ΓΥΖΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ «ΕΖΗΣΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΕΝΟΣ» (+4/1/1901)

,

gizis-nikolaos-4-1-1901,

Γύζης Νικόλαος (1/3/1842-4/1/1901)

,

«Το πραγματικό νόημα που έφερε ο Γύζης στον δυτικό κόσμο και στην ευρωπαϊκή μεταφυσική σκέψη, είναι η μετατροπή τής συμβολικής ματαιότητας τής ανθρώπινης υπάρξεως , στην ηθική τής πάλης γιά την ματαίωση τού θανάτου».

***

……….Ο Νικόλαος Γύζης γεννήθηκε την 01 Μαρτίου 1842 στο Σκλαβοχώρι τής Τήνου.  Ο πατέρας του ονομαζόταν Ονούφριος και ήταν μαραγκός.  Η μητέρα του Μαργαρίτα, το γένος Ψάλτη, καταγόταν από πολύ καλή οικογένεια τού νησιού. Είχε άλλα πέντε αδέλφια, τον Γεώργιο, την Μαριέττα, την Μαριγώ, την Μαρίνα και την Καλλιόπη.  Η ιδιαιτερότητα τής καλλιτεχνικής του προσωπικότητας και το σπινθηροβόλο βλέμμα του, φαίνεται ότι τον χαρακτήριζαν από πολύ μικρό.

……….Με την συμπαράσταση τής μητέρας του, εγκαταστάθηκε με τον πατέρα του το 1850 στην Αθήνα, σε ένα μικρό εργαστήριο το οποίο χρησίμευε και ως κατοικία. Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο τού Καραμάνου, στην οδό Αθηνάς. Την εποχή εκείνη αντέγραφε χαρακτικά που έβλεπε σε γειτονικά σπίτια, ενώ παρακολουθούσε ανεπίσημα (λόγω ηλικίας) μαθήματα στο Πολυτεχνείο, όπου το 1853 έλαβε και βραβείο γιά μία ξυλογραφία του. Το 1858, στο ετήσιο διαγωνισμό τού Πολυτεχνείου, σε ηλικία 16 ετών, έλαβε το πρώτο βραβείο γιά την ζωγραφική χαλκογραφίας, ενώ παρουσιάσθηκε ενώπιον τού βασιλέως Όθωνος ως ο πλέον ταλαντούχος μαθητής. Το 1862, με σύσταση τού φίλου του Νικηφόρου Λύτρα, γνώρισε τον πλούσιο Τηνιακό, Νικόλαο Νάζο, ο οποίος θα τον υποστηρίξει γιά να πάρει υποτροφία από το ίδρυμα Ευαγγελιστρίας τής Τήνου· αργότερα ο Νικόλαος Νάζος θα γίνει και πεθερός του.  Την 1η Ιουνίου τού 1865, μετά από πολλές καθυστερήσεις γιά την έγκριση τής υποτροφίας του, ο Γύζης αποχαιρέτησε τούς δικούς του  και αναχώρησε από το λιμάνι τής Σύρου με προορισμό την Γερμανία. Στις 22 Ιουνίου 1865 έφτασε στο Μόναχο, στον τόπο όπου επρόκειτο να συμπληρώσει τις σπουδές του και να παραμείνει χωρίς επιστροφή.

……….Συχνά σε επιστολές του, εξέφραζε το παράπονό του γιά το σκοτεινό Μόναχο και στο αποκορύφωμα τής απελπισίας του διατύπωσε μία φράση στην οποία μαρτυρεί, ότι ουδέποτε μπόρεσε να συμφιλιωθεί με το διαφορετικό αισθητικά τοπίο «οὔτε μ’ έμπνέει ὁ τόπος οὔτε εὕμορφαι εἶναι αἱ γραμμαῖ οὔτε οἱ χρωματισμοί. Αἰῶνιον πράσινον, πράσινον. Ἄλλοι εἶναι οἱ τόποι διὰ καλλιτέχνας, ἵνα ἐμπνευσθοῦν ἀλλ’ εἶναι μακράν». Χαρακτηριστικές είναι οι φράσεις που περιλαμβάνονται σ’ ένα γράμμα προς την γυναίκα του, όταν το 1895 επισκέφθηκε γιά τελευταία φορά την πατρίδα του. «Ἡ εὑμορφία τὴν ὁποίαν βλέπω ἐδῶ καὶ μάλιστα πρὸς τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, εἶναι ἀπερίγραπτος.  Ἡ λεπτότης τῶν χρωματισμῶν καὶ ἡ ταχύτης τῆς μεταβολῆς ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν, μεταβολὴ τῶν τόνων, τῶν ἁρμονικοτάτων τόνων, οὔτε θὰ γραφθῆ ποτέ, διότι λείπουν αἱ λέξεις, οὔτε θὰ βρεθῆ ζωγράφος νὰ ζωγραφίση».

……….Την Ελλάδα έχει ως πηγή εμπνεύσεως και το ταξίδι του στην Ελλάδα τού έδωσε νέα πνοή γιά δημιουργία. «Ἐλπίζω νέαν ἔμπνευσιν νὰ πάρω μαζὶ μου ἐξ Ἑλλάδος. Θέλω νὰ ἰδῷ τὸν Πόρον, Αἵγινα, Σαλαμῖνα, Μέγαρα, Ἐλευσῖνα, Καισαριανή, Πεντέλην. Θέλω νὰ τὰ ἰδῷ πάλιν».

……….Το γεγονός ότι δεν ακολούθησε την τοπογραφία, οφείλεται στο έμφυτο ενδιαφέρον του γιά τον κόσμο των ιδεών το οποίο διαπέρασε, παρά την ρεαλιστική κατεύθυνση, ακόμα και το ηθογραφικό του έργο.  Η ενασχόλησή του με την φύση περιορίζεται στις σπουδές που έκανε στα ταξίδια του στο Τυρόλο, χωρίς να έχει ασχοληθεί (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), με αυτοτελή τοπία.

……….Από την εξιδανικευμένη ενατένιση τού κόσμου πηγάζει και η μεγάλη αγάπη γιά την μητέρα του, γιά την οποία τρέφει πραγματικά ιερή λατρεία και με θρησκευτικό σεβασμό την επονομάζει «γλυκιὰ καὶ μοναδική». Σε όλες τις περιπτώσεις τον ενδυναμώνει η ευχή της, η οποία τον ακολουθεί στο δύσκολο έργο του, στις αντιξοότητες  τής ξενιτιάς και στον αγώνα τής επιβιώσεως. «Ὡς γνωρίζεις, ἡ εἰκὼν τῆς “Ἀποθεώσεως τῆς Βαυαρίας”, ἦτο δι’ ἐμὲ ἕνα μεγάλο καὶ ὑψηλὸν βουνόν. Ἐπὶ τέλους μ’ ἐβοήθησεν ἡ εὐχὴ τῆς Μάννας μου καὶ τὸ ἀνέβηκα». Επίσης σε στιγμές μεγάλης νοσταλγίας γράφει: «Ὑποφέρω τὰ δυστυχήματά μου μὲ τὴν ὑπομονήν τὴν ὁποίαν ἡ καλὴ μου Μάννα μοῦ καλλιέργησεν». 

……….Η μεγάλη του αφοσίωση προς τούς οικείους του στην Ελλάδα και psyche-gizis-nikolaosπρος την δική του οικογένεια, ίσως θεωρηθεί προσωπική υπόθεση τού καλλιτέχνη, στην περίπτωση όμως τού Γύζη οι μεγάλες ευαισθησίες του καταγράφονται στην εκφραστική ποιότητα των έργων του, των οποίων η λεπταίσθητες πτυχές θα ήταν αδύνατον να κατανοηθούν χωρίς την γνωριμία με τον ψυχικό του κόσμο.  Στο βιογραφικό σημείωμα που έγραψε γιά να το στείλει στο Υπουργείο Παιδείας τής Γαλλίας, ζωγράφισε μία αέρινη με διάφανα ενδύματα κόρη, την «Ψυχή» η οποία κρατεί ένα μικρό κουτί, στο οποίο φυλάσσονται τα όνειρα και οι προσδοκίες του.

……….Ο Γύζης στην ξενιτιά, όπως ο ίδιος ομολογεί, συμμετείχε σε έναν αγώνα επικρατήσεως, εν τούτοις ενδόμυχα, όπως διαφαίνεται από πολλές επιστολές του, θα προτιμούσε να ζει απερίσπαστα και να απολαμβάνει την απλή ζωή τής πατρίδας του. «Δι’ ἐμέ», γράφει, «ὁ κόσμος εἶναι νοερὸν τι. Ζῶ μὲ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Διὰ τὸ ἐνεστῶς, δὲν εὑρίσκω τὸν καιρόν, ἀλλὰ πάντοτε ἐλπίζω ὅτι ἴσως θὰ ἔλθει καὶ δι’ ἐμὲ καμμιὰ φορὰ ἡ εὐκαιρία νὰ ζήσῳ ὁλίγον».

……….Υπήρξε ένας Έλληνας τής Γερμανίας τού οποίου η επαγγελματική καταξίωση εκεί, δεν στάθηκε ικανή να τού ακυρώσει τις αρχέτυπες αισθήσεις των πρώτων βιωματικών του χρόνων στην πατρίδα. Αυτός, ένας φτωχός νησιώτης από το Σκλαβοχώρι τής Τήνου, μπόρεσε με το έργο του να τιμήσει στην κυριολεξία το όνομα τού χωριού του, εκφράζοντας ζωντανά την τραγικότητα τής σκλαβιάς και το μεγαλείο τής ελευθερίας η οποία δεν προσφέρεται αλλά κερδίζεται.

……….Η μεγάλη προσήλωση προς την πατρίδα σε πολλαπλά επίπεδα, ως έννοια αφηρημένη και συγκεκριμένη, διαπνέει το έργο τού Γύζη.  Δεν είναι μία πατριδολατρεία με περιορισμένο ορίζοντα η οποία τον εμπόδισε να αφομοιώσει τα διδάγματα τής χώρας στην οποία επέλεξε να ζήσει και να δημιουργήσει, αλλά δεν αλλοτριώθηκε ούτε απέβαλε όσα αποτελούν ιδιώματα τής καταγωγής του.  Γράφοντας στους δικούς με την ευκαιρία εκθέσεως τού μεγάλου του έργου, «Η εξέταση των Σκύλων», μεταξύ άλλων ανέφερε ότι: “… ὁ καθηγητὴς μου εἶναι τρελλὸς πρὸς χαρὰν μὲ ἐμὲ καὶ εἰς ὅλους λέγει «…ὁ Γύζης πρέπει νὰ μείνῃ μὲ ἡμᾶς ἐδῶ». Ἄς λέγουν ὅμως αὐτοί. Ἐγὼ ἠξεύρω ποία εἶναι ἡ πατρὶς μου”.

……….Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ ο Γύζης κινείται στις σφαίρες τής ιδέας και προσπαθεί να ενσαρκώσει την ευγένεια τού ελληνικού πνεύματος, διατηρεί στην ψυχή του τον αυθορμητισμό, μακριά από κάθε ψυχρή και εγκεφαλική έκφραση. «Δὲν ζωγραφίζονται οἱ λέξεις ἀλλὰ τὸ πνεῦμα αὐτῶν» και συμπληρώνει ότι «τοιαύτη Δόξα ἤρμοζε ἡ ἐλευθερωθεῖσα Πατρίς, νὰ ἀπαθανατίσει ἐκείνους, οἴτινες ἔδωσαν τὸ δικαίωμα τοῦ ζῆν πρὸς ἐλευθερίαν τῶν ἀπογόνων των». 

……….Ο Γύζης δεν αντλεί όμως μόνο από την Ελλάδα, αλλά θεωρεί ταυτόχρονα τις δόξες και τις τιμές του στην ξενιτιά, διακρίσεις γιά τούς δικούς του και την πατρίδα του. Η επιτυχία όμως τον οδηγεί σε μεγαλύτερη πικρία, γιατί το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να τον αγνοεί, γεγονός που τού προκαλεί αίσθημα απογοητεύσεως. «…ποτὲ οὐδεμία ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἐσυλλογίσθη ὅτι ἔχει ἡ Ἑλλὰς καλλιτέχνη, ἀλλά… Εἶμαι εὐτυχὴς ὅτι εἶμαι Ἕλλην καὶ χαίρω», έγραφε το 1897 στον Κωνσταντίνο Σκόκο.

……….Καλλιτέχνης με μεγάλες ζωγραφικές ικανότητες είχε αναπτύξει από την αρχή τής ευρωπαϊκής θητείας στο έργο του τον ιδεαλιστικό χαρακτήρα ενός εξιδανικευμένου κόσμου. Ο συμβολικός κόσμος των ιδεών και τού πνεύματος κυριαρχούσε στο έργο του, σαν έκφραση μιάς πολύτιμης ψυχικής ανάτασης. Στα μεγάλα του έργα υπήρξε πάντα ο συνθέτης ενός εξευγενισμένου λυρικού σύμπαντος.  

……….Εντάχθηκε και συνέβαλε μεν στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι τού Μονάχου, δεν έχασε όμως ποτέ την ταυτότητά του, παραμένοντας λάτρης και νοσταλγός της πατρίδας του. Ο Τήνιος καλλιτέχνης κατέλαβε μία αξιοσημείωτη θέση ανάμεσα στους Γερμανούς  ζωγράφους της εποχής του και συγχρόνως θεωρήθηκε μία από τις λαμπρότερες φυσιογνωμίες της νεοελληνικής τέχνης.

……….Δυστυχώς ο θάνατος ήλθε την στιγμή των μεγάλων οραμάτων και τής αποδεσμευμένης πλέον δημιουργίας.  Το 1900 ήταν ο τελευταίος χρόνος τής ζωής του, όπου παρά την βαριά του ασθένεια (λευχαιμία), εξακολουθούσε να εργάζεται, να εκθέτει και να ελπίζει στην αποκατάσταση της υγείας του. Οι τελευταίες συμμετοχές του ήταν στην Διεθνή Έκθεση των Παρισίων με πρόσφατες δημιουργίες του όπως «Ο νέος αιώνας» και η Έκθεση του Γκλάσπαλαστ με την μεγάλη θρησκευτική σύνθεση «Ιδού ο νυμφίος έρχεται».

idou-o-nymfios-erxete-n-gizi-1899-1900

……….Στα τελευταία τής ζωής του, αγνοώντας ακόμη και την αρρώστια του, ζήτησε σ ένα γράμμα του να γυρίσει στην πατρίδα του «στὰ γλυκὰ αὐτὰ μέρη ὅπου ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος, τὸ βάλσαμο αὐτό, ὑπάρχει», για να ξαναβρεί πάλι την χαμένη του υγεία.

……….Απεβίωσε στις 4 Ιανουαρίου 1901 και ετάφει στο Μόναχο. Προς τιμήν του ο γλύπτης Heinrhch Wadere φιλοτέχνησε μνημείο, ενώ ο φίλος του και φημισμένος ζωγράφος Franz von Lenbach σχεδίασε τον νεκρό Γύζη. Ο ποιητής μας Κωστής Παλαμάς έγραψε το ποίημα «Γιά τον τάφο τού Νικολάου Γύζη».

Ο Έλληνας ζωγράφος έχοντας συνείδηση τού ονείρου που βίωνε διαρκώς, έγραψε με κόκκινη μελάνη πάνω σε ένα μικρό χαρτί: “Μετὰ τῶν χιλιάδων σχεδίων, μικρῶν καὶ μεγάλων, μέχρι Κολάσεως και Παραδείσου ἔζησα ὀνειρευόμενος».

***
Έργα τού Ν. Γύζη
Πηγή: Κείμενα τού ζωγράφου Γιάννη Ψυχοπαίδη και τής Νέλλης Μισιρλή, Δρος Ιστορίας και Τέχνης και Επιμελήτριας τής Εθνικής Πινακοθήκης, δημοσιευμένα στο τεύχος «Επτά Μέρες» τής Εφημερίδας «Καθημερινή» 9/3/1997.
Επιμέλεια κειμένου και εικόνας: Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο 
Copyright (©) «Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο»

Αφήστε μια απάντηση