ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΙ – ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (ΚΟΥΜΠΟΥΡΑΣ) +3/12/1907

.

.

Ο Νικόλαος Παναγιώτου και ο Γιάννης Ούρδας  (+3/12/1907)

 .

Κώστα Τριανταφυλλίδη (Ρίζα Αγρινιωτών Σεπτεμβρίου 1990)

.

……….«Ο Νικόλαος Παναγιώτου γεννήθηκε στο Αγρίνιο στα 1880. Ο πατέρας του ήταν καπνεργάτης. Κοντά στους γονείς του πέρασε τα τρυφερά παιδικά του χρόνια και μαζί τους έζησε την πικρή ζωή τής εργατιάς. Στα 1897, αν και έφηβος ακόμα, έζησε σπαραχτικά την εθνική ταπείνωση. Τότε ήταν που άναψε μέσα του ο καημός τής ελευθερίας. Γι’ αυτό κι όταν, στην ανατολή τού αιώνα μας, ακούστηκε το μήνυμα τού Μακεδονικού Αγώνα, ο νεαρός Νικόλαος Παναγιώτου έγινε ένας από τούς ευπαθέστερους και ενθουσιωδέστερους δέκτες του. Μέσα του, οι μορφές τού Μίκη Ζέζα (Παύλου Μελά) και τού Ίδα (Ίωνα Δραγούμη) έγιναν ιερά εικονίσματα.

……….Άνοιξη τού 1907 πρέπει να ήταν, όταν πήρε την μεγάλη απόφαση. Πήρε, λοιπόν, την ευχή τού πατέρα και τής μάνας του και τράβηξε γιά τα Μακεδονίτικα βουνά. Εκεί έδινε την μάχη το Μακεδονικό Κομιτάτο. «Άγνωστος και άσημος πριν, όμως τίμιος δουλευτής γεμάτος όνειρα και ιδανικά, παράτησε την γενέτειρά του… δρασκέλισε, πετώντας σαν σταυραετός, τα σύνορα κι ήλθε σ’ εμάς σαν άγγελος εμψυχωτής».

……….Στο νομό Σερρών τότε είχε σηκώσει μπαϊράκι ο Καπετάν Μητρούσης (Γκογκολάκης). Ο καπετάν Μητρούσης καταγόταν από το χωριό Χομόνδο. Μετά την σύμπηξη τής ομάδας του, περιέτρεχε ασυγκράτητος τα χωριά τού κάμπου των Σερρών γιά να τ’ απαλλάξει από την τρομοκρατία τού αρχικομιτατζή Τάσκα. Ο ίδιος ο αρχικομιτατζής θαύμαζε την ηράκλεια δύναμη και την αντρειοσύνη του, και τον κάλεσε να τον κάνει πρωτοπαλλήκαρό του. Η απάντηση τού καπετάν Μητρούση ήταν κοφτή κι έγινε από τότε παροιμιώδης: «Εγώ Έλληνας γεννήθηκα κι Έλληνας θ’ αποθάνω»! Κι εκείνος, γιά να τον εκδικηθεί, μπήκε μιά νύχτα στο σπίτι του, όταν ετούτος έλειπε, και τού ‘σφαξε γυναίκα και παιδί τής κούνιας. Από τότε τίποτε πιά δεν μπορούσε να παρηγορήσει τον Καπετάνιο.

 Ο θάνατος τού Καπετάν Μητρούση και των παλληκαριών του στις Σέρρες

……….Στις 13 Ιουλίου 1907 το σούρουπο, μπήκε στην τουρκοκρατούμενη πόλη των Σερρών. Μαζί του ήταν ο Νίκος Παναγιώτου ή Κουμπούρας από το Αγρίνιο, ο Θεόδωρος Τουρλεντές από την Μεγαλόπολη, ο Γιάννης Αθανασίου Ούρδας κι ο Μιχάλης Ουζούνης, Μακεδόνες αυτοί. Η ομάδα τρύπωσε στο σπίτι τού Παπα-Θανάση, εφημέριου τής Ευαγγελίστριας στην Καμενίκια, ακραία δυτική συνοικία τής πόλης. Είχε σκοπό να δράσει την επομένη κι έτσι ν’ αποδιοργανώσει τα τελευταία σχέδια των Βουλγάρων.

……….Ξημέρωσε η 14η Ιουλίου. Τότε όμως διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση είχε προδοθεί. Σε λίγο όλη η τουρκική φρουρά των γειτονικών στρατώνων, κάπου 3 χιλ. άντρες, περικύκλωσε την Ευαγγελίστρια. Ο Μητρούσης και τα παλληκάρια του γλίστρησαν στην εκκλησία, ενώ το σπίτι τού παπά Θανάση παραδινόταν στις φλόγες. Ταυτόχρονα ο τουρκικός όχλος έσπευδε στον τόπο τής θυσίας για ν’ απολαύσει το θέαμα. —Παραδοθείτε, γκιαούρηδες!

……….Ο Μητρούσης και οι σύντροφοί του απάντησαν με ομοβροντία. Την ίδια στιγμή αφήνουν την πόρτα τού προαυλίου ανοιχτή. Είχαν πάρει απόφαση να πουλήσουν όσο πιό ακριβά μπορούσαν την ζωή τους. Κανείς όμως δεν τολμά να πλησιάσει· κατάλαβαν την παγίδα. Το τί επακολούθησε είναι πιά αληθινή εποποιία.

……….Πέντε ημίθεοι αντιπαλεύουν με μυριάδες τουρκικό στρατό επτά ολόκληρες ώρες. Πρώτος πέφτει ο Τουρλεντές, τρυπημένος από σφαίρες. Οι σύντροφοί του κατασπάζονται τα ψυχρά του χείλη και ρίχνουν το σώμα του στις φλόγες που άρχισαν ήδη να τούς περιζώνουν. Σε λίγο πέφτει νεκρός κι ο Μιχάλης Ουζούνης.

……….Ο Κουμπούρας κι ο Γιάννης Ούρδας τραυματίζονται βαριά και πέφτουν, ανίκανοι πιά να αμυνθούν. Τότε οι Τούρκοι εισορμούν στο προαύλιο και τούς πιάνουν ζωντανούς. Ο καπετάν Μητρούσης συνεχίζει την μάχη απ’ το καμπαναριό.

Παραδώσου, καπετάνιε, τού φωνάζει ο Τούρκος αξιωματικός, κι ο καπετάνιος αποκρίνεται με βόλι. Τέλος, αφού ξόδεψε και την τελευταία σφαίρα, τραβάει το μαχαίρι. Και μπροστά στα κατάπληκτα μάτια των διωκτών του «έκαμε χαρακίρι πάνω από την μάλλινη χακί στολή του, από το χοντρό πλατύ ζωνάρι…».

……….Ο Νίκος Παναγιώτου κι ο Γιάννης Ούρδας, βαριά τραυματισμένοι, πάλεψαν μήνες με τον θάνατο. Τούς κράτησαν στην ζωή γιά να τηρήσουν έπειτα όλους τούς τύπους. Όταν έγιαναν, άρχισαν τις εξαντλητικές ανακρίσεις. Εκεί έλαμψε, γιά άλλη μιά φορά, το υψηλό φρόνημα και η ηθική τους παλληκαριά. Πήραν απάνω τους όλες τις ευθύνες, κανέναν δεν πρόδωσαν, κανένα παράπονο δεν ξέφυγε από τα χείλη τους. Τις ανακρίσεις παρακολούθησε και ξένος διπλωμάτης κι ο μισέλληνας πήρε τον λόγο και ρώτησε:

Τί ζητούσες στη Μακεδονία, την ξένη χώρα;

Η απόκριση τού καπετάν Κουμπούρα ήρθε κοφτή και υπερήφανη:

Εμείς οι Έλληνες», είπε ο Νίκος, «έχουμε δύο πατρίδες, την ελεύθερη και την σκλαβωμένη. Και οι ελεύθεροι πρέπει να αγωνιζόμαστε γιά ν’ αποκτήσει και η σκλαβωμένη πατρίδα την λευτεριά της. Η Μακεδονία δεν είναι ξένη γη».

Μεγάλη υποθήκη!

Όταν έγινε η τελική κρίση, η απόφαση τού δικαστηρίου ήταν η αναμενόμενη:

-Κρεμάλα!

……….Την αυγή τής 3 Δεκεμβρίου 1907, οι δύο μελλοθάνατοι, ο Νίκος Παναγιώτου από το Αγρίνιο κι ο Γιάννης Ούρδας από τις Σέρρες, οδηγήθηκαν στην αγχόνη. Τα δύο ικριώματα είχαν στηθεί στην πλατεία τού Ατ-Παζάρ, πίσω από το Διοικητήριο. Το αγριοβόρι κατέβαινε από τα χιονισμένα βουνά και ίσια πήγαινε και πάγωνε τα σώματα και τις ψυχές. Ο Νίκος ανέβηκε θαρρετά στο υπόβαθρο. Ήταν όμορφο παλικάρι μόλις 27 χρονών, στην ανθηρή ώρα τής νεότητας! Κι ενώ ο βρόγχος ήταν γύρω από το λαιμό του, στράφηκε στο πλήθος και είπε:

«Έλληνες, οι εχθροί τής Πίστεως και τής Πατρίδος, μάς κρεμούν σήμερα σαν μάρτυρες, ούτε κλέφτες ούτε άτιμους». Κι αφού εζητωκραύγασε γιά το Έθνος, την Μακεδονία, τούς Άρχοντες, είπε τις τελευταίες λέξεις:

Κρεμάστε με γρήγορα να ησυχάσω»!

Ένα τι και ο άγγελος Κυρίου παρέλαβε την ψυχή τους και την εναπέθεσε εν χώρα ζώντων! …»

***
Πηγή η ενότητα «Μακεδονικός Αγώνας» τού e-istoria
Επιμέλεια κειμένου και εικόνας : Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο 

Αφήστε μια απάντηση