Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΜΕΓΙΣΤΗΣ

,

,

Η  ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΜΕΓΙΣΤΗΣ

O συνδυασμός των στοιχείων της ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, την ηλικία και την κοινωνική τάξη

.

Τής Ελένης Τσενόγλου, Δρος Εθνολογίας

,

……….Σε αντίθεση με την ανδρική φορεσιά (ανήκει στο νησιωτικό τύπο κι αποτελείται από βράκα εσωτερική κι εξωτερική, πεκάμισο, τζιλέ, ζουνάρι, φέσι, μάλλινες κάλτσες και δερμάτινα παπούτσια), που εγκαταλείφθηκε πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η γυναικεία φοριόταν μέχρι πρόσφατα από αρκετές ηλικιωμένες στο Καστελλόριζο και την Ρόδο. Σήμερα, η μοναδική που φορά τα Καστελλοριζιά είναι η παπαδιά Δέσποινα Πολυκάρπου. Τα υφάσματα και τα ενδύματα, πολλά από τα οποία εισάγονταν από την Ευρώπη και την Ασία, καθίστανται όλο και πιό δυσεύρετα. Η φορεσιά, συχνά βασικό ακόμη στοιχείο τής προίκας, έχει κυρίως συμβολικό και κοσμητικό χαρακτήρα.

……….Οι πρώτες γραπτές πληροφορίες και σχέδια γιά τη φορεσιά τού νησιού σώζονται στις περιγραφές των περιηγητών, ιδίως τού περασμένου αιώνα, Turner, Elliot, Fellows, Cornille, Emerson και παρουσιάζουν εξαιρετική ομοιότητα με τη σημερινή.

Μορφή

Ανήκει στον τύπο τής «φορεσιάς με το καβάδι» κι αποτελείται από τα παρακάτω ενδύματα:

……….Το βαμβακερό ή μεταξωτό βρακί, είναι απαραίτητο στοιχείο της. Φαίνεται λίγο ή και καθόλου, τα τελευταία χρόνια, κάτω από το πεκάμισο.

……….Το πεκάμισο φοριέται κατάσαρκα. Φθάνει ως το γόνατο, ενώ υπάρχει μαρτυρία ότι παλιότερα ήταν μακρύτερο. Τα φαρδιά μανίκια και η τραχηλιά κοσμούνται με πυρίν, πιπίλα πλεγμένη με το βελόνι. Το ύφασμά του είναι υφαντό, βαμβακερό συριανό ή κιναράτο, μεταξωτό κυπραίικο ή κρητικό, σε χρώμα υπόλευκο ή κιτρινωπό.

……….Πάνω από το πεκάμισο φοριέται το ζεπούνι από βελούδο, ατλάζι ή κουμάσι σε χρωματιστούς λεμονί, φακουρετί (πορτοκαλί), ροδί, πράσινο, βυσσινί, βαζανί (μελιτζανί). Τα στενά μανίκια του φτάνουν στον αγκώνα. Γύρω στα ανοίγματα φοδράρεται με το ύφασμα τού καβαδιού και κεντιέται με μαύρο και χρυσό γαϊτάνι.

……….Παλιότερα, αντί γιά ζεπούνι χρησιμοποιούσαν το καλανταρί με το ίδιο κόψιμο, ύφασμα, χρώμα, με τη διαφορά ότι η επιφάνειά του δίνει την αίσθηση τού «γκοφρέ» λόγω των εμφανών εσωτερικά βελονιών που σουρώνουν το ύφασμα.

……….Το καβάδι, στο ίδιο κόψιμο με το ζεπούνι, φθάνει ως τα γόνατα, ενώ τον προηγούμενο αιώνα ήταν μακρύτερο κι είχε μακριά, φαρδιά μανίκια. Τα νεώτερα καβάδια δεν έχουν μανίκια. Είναι κι αυτά φοδραρισμένα και γατανωμένα. Η χαρακτηριστική, χρωματιστή απόληξη τής φόδρας ονομάζεται κούσα ή ποδιά. Τα καβάδια παίρνουν τ’ όνομά τους από το πολύχρωμο ύφασμα από το οποίο κατασκευάζονται, όπως σάκκος (χρυσός δεμένος, πρώτη στράτα…), στόφα μαξελάρα, στόφα σταυρουδάτη, σκάκι, χρυσοβέλουδο, μεταξωτό βελούδι (παγωνάτο, γλαστρίτσες, φιδάτο), σελεμιές, μεζαρούλι.

……….Η περιφέρεια τυλίγεται πολλές φορές με το χρυσοΰφαντο, χαμπουσάκι, ή μεταξωτό, μεζαρουλένο, ζώσμα, μήκους 24 πήχεων. Σειρήτια, φούντες και κουμπιά μεταξωτά το διακοσμούν.

……….Η γούνα είναι πανωφόρι με μανίκια, ανοικτό εμπρός και μακρύτερο από το καβάδι. Κατασκευάζεται από τσόχα ή βελούδο βυσσινί, μπλε ή πράσινο. Λωρίδες άσπρης, μήλα, ή καφετιάς, σαμούρι ή πρεφύλι, γούνας στολίζουν τα μανίκια και την τραχήλια, ενώ γαϊτάνια και τιχρέλια κοσμούν τις ραφές. Οι ποδιές και οι ώμοι είναι ολοκέντητοι με χρυσά τιχρέλια και γαϊτάνια που σχηματίζουν μοτίβα όπως το αμύγδαλο, το κυδώνι, ή πιό απλά, όπως το καραολάκι.

……….Σε κάποιες περιστάσεις, αντί γιά τη γούνα φοριέται το κοντόχι, πανωφόρι με το ίδιο κόψιμο και ύφασμα αλλά κοντό ως τη μέση, σε χρώμα βυσσινί, μπλε ή μενεξελί. Σαμούρι στολίζει τα μανίκια και την τραχήλια και χρυσοκέντημα τις ποδιές και τις ραφές.

……….Οι κοντούρες είναι χρυσοκέντητα, εξώραφα, βελούδινα πασουμάκια με ελαφρά ανασηκωμένη μύτη. Στο πατούλι, όπου ακουμπά η φτέρνα στην κοντούρα υπάρχει κέντημα με μεταξοκλωστές, καλαπατάνια.

……….Μεταξωτές τού εμπορίου και μάλλινες ή βαμβακερές πλεχτές κάρτσες στερεώνονται με καλτσδέτες και πουκλίτσες.

……….Το κεφάλι μπορεί να καλύπτεται, ανάλογα με την ηλικία και την κοινωνική κατάσταση, με διάφορα μαντίλια, συνηθέστερα των οποίων είναι: το απρισιμένο, ολοκέντητο, μεταξωτό, τετράγωνο μαντίλι με μακριά κρόσια που εισαγόταν από την Αλεξάνδρεια και προερχόταν από την Κίνα ή την Ισπανία. Το κασμίρι, μάλλινο προυσσιώτικο μαντήλι με κόκκινα τριαντάφυλλα και μακριά κρόσια.

……….Το τσοιλανιώτικο από το Κοιλάνι τής Κύπρου, μεταξωτό μπατίκ με 4 διαφορετικά μοτίβα και κρόσια εφταλογίτικα. Το πολίτικο, σταμπωτό, χασεδένιο, θαλασσοπλυμένο, με 2 διαφορετικά μοτίβα σε σκούρα χρώματα, κατασκευής Καστελλορίζου.

……….Το κεφάλι στολίζεται ακόμη με το ποππάζι, βελούδινο βυσσινί φέσι με χρυσά κορδόνια και φούντα. Το τσάκι, σκληρή ταινία ντυμένη με μαρσιλιανό μαντίλι φοριέται σα στεφάνι σε συνδυασμό με το καλαπόσι, πλεχτό σκουφάκι ραμμένο στο τσακί.

……….Παλιότερα, σύμφωνα με μαρτυρίες προφορικές και τού Cornille, τσίπα ή τσιπίδα μεζαρουλένα κάλυπτε το πρόσωπο τής νύφης.

……….Αντικαταστάθηκε αργότερα από κόκκινη ομπρέλα. Πλήθος κοσμημάτων όπως βραχιόλια, δαχτυλίδια, στήθους (κορδόνι, λαιμός ψάθα με πεντόλιρα…), λίρινη καρφίτσα στο τσακί, σκουλαρίκια και λίρες σε 3 σημεία των αυτιών συμπληρώνουν τη φορεσιά. Το βασικό όμως κόσμημα τής φορεσιάς είναι οι 5-6 ασημένιες ή χρυσές πούκλες, παρόμοιες με τής Σύμης που κλείνουν το πεκάμισο με το λίγκο τους.

Τρόπος ένδυσης

 

……….Η Καστελλοριζιά μπορεί να πραγματοποιήσει διάφορους συνδυασμούς χρησιμοποιώντας στοιχεία από το παραπάνω ενδυματολογικό σύστημα. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο σεβασμός ορισμένων κανόνων σχετικών με τη θέση τού κάθε ενδύματος. Η σειρά με την οποία τα ενδύματα καλύπτουν το κορμί είναι αυτή που επιχειρήσαμε να ακολουθήσουμε. Η παρουσία ορισμένων ενδυμάτων αποτελεί αναγκαία συνθήκη, όπως η γούνα τής παντρεμένης, ενώ άλλα μπορούν να παραλειφθούν, όπως το δυσεύρετο τα τελευταία χρόνια καβάδι. Ας θυμηθούμε το σκωπτικό δίστιχο:

Άγιε Νικόλα τω(ν) Μυρώ(ν) με τον πολύν τον άμμο

καμιά φορά δεν είδαμε με το καλανταρί νάναι στο γάμο.

……….Η ποιότητα κι ο χρωματισμός κάποιων ενδυμάτων είναι καθοριστικός γι’ άλλα στοιχεία τής φορεσιάς. Τέλος, η προσθήκη κάποιων ξένων στοιχείων, όπως μάλλινη ζακέτα, είναι ανεκτή σήμερα στην καθημερινή φορεσιά των ηλικιωμένων.

……….Ο διαφορετικός συνδυασμός των επιμέρους στοιχείων δημιουργεί την κατάλληλη ενδυμασία, ανάλογα με τη χρονική στιγμή, την ηλικιακή ή κοινωνική κατάσταση. Γιά παράδειγμα, η αρχή τής εφηβείας, συνδυασμένη με την αποφοίτηση από το δημοτικό σχολείο, σήμαινε βασικές αλλαγές στη ζωή των κοριτσιών, αλλαγές βιολογικές και κοινωνικές. Η μεταβατική αυτή στιγμή συνέπιπτε με την αντικατάσταση τής «ευρωπαϊκής ρόμπας» από τα «καστελλοριζιά». Χαρακτηριστικό τους η απουσία επενδύτη (καβαδιού ή γούνας), το ακάλυπτο κεφάλι και τα γυμνά πόδια. Σε αντίθεση με το αστόλιστο κεφάλι, τα αυτιά είναι βαρυφορτωμένο με τρία ζεύγη λιρένων σκουλαρικιών, τα πρώτα κοσμήματα «αξίας» που φορά καθημερινά η Καστελλοριζιά και τα τελευταία που αποχωρίζεται σε περίπτωση χηρείας.

……….Με τον γάμο η φορεσιά αποκτά τον μεγαλύτερο πλούτο της ποιοτικά και ποσοτικά: τα υφάσματα είναι πιό βαρύτιμα, τα χρυσοκεντήματα πληθαίνουν, στα δε 6 βασικά ως τότε ενδύματα προστίθενται άλλα 8 εκτός των κοσμημάτων, όλων όσα αποτελούν την προίκα της και τα χαρίσματα τού γαμπρού.

……….Η τσιπίδα και το ποππάζι συνδέονται με την παρθενικότητα, γιά αυτό και αφαιρείται η πρώτη ενώ αντικαθίσταται από το τσακί το δεύτερο μετά την τελετή τού μυστηρίου. Η ολόχρυση νυφική φορεσιά που συνοδεύεται από την ψάθα, μεγαλοπρεπές κόσμημα στήθους με χρυσά νομίσματα, θα φορεθεί τα πρώτα χρόνια τού γάμου με μερικές παραλλαγές, ανάλογα με την περίσταση, όπως αλλαγή τού νυφικού μαντιλιού και καβαδιού με πιό σκούρα, διαφοροποίηση που φτάνει ως την αποκλειστική χρήση ειδικού τύπου καβαδιού κάθε μέρα τής Μεγάλης Εβδομάδας.

……….Παράλληλο είναι και το φαινόμενο τής αφαιρετικής, ποσοτικά και ποιοτικά, αλλαγής τής ενδυμασίας με την πάροδο τής ηλικίας και το πένθος. Η φορεσιά γίνεται πιό λιτή με τη γέννηση των πρώτων παιδιών και μάλιστα των κοριτσιών. Κάθε ηλικιακή τάξη ξεχωρίζει από τη δική της φορεσιά, όλο και πιό σκουρόχρωμη, με κορύφωση τα «χολιασμένα» ρούχα τού πένθους.

……….Έτσι, ο συνδυασμός των ενδυμάτων που κάθε φορά δημιουργεί διαφορετικό ενδυματολογικό σύνολο έχει σημειακό χαρακτήρα. Δέκτης του η κοινωνική ομάδα, που καλείται να αποκωδικοποιήσει το βαθύτερο νόημα του.

***
Πηγή: Το ένθετο αφιέρωμα τής κυριακάτικης εφημερίδος Καθημερινή, Επτά Ημέρες, τεύχος Κυριακής, 18 Φεβρουαρίου 1996.
Επιμέλεια κειμένου και εικόνων : Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο 

Αφήστε μια απάντηση