.
  361. Χαίρετε τώρα εσείς, που Ολύμπια έχετε δώματα, κ’ εσείς
  362. νησιά, ήπειροι και ο ενδιάμεσος αλμυρός πόντος.
  363. Τώρα, γλυκόφωνες Ολυμπιάδες Μούσες, κόρες τού (44)
  364. ασπιδοκράτη Δία, τραγουδήστε το θεϊκό γένος των
  365. αθάνατων, που πλάγιασε με άνδρες θνητούς και
  366. γέννησε τέκνα, που μοιάζουν με τους Θεούς.
  367. Η Δήμητρα, η ιερότατη Θεά, γέννησε τον Πλούτο –
  368. ερωτοσμίγοντας με τον ευγενή ήρωα Ιάσονα σε
  369. αγρό τρισοργωμένο, στον έφορο τόπο τής Κρήτης –
  370. αυτόν που γυρίζει παντού στην γη και στην ευρεία
  371. επιφάνεια τής θάλασσας, και όποιον τύχει να τον πάρει
  372. στα χέρια του, αυτόν κάνει εύπορο και αγαθά πολλά
  373. τού δίνει. Η Αρμονία, θυγατέρα τής χρυσής Αφροδίτης,
  374. στον Κάδμο γέννησε την Ινώ, την Σεμέλη, την καλλιπάρεια
  375. Αγαυή, την Αυτονόη, που νυμφεύτηκε ο μακρύκομος
  376. Αρισταίος, και τον Πολύδωρο στην καλλιστέφανη Θήβα.
  377. Η Καλλιρόη, κόρη τού Ωκεανού, έσμιξε – σ’ έρωτα τής
  378. πολύχρυσης Αφροδίτης – με τον καρτερόψυχο Χρυσάορα
  379. και γέννησε παιδί, απ’ όλους τους θνητούς το δυνατότερο,
  380. τον Γηρυόνη, που τον σκότωσε ο ισχυρός Ηρακλής γιά
  381. τα στριφτόποδα βόδια, στην θαλασσοζωσμένη Ερύθεια.
  382. Η Ηώς στον Τιθωνό γέννησε τον Μέμνονα, οπλισμένο με
  383. χαλκό, βασιλιά των Αιθιόπων, και τον άνακτα Ημαθίωνα,
  384. αλλά και γιά τον Κέφαλο γέννησε λαμπρό γιό, τον
  385. ισχυρό Φαέθοντα, άνδρα όμοιο με τους Θεούς,
  386. που όντας νέο άνθος τρυφερό τής ένδοξης νεότητας,
  387. παιδί με ψυχή αδύναμη, τον άρπαξε η χαμογελαστή
  388. Αφροδίτη και τον έκανε νυχτερινό νεωκόρο
  389. στον ιερό ναό της, πνεύμα θεϊκό. Κατά την
  390. θέληση των αθάνατων Θεών, την κόρη τού
  391. θεόθρεπτου βασιλιά Αιήτη ο Αισονίδης πήρε
  392. απ’ τον Αιήτη, τελώντας πολύμοχθους άθλους, τους
  393. πολλούς που του πρόσταξε ο μέγας βασιλιάς Πελίας,
  394. αλαζών, υβριστής, ατάσθαλος, κακούργος. Τους
  395. τέλεσε, μόχθησε πολύ, έφτασε στην Ιωλκό πάνω στο
  396. ταχύ πλοίο φέρνοντας την ζωηρόφθαλμη κόρη Μήδεια,
  397. και θαλερή ομόκλινη την έκανε ο Αισονίδης. Αυτή
  398. υποτάχθηκε στον Ιάσωνα, ποιμένα λαών, γέννησε
  399. παιδί, τον Μήδειο, που ο Φιλυρίδης Χείρων έτρεφε
  400. στα όρη, ενώ περατωνόταν το σχέδιο τού μεγάλου (45)
  401. Δία. Αλλά οι κόρες τού Νηρέα, τού ενάλιου γέροντα,
  402. η Ψαμάθη, η ιερότατη Θεά, τον Φώκο γέννησε,
  403. ερωτοσμίγοντας με τον Αιακό χάρη στην χρυσή
  404. Αφροδίτη, κ’ η αργυρόποδη Θεά Θέτις στον Πηλέα
  405. υπέκυψε, γεννώντας τον ορμητικό, λεοντόκαρδο
  406. Αχιλλέα. Η καλλιστέφανη Κυθέρεια γέννησε τον
  407. Αινεία, ερωτοσμίγοντας με τον ήρωα Αγχίση στις
  408. κορυφές τής πολύπτυχης, δασώδους Ίδης.
  409. Η Κίρκη, θυγατέρα τού Υπεριονίδη Ήλιου, γέννησε
  410. τον Άγριο και τον ανδρείο κ’ ισχυρό Λατίνο στου
  411. καρτερόψυχου Οδυσσέα το ερωτοσμίξιμο, γέννησε
  412. και τον Τηλέγονο χάρη στην χρυσή Αφροδίτη.
  413. Αυτοί πολύ μακριά, στον μυχό των ιερών νήσων,
  414. σ’ όλους τους πολυδόξαστους Τυρσηνούς βασίλευαν.
  415. Η ιερότατη Θεά Καλυψώ γέννησε τον Ναυσίθοο και
  416. τον Ναυσίνοο ερωτοσμίγοντας με τον Οδυσσέα.
  417. Αυτές οι αθάνατες πλάγιασαν με θνητούς άνδρες
  418. και γέννησαν τέκνα όμοια προς τους Θεούς.
  419. Τώρα το γυναικείο φύλο τραγουδήστε, γλυκόλογες (46)
  420. Ολυμπιάδες Μούσες, κόρες τού ασπιδοκράτη Δία.
Σχόλια

01:       Ο «Γιός τού Κρόνου» ή «Κρονίδης» είναι ο Δίας, πατέρας Θεών και ανθρώπων.

02:       Οι Μούσες εμπνέουν και διδάσκουν στον ποιητή το άσμα που πρόκειται να συνθέσει. Ο ποιητής καθίσταται «ένθεος» – ένα είδος πνευματικού «υποχείριου» των Μουσών – και μεταφέρει στο κείμενό του την διδασκαλία των Μουσών (Βλέπε και το 10ο σχόλιο).

03:       Ο Ησίοδος ήταν αγρότης και κτηνοτρόφος. Τα σωζόμενα έργα του μάς επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι είχε λάβει αξιόλογη παιδεία και ότι εγκαίρως φρόντισε να καλλιεργήσει αποτελεσματικά το ποιητικό ταλέντο του.

04:       Οι χαρακτηρισμοί «κακιά ντροπή, μόνον κοιλιές» φανερώνουν την απέχθεια τού Ησιόδου έναντι των απαίδευτων ποιμένων και τού απλού βίου τους. Ο ίδιος – αν και ποιμένας, ίσως εξ ανάγκης – ξεφεύγει από τον αγροίκο ποιμενικό βίο και οδηγείται από τις Μούσες στον χώρο τής καλλιτεχνικής δημιουργίας.

05:       Το «σκήπτρο» συμβολίζει την θεϊκή έγκριση και έμπνευση, καθώς και την έναρξη τής ένθεης καλλιτεχνικής δημιουργίας.

06:       Ο λόγος καθίσταται ένθεος χάρη στις Μούσες.

07:       Η έκφραση «γύρω από μία δρυ και μία πέτρα» είναι παροιμιακή. Εννοεί «μέσα στην ερημιά», «μακριά από τους ανθρώπους».

08:       Οι Μούσες εμφανίζονται να τραγουδούν τα «παρόντα και τα μέλλοντα και τα παρελθόντα». Γιά την σχέση μεταξύ παρόντων, μελλόντων και παρελθόντων με τον Θεό, ο Πλούταρχος αναφέρει τα ακόλουθα: «Ο Θεός, λοιπόν, είναι μάντης, και η μαντική τέχνη προβλέπει το μέλλον σε σχέση με τα παρόντα και τα παρελθόντα, αφού κανενός η γένεση δεν είναι αναίτια, ούτε η πρόγνωση άλογη. Επειδή όλα τα παρόντα έπονται των παρελθόντων, και τα μέλλοντα έπονται των παρόντων, και είναι συναρτημένα μεταξύ τους κατά την διαδοχή που από την αρχή φτάνει στο τέλος, αυτός που γνωρίζει να συνδέει μεταξύ τους τις αιτίες και να τις συμπλέκει φυσικά, γνωρίζει καλά να προλέγει τα παρόντα και τα μέλλοντα και τα παρελθόντα, και καλώς ο Όμηρος κατέταξε πρώτα τα παρόντα και έπειτα το μέλλον και το παρελθόν, αφού ο συλλογισμός αρχίζει από το παρόν…».

09:       Η Μούσα Καλλιόπη θεωρείται προστάτιδα των ποιητών, ιδιαιτέρως των επικών. Ο Ησίοδος την προβάλλει ως «σύντροφο των σεβαστών βασιλιάδων», προφανώς γιά να δηλώσει ότι επιτυχημένος είναι εκείνος ο άρχοντας, ο οποίος κατέχει την τέχνη τού ωραίου – άρα πειστικού και αποτελεσματικού – προφορικού λόγου.

10:       Οι Μούσες και ο Θεός Απόλλων είναι προστάτες και εμπνευστές «των αοιδών και των κιθαριστών». Ο Πλάτων, στον σωκρατικό διάλογό του που ονομάζεται «Ίων», ασχολήθηκε με το θέμα τής «θεϊκής έμπνευσης» των ποιητών και των αοιδών. Σ’ αυτό το έργο, τον φιλόσοφο Σωκράτη απασχολεί έντονα το ερώτημα αν ένα ποιητικό έργο είναι το συνειδητό δημιούργημα τού ίδιου τού ποιητή ή αν ο ποιητής απλώς αποτελεί τον ενδιάμεσο (medium) μεταξύ τής Μούσας – τής θεϊκής δύναμης που τον ενέπνευσε, καθιστώντας τον ένθεο – και των ακροατών του. Η δεδομένη αδυναμία πολλών και διασήμων ποιητών να εξηγήσουν με επάρκεια, ενάργεια και πειστικότητα τα βαθύτερα νοήματα των στίχων τους οδηγεί τον φιλόσοφο στο συμπέρασμα ότι αυτή η κατηγορία δημιουργών (ποιητές, αοιδοί, κιθαριστές) υπόκειται προφανώς στην επίδραση κάποιου φυσικού χαρίσματος ή κάποιου θεϊκού δώρου.

11:       Η ιδέα των «διογενών» βασιλιάδων – δηλαδή των θνητών, που θεωρούνταν απόγονοι τού Θεού και ως εκ τούτου μοναδικοί εκπρόσωποί του επί τής γης και απόλυτοι εξουσιαστές τού λαού – είναι πανάρχαια και διαχρονική. Ας μην ξεχνούμε ότι ο αυτοκράτορας τής Ιαπωνίας αρνήθηκε την θεϊκή ιδιότητά του μόλις μετά από την λήξη τού Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ μέχρι σήμερα πολλοί βασιλιάδες πολιτισμένων και δημοκρατικών κρατών κατέχουν το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα «ελέω Θεού» ή «θεία χάριτι».

12:       Η ησιόδεια Κοσμογονία ξεκινά από το Χάος, τού οποίου η σημασία δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένη. Εφόσον, όμως, το Χάος «έγινε» ή «γεννήθηκε», εύλογα μπορούμε ν’ αναρωτηθούμε: από ποιόν;

13:       Ο Έρως γεννιέται μετά από την Γαία. Η ακατανίκητη δύναμη και η τεράστια επιρροή του – τόσο επί των θνητών, όσο και επί των αθανάτων – είναι αντικείμενο μελέτης και θαυμασμού πολλών αρχαίων (και νεωτέρων) ποιητών και φιλοσόφων.

14:       Αφού ο Ησίοδος υποστηρίζει ότι ο Ουρανός είναι «ίσος» με την Γαία, «ώστε να την καλύπτει από παντού», τότε είναι βέβαιο ότι ο ποιητής μας θεωρούσε την Γη επίπεδη.

15:       Η Γαία γέννησε τον Πόντο «χωρίς ποθητή συνεύρεση». Γι’ αυτή την ησιόδεια διευκρίνιση έχουν προταθεί διάφορες εξηγήσεις. Κάποιοι σχολιαστές τονίζουν την αρχαιότητα τής πίστης στην παρθενική σύλληψη, άλλοι υποστηρίζουν ότι ο ποιητής υπαινίσσεται την ακαταλληλότητα τού αλμυρού (θαλασσινού) νερού ως προς την διατήρηση τής επίγειας ζωής, ενώ άλλοι θεωρούν ότι εδώ τονίζεται η δυνατότητα τής Γαίας να γεννά ένα πλήθος αγαθών χωρίς την μεσολάβηση κάποιου γονιμοποιού. Νομίζω ότι η «γέννηση χωρίς συνεύρεση» υποδηλώνει την «εκπόρευση» τού ύδατος από την γη, δηλαδή την εκπήγασή του από τα σπλάχνα της, και όχι την γέννησή του μετά από συνεύρεση τής γης με κάποιο τρίτο στοιχείο.

16:       Ο ποιητής ετυμολογεί τον όρο «Κύκλωπες» από το επίθετο «κυκλοτερής».

17:       «Μήδεα» και «μέδεα» και «μέζεα» είναι τα γεννητικά όργανα τού άρρενος.

18:       Ο ποιητής ετυμολογεί τον όρο «Τιτάνες» από το ρήμα «τιταίνω», που σημαίνει «τείνω, τανύω, τεντώνω, τανύζω».

19:       Γιά την παρθενική σύλληψη των τέκνων τής Νύχτας ισχύουν όσα γράφονται στο 15ο σχόλιο γιά την εκπήγαση τού Πόντου από την Γαία.

20:       Κατά τον Ησίοδο, ο ενάλιος Νηρέας «ονομάζεται γέροντας» επειδή είναι φιλαλήθης και αψευδής, ενώ συμπεριφέρεται φρόνιμα, συνετά και ήπια, όπως οι αξιοπρεπείς γέροντες.

21:       «Κυανοχαίτης» είναι ο Ποσειδών.

22:       Το όνομα «Χρυσάωρ» προέρχεται από τις λέξεις «χρυσός» και «άορ». Η δεύτερη σημαίνει το «σπαθί». Το όνομα «Πήγασος» προέρχεται από την λέξη «πηγή».

23:       Τα «Άριμα» ήταν μυθικός τόπος τής Ασίας.

24:       Οφείλουμε να συμφωνήσουμε ότι αυτό, που υποστηρίζει ο ποιητής, είναι όντως «δύσκολο». Όμως, άλλο τόσο δύσκολο – και άστοχο και ανιαρό – θα ήταν ν’ αναφερθούν όλα τούτα τα ονόματα μέσα στους στίχους ενός έπους.

25:       Η περί «αθλημάτων» και «αγώνων» αναφορά τού Ησιόδου επιβεβαιώνει την άποψη ότι ο αθλητισμός ήταν πανάρχαιο και σημαντικότατο στοιχείο τού ελληνικού πολιτισμού, ενώ η νίκη στους αθλητικούς αγώνες συνοδευόταν ανέκαθεν από κοινωνική αναγνώριση και καταξίωση.

26:       «Γλαυκή» είναι η θάλασσα.

27:       «Αιγαίο» ή «Αργαίο» ονομαζόταν το όρος όπου γεννήθηκε ο Ζευς. Βρισκόταν κοντά στην πόλη Λύκτο τής Κρήτης, δηλαδή στην Δίκτη.

28:       Οι απόψεις τού Ησιόδου γιά την θνητή γυναίκα – την οποία σαφώς διαχωρίζει από την Θεά ή την κατά χάρη Θεά, άξια κάθε τιμής, λατρείας και σεβασμού – δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτικές γιά το ωραίο φύλο. Αν και ο ποιητής αναγνωρίζει ότι ο άγαμος βίος δεν είναι καλή λύση, ωστόσο επιμένει ότι η εξεύρεση σωστής συζύγου είναι μία εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση και σπανίως στέφεται από επιτυχία (Βλέπε και τα σχόλια 33 και 34, αλλά και το σχόλιο 46).

29:       Το γίγνεσθαι βρίσκεται υπό την συνεχή εποπτεία τού Δία. Τίποτε δεν συμβαίνει χωρίς την θέληση τού μεγάλου Θεού ή εκτός των πλαισίων τού σχεδίου του, ακόμη και αν αυτό δεν γίνεται απευθείας αντιληπτό από τους θνητούς (Βλέπε και το 45ο σχόλιο).

30:       «Μελία» ονομάζεται το φυτό μέλεγος ή φράξος ή φράξα ή φλαμούρι ή φλαμουριά. Στον συγκεκριμένο στίχο η χρήση τής λέξης «μελίες» επιδέχεται διάφορες ερμηνείες. Στην συνέχεια παρατίθενται οι τρεις σημαντικότερες. Πρώτη: με αυτόν τον όρο υπονοούνται οι άνθρωποι, των οποίων το γένος προήλθε από το δέντρο τής μελίας (Ησύχιος). Δεύτερη: ο όρος αναφέρεται στους πολεμοχαρείς ανθρώπους, επειδή από το ξύλο τής μελίας κατασκευάζονταν τα πολεμικά δόρατα. Τρίτη: ο όρος αναφέρεται στο ίδιο το δέντρο, επειδή ο Δίας έστελνε στους ανθρώπους το πυρ μέσω των κεραυνών του, οι οποίοι χτυπούσαν και έκαιγαν τις μελίες.

31:       Σε «κοίλο νάρθηκα», δηλαδή σε «κούφιο καλάμι».

32:       Ο «ξακουστός Χωλός» είναι ο Θεός Ήφαιστος.

33:       Η θνητή γυναίκα χαρακτηρίζεται «όμορφο κακό», δηλαδή «παγίδα». Εμφανίζεται στους ανθρώπους ως κάτι «αγαθό», αλλά κρύβει μέσα της την εκδίκηση τού Δία. Γι’ αυτό πιό κάτω αποκαλείται «τέλειος δόλος».

34:       Η αγαμία τού άνδρα δεν κρίνεται ως η καλύτερη λύση γιά το πρόβλημα «γυναίκα». Ο Δίας εκδικήθηκε τους άνδρες κατά τρόπο τέλειο: είτε με τον ένα (γάμος) είτε με τον άλλον (αγαμία) τρόπο υφίστανται την προβλεπόμενη τιμωρία. Το ησιόδειο σκεπτικό εμφανίζει πολλά κοινά σημεία με το καλούμενο «προπατορικό αμάρτημα», τα αίτια και τις συνέπειές του.

35:       Το «παιδί τού Ιαπετού» είναι ο Άτλας.

36:       Θεωρώ ότι στην παραπλανητική συμπεριφορά τού «δεινού κυνός» – ο οποίος «σείει μαζί την ουρά και τα δύο αυτιά του» βλέποντας τους εισερχόμενους στον Άδη, ενώ είναι πάντοτε πρόθυμος να κατασπαράξει όποιον απ’ αυτούς αποπειραθεί να διαφύγει από το βασίλειο των νεκρών – βασίζεται η πολύ μεταγενέστερη σύλληψη τής ρήσης «Καλώς ήλθατε στην Κόλαση» (αγγλιστί: «Welcome to Hell»), μαζί με τους ποικίλους συνειρμούς της και όσα ευτράπελα και φρικτά και αμφιλεγόμενα νοήματα την ακολουθούν, τόσο στον χώρο τής λογοτεχνίας, όσο και στον χώρο τού θεάματος και τής μουσικής.

37:       Κατά τον Ησίοδο, ο Ωκεανός στρέφει μόνος του το ρεύμα του προς τα πίσω, πισωκυλά, και γι’ αυτόν τον λόγο ονομάζεται «τέλειος ποταμός» (Βλέπε και το 43ο σχόλιο).

38:       Ο νεοελληνικός όρος «σκυλάκι» αποδίδει τον αρχαιοελληνικό όρο «σκύλαξ», ο οποίος σημαίνει το «νεογνό τού κυνός» ή «κουτάβι». Σε άλλα σημεία τού νεοελληνικού κειμένου διατηρώ αμετάφραστο (σε όλες τις πτώσεις) τον αρχαιοελληνικό όρο «κύων», που σημαίνει τον «σκύλο».

39:       Ο όρος «Αργεστοζέφυρος» προέρχεται από τις λέξεις «αργεστής» (που σημαίνει όποιον «ποιεί αιθρία», δηλαδή όποιον κάνει ανέφελο και καθαρό τον ουρανό) και «ζέφυρος» (που είναι ο δυτικός άνεμος, γνωστός και ως «πουνέντες»). Ο «Αργεστοζέφυρος» είναι ένας από τους καλούμενους «μέσους ανέμους». Είναι γνωστός και ως «πουνέντε-μαΐστρος».

40:       «Τριτογένεια» επονομαζόταν η Θεά Αθηνά. Ο Πλούταρχος διασώζει ένα στοιχείο από την πυθαγόρεια διδασκαλία, όπου αυτή η επωνυμία τής Θεάς συνδέεται με την Γεωμετρία: «Οι Πυθαγόρειοι κόσμησαν τους αριθμούς και τα σχήματα με προσηγορίες Θεών, γι’ αυτό και το ισόπλευρο τρίγωνο αποκαλούσαν κορυφογενή και τριτογένεια Αθηνά, αφού διαιρείται από τις τρεις καθέτους που ξεκινούν από τις τρεις γωνίες…».

41:       Η εξήγηση τής παρθενικής σύλληψης τού Ηφαίστου από την Ήρα πρέπει ν’ αναζητηθεί όπου και οι ανάλογες των σχολίων 15 και 19.

42:       Ο Άρης αποκαλείται «δερματοτρυπητής» επειδή κατά τον πόλεμο τρυπιούνται τ’ ανθρώπινα σώματα (ξεκινώντας από το δέρμα) και οι δερμάτινες ασπίδες από τα αιχμηρά όπλα.

43:       Ο Ωκεανός είναι «τέλειος ποταμός» επειδή αναρρέει, επειδή μόνος του στρέφει προς τα πίσω το ρεύμα του (Βλέπε και το 37ο σχόλιο).

44:       Σ’ αυτόν τον στίχο εντοπίζεται η αρχή τής «Ηρωογονίας», η οποία αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα τής «Θεογονίας».

45:       Ο ποιητής τονίζει επανειλημμένα ότι κανένα τεκταινόμενο δεν διαφεύγει τής προσοχής τού Δία και τίποτε δεν γίνεται χωρίς την θέλησή του. Τα πάντα εξελίσσονται σύμφωνα με τα σοφά σχέδια τού πατέρα των Θεών και των ανθρώπων.

46:       Στο σημείο αυτό ξεκινά το ησιόδειο έπος που ονομάζεται «Ηοίες» και σώζεται σε αποσπασματική μορφή. Στους στίχους, που έφτασαν μέχρι τις ημέρες μας, οι φιλόλογοι εντοπίζουν αναμνήσεις από την πανάρχαια περίοδο τής μητριαρχίας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Α΄

……….Μία πολύ διαφορετική άποψη – όχι πλέον μυθολογική, αλλά εμφανώς φιλοσοφική – γιά την γέννηση των Θεών και την δημιουργία τού Κόσμου συναντούμε στον πλατωνικό «Τίμαιο» (βλέπε και στο παράρτημα Δ΄), από τον οποίο παρατίθενται σε μετάφραση τα ακόλουθα ενδιαφέροντα αποσπάσματα.

α. Ο Κόσμος και ο Δημιουργός του

……….«Κατά την γνώμη μου, λοιπόν, πρέπει πρώτα να γίνει η εξής διάκριση: τι είναι το παντοτινά ον, που δεν έχει γένεση, και τι το παντοτινά γιγνόμενο και ουδέποτε ον; Το πρώτο είναι αντιληπτό με την έλλογη νόηση, όντας πάντοτε αμετάβλητο. Το δεύτερο εννοείται με την γνώμη και την άλογη αίσθηση, καθώς γίνεται και χάνεται, ουδέποτε όντας πραγματικά υπαρκτό. Καθετί που γίνεται, αναγκαστικά γίνεται από κάποιο αίτιο. Τίποτε δεν γνωρίζει την γένεση χωρίς αίτιο. Όταν, λοιπόν, ο δημιουργός είναι σταθερά προσηλωμένος στο αμετάβλητο – και αποδίδει την μορφή και την δύναμή του χρησιμοποιώντας ένα τέτοιο υπόδειγμα – κάθε τέτοιο αποτέλεσμα θα είναι αναγκαστικά ωραίο. Όταν, όμως, προσηλωθεί σε κάτι που έχει γίνει, όταν χρησιμοποιήσει υπόδειγμα που έχει γεννηθεί, δεν θα είναι ωραίο το αποτέλεσμα. Γιά ολόκληρο, λοιπόν, τον ουρανό – ή κόσμο ή κάτι άλλο, οποιαδήποτε ονομασία θα του ταίριαζε περισσότερο – ας σκεφτούμε πρώτα, όπως πρέπει να γίνεται κατ’ αρχήν σε όλα τα θέματα, αν υπήρχε πάντοτε, μη έχοντας ουδεμία αρχή γένεσης, ή αν έχει γίνει, ξεκινώντας από κάποια αρχή. Έχει γίνει, γιατί είναι ορατός και απτός και έχει σώμα, και όλα τούτα είναι αισθητά, και τα αισθητά – όσα γίνονται αντιληπτά με την γνώμη και την αίσθηση – είναι μεταβαλλόμενα και έχουν γεννηθεί. Είπαμε ότι αυτό που έγινε, έγινε αναγκαστικά από κάποιο αίτιο. Είναι, λοιπόν, εργώδες να βρεθεί ο ποιητής και πατέρας αυτού τού σύμπαντος και – αν βρεθεί – είναι αδύνατο να φανερωθεί σε όλους…».

β. Ο Δημιουργός

……….«Ας πούμε, τώρα, γιά ποιά αιτία ο πλάστης συνέθεσε την γένεση και αυτό το σύμπαν. Ήταν αγαθός και μέσα στον αγαθό δεν γεννιέται ποτέ, κανείς φθόνος, γιά τίποτε. Αφού ο φθόνος βρίσκεται εκτός αυτού, ο αγαθός θέλησε τα πάντα να γίνουν όσο πιό παραπλήσια γίνεται προς τον εαυτό του. Αυτή την εγκυρότερη αρχή τής γένεσης και τού κόσμου ορθότατα θ’ αποδεχόταν κάποιος, αν άκουγε τους εχέφρονες ανθρώπους. Ο Θεός, θέλοντας τα πάντα να είναι αγαθά και τίποτε – στο μέτρο τού δυνατού – να μην είναι φαύλο, παρέλαβε καθετί που ήταν ορατό, ανήσυχο και κινούμενο πλημμελώς και ατάκτως, το εισήγαγε από την αταξία στην τάξη, θεωρώντας ότι η τάξη είναι από κάθε άποψη καλύτερη τής αταξίας. Στον άριστο δεν επιτρεπόταν ούτε επιτρέπεται να κάνει κάτι άλλο, παρά το κάλλιστο. Συλλογιζόμενος, λοιπόν, βρήκε ότι – μεταξύ των κατά φύση ορατών – ένα ανόητο σύνολο δεν θα ήταν ποτέ ωραιότερο από ένα σύνολο με νου, αλλά και ότι είναι αδύνατο να υπάρξει νους χωρίς ψυχή. Εξαιτίας αυτού τού συλλογισμού, συνέθεσε το σύμπαν θέτοντας νου στην ψυχή και ψυχή στο σώμα, θεωρώντας ότι το έργο του θα ήταν το κάλλιστο και άριστο μέσα στην φύση. Σύμφωνα με την εύλογη πιθανότητα, πρέπει να πούμε ότι αυτός ο κόσμος είναι έμψυχος, ζωντανός, έννους και ότι έγινε αληθινά χάρη στην πρόνοια τού Θεού…».

γ. Ο Θεός-Δημιουργός και οι Θεοί-Δημιουργήματα

……….«Την μορφή τού θεϊκού γένους την επεξεργάστηκε, ως επί το πλείστον, με πυρ, γιά να είναι η λαμπρότατη και κάλλιστη στην θέα και – προσομοιάζοντάς την στο σύμπαν – την έκανε τελείως κυκλική, της έδωσε κυρίαρχη φρόνηση γιά ν’ ακολουθεί το σύμπαν, κατένειμε τους Θεούς κυκλικά σε όλον τον ουρανό, ώστε αυτός να είναι εξολοκλήρου κόσμος αληθινά στολισμένος. Στον καθένα προσέδωσε δύο κινήσεις: η μία γίνεται στον ίδιο τόπο με τον ίδιο τρόπο – αφού διανοείται με τον εαυτό του, το ίδιο, γιά τα ίδια πράγματα – και η άλλη προς τα εμπρός, υπό την κυριαρχία τού αμετάβλητου και ομοιόμορφου. Ως προς τις άλλες πέντε κινήσεις, έγιναν ακίνητοι και σταθεροί, ώστε καθένας τους να γίνει άριστος κατά το δυνατόν. Από αυτή την αιτία έγιναν οι απλανείς αστέρες, ζωντανά θεϊκά όντα και αΐδια και παντοτινά παραμένοντα σε περιστροφή, με τον ίδιο τρόπο, στον ίδιο τόπο. Οι τρεπόμενοι αστέρες – εκείνοι που περιπλανώνται – έγιναν σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν προηγουμένως. Πρώτη και πρεσβυτάτη, μεταξύ των Θεών που έγιναν εντός τού ουρανού, είναι η Γη, η τροφός μας, τυλιγμένη γύρω από τον τεταμένο άξονα που διαπερνά το σύμπαν, κατασκευασμένη ως φύλακας και δημιουργός τής νύχτας και τής ημέρας. Ματαιοπονία θα ήταν – χωρίς κάποιος να έχει ενώπιόν του απομιμήσεις όλων αυτών – να πει γιά τους χορούς των άστρων, γιά τις συνόδους τους, γιά τις επανακυκλήσεις και τις επιταχύνσεις των τροχιών τους, γιά τους Θεούς που αλληλοπροσεγγίζονται και αλληλοαντιτίθενται κατά τις συζυγίες τους, γι’ αυτούς που κάποτε προσπερνούν άλλους, γι’ αυτούς που καλύπτονται και πάλι εμφανίζονται, πέμποντας σ’ εκείνους, που δεν δύνανται να συλλογιστούν, φόβους και σημεία γιά όσα μέλλονται να γίνουν. Επαρκώς, όμως, μιλήσαμε γι’ αυτά, και ας πάρει τέλος η συζήτηση γιά την φύση των ορατών και γεννημένων Θεών.

……….Ξεπερνά τις δυνάμεις μας να διηγηθούμε και να γνωρίσουμε την γένεση των άλλων δαιμόνων. Ας πειστούμε σε όσους μίλησαν παλαιότερα, αυτούς που ήταν απόγονοι Θεών – όπως είπαν – και σαφώς γνώριζαν τους προγόνους τους, γιατί είναι αδύνατο να μην πιστεύουμε τα παιδιά των Θεών, αν και μιλούν χωρίς πιθανές και αναγκαίες αποδείξεις. Ακολουθώντας τον νόμο, ας πιστέψουμε τις εξαγγελίες τους γιά τα οικογενειακά τους, και έτσι ας είναι – όπως θα πούμε – η κατ’ εκείνους γένεση αυτών των Θεών. Από την Γη και τον Ουρανό γεννήθηκαν δύο παιδιά: ο Ωκεανός και η Τηθύς. Από αυτούς ο Φόρκυς, ο Κρόνος, η Ρέα και η συντροφιά τους. Από τον Κρόνο και την Ρέα ο Ζευς, η Ήρα και πάντες όσοι λέγονται αδελφοί αυτών. Από αυτούς πάλι άλλοι απόγονοι.

……….Αφού, λοιπόν, γεννήθηκαν όλοι οι Θεοί, όσοι φανερά περιπολούν και όσοι εμφανίζονται εφόσον το θελήσουν, είπε σ’ αυτούς εκείνος που γέννησε αυτό εδώ το σύμπαν: «Θεοί Θεών, τα έργα – των οποίων είμαι δημιουργός και πατέρας – έχουν γίνει αδιάλυτα, αν εγώ δεν θελήσω να τα διαλύσω. Διαλύεται, βέβαια, καθετί δεμένο, αλλά είναι κακός όποιος θέλει να διαλύσει κάτι που καλά συναρμολογήθηκε και καλά κρατιέται. Γι’ αυτόν τον λόγο και επειδή εσείς έχετε γεννηθεί – άρα δεν είστε καθόλου αθάνατοι ούτε αδιάλυτοι – δεν θα διαλυθείτε, ούτε θα έχετε μοίρα θανάτου, αφού έχετε την δική μου βούληση, μείζονα δεσμό και κυριότερο από εκείνους, με τους οποίους συνδεθήκατε κατά την γένεσή σας. Μάθετε τώρα, λοιπόν, αυτό που σας λέω και σας ανακοινώνω: υπολείπονται ακόμη τρία θνητά, αγέννητα γένη. Ο ουρανός θα είναι ατελής, αν δεν γίνουν, γιατί δεν θα ενέχει άπαντα τα γένη των ζωντανών, όπως πρέπει, αν μέλλει να είναι επαρκώς τέλειος. Αν αυτά γίνονταν από εμένα και μετείχαν στον βίο, θα εξισώνονταν με τους Θεούς. Γιά να είναι αυτά, λοιπόν, θνητά και τούτο το σύμπαν να είναι όντως πλήρες, τραπείτε εσείς – κατά την φύση σας – προς την δημιουργία των ζωντανών, μιμούμενοι την δική μου δύναμη κατά την γένεσή σας. Και εφόσον ταιριάζει σε κάποιο μέρος τους να είναι ομώνυμο με τους αθάνατους – να λέγεται θεϊκό, να ηγεμονεύει σε όσα απ’ αυτά θέλουν ν’ ακολουθούν πάντοτε την δικαιοσύνη κ’ εσάς – εγώ θα το σπείρω, θα του δώσω ύπαρξη και θα σας το παραδώσω. Τα υπόλοιπα εσείς. Συνυφαίνοντας το αθάνατο και το θνητό, επεξεργαστείτε τα ζωντανά και γεννήστε τα, αυξήστε τα δίνοντάς τους τροφή και δεχτείτε τα πάλι πίσω όταν φθίνουν…».

δ. Η αναγκαία και η θεία αιτία

……….«Όλα τούτα, λοιπόν, έτσι κατασκευάστηκαν εξ ανάγκης, και σ’ αυτή την κατάσταση τα παρέλαβε ο δημιουργός τού κάλλιστου και άριστου όντος, όταν γέννησε τον αυτάρκη και τελειότατο Θεό, χρησιμοποιώντας ως υπηρέτριες τις αιτίες που τα ορίζουν, αλλά αναλαμβάνοντας ο ίδιος το καθήκον τού αρχιτέκτονα και προσδίδοντας το καλό σε όλα τα γινόμενα. Γι’ αυτό πρέπει να καθορίσουμε δύο είδη αιτίας: την αναγκαία και την θεία.

……….Την θεία αιτία πρέπει να την αναζητήσουμε παντού, γιά ν’ αποκτήσουμε ευδαίμονα βίο, όσον επιδέχεται η φύση μας, ενώ την αναγκαία αιτία χάριν τής θείας, αναλογιζόμενοι ότι χωρίς τις αναγκαίες αιτίες αδυνατούμε να κατανοήσουμε ξεχωριστά, να αποκτήσουμε, ή με άλλον τρόπο να μετάσχουμε σ’ εκείνα, τα οποία μελετούμε. Τώρα λοιπόν, που βρίσκονται ξεχωρισμένα ενώπιόν μας τα δύο είδη των αιτίων – όπως στους τέκτονες τα υλικά τους – πρέπει να συνυφάνουμε τον υπόλοιπο λόγο μας με αυτά, επανερχόμενοι γιά λίγο στην αρχή και πορευόμενοι ταχέως τον ίδιο δρόμο που μας έφερε εδώ…».

ε. Η ψυχή

……….«Με τον ίδιο τρόπο η ψυχή δέχεται πολλή κακία εξαιτίας τού σώματος. Όταν τα όξινα και αλμυρά φλέγματα ή οι πικροί και χολώδεις χυμοί περιπλανηθούν μέσα στο σώμα και δεν βρουν διέξοδο, συμπιέζονται μέσα του, ανακατώνονται και εκλύουν τους ατμούς τους στην περιφορά τής ψυχής, γεννώντας παντός είδους ψυχικά νοσήματα, μεγαλύτερα και μικρότερα και λιγότερα και περισσότερα. Καταφτάνοντας στις τρεις θέσεις τής ψυχής, επιφέρουν κάθε είδους δυστροπία και δυσθυμία, ποικίλες θρασύτητες και δειλίες, και ακόμη λήθη και δυσμάθεια. Επιπλέον, όταν άνθρωποι με τόσο κακές ψυχές συγκροτήσουν κακές πολιτείες, μιλώντας κακότροπα τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο βίο τής πόλης, και μη παίρνοντας από τα χρόνια τής νεότητας κανενός είδους μαθήματα που να λειτουργούν θεραπευτικά, τότε όλοι οι κακοί γινόμαστε κακοί εντελώς ακούσια και γιά δύο λόγους. Πάντοτε υπαίτιοι γι’ αυτά είναι περισσότερο οι γονείς από τους απογόνους, και οι ανατρέφοντες από τους ανατρεφομένους. Ας είμαστε πρόθυμοι, λοιπόν, όπως καθένας μας δύναται, ν’ αποφεύγουμε την κακία και να επιδιώκουμε το αντίθετό της μέσω τής σωστής ανατροφής, των επαγγελματικών ενασχολήσεων και των μαθημάτων. Αυτά, όμως, θα συζητηθούν με άλλον τρόπο…».

στ. Η ψυχή και το σώμα

……….«Ομοίως ας εννοήσουμε και το σύνθετο κατασκεύασμα που αποκαλούμε ζώο. Όταν η ψυχή του είναι ανώτερη από το σώμα, αυτή εξανίσταται, το διασείει ολόκληρο από μέσα, και το γεμίζει νόσους, ενώ όταν επιδίδεται στην μάθηση και στην αναζήτηση, το καταστρέφει. Όταν αυτή ασχολείται με δημόσιες και ιδιωτικές διδασκαλίες και λογομαχίες, το καθιστά διάπυρο με τις έριδες και τις φιλονικίες, το διασαλεύει, τού προκαλεί ρευματισμούς και εξαπατά τους περισσότερους από τους λεγόμενους ιατρούς, κάνοντάς τους να θεωρούν ως υπαίτια τα αναίτια. Όταν, πάλι, ένα μεγάλο σώμα, ισχυρότερο από την ψυχή, συμφύεται με μικρή και ασθενική διάνοια – επειδή η φύση έδωσε δύο ειδών επιθυμίες στους ανθρώπους, την τροφή γιά το σώμα, και την φρόνηση γιά το θεϊκότερο μέρος μας – οι κινήσεις τού ισχυροτέρου επικρατούν και αυξάνουν το δικό του μέρος, αφήνοντας κωφή, δυσμαθή και αμνήμονα την ψυχή, απεργαζόμενες την μέγιστη νόσο, την αμάθεια…».

ζ. Ο δαίμονας

……….«Πρέπει, επίσης, να κατανοήσουμε ότι το κυρίαρχο είδος ψυχής – που ο Θεός έδωσε στον καθένα μας – είναι ένας δαίμονας, αυτός που είπαμε ότι κατοικεί στην κορυφή τού σώματός μας και μας ανυψώνει από την Γη προς την ουράνια συγγένεια, σαν να είμαστε όχι γήινα, αλλά ουράνια φυτά, όπως ορθότατα λέμε…».

η. Η μετεμψύχωση

……….«Όσοι από τους άνδρες τής πρώτης γενιάς ήταν δειλοί και πέρασαν με αδικίες τον βίο τους, σύμφωνα με το ευλόγως πιθανό μετατράπηκαν σε γυναίκες κατά την δεύτερη γένεσή τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, σ’ εκείνη την χρονική στιγμή, οι Θεοί έπλασαν τον έρωτα τής συνουσίας, φτιάχνοντας δύο έμψυχα ζωντανά, το ένα μέσα μας και το άλλο μέσα στις γυναίκες. Καθένα τους πλάστηκε με τον παρακάτω τρόπο: στην έξοδο τού ποτού – απ’ όπου αποβάλλεται το πόσιμο, όταν πιέζεται από τον αέρα, αφού περάσει από τον πνεύμονα, κάτω από τα νεφρά, και από την κύστη – οι Θεοί έκαναν μία τρύπα, η οποία οδηγεί στον συμπαγή μυελό, που κατέρχεται από την κεφαλή, κατά μήκος τού αυχένα και τής ράχης, αυτόν που προηγουμένως ονομάσαμε σπέρμα. Ο μυελός – όντας έμψυχος και έχοντας βρει οδό αναπνοής – ενέβαλε την ζωτική επιθυμία τής εκροής στο μέρος από το οποίο ανέπνευσε, συντελώντας τον γενετήσιο έρωτα. Γι’ αυτό η φύση των ανδρικών αιδοίων έγινε ανυπάκουη και αυταρχική, σαν ζωντανό που δεν υπακούει στην λογική, επιχειρώντας να επικρατήσει σε όλα με οιστρώδεις επιθυμίες.

……….Στις γυναίκες, τώρα, γιά τους ίδιους λόγους, οι λεγόμενες μήτρες και υστέρες – ζωντανά που βρίσκονται μέσα τους και επιθυμούν την παιδοποιία – όταν γιά πολύ χρόνο παραμείνουν άκαρπες, ενώ είναι ώριμες, δυσανασχετούν, αγανακτούν, περιπλανιούνται παντού μέσα στο σώμα, αποφράττουν τις διεξόδους τού αέρα, δεν επιτρέπουν την αναπνοή, οδηγούν στην έσχατη απελπισία και παρέχουν άλλες, παντός είδους νόσους, μέχρι να συνευρεθούν η επιθυμία και ο έρωτας των δύο πλευρών, σαν να δρέπουν μαζί καρπό από δέντρο. Τότε στην γόνιμη γη τής μήτρας σπέρνουν αόρατα – λόγω τού μικρού μεγέθους τους – και αδιάπλαστα ζωντανά, τα διαχωρίζουν, τα διατρέφουν μέσα της και τα μεγαλώνουν. Μετά από αυτά, τα φέρνουν στο φως, συντελώντας την γένεση των ζωντανών. Έτσι, λοιπόν, έγιναν οι γυναίκες και κάθε θηλυκό.

……….Το γένος των πτηνών, που αντί γιά τρίχες βγάζει φτερά, είναι μετασχηματισμός των άκακων αλλά ελαφρόμυαλων ανδρών, που ενδιαφέρονταν γιά τα μετεωρολογικά φαινόμενα, αλλά – λόγω βλακείας – θεωρούσαν βεβαιότατες τις αποδείξεις που τους παρείχε η όραση γιά τα φαινόμενα αυτά. Τα θηρία τής ξηράς έγιναν από εκείνους που ποτέ δεν έκαναν χρήση τής φιλοσοφίας, ούτε ερεύνησαν ποτέ την φύση τού ουρανού, επειδή ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τις περιφορές τού εγκεφάλου τους, αλλά ακολούθησαν την ηγεμονία των μερών τής ψυχής που βρίσκονται στα στήθη. Λόγω αυτών των ασχολιών, στράφηκαν προς την συγγενή τους γιά να στηριχτούν, κατεβάζοντας τα εμπρόσθια μέλη και τις κεφαλές τους προς την Γη. Οι κορυφές τους επιμηκύνθηκαν και έλαβαν ποικίλα σχήματα, ενώ οι περιφορές καθενός τους συνθλίφτηκαν από την αργία. Γι’ αυτόν τον λόγο, το γένος τους έγινε τετράποδο και πολύποδο, αφού ο Θεός έδωσε περισσότερες βάσεις στους περισσότερο άφρονες, ώστε καλλίτερα να συνδέονται με την Γη. Μάλιστα στα αφρονέστατα αυτού τού γένους, που τείνουν προς την Γη με ολόκληρο το σώμα τους, επειδή δεν χρειάζονταν πιά πόδια, τα γέννησε άποδα και έρποντα επάνω στην Γη.

……….Το τέταρτο, ένυδρο γένος έγινε από τους πλέον ανόητους και αμαθείς ανθρώπους, που – όταν μεταπλάστηκαν από τους Θεούς – δεν αξιώθηκαν να έχουν ούτε καθαρή αναπνοή, αφού είχαν ακάθαρτη ψυχή, γεμάτη από αμαρτήματα, και αντί ν’ αναπνέουν ελαφρό και καθαρό αέρα, σπρώχτηκαν στην θολερή και βαθιά αναπνοή των υδάτων. Απ’ αυτούς έγινε το γένος απάντων των ιχθύων και των οστρακοειδών και όσων ένυδρων υπάρχουν, και έλαβαν την έσχατη κατοικία ως αντίτιμο τής έσχατης αμάθειας. Σύμφωνα με όλα αυτά, τότε και τώρα τα ζωντανά αλλάζουν μορφές μεταξύ τους, μεταβαλλόμενα ως προς την αποβολή και την πρόσκτηση νου και άνοιας…».

θ. Τα χαρακτηριστικά τού Κόσμου

……….«Επιτέλους, ας πούμε τώρα ότι κατέχουμε, πιά, την εξιστόρηση γιά το σύμπαν. Συμπεριλαμβάνοντας τα θνητά και τα αθάνατα ζωντανά, αυτός ο κόσμος έτσι συμπληρώθηκε. Έγινε ορατό ζωντανό που περιέχει τα ορατά, Θεός αισθητός, εικόνα τού νοητού, μέγιστος, άριστος, κάλλιστος, τελειότατος, ένας ουρανός, αυτός, ο μονογενής».

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Β΄

……….Με τον «θείο» και «ιερό» Πλούταρχο (βλέπε και στο παράρτημα Δ΄), η ελληνική θεολογία – καίτοι εξακολουθεί να εμπνέεται από τις ακατάβλητες πλατωνικές ιδέες και αρχές – αγγίζει υψηλότερα πνευματικά επίπεδα και εισέρχεται σε ανώτερες και πιό εξειδικευμένες σφαίρες προβληματισμού και αναζητήσεων, σε χώρους όπου η μυθοκεντρική θεολογία τού Ησιόδου έχει πλέον εγκαταλειφθεί εντελώς. Τα ακόλουθα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το περίφημο πλουταρχικό έργο «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» είναι ιδιαιτέρως κατατοπιστικά.

……….«Οι άνθρωποι που έχουν νου πρέπει να ζητούν όλα τ’ αγαθά απ’ τους Θεούς, και περισσότερο πρέπει να ευχόμαστε ν’ αποκτήσουμε απ’ τους ίδιους την σχετική μ’ αυτούς γνώση, όσο είναι εφικτό στους ανθρώπους να γίνουν κοινωνοί της, γιατί τίποτε μεγαλύτερο δεν λαμβάνει ο άνθρωπος και τίποτε σεπτότερο δεν χαρίζει ο Θεός πέρα από την αλήθεια. Τα υπόλοιπα – όσα χρειάζονται στους ανθρώπους – ο Θεός τους τα δίνει, μεταδίδοντάς τους νου και φρόνηση, αφού αυτά είναι δικά του και τα χρησιμοποιεί. Ο Θεός δεν είναι μακάριος λόγω τού αργύρου και τού χρυσού, ούτε ισχυρός λόγω των βροντών και των κεραυνών, αλλά λόγω τής επιστήμης και τής φρόνησης…».

……….«Νομίζω, επίσης, ότι και η ευδαιμονία τής αιώνιας ζωής – η οποία έλαχε στον Θεό – είναι η γνώση που δεν λησμονεί όσα έγιναν στο παρελθόν. Αν, λοιπόν, αφαιρεθεί η γνώση των όντων και η φρόνηση, η αθανασία δεν είναι βίος, αλλά χρόνος. Γι’ αυτό, πόθος θέωσης είναι η έφεση προς την αλήθεια, και μάλιστα προς την αλήθεια την σχετική με τους Θεούς, που εκλαμβάνει την μάθηση και την αναζήτηση ως ιερή μετάληψη, έργο οσιότερο κάθε αγνότητας και νεωκορίας…».

……….«Τίποτε παράλογο ή μυθώδες ή δεισιδαιμονικό – όπως νομίζουν μερικοί – δεν θ’ αποτελούσε στοιχείο των ιερουργιών, αλλά κάποια έχουν ηθικούς και απαραίτητους λόγους ύπαρξης, ενώ άλλα δεν είναι άμοιρα ιστορικής ή φυσικής κομψότητας…».

……….«Έτσι, λοιπόν, ακούγοντας τα σχετικά με τους Θεούς και αποδεχόμενη τις ερμηνείες που με οσιότητα και φιλοσοφία δίνουν οι εξηγητές, εκτελώντας πάντοτε και διαφυλάττοντας τις νενομισμένες ιερουργίες, θεωρώντας ότι τίποτε δεν είναι καλύτερο – ούτε οι θυσίες ούτε οι προσφορές – απ’ την κατοχή τής αληθινής γνώσης γιά τους Θεούς, θ’ αποφύγεις την δεισιδαιμονία, που δεν είναι μικρότερο κακό από την αθεΐα…».

……….«Αυτά είναι τα στοιχειώδη κεφάλαια τού μύθου, απ’ όπου εξαίρεσα τα πιό δυσφημιστικά, όπως είναι ο διαμελισμός τού Ώρου και ο αποκεφαλισμός τής Ίσιδας, γιατί – αν αυτά αναφέρουν και υποστηρίζουν ως αληθινές πράξεις και συμπτώσεις, σχετικές με την μακάρια και άφθαρτη φύση, μέσω τής οποίας κατεξοχήν νοείται το θείο – πρέπει να φτύσουμε και να καθαρίσουμε το στόμα μας, κατά τον Αισχύλο…».

……….«Ούτε μπορούμε να τοποθετούμε την αρχή τού σύμπαντος σε άψυχα σώματα – όπως έκανε ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος – ούτε να θεωρούμε δημιουργό τής χωρίς ποιότητα ύλης έναν λόγο και μία πρόνοια που υπερισχύει και κυβερνά τα πάντα, όπως λένε οι Στωικοί, επειδή είναι αδύνατο να γεννηθεί κάτι φαύλο εκεί όπου αιτία όλων είναι ο Θεός, ή κάτι χρηστό εκεί όπου ο Θεός δεν είναι αιτία κανενός…».

……….«Το σύμπαν δεν αιωρείται αυτομάτως, δεν είναι ανόητο, άλογο, ακυβέρνητο ούτε είναι ένας ο λόγος που το κυβερνά και το κατευθύνει δήθεν με πηδάλιο ή με πειθήνια χαλινάρια, αλλά η φύση φέρει πολλά, αναμειγμένα με κακά και αγαθά ή, μάλλον, γιά να μιλήσω απλά, τίποτε δεν φέρει χωρίς ανάμειξη, ούτε υπάρχει κανένας οικονόμος που – σαν να ήταν κάπελας – αντλεί τα πράγματα από δύο πίθους, όπως γίνεται με τα ποτά, και μας τα διανέμει ανακατεμένα, αλλά από δύο ενάντιες αρχές και δύο αντίπαλες δυνάμεις, απ’ τις οποίες η μία οδηγεί στα δεξιά και κατ’ ευθεία, ενώ η άλλη στρέφει πίσω και ανακάμπτει, είναι μικτός και ο βίος και ο κόσμος, αν όχι ολόκληρος, τότε αυτός, ο περίγειος, που έγινε ανομοιόμορφος και ποικίλος κάτω από την Σελήνη, και δέχεται κάθε είδους μεταβολές. Αν από την φύση του τίποτε δεν γίνεται αναίτια, ενώ το αγαθό δεν θα παρείχε αιτία κακού, πρέπει η φύση να έχει ιδιαίτερη γένεση και αρχή τού κακού, όπως ακριβώς και τού αγαθού…».

……….«Κοίταξε, όμως, που οι φιλόσοφοι συμφωνούν μ’ αυτά. Βέβαια, ο Ηράκλειτος ξεκάθαρα ονομάζει τον πόλεμο πατέρα, βασιλιά και κύριο όλων, ενώ γιά τον Όμηρο, που εύχεται να χαθεί η έριδα από Θεούς και ανθρώπους, λέει ότι ασυναίσθητα καταριέται την γένεση όλων, αφού η γένεσή τους οφείλεται στην μάχη και στην αντιπάθεια, ενώ αν ο Ήλιος υπερβεί τα προσήκοντα όρια, οι Κλωθές, που είναι βοηθοί τής Δίκης, θα τον ανακαλύψουν. Ο Εμπεδοκλής αποκαλεί Φιλότητα την αγαθοεργό αρχή – πολλές φορές και Φιλία ή Αρμονία με όψη σεμνή – ενώ την χειρότερη αρχή ονομάζει ολέθριο Νείκος και Σύγκρουση αιματηρή. Οι Πυθαγόρειοι αποδίδουν, ως κατηγορήματα, πολλά ονόματα στο αγαθό: το ένα, το πεπερασμένο, το αμετακίνητο, το ευθύ, το περιττό, το τετράγωνο, το ίσο, το δεξιό, το λαμπρό. Στο κακό αποδίδουν την δυάδα, το άπειρο, το περιφερόμενο, το καμπύλο, το άρτιο, το παραλληλόγραμμο, το άνισο, το αριστερό και το σκοτεινό, επειδή αυτές είναι οι υποκείμενες αρχές τής γένεσης. Ο Αναξαγόρας αναφέρει τον νου και το άπειρο, ο Αριστοτέλης το είδος και την στέρηση, ο Πλάτων – σαν να επισκιάζει και να συγκαλύπτει την θέση του – ονομάζει τις δύο ενάντιες αρχές ταυτότητα και ετερότητα, αν και στους Νόμους του, που τους έγραψε όντας ήδη πρεσβύτερος, δεν χρησιμοποιεί αινίγματα ούτε συμβολισμό, αλλά ονόματα με σημασία κυριολεκτική, υποστηρίζοντας ότι δεν κινεί τον κόσμο μία ψυχή, αλλά περισσότερες, ίσως δύο, πάντως όχι λιγότερες, απ’ τις οποίες η μία είναι αγαθοεργός και η ενάντιά της είναι δημιουργός των εναντίων, ενώ υπολείπεται και η τρίτη, η ενδιάμεση φύση, που από μόνη της δεν είναι ούτε άψυχη ούτε άλογη ούτε ακίνητη, όπως νομίζουν μερικοί, αλλά εξαρτημένη από τις άλλες δύο, καθώς επιθυμεί, ποθεί κ’ επιδιώκει πάντοτε την καλύτερη, όπως θα δηλώσει ο ακόλουθος λόγος, που συνδέει την θεολογία των Αιγυπτίων κυρίως με αυτή την φιλοσοφία. Η γένεση, λοιπόν, και η σύσταση αυτού εδώ τού κόσμου είναι ανάμεικτη από ενάντιες – όχι όμως ισοσθενείς – δυνάμεις, αλλά κυριαρχεί η καλύτερη. Η απώλεια τής φαύλης είναι αδύνατη, καθώς είναι βαθιά φυτεμένη στο σώμα και βαθιά στην ψυχή τού σύμπαντος και πάντοτε μάχεται με κακία την καλύτερη…».

……….«Η Ίσις είναι το θηλυκό στοιχείο τής φύσης, δεκτικό κάθε γένεσης, γι’ αυτό και ο Πλάτων την αποκαλεί τροφό και υποδοχή των πάντων, ενώ ο πολύς κόσμος την αποκαλεί μυριώνυμη, επειδή δέχεται όλες τις μορφές και τις ιδέες, με την προτροπή τού λόγου, καθώς έχει σύμφυτο τον έρωτα τού πρώτου και κυριοτάτου όλων, που είναι το ίδιο το αγαθό, εκείνο που αυτή ποθεί κ’ επιδιώκει, ενώ αποφεύγει και απωθεί το μερίδιο τού κακού, ρέποντας πάντοτε προς το καλύτερο – αν και η ίδια είναι χώρος και ύλη γι’ αμφότερα – στο οποίο διαθέτει τον εαυτό της γιά να γεννήσει από αυτήν και να κατασπείρει σ’ αυτήν απορροές και ομοιότητες, με τις οποίες χαίρεται κ’ ευχαριστιέται να κυοφορεί και να γονιμοποιείται με τις γενέσεις, αφού η γένεση στην ύλη είναι εικόνα τής ουσίας και το γινόμενο είναι απομίμηση τού όντος, και γι’ αυτούς τους λόγους μυθολογείται ότι η ψυχή τού Οσίριδα είναι αΐδια και άφθαρτη, αν και το σώμα του πολλές φορές διασπάται και αφανίζεται από τον Τυφώνα, οπότε η Ίσις περιπλανιέται, το αναζητά και το συναρμόζει εκ νέου, εφόσον το ον, το νοητό και αγαθό, είναι ανώτερο τής φθοράς και τής μεταβολής, και όσες εικόνες τού νοητού αποτυπώνει το αισθητό και το σωματικό, όσους λόγους και μορφές και ομοιότητές του προσδέχεται, όπως ακριβώς οι σφραγίδες στο κερί, δεν παραμένουν παντοτινά, αλλά καταλαμβάνονται από την αταξία και την ταραχή, που έχουν εδώ απελαθεί από την άνω χώρα και μάχονται τον Ώρο, τον οποίον η Ίσις γεννά ως αισθητό κόσμο και ως εικόνα τού νοητού, γι’ αυτό και λέγεται ότι διώκεται δικαστικά απ’ τον Τυφώνα, κατηγορούμενος ως νόθος, ως μη καθαρός και ως μη γνήσιος – σε αντίθεση με τον πατέρα του που είναι λόγος καθαυτόν αμιγής και απαθής – αλλά ως νοθευμένος από την ύλη εξαιτίας τού σώματός του. Υπερισχύει, όμως, και νικά χάρη στον Ερμή, δηλαδή την λογική, που μαρτυρεί και αποδεικνύει ότι η φύση μετασχηματίζεται σύμφωνα προς το νοητό και αποδίδει τον κόσμο. Επιπλέον, η λεγόμενη γένεση τού Απόλλωνα από την Ίσιδα και τον Όσιρη – όταν οι Θεοί ακόμη βρίσκονταν στην γαστέρα τής Ρέας – υπαινίσσεται ότι η ύλη, εκ φύσεως δοκιμάζοντας τον εαυτό της, έφερε έξω την πρώτη ατελή γένεση, πριν ακόμη εμφανιστεί αυτός ο κόσμος, γι’ αυτό λένε ότι εκείνος ο Θεός έγινε ανάπηρος μέσα στο σκότος, και τον αποκαλούν πρεσβύτερο Ώρο. Δεν υπήρχε, λοιπόν, ο κόσμος, αλλά ένα είδωλο και φάντασμα τού μελλοντικού κόσμου. Αυτός ο ίδιος ο Ώρος, όμως, είναι ορισμένος και τέλειος και δεν εξαφάνισε εξολοκλήρου τον Τυφώνα, αλλά τού αφαίρεσε την ικανότητα δράσης και την ισχύ του, γι’ αυτό λένε ότι το άγαλμα τού Ώρου στην Κοπτώ κρατά στο ένα χέρι τα γεννητικά όργανα τού Τυφώνα και μυθολογούν ότι ο Ερμής έβγαλε τα νεύρα τού Τυφώνα και τα χρησιμοποίησε ως χορδές…».

……….«Ωστόσο, η καλύτερη και θεϊκότερη φύση αποτελείται από τρία στοιχεία: το νοητό, την ύλη και το αποτέλεσμά τους, αυτό που οι Έλληνες ονομάζουν κόσμο. Ο Πλάτων συνήθιζε να ονομάζει ιδέα και παράδειγμα και πατέρα το νοητό, μητέρα και τροφό και έδρα και χώρα γενέσεως την ύλη, και γένεση ή έκγονο το γέννημα αμφοτέρων…».

……….«Ας χρησιμοποιούμε τους μύθους όχι σαν να είναι εξολοκλήρου πραγματικοί λόγοι, αλλά λαμβάνοντας αυτό που ο καθένας τους προσφέρει και που έχει ομοιότητα με την κάθε περίπτωση…».

……….«Ελάχιστα, όμως, πρέπει να επιδιδόμαστε στην ενασχόληση με τα ονόματα, αν και θ’ απέδιδα στους Αιγύπτιους το όνομα Σάραπις και όχι το Όσιρις, γιατί το πρώτο είναι ξενικό και το δεύτερο ελληνικό, ενώ αμφότερα θεωρώ ότι ανήκουν σ’ έναν Θεό και σε μία δύναμη…».

……….«Θεωρούμε, λοιπόν, ότι μέσω ενός κοινού λόγου αυτοί οι Θεοί έχουν ταχθεί γύρω από κάθε μερίδιο τού αγαθού και ότι όλα τα όμορφα και αγαθά, που ενυπάρχουν στην φύση, οφείλονται σ’ αυτούς, απ’ τους οποίους ο ένας δίνει τις αρχές και η άλλη τις υποδέχεται και τις διανέμει. Έτσι θ’ αντιμετωπίσουμε τους πολλούς και φορτικούς, που χαίρονται να συσχετίζουν με τους Θεούς τις εποχικές μεταβολές τού περιβάλλοντος ή τις γενέσεις των καρπών, τις σπορές και τα οργώματα…».

……….«Πλάθουν, λοιπόν, φοβερές και άθεες δοξασίες, δίνοντας ονόματα Θεών σε φύσεις και σε πράγματα που είναι κατ’ ανάγκη αναίσθητα και άψυχα και φθειρόμενα, αφού τα χρειάζονται και τα χρησιμοποιούν οι άνθρωποι. Αυτά καθ’ αυτά δεν πρέπει να τα εννοούμε ως Θεούς, γιατί ο Θεός δεν είναι ούτε άνους ούτε άψυχος ούτε υποχείριος των ανθρώπων. Εξαιτίας αυτών των πραγμάτων, εκείνους – που τα χρησιμοποιούν και μας τα δωρίζουν και μας τα παρέχουν αέναα και διαρκή – θεωρήσαμε Θεούς, οι οποίοι δεν είναι διαφορετικοί εδώ και αλλού, ούτε βάρβαροι ή Έλληνες, ούτε νότιοι ή βόρειοι, αλλά όπως ο Ήλιος και η Σελήνη και ο ουρανός και η γη και η θάλασσα είναι σ’ όλους κοινά, ενώ κάθε λαός τα ονομάζει διαφορετικά, έτσι είναι ένας ο λόγος που αυτά τακτοποιεί και μία η πρόνοια που τα επιτροπεύει και υπάρχουν δυνάμεις ταγμένες να υπηρετούν τα πάντα, ενώ έχουν καθοριστεί διαφορετικοί νόμοι και τιμές και ονόματα σε διάφορους λαούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν καθιερωμένα σύμβολα, άλλοι αμυδρότερα, άλλοι τρανότερα, οδηγώντας όχι ακίνδυνα την νόηση προς τα θεία, αφού μερικοί υπέπεσαν εξολοκλήρου σε σφάλματα και διολίσθησαν στην δεισιδαιμονία, ενώ άλλοι αποφεύγοντας – σαν να είναι έλος – την δεισιδαιμονία έπεσαν ασυναίσθητα στον γκρεμό τής αθεΐας. Γι’ αυτό, έναντι όλων τούτων, πρέπει να λάβουμε ως μυσταγωγό τον φιλοσοφικό λόγο και να διανοηθούμε με οσιότητα καθένα από τα λεγόμενα και τα δρώμενα, ώστε να μην υποπίπτουμε σε αμαρτήματα κ’ εκλαμβάνουμε διαφορετικά όσα καλώς οι νόμοι έταξαν γιά τις θυσίες και τις εορτές… Και από τους ίδιους τους Θεούς μπορούμε να καταλάβουμε ότι πρέπει τα πάντα ν’ ανάγουμε στον λόγο…».

……….«Τίποτε, απ’ όσα ο άνθρωπος κατέχει, δεν είναι εκ φύσεως θεϊκότερο τού λόγου – και μάλιστα τού λόγου γιά τους Θεούς – και τίποτε δεν ρέπει περισσότερο προς την ευδαιμονία. Γι’ αυτό συνιστούμε σ’ εκείνον που κατεβαίνει εδώ, στο μαντείο, να έχει όσιο φρόνημα κ’ ευλαβικό λόγο. Οι πολλοί, όμως, πράττουν γελοιότητες: στις πομπές και στις εορτές κηρύττουν την ευλάβεια, ενώ έπειτα λένε και σκέφτονται γιά τους ίδιους τους Θεούς τα πιό δυσφημιστικά πράγματα…».

……….«Ο καιρός δημιουργεί την υπόνοια ότι ο σκυθρωπασμός γεννιέται λόγω τής απόκρυψης των καρπών, τους οποίους οι παλαιοί δεν θεωρούσαν Θεούς, αλλά δώρα των Θεών, αναγκαία και μεγάλα, γιά να μην είναι άγρια και θηριώδης η ζωή μας. Την εποχή, λοιπόν, κατά την οποία τους έβλεπαν να εξαφανίζονται εξολοκλήρου από τα δέντρα και να χάνονται, καθώς και όταν οι ίδιοι τούς έσπερναν με μεγάλη δυσκολία και πολλά προβλήματα, ανασκάπτοντας με τα χέρια τους την γη και μετά καλύπτοντάς τους, τοποθετώντας τους εκεί χωρίς να γνωρίζουν αν πάλι θα εμφανιστούν και αν θα φέρουν αποτέλεσμα, έκαναν πολλά πράγματα, όμοια με όσα κάνουν εκείνοι που θάβουν και πενθούν νεκρούς. Όπως ακριβώς, λοιπόν, εμείς λέμε, γιά όποιον αγοράζει βιβλία τού Πλάτωνα, ότι αγοράζει Πλάτωνα, και γιά όποιον παρουσιάζει ποιήματα τού Μενάνδρου, ότι παίζει Μένανδρο, έτσι κ’ εκείνοι δεν δίσταζαν να δώσουν ονόματα Θεών στα δώρα και στα έργα των Θεών, τιμώντας τα επειδή τα χρειάζονταν και τα σέβονταν. Οι απαίδευτοι, που τα παρέλαβαν μετά, και λόγω αμάθειας τα ανέστρεψαν και απέδωσαν στους Θεούς τα πάθη των καρπών, όχι μόνον ονομάζοντας, αλλά και θεωρώντας ως γενέσεις και φθορές Θεών τις εμφανίσεις και τις αποκρύψεις των αναγκαίων καρπών, γέμισαν τους εαυτούς τους με άτοπες, παράνομες και διαταραγμένες δοξασίες, καίτοι είχαν ενώπιόν τους το άτοπο τού παραλογισμού τους. Ο Κολοφώνιος Ξενοφάνης, λοιπόν, αξίωσε από τους Αιγύπτιους, εάν θεωρούν τους καρπούς Θεούς, να μην τους θρηνούν, και εάν τους θρηνούν, να μην τους θεωρούν Θεούς, επειδή είναι γελοίο να τους θρηνούν και συνάμα να προσεύχονται να ξαναφανούν οι καρποί, να ωριμάσουν, μετά πάλι να καταναλωθούν και οι Αιγύπτιοι να τους θρηνήσουν…».

……….«Άριστα λέγεται από τους φιλοσόφους ότι όσοι δεν εξασκούνται γιά ν’ ακούν σωστά τα ονόματα των πραγμάτων, χρησιμοποιούν κακώς και τα ίδια τα πράγματα, όπως ακριβώς εκείνοι οι Έλληνες – που δεν έμαθαν να ονομάζουν αγάλματα προς τιμή των Θεών, αλλά Θεούς, τα χάλκινα και τα ζωγραφιστά και τα λίθινα έργα, και τολμούν μετά να λένε ότι ο Λάχαρης έγδυσε την Αθηνά και ότι ο Διονύσιος κούρεψε τους χρυσούς βοστρύχους που είχε ο Απόλλων και ότι ο Καπετώλιος Ζευς κάηκε και καταστράφηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο – που ασυναίσθητα παρασύρονται και παραδέχονται πονηρές δοξασίες, οι οποίες πηγάζουν από τα ονόματα των πραγμάτων…».

……….«Εάν, λοιπόν, οι πιό καταξιωμένοι φιλόσοφοι διέκριναν υπαινιγμούς τού θείου σε άψυχα και ασώματα πράγματα, αξιώνοντας να μην παραμελείται και να μην ατιμάζεται ούτε ένα απ’ αυτά, νομίζω ότι ακόμη περισσότερο πρέπει να ενδιαφερόμαστε – χωρίς ν’ αποδίδουμε θεϊκές τιμές σ’ αυτές – γιά τις ιδιότητες που ενυπάρχουν σε φύσεις οι οποίες έχουν αισθήσεις, ψυχή, πάθος και ήθος, τιμώντας το θείο μέσω αυτών, καθώς είναι εναργέστερα κάτοπτρα, δημιουργημένα απ’ την φύση. Και τούτο επίσης είναι αληθές: πρέπει να θεωρούμε την ψυχή ως όργανο τού Θεού, ο οποίος κοσμεί τα πάντα, και ολοκληρωτικά ν’ αξιώνουμε να μην είναι κανένα άψυχο ανώτερο των εμψύχων, και κανένα αναίσθητο των αισθανομένων, έστω και αν συγκεντρωθούν μαζί όλος ο χρυσός και όλα τα σμαράγδια στο ίδιο αντικείμενο. Το θείο δεν ενυπάρχει ούτε σε χρώματα ούτε σε σχήματα ούτε σε λείες επιφάνειες αλλά, όσα εκ φύσεως δεν μετέχουν ούτε μετείχαν στην ζωή, έχουν μικρότερο μερίδιο τιμής ακόμη και από εκείνο των νεκρών. Αντίθετα, η φύση που ζει και βλέπει κ’ έχει δική της αρχή κίνησης και γνώσης των οικείων και των αλλοτρίων, απέσπασε την απορροή τού κάλλους και μερίδιο από το φρόνιμο, μέσω τού οποίου κυβερνάται το σύμπαν, κατά τον Ηράκλειτο. Γι’ αυτό, το θείο δεν απεικάζεται χειρότερα σε τούτα απ’ ότι στα χάλκινα ή στα λίθινα δημιουργήματα, τα οποία επιδέχονται εξίσου και τις φθορές και τις επιχρώσεις, ενώ εκ φύσεως στερούνται κάθε αίσθησης και σύνεσης…».

……….«Η νόηση, όμως, τού νοητού και ειλικρινούς και απλού διέλαμψε όπως ακριβώς η αστραπή και άπαξ παρέσχε στην ψυχή την δυνατότητα να την αγγίξει και να την εξετάσει, γι’ αυτό και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης αποκαλούν εποπτικό αυτό το μέρος τής φιλοσοφίας, εφόσον εκείνοι – που μέσω τού λόγου αντιπαρήλθαν τα δοξαστά, τα μεικτά και τα παντοδαπά – ανασκιρτούν προς εκείνο το πρώτο και απλό και άυλο, αληθινά αγγίζοντας την καθαρή αλήθεια γύρω του και θεωρώντας ότι κατέχουν τον τελικό σκοπό τής φιλοσοφίας, σαν να συμμετείχαν σε μυητική τελετή…».

……….«Εκείνος, όμως, βρίσκεται πολύ μακριά από την γη, άχραντος και αμίαντος και καθαρός από κάθε ουσία που επιδέχεται φθορά και θάνατο, ενώ οι ανθρώπινες ψυχές, που περιέχονται σε σώματα και πάθη, δεν δύνανται να μετάσχουν στον Θεό, εκτός απ’ όσον δύνανται σαν σε αμυδρό όνειρο ν’ αγγίξουν μέσω τής νόησης, με την αρωγή τής φιλοσοφίας. Όταν, όμως, απελευθερωθούν και μεταβούν στο άμορφο και αόρατο και απαθές και αγνό, αυτός ο Θεός είναι ηγεμόνας και βασιλιάς τους, σαν να ήταν κρεμασμένες απ’ αυτόν, οπότε βλέπουν άπληστα και ποθούν το κάλλος που οι άνθρωποι δεν μπορούν να εκφωνήσουν ή να διηγηθούν…».

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Γ΄

……….Ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Σαλούστιος (βλέπε και στο παράρτημα Δ΄), στο «Περί Θεών και Κόσμου» ελληνόγλωσσο έργο του, διασώζει μερικές από τις πιό αξιόλογες θεολογικές συλλήψεις τού ελληνικού κόσμου. Με την βοήθεια των ακόλουθων χωρίων και των επικεφαλίδων τους (οι οποίες εμπεριέχονται αριθμημένες στο πρωτότυπο κείμενο τού Σαλούστιου), οι σημαντικές διαφορές μεταξύ τής νεοπλατωνικής και τής ησιόδειας θεολογίας γίνονται εύκολα αντιληπτές.

γ΄. Κάθε Θεός είναι αγέννητος και αΐδιος.

……….Όποιος ακούει τους λόγους, τέτοιος πρέπει να είναι. Οι λόγοι ας είναι οι ακόλουθοι: οι ουσίες των Θεών δεν έγιναν ποτέ, επειδή τα αΐδια όντα ουδέποτε γίνονται, αλλά πάντοτε είναι, και όσα κατέχουν την πρώτη δύναμη, εκ φύσεως τίποτε δεν παθαίνουν.

δ΄. Κάθε Θεός είναι ασώματος.

……….Οι ουσίες των Θεών δεν είναι ούτε σωματικές, επειδή και οι δυνάμεις των σωμάτων είναι ασώματες.

ε΄. Ο Θεός δεν περιέχεται σε τόπο.

……….Ούτε περιέχονται σε τόπο, γιατί αυτό είναι χαρακτηριστικό των σωμάτων, ούτε χωρίζονται από την πρώτη αιτία ή μεταξύ τους, όπως ακριβώς δεν χωρίζονται τα νοήματα από τον νου, ή οι επιστήμες από την ψυχή, ή οι αισθήσεις από τα ζωντανά.

στ΄. Οι μύθοι. Οι μύθοι είναι θεϊκοί.

……….Είναι άξιο αναζήτησης το γιατί οι παλαιότεροι άφησαν αυτούς τους λόγους και χρησιμοποίησαν μύθους. Πρώτα ας αναζητήσουμε πώς ωφελούμαστε από τους μύθους χωρίς να έχουμε την διάνοια αργή. Το ότι οι μύθοι είναι θεϊκοί μας το λένε αυτοί που τους χρησιμοποίησαν, γιατί και οι θεόληπτοι ποιητές και οι άριστοι φιλόσοφοι και όσοι κατέδειξαν τις ιερές τελετές και οι ίδιοι οι Θεοί στους χρησμούς τους χρησιμοποίησαν μύθους.

ζ΄. Γιατί οι μύθοι είναι θεϊκοί.

……….Ας αναζητήσουμε γιατί είναι θείοι οι μύθοι τής φιλοσοφίας. Επειδή, λοιπόν, όλα τα όντα χαίρονται με την ομοιότητα και αποστρέφονται την ανομοιότητα, έπρεπε και οι λόγοι γιά τους Θεούς να είναι όμοιοι με τους Θεούς, ώστε να γίνονται αντάξιοι τής ουσίας των Θεών και να προδιαθέτουν ευνοϊκά τους Θεούς έναντι εκείνων που εκφράζουν αυτούς τους λόγους, κάτι που θα γινόταν μόνον μέσω των μύθων. Οι μύθοι μιμούνται τους ίδιους τους Θεούς ως προς το ρητό και το άρρητο, το αφανές και το φανερό, το σαφές και το απόκρυφο χαρακτηριστικό τους, αλλά και ως προς την αγαθότητα των Θεών γιατί, όπως ακριβώς οι Θεοί έπλασαν κοινά γιά όλους τα αισθητά αγαθά, ενώ έπλασαν τα νοητά μόνον γιά τους έμφρονες, έτσι και οι μύθοι μιλούν σε όλους γιά την ύπαρξη των Θεών, ενώ γιά το ποιοί και τι είδους είναι οι Θεοί, μιλούν μόνον σε όσους δύνανται να το γνωρίσουν. Οι μύθοι μιμούνται και τις ενέργειες των Θεών. Ταιριάζει, λοιπόν, να ονομάσουμε μύθο και τον Κόσμο, αφού μέσα του φανερώνονται τα σώματα και τα πράγματα, αλλ’ αποκρύπτονται οι ψυχές και οι νόες. Επιπλέον, αν κάποιος θελήσει να διδάξει προς όλους την περί Θεών αλήθεια, θα προκαλέσει περιφρόνηση στους ανόητους, επειδή αδυνατούν να μάθουν, και ραθυμία στους μορφωμένους, ενώ η απόκρυψη τής αλήθειας μέσα στους μύθους δεν αφήνει τους πρώτους να περιφρονήσουν τους μύθους, και αναγκάζει τους δεύτερους να φιλοσοφήσουν. Γιατί, όμως, μοιχείες και κλοπές και πατρικά δεσμωτήρια και άλλα ατοπήματα αναφέρονται μέσα στους μύθους; Ή μήπως και τούτο είναι άξιο θαυμασμού, αφού μέσω τής φαινομενικής ατοπίας η ψυχή ευθύς θεωρεί αυτούς τους λόγους προκαλύμματα και πιστεύει ότι το αληθές είναι απόρρητο;

η΄. Τα είδη των μύθων είναι πέντε. Υποδείγματα.

……….Από τους μύθους, άλλοι είναι θεολογικοί, άλλοι φυσικοί, άλλοι ψυχικοί, άλλοι υλικοί και άλλοι είναι μικτοί απ’ όλα τούτα τα είδη. Θεολογικοί είναι όσοι δεν χρησιμοποιούν κανενός είδους σώμα, αλλά εξετάζουν τις ίδιες τις ουσίες των Θεών, όπως είναι ο μύθος των καταπόσεων των παιδιών τού Κρόνου. Επειδή ο Θεός είναι νοερός και κάθε νους επιστρέφει στον εαυτό του, ο μύθος υπαινίσσεται την ουσία τού Θεού. Φυσικούς πρέπει να θεωρούμε τους μύθους όταν μιλούν γιά τις ενέργειες των Θεών στον Κόσμο. Επειδή ακριβώς μερικοί ήδη θεώρησαν χρόνο τον Κρόνο και αποκάλεσαν παιδιά τού Όλου τα μέρη τού χρόνου, λένε ότι τα παιδιά καταπίνονται από τον πατέρα τους. Ο ψυχικός τρόπος εξέτασης είναι η επισκόπηση των ενεργειών τής ίδιας τής ψυχής, αφού και οι νοήσεις των ψυχών μας – ακόμη και όταν εκπέμπονται προς τους άλλους – παραμένουν μέσα σ’ αυτές που τις γεννούν. Ο υλικός τρόπος είναι και ο έσχατος σε αξία και αυτός που περισσότερο χρησιμοποιούν οι Αιγύπτιοι, λόγω απαιδευσίας, θεωρώντας Θεούς τα ίδια τα σώματα και αποκαλώντας Ίσιδα την γη, Όσιρη το υγρό στοιχείο, Τυφώνα την θερμότητα, ή Κρόνο το ύδωρ, Άδωνη τους καρπούς, Διόνυσο τον οίνο. Είναι χαρακτηριστικό των σωφρονούντων ανθρώπων να λένε ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι αφιερωμένα στους Θεούς, όπως ακριβώς και τα βότανα και οι λίθοι και τα ζώα, ενώ είναι χαρακτηριστικό των τρελών να τα αποκαλούν Θεούς, εκτός εάν από συνήθεια τα αποκαλούν έτσι, όπως ακριβώς ονομάζουμε Ήλιο και την ηλιακή σφαίρα και την ακτίνα που εκπορεύεται από την σφαίρα. Το μικτό είδος μπορούμε να το δούμε σε πολλούς και διάφορους μύθους, ακόμη και σ’ εκείνον που λέει ότι η Έρις έρριξε χρυσό μήλο στο συμπόσιο των Θεών και ότι οι Θεές φιλονικούσαν γι’ αυτό και από τον Δία παραπέμφθηκαν προς τον Πάρη γιά να κριθούν. Σ’ αυτόν φάνηκε όμορφη η Αφροδίτη και σ’ αυτήν έδωσε το μήλο. Εδώ το συμπόσιο υποδηλώνει τις υπερκόσμιες δυνάμεις των Θεών και γι’ αυτό βρίσκονται όλες μαζί. Το χρυσό μήλο υποδηλώνει τον Κόσμο, ο οποίος έγινε από τα αντίθετα και ταιριάζει να λέμε ότι ρίχτηκε από την Έριδα. Επειδή κάθε Θεός χαρίζει στον Κόσμο κάτι διαφορετικό, φαίνονται να φιλονικούν γιά το μήλο. Η ψυχή που ζει σύμφωνα με τις αισθήσεις – γιατί αυτή είναι ο Πάρις – δεν βλέπει μέσα στον Κόσμο τις άλλες δυνάμεις, παρά μόνον το κάλλος, και λέει ότι το μήλο είναι τής Αφροδίτης. Οι θεολογικοί μύθοι είναι κατάλληλοι γιά τους φιλοσόφους, οι φυσικοί και οι ψυχικοί γιά τους ποιητές, οι μικτοί γιά τις τελετές, επειδή κάθε τελετή θέλει να μας συνάψει με τον Κόσμο και με τους Θεούς. Αν πρέπει να πούμε και άλλον μύθο, ας αναφέρουμε την Μητέρα των Θεών, γιά την οποία λένε ότι είδε τον Άττη ξαπλωμένο κοντά στον ποταμό Γάλλο, τον ερωτεύτηκε, έλαβε τον αστερωτό πίλο και τον τοποθέτησε στην κεφαλή του, και στην συνέχεια τον είχε δίπλα της, ενώ ο Άττις ερωτεύτηκε την Νύμφη, εγκατέλειψε την Μητέρα των Θεών και συγκατοίκησε με την Νύμφη. Γι’ αυτό η Μητέρα των Θεών έκανε τον Άττη μανιακό, αυτός απέκοψε τα γεννητικά όργανά του, τα άφησε κοντά στην Νύμφη και πάλι ανέβηκε γιά να συγκατοικήσει με την Μητέρα των Θεών. Η Μητέρα των Θεών, λοιπόν, είναι ζωογόνος Θεά και γι’ αυτό αποκαλείται Μητέρα. Ο Άττις είναι ο δημιουργός όσων γίνονται και φθείρονται, γι’ αυτό και λέγεται ότι βρέθηκε κοντά στον ποταμό Γάλλο, επειδή ο Γάλλος υπαινίσσεται τον κύκλο τού γαλαξία, απ’ όπου έρχεται το παθητό σώμα. Επειδή οι πρώτοι Θεοί τελειοποιούν τους δεύτερους, η Μητέρα ερωτεύεται τον Άττη και του δίνει ουράνιες δυνάμεις, γιατί αυτό συμβολίζει ο πίλος. Ο Άττις, όμως, ερωτεύεται την Νύμφη. Οι Νύμφες είναι οι επόπτριες των γενέσεων, επειδή ρέει καθετί που γίνεται. Επειδή, όμως, έπρεπε να ανασταλεί η γένεση και από τα έσχατα να μην γίνει κάτι χειρότερο, ο δημιουργός των εσχάτων άφησε γόνιμες δυνάμεις στην γένεση και συνάφθηκε πάλι με τους Θεούς. Αυτά, όμως, ουδέποτε έγιναν, αλλά πάντοτε υπάρχουν, και ενώ ο νους βλέπει ταυτόχρονα τα πάντα, ο λόγος άλλα αναφέρει ως πρώτα και άλλα ως δεύτερα. Έτσι, επειδή ο μύθος βρίσκεται σε στενή σχέση με τον Κόσμο, ενώ εμείς μιμούμαστε τον Κόσμο – γιατί πώς αλλιώς θα γινόμασταν περισσότερο κόσμιοι; – εορτάζουμε αυτά τα πράγματα. Κατ’ αρχήν, επειδή κ’ εμείς έχουμε πέσει από τον ουρανό και συγκατοικούμε με την Νύμφη, βρισκόμαστε σε κατήφεια και απέχουμε από τον σίτο και από άλλες παχιές και ρυπαρές τροφές, επειδή και τα δύο είναι ενάντια στην ψυχή. Έπειτα, το κόψιμο τού δέντρου και η νηστεία συμβολίζει επακριβώς την αποκοπή μας από την πρόοδο τής περαιτέρω γένεσης. Μετά, η γαλακτούχα τροφή συμβολίζει επακριβώς την αναγέννησή μας, και ακολουθεί η ιλαρότητα και τα στεφανώματα, σαν επάνοδος προς τους Θεούς. Γι’ αυτά μαρτυρεί και η εποχή των δρωμένων: αυτά λαμβάνουν χώρα κατά την άνοιξη και την ισημερία, όταν τα γινόμενα παύουν να γίνονται και όταν η ημέρα μεγαλώνει εις βάρος τής νύχτας, κάτι που είναι οικείο στις αναγόμενες ψυχές. Κατά την αντίθετη ισημερία μυθολογείται ότι γίνεται η αρπαγή τής Κόρης, που σημαίνει την κάθοδο των ψυχών. Αυτά γιά τους μύθους. Σ’ εμάς, που τα είπαμε, ας είναι ευνοϊκοί οι Θεοί και οι ψυχές όσων έγραψαν τους μύθους.

θ΄. Η πρώτη αιτία.

……….Ακολούθως ας γνωρίσουμε την πρώτη αιτία και τις τάξεις των Θεών, που έρχονται μετά από αυτήν, και την φύση τού Κόσμου και την ουσία τού νου και τής ψυχής, την Πρόνοια, την Ειμαρμένη, την Τύχη, την Αρετή, την Κακία και ας δούμε τ’ αγαθά και τα φαύλα πολιτεύματα, που προέρχονται από τα προηγούμενα, καθώς και από πού ήρθαν στον Κόσμο τα κακά. Καθένα απ’ αυτά χρειάζεται πολλούς και μεγάλους συλλογισμούς. Ίσως, όμως, τίποτε δεν μας κωλύει να τα πούμε, μιλώντας με βραχύτητα και χωρίς ν’ αφήσουμε τους ακροατές απληροφόρητους σε κάποιο θέμα. Στην πρώτη αιτία ταιριάζει να είναι μία, γιατί καθενός πλήθους ηγείται η μονάδα, που τα πάντα νικά σε δύναμη και αγαθότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι ανάγκη τα πάντα να μετέχουν στην μονάδα, χωρίς τίποτε άλλο να την κωλύει, λόγω τής δύναμής της, και χωρίς η ίδια ν’ απέχει από κάτι, λόγω αγαθότητας. Αν η πρώτη αιτία ήταν ψυχή, όλα θα ήταν έμψυχα. Αν ήταν νους, όλα θα ήταν νοερά. Αν ήταν ουσία, όλα θα μετείχαν στην ουσία, και κάποιοι βλέποντας αυτό σε όλα τα πράγματα, θα θεωρούσαν ως ουσία την πρώτη αιτία. Αν τα όντα μόνον υπήρχαν, χωρίς να είναι αγαθά, αυτός ο συλλογισμός θα ήταν αληθινός, όμως αν τα όντα υπάρχουν λόγω αγαθότητας και μετέχουν στο αγαθό, κατ’ ανάγκη η πρώτη αιτία είναι και υπερούσια και αγαθή. Να, λοιπόν, η μέγιστη απόδειξη: οι σπουδαίες ψυχές καταφρονούν την ύπαρξη, εξαιτίας τού αγαθού, όταν επιθυμούν να κινδυνεύσουν υπέρ τής πατρίδας ή των φίλων ή τής αρετής. Μετά από την τόσο άρρητη δύναμη, έρχονται οι τάξεις των Θεών.

ι΄. Οι υπερκόσμιοι Θεοί.

……….Από τους Θεούς, άλλοι είναι εγκόσμιοι, άλλοι υπερκόσμιοι. Εγκόσμιους ονομάζω τους Θεούς που δημιουργούν τον Κόσμο. Από τους υπερκόσμιους, άλλοι δημιουργούν τις ουσίες των Θεών, άλλοι τον νου, άλλοι τις ψυχές. Γι’ αυτό έχουν τρεις τάξεις, που όλες δύνανται να βρεθούν μέσα στους σχετικούς συλλογισμούς.

ια΄. Οι δώδεκα εγκόσμιοι Θεοί.

……….Από τους εγκόσμιους, άλλοι είναι αυτοί που δημιουργούν τον Κόσμο, άλλοι αυτοί που του δίνουν ψυχή, άλλοι αυτοί που συναρμόζουν τα όντα χρησιμοποιώντας διάφορα στοιχεία, και άλλοι αυτοί που φρουρούν τα συναρμοσμένα. Αυτές οι πράξεις είναι τέσσερις και καθεμιά έχει αρχή, μέση και τέλος, και κατ’ ανάγκη οι διοικητές τους είναι δώδεκα. Δημιουργοί τού Κόσμου είναι ο Ζευς, ο Ποσειδών και ο Ήφαιστος. Εμψυχωτές του είναι η Δήμητρα, η Ήρα και η Άρτεμις. Συναρμοστές του είναι ο Απόλλων, η Αφροδίτη και ο Ερμής. Φρουροί του είναι η Εστία, η Αθηνά και ο Άρης. Υπαινιγμούς αυτών μπορούμε να δούμε στ’ αγάλματα. Ο Απόλλων χορδίζει την λύρα, η Αθηνά είναι οπλισμένη, η Αφροδίτη είναι γυμνή, επειδή δημιουργεί την αρμονία και το κάλλος, ενώ το κάλλος δεν κρύβεται στα ορατά. Επειδή πρώτα αυτοί οι Θεοί κατέχουν τον Κόσμο, πρέπει να θεωρήσουμε ότι οι άλλοι Θεοί ενυπάρχουν σ’ αυτούς, όπως ο Διόνυσος στον Δία, ο Ασκληπιός στον Απόλλωνα, οι Χάριτες στην Αφροδίτη.

κβ΄. Πώς λέγεται ότι οργίζονται και λατρεύονται οι μη μεταβαλλόμενοι Θεοί.

……….Εάν κάποιος θεωρεί εύλογο και αληθές το ότι οι Θεοί δεν μεταβάλλονται, οπότε απορεί πώς χαίρονται με τους αγαθούς και αποστρέφονται τους κακούς και οργίζονται με τους αμαρτωλούς και γίνονται ευνοϊκοί σε όσους λατρεύουν τους Θεούς, ας πούμε ότι ο Θεός ούτε χαίρεται, αφού όποιος χαίρεται εξίσου λυπάται, ούτε οργίζεται, αφού και η οργή είναι πάθος, ούτε λατρεύεται με δώρα, γιατί θα είχε ηττηθεί από την ηδονή, ούτε το Θείο θεωρεί καλό η κακό το θεμιτό των ανθρωπίνων πραγμάτων. Οι Θεοί είναι πάντοτε αγαθοί και μόνον ωφελούν, ενώ ουδέποτε βλάπτουν, επειδή παραμένουν πάντοτε αμετάβλητοι. Εμείς, όμως, όταν είμαστε αγαθοί, λόγω ομοιότητας συναπτόμαστε με τους Θεούς, ενώ όταν γινόμαστε κακοί, λόγω ανομοιότητας χωριζόμαστε από τους Θεούς, και όταν ζούμε με αρετή, έχουμε κοντά μας τους Θεούς, ενώ όταν γινόμαστε κακοί, τους κάνουμε εχθρούς μας, όχι επειδή εκείνοι οργίζονται, αλλά επειδή τα αμαρτήματά μας δεν αφήνουν τους Θεούς να λάμψουν μέσα μας, και αυτά μάς συνάπτουν με τους τιμωρούς Δαίμονες. Εάν με τις προσευχές και τις θυσίες επιτυγχάνουμε την διάλυση των αμαρτημάτων, λατρεύοντας τους Θεούς και μεταβάλλοντας την στάση τους απέναντί μας, ενώ – μέσα από τα ιερά δρώμενα και την επιστροφή μας προς το Θείο – διώχνουμε την κακία, τότε πάλι καρπωνόμαστε την αγαθότητα των Θεών. Ώστε, λοιπόν, το να λέμε ότι ο Θεός αποστρέφεται τους κακούς, είναι όμοιο προς το ότι ο ήλιος κρύβεται απ’ όσους στερήθηκαν την όραση.

κγ΄. Γιατί τιμούμε τους Θεούς εφόσον είναι ανενδεείς.

……….Μέσω αυτών δίνεται λύση και στο ζήτημα των θυσιών και των άλλων τιμών που αποδίδουμε στους Θεούς, αφού το Θείο είναι ανενδεές, ενώ οι τιμές αποδίδονται χάριν τής δικής μας ωφέλειας. Η Πρόνοια των Θεών εκτείνεται παντού, ενώ το μόνο που χρειάζεται είναι η ικανότητα γιά να την δεχτούμε. Κάθε ικανότητα εμφανίζεται μέσω τής μίμησης και τής ομοιότητας, γι’ αυτό οι ναοί μιμούνται τον ουρανό, οι βωμοί την γη, τ’ αγάλματα την ζωή – γι’ αυτό και απεικονίζουν ζωντανά όντα – οι προσευχές το νοερό, τα ιερά σύμβολα τις άρρητες άνω δυνάμεις, τα βότανα και οι λίθοι την ύλη, και τα θυσιαζόμενα ζώα την άλογη ζωή που υπάρχει μέσα μας. Απ’ όλα τούτα οι Θεοί δεν κερδίζουν τίποτε επιπλέον – τι περισσότερο να χρειάζεται ένας Θεός; – αλλά εμείς γινόμαστε συναφείς μ’ εκείνους.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ  Δ΄

Βιο-Προσωπογραφίες

Πλάτων

……….Γιός τού Αρίστωνα και τής Περικτιόνης, γόνος μίας από τις λαμπρότερες και επιφανέστερες αθηναϊκές οικογένειες, τής οποίας μακρινοί πρόγονοι υπήρξαν ο βασιλιάς Κόδρος και ο νομοθέτης Σόλων. Γεννήθηκε κατά το τέταρτο έτος τής 87ης  ή το πρώτο έτος τής 88ης Ολυμπιάδας και έλαβε αξιοζήλευτη και λίαν φροντισμένη παιδεία.

……….Το αρχικό όνομά του ήταν Αριστοκλής, αλλά μετονομάστηκε από τον Αρίστωνα τον Αργείο – διδάσκαλό του στην γυμναστική – «Πλάτων» λόγω τού μεγάλου πλάτους τού μετώπου του.  Αρχικά ασχολήθηκε με την μουσική και την ποίηση, αλλά η γοητεία τής σωκρατικής διδασκαλίας τον οδήγησε αμετάκλητα στις ατραπούς τής ηθικής και θεωρητικής φιλοσοφίας.

……….Ταξίδεψε στην Ιταλία, όπου συναναστράφηκε τους πυθαγορείους φιλοσόφους, καθώς και τον Δίωνα, συγγενή τού Διονυσίου, τυράννου των Συρακουσών. Επισκέφτηκε την Αίγυπτο, όπου γνώρισε από κοντά την θρησκεία και την φιλοσοφία των αιγυπτίων ιερέων. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, αφοσιώθηκε εξολοκλήρου στην φιλοσοφική συγγραφή και διδασκαλία, ιδρύοντας έξω από το άστυ την περίφημη «Ακαδημεία» (πιθανόν στα 387 π.Χ.), ένα από τα διαχρονικώς φωτεινότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα τής οικουμένης. Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονταν επιφανείς γυναίκες και άνδρες από ολόκληρη την Ελλάδα.

……….Ο Πλάτων υπήρξε ο πρώτος που εξέδωσε εγγράφως την διδασκαλία τού Σωκράτη. Χάρη στην έξοχη μεγαλοφυΐα του χαρακτηρίστηκε «θεϊκός» ήδη από την αρχαία εποχή. Απεβίωσε στην Αθήνα, την ημέρα των γενεθλίων του, σε ηλικία 82 ετών (348 ή 347 π.Χ.). Ο τάφος του βρισκόταν στον Κεραμεικό, κοντά στην Ακαδημεία, όπου οι Αθηναίοι ύψωσαν προς τιμήν του πολυτελές μνημείο.

Πλούταρχος

……….Ο «θείος» και «ιερός» Πλούταρχος υπήρξε διακεκριμένος θεολόγος, καταξιωμένος βιογράφος και σημαντικός ακαδημαϊκός φιλόσοφος των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Γεννήθηκε στην Χαιρώνεια τής Βοιωτίας, γύρω στο 46 μ.Χ., μέσα σε αριστοκρατική και καλλιεργημένη οικογένεια. Σπούδασε στην Αθήνα, κοντά στον φιλόσοφο Αμμώνιο, που ήταν αιγυπτιακής καταγωγής κ’ εκείνη την εποχή διηύθυνε την πλατωνική Ακαδημία.

……….Μετά το πέρας των σπουδών του ταξίδεψε στην Ασία, στην Αίγυπτο και στην Ιταλία, μελετώντας τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τον πολιτισμό και την θρησκεία διαφόρων λαών. Κατά την διαμονή του στην ακμάζουσα Ρώμη ήρθε σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες εκείνης τής εποχής – πιθανόν και με τους ίδιους τους αυτοκράτορες Τραϊανό και Αδριανό – δημιούργησε αξιόλογες φιλίες και απέκτησε το αξίωμα τού Ρωμαίου Πολίτη.

……….Παρά τον έντονο κοσμοπολιτισμό τής εποχής του, ο οποίος επηρέαζε γρήγορα, εύκολα και βαθύτατα τους ανθρώπους τής κοινωνικής τάξης του, ο Πλούταρχος προτιμούσε πάντοτε την διαμονή στην πατρική γη, στην οποία επέστρεφε με ιδιαίτερη χαρά και παρέμενε γιά μεγάλα χρονικά διαστήματα, μέχρι τον θάνατό του, ο οποίος συνέβη γύρω στο 120 μ.Χ. Στην αγαπημένη του Χαιρώνεια νυμφεύτηκε και την Τιμοξένα, η οποία τού χάρισε πέντε παιδιά.

……….Πέρα από την συγγραφική ενασχόλησή του, σπουδαία ήταν η ενεργός συμμετοχή του στα κοινά τής πόλης του, όπου κατά καιρούς αναλάμβανε διάφορα δημόσια αξιώματα (Πρεσβευτής, Επώνυμος Άρχοντας), καθώς επίσης και υψηλά ιερατικά καθήκοντα πανελληνίου χαρακτήρα (Ιερέας τού Πυθίου Απόλλωνα).

……….Τα μέχρι σήμερα σωζόμενα έργα του είναι 227 και υπολογίζεται ότι αποτελούν περίπου το ένα τρίτο τής συνολικής πνευματικής παραγωγής του, γεγονός που τον κατατάσσει μεταξύ των πολυγραφότερων Ελλήνων. Η γλώσσα του διακρίνεται γιά τις ίσες αποστάσεις που κρατά ανάμεσα στον αττικισμό και στην ελληνιστική κοινή, ενώ το συγγραφικό ύφος του είναι ήπιο και ευχάριστο, αν και ο γραπτός λόγος του ενίοτε γίνεται ιδιαίτερα αναλυτικός και υπέρ το δέον κοσμημένος.

Σαλούστιος

……….Τα σωζόμενα βιογραφικά στοιχεία τού Σαλούστιου – ή Σαλλούστιου – είναι ελάχιστα. Γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε στην Γαλατία, από ρωμαϊκή οικογένεια, στις αρχές τού 4ου αιώνα μ.Χ. Ήταν πολιτικός και φιλόσοφος, οπαδός τού νεοπλατωνισμού. Υπήρξε Έπαρχος τής Γαλατίας, κατά την εποχή τού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, Έπαρχος τής Ανατολής, κατά την εποχή τού Αυτοκράτορα Ιουλιανού, και αργότερα Ύπατος. Πέθανε γύρω στα 370 μ.Χ. Το μόνο έργο του που έφτασε μέχρι τις μέρες μας είναι το «Περί Θεών και Κόσμου», το οποίο γράφτηκε στην ελληνική γλώσσα και ίσως γιά να υποστηρίξει την προσπάθεια τού Ιουλιανού γιά αναβίωση τής αρχαίας ελληνο-ρωμαϊκής θρησκείας.

Αντί επιλόγου…

«Καθένα απ’ αυτά

καλά να μου το σκεφτείς

με το οξύ μυαλό σου.

Πρώτα, όμως,

όταν φτάσεις στην κατοικία σου,

πρόσφερε όμορφες ιερές θυσίες

στους αθάνατους Θεούς…»

ΗΣΙΟΔΟΣ, ΧΕΙΡΩΝΟΣ ΥΠΟΘΗΚΑΙ

«Τρεις αθανάτους ο λίθος χωρά.

Η κεφαλή προμηνύει περίτρανα

τον αιγόκερο Πάνα,

το στέρνο και η κοιλιά τον Ηρακλή,

ενώ στον φτεροπόδαρο Ερμή

έλαχαν τα υπόλοιπα,

οι μηροί και οι κνήμες.

Ξένε, μην αρνείσαι να προσφέρεις θυσία,

γιατί το ένα, που εσύ θα θυσιάσεις,

και οι τρεις εμείς θα το δεχτούμε…»

ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ, ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ελληνόγλωσση Βιβλιογραφία
  • Βαρβιτσιώτης Θ., Λεξικόν Αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα, 1997.
  • Βλαστός Γ., Πλατωνικές Μελέτες, Μ. Ι. Ε. Τ., Αθήνα, 1994.
  • Βλαστός Γ., Σωκράτης: ειρωνευτής και ηθικός φιλόσοφος (ελληνική μετάφραση: Π. Καλλιγάς), Αθήνα, 1993.
  • Βλάχος Σ. και Α., Ησιόδου Θεογονία, Παπαδήμας, Αθήνα, 2000.
  • Buchwald W. – Hohlweg A. – Prinz Ot., Tusculum – Λεξικόν, Αθανάσιος Φουρλάς, Αθήνα, 1993.
  • Burkert W., Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, Καρδαμίτσας, Αθήνα, 1993.
  • Γεωργιάδης Α., Ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα, Γεωργιάδης, Αθήνα, 2002.
  • Γράβιγγερ Π., Σαλούστιου: Περί Θεών και Κόσμου, Ιδεοθέατρον – Διμέλη, Αθήνα, 1999.
  • Δέλτα Σ., Επίκτητου Εγχειρίδιον κ.ά., Βιβλιοπωλείον τής Εστίας, Αθήνα, 2002.
  • Δεσποτόπουλος Κ., Η πολιτική φιλοσοφία τού Πλάτωνος, Αθήνα, 1957.
  • Δούκας Κ., Ομήρου Ιλιάς, Αθήνα, 1998.
  • Δούκας Κ., Ομήρου Οδύσσεια, Αθήνα, 1999.
  • Edelstein L., Ο στωικός σοφός, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2002.
  • Θεοδωρακόπουλος Ι. Ν., Εισαγωγή στον Πλάτωνα, Αθήνα, 1970.
  • Θεοδωρίδης Χ., Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (ανατύπωση), Αθήνα, 2000.
  • Ιστορία τού Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα, 1971-1979.
  • Κάλφας Β., Πλάτων: Τίμαιος, Πόλις, Αθήνα, 1995.
  • Καραγιάννης Γ., Ο παιδαγωγικός Έρως στην Αρχαία Ελλάδα, Μαίανδρος, Θεσσαλονίκη, 2003.
  • Κοραής Α., Ισοκράτους λόγοι και επιστολαί μετά σχολίων παλαιών, Παρίσι, 1807.
  • Kroh P., Λεξικό Αρχαίων Συγγραφέων, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 1996.
  • Λέσκυ Α., Ιστορία τής Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, 1990.
  • Λωρέντης Ν., Λεξικόν των Αρχαίων Μυθολογικών, Ιστορικών και Γεωγραφικών Κυρίων Ονομάτων, Βιέννη, 1837.
  • Long A. A., Η ελληνιστική φιλοσοφία: Στωικοί – Επικούρειοι – Σκεπτικοί, Μ. Ι. Ε. Τ., Αθήνα, 1987.
  • Μανδηλαράς Β., Ισοκράτης – Άπαντα, Κάκτος, Αθήνα, 1993.
  • Ματσούκας Ν., Ιστορία τής Φιλοσοφίας, Θεσσαλονίκη, 1993.
  • Μερακλής Μ. Γ., Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς – Η ζωή και το έργο του, Ο. Ε. Σ. Β., Αθήνα, 1966.
  • Μιχαηλίδης Σ., Εγκυκλοπαίδεια τής Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής, Αθήνα.
  • Παπαθεοδώρου Α., Πλάτωνος Τίμαιος, Πάπυρος, Αθήνα, 1956.
  • Πλούταρχος – Ηθικά, τόμος δέκατος, Κάκτος, Αθήνα, 1995.
  • Rose H. J., Ιστορία τής λατινικής λογοτεχνίας – τόμος β΄, Μ. Ι. Ε. Τ., Αθήνα, 1994.
  • Σκαρτσής Σ., Ησίοδος – Άπαντα, Κάκτος, Αθήνα, 1993.
  • Σκιαδάς Α., Ο ποιητής Ησίοδος, Αθήνα, 1980.
  • Συκουτρής Ι., Αρχαία Επιστολογραφία, Αθήνα, 1988.
  • Συκουτρής Ι., Πλάτωνος Συμπόσιον, Αθήνα, 1990.
  • Sitter-Liver B., «Πεπερασμένο: μιά παραμελημένη προοπτική στη Βιοηθική», περιοδικό «Θρησκειολογία», τεύχος 5, σελ. 305-322, Αθήνα, 2004.
  • Τζαφερόπουλος Α., Ησιόδου Άπαντα, Γεωργιάδης, Αθήνα, 1998.
  • Τσέλλερ-Νέστλε, Ιστορία τής Ελληνικής Φιλοσοφίας, Αθήνα, 2000.
  • Frankfurt H. G., Η Ηθική τής Αγάπης, Ποιότητα, Αθήνα, 2004.
  • Χριστοδούλου Ι. Σ., Επίκτητος, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 1997.
Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία
  • Anastasi R., I frammenti degli Stoici antichi, Padova, 1962.
  • Attilio L. M., Plutarco e il V secolo, Istituto Editoriale Cisalpino, Milano, 1955.
  • Barrow R. H., Plutarch and his times, London, 1967.
  • Blass G. E. – Benselers G. E., Isokratis orationes, Editio altera stereotypa, Leipzig, 1913.
  • Brisson L., Platon: Les mots et les mythes, Paris, 1982.
  • Brun J., Le Stoicisme, Paris, 1961.
  • Brun J., Les Stoiciens, Paris, 1962.
  • Burnet I., Platonis Opera, Oxonii (Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis), 1903.
  • Cloché P., Isocrate et son temps, Paris, 1963.
  • Cornford F. M., Plato’s Cosmology, Cambridge, 1937.
  • Desideri A., Storia e storiografia, G. D’ Anna, Milano, 1989.
  • Disertori B., Il messagio del Timeo, Padova, 1965.
  • Dobson J. F., The Greek Orators, London, 1919.
  • Drerup E., Isokratis opera omnia, Leipzig, 1906.
  • Engelhardt H. T., Bioethics and Secular Humanism – The Search for a Common Morality, London / Philadelphia, 1991.
  • Festa N., I frammenti degli Stoici antichi, Bari, 1935.
  • Field G. C., The Philosophy of Plato, Oxford, 1949.
  • Findlay N., Plato: The Written and Unwritten Doctrines, London, 1974.
  • Guthrie W. K. C., A History of Greek Philosophy, vol. IV, Cambridge, 1975.
  • Hardie W. F. R., A Study in Plato, Oxford, 1936.
  • Jebb R. C., The Attic Orators From Antiphon to Isaios, New York, 1962.
  • Kahn C. H., Plato and the Socratic Dialogue, Cambridge, 1996.
  • Kennedy G., The Art of Persuasion in Greece, Princeton, 1963.
  • Lexicon Plutarcheum, Leipzig, 1843.
  • Long A. A., Problems in Stoicism, London, 1971.
  • Mates B., Stoic Logic, University of California Press, 1953.
  • Mathieu G. – Bremond E., Isocrate discours: Texte établi et traduit, Paris, 1928-1986.
  • McKenny G. P., To Relieve the Human Condition – Bioethics, Technology, and the Body, Albany, 1997.
  • Nock A. D., Sallustius, England, 1966.
  • Nouhaud M., L’ Utilisation de l’ Histoire par les Orateurs Attiques, Paris, 1982.
  • Oakesmith J., The Religion of Plutarch, London.
  • Pujana Arza J. J., Politeia, Klasikoak S. A., Bilbo, 1993.
  • Resta G., Le epitomi di Plutarco nel quattrocento, Antenore, Padova, 1962.
  • Rhodes P. J., The Athenian Boule, Oxford, 1972.
  • Rist J. M., Stoic Philosophy, Cambridge, 1969.
  • Ross D., Plato’s Theory of Ideas, Oxford, 1951.
  • Sambursky S., Physics of the Stoics, Routledge, London, 1959.
  • Schiappa E., The Beginnings of Rhetorical Theory in Classical Greece, New Haven, 1999.
  • Skemp J. B., Plato, Oxford, 1976.
  • Solmsen F., Plato’s Theology, New York, 1942.
  • Stadter P. A., Plutarch and the Historical Tradition, Routledge, London, 1992.
  • Taylor A. E., Plato, London, 1949.
  • Taylor A. E., Plato: The Man and his Work, London, 1952.
  • Too Y. L., The Rhetoric of Identity in Isocrates: Text, power, pedagogy, Cambridge, 1995.
  • Unamuno M. de, Amor y Pedagogía, Alianza Editorial, Madrid, 1997.
  • Usher S., Greek Oratory: Tradition and Originality, Oxford, 1999.
  • Vlastos G., Plato’s Universe, Oxford, 1975.
  • Vlastos G., Socratic Studies, Cambridge, 1994.
  • Watson G., The Stoic Theory of Knowledge, Belfast.
  • West M. L., Hesiod Theogony, Oxford, 1966.
  • West M. L., Hesiod Works and Days, Oxford, 1978.
***

Επιμέλεια εικόνας : Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο

  1. Λεπτομέρεια ψηφιδωτού απεικονίζουσα τον Ησίοδο. Τέλη τρίτου αιώνος μ.Χ. Ανακαλύφθηκε το 1884 στην πόλη Τριρ στο κρατίδιο Ρηνανία-Παλατινάτο τής Γερμανίας.

    ***

    Σημείωση πνευματικών δικαιωμάτων:

    ……….Το κείμενο αυτό αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία τού συγγραφέα.

    ……….Επιτρέπεται η δωρεάν αναδημοσίευση στο διαδίκτυο και μόνον, αυτούσιου και χωρίς αλλαγές τού παρόντος κειμένου, μόνον μετά από άδεια τού συγγραφέα, και με τον αυστηρό όρο να αναφέρονται σαφώς ο συγγραφέας και η αρχική πηγή δημοσίευσης, και εφ’ όσον η αναδημοσίευση περιλαμβάνει το σύντομο βιογραφικό τού συγγραφέα, και την σημείωση πνευματικών δικαιωμάτων.

    ……….Απαγορεύεται η αφαίρεση ή προσθήκη λέξεων, φράσεων και η με κάθε άλλο τρόπο τροποποίηση ή αλλοίωση τού κειμένου και τού περιεχομένου του.

    ***

Αφήστε μια απάντηση