ΤΑ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

,

,

Τα Κατηχητικά Σχολεία στην Δωδεκάνησο

.

……….Ενώ το ιταλικό καθεστώς στην Δωδεκάνησο προσπαθούσε, με τις δικτατορικές μεθόδους τού De Vecchi, να κάμψει την συνείδηση και τον εθνικό παλμό των υπόδουλων, η Μητρόπολη Ρόδου κατάστρωνε σχέδιο άμυνας και ταυτόχρονα αντεπίθεσης, τα λεγόμενα «Κατηχητικά» σχολεία τα οποία διατήρησαν την ελληνική παιδεία στα δύσκολα αυτά χρόνια και παράλληλα εμψύχωναν τους Δωδεκανησίους.

……….Με τις ενέργειές του ο De Vecchi πέτυχε να ενώσει τους Έλληνες κατοίκους των νησιών και να ενεργοποιήσει την δύναμη τής Εκκλησίας, η οποία, απέναντι στην δράση τού φασιστικού καθεστώτος των νησιών, αντέταξε το κήρυγμα στους ναούς και τα Κατηχητικά σχολεία, κατά το παράδειγμα τής Εκκλησίας τής Ελλάδος.

……….[ ] Από το 1937 [  ]  με κυβερνητικό διάταγμα καταργείται το υπάρχον εκπαιδευτικό καθεστώς και όλα τα ελληνικά σχολεία τής Δωδεκανήσου μετατρέπονται σε ιταλικά, ενώ την θέση των Δωδεκανησίων εκπαιδευτικών καταλαμβάνουν Ιταλοί, επιλεγμένοι από το φασιστικό καθεστώς. Οι μαθητές που επιθυμούσαν συνέχισαν την φοίτησή τους στο ιταλικό σχολείο, οι υπόλοιποι, όμως, διέκοψαν τις σπουδές τους, ενώ την τύχη των δημοτικών σχολείων ακολούθησε και το Βενετόκλειο Γυμνάσιο. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένα εκπαιδευτικό αδιέξοδο στην ιταλοκρατούμενη Ρόδο και η ελληνική παιδεία, καθώς και ό,τι αυτό συνεπαγόταν, έγινε παρελθόν.

……….Το πρόγραμμα, βεβαίως, τής παρεχόμενης ύλης στα Κατηχητικά σχολεία έπρεπε να προσαρμοσθεί στην νέα κατάσταση. Γι’ αυτό, ο μητροπολίτης Απόστολος, την ίδια χρονιά (1937), προσλαμβάνει ως Κατηχητή – Ιεροκήρυκα τον θεολόγο Κανάρη Πουζουκάκη, καθηγητή στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο και τού αναθέτει την σύνταξη διδακτέας ύλης γιά το σχολικό έτος 1938 – 1939.

……….Τα Κατηχητικά σχολεία, λοιπόν, γίνονται κατά την περίοδο τής Ιταλοκρατίας το «κρυφό σχολειό» στα Δωδεκάνησα, αντικαθιστούν τον δάσκαλο, διδάσκουν και διασώζουν την ελληνική γλώσσα, ενώ παράλληλα κατηχούν σε θέματα πίστης. Με την διδασκαλία των θρησκευτικών, εκτός τής ανάγνωσης και τής γραφής, κατάφεραν να διατηρήσουν ζωντανό το θρησκευτικό συναίσθημα και να αντισταθούν στα αφελληνιστικά σχέδια τού Κατακτητή. Η διατήρηση και η επέκτασή τους, όμως, ιδίως μετά το 1937, αποδεικνύεται δύσκολη υπόθεση αλλά όχι και αδύνατη, καθώς ο μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος, το 1938, αποσπά την συγκατάθεση τού De Vecchi να διδάσκεται το μάθημα των θρησκευτικών κάθε Κυριακή στις Εκκλησίες και στα παιδιά των χωριών τής Ρόδου, εκτός τής πρωτεύουσας, καθώς και των άλλων νησιών, με την διευρυμένη μορφή τού Κατηχητικού. Η άδεια τού De Vecchi δόθηκε με τον όρο το μάθημα να γίνεται μέσα στην Εκκλησία και να χρησιμοποιούνται ως δάσκαλοι κληρικοί, στους οποίους συμπεριλήφθηκαν και οι επτά θεολόγοι – λαϊκοί, οι οποίοι υπήρχαν τότε στην Ρόδο.

……….Από το 1938, λοιπόν, τα Κατηχητικά σχολεία επεκτείνονται σε όλο τον γεωγραφικό χώρο τής επαρχίας Ρόδου, ενώ ως αναγνωστικά χρησιμοποιούνται τα θρησκευτικά βιβλία. Οι απολυμένοι δάσκαλοι και καθηγητές, όσοι απ’ αυτούς δεν είχαν καταφύγει στην ελεύθερη Ελλάδα ή την Αίγυπτο, επάνδρωσαν τα Κατηχητικά (κυρίως οι θεολόγοι) ή παρέδιδαν κρυφά ιδιαίτερα μαθήματα, με κίνδυνο τής ζωής τους.

……….Παράλληλα με το Κατηχητικό ιδρύθηκαν και χορωδίες Βυζαντινής μουσικής, οι οποίες αποτέλεσαν κίνητρο όχι μόνο γιά την προσέλκυση μεγάλου αριθμού παιδιών στο Κατηχητικό, αλλά και ενηλίκων κατοίκων στην Εκκλησία. Το Κατηχητικό λειτουργούσε κανονικά κάθε γιορτή και Κυριακή, ενώ τηρούνταν φύλλα προόδου και μοιράζονταν Συνόψεις, Συνέκδημοι και άλλα θρησκευτικά βιβλία, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως αναγνωστικά. Κατά διαστήματα, εξάλλου, μία έως δύο φορές τον χρόνο, γινόταν επιθεώρηση από την Μητρόπολη.

……….Γίνεται φανερό, λοιπόν, ότι η Εκκλησία στην επαρχία Ρόδου, υπό το πρόσχημα των Κατηχητικών σχολείων, βρήκε εύσχημο τρόπο, ώστε να ξαναρχίσει η λειτουργία των ελληνικών σχολείων τόσο στην Ρόδο όσο και στα άλλα νησιά τής Δωδεκανήσου. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση συνέβαλε τα μέγιστα και ο μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος, ο οποίος με διπλωματικό τρόπο αποπροσανατόλισε τον De Vecchi, όταν τού έγινε γνωστό ότι οι μαθητές στα Κατηχητικά σχολεία διδάσκονταν ουσιαστικά την ελληνική γλώσσα.

……….Όσον αφορά στην δεύτερη περίοδο λειτουργίας των Κατηχητικών σχολείων στη Ρόδο (1937 – 1943), στην κατηγορία των κληρικών και μετά από επιμονή τού Μητροπολίτη συμπεριλήφθηκαν και οι υπάρχοντες τότε λαϊκοί θεολόγοι: Κανάρης Πουζουκάκης, Εμμανουήλ Μπακίρης, Γεώργιος Ασκητής, Ηλίας Κουντούρης και Νικόλαος Αρβανίτης. Οι θεολόγοι αυτοί, μαζί με τον αρχιμανδρίτη Κλεόβουλο Παπαϊωάννου – Πιάγκο και τον αρχιδιάκονο Απόστολο Παπαϊωάννου, εκτός από χρέη καθηγητών, εκτελούσαν και χρέη είδους επιθεωρητών, υπό την άμεση καθοδήγηση τού Μητροπολίτη Ρόδου, ενώ στην Νίσυρο το καθηγητικό έργο το είχε αναλάβει ο αρχιμανδρίτης και ηγούμενος τής Ιεράς Μονής Σπηλιανής Κύριλλος Ρωμανός. Τα Κατηχητικά σχολεία που λειτουργούσαν στην Ρόδο την εποχή αυτή ήταν 6 στην πρωτεύουσα και άλλα 40 στα χωριά τού νησιού, ενώ το πρόγραμμα περιλάμβανε 9 ώρες Ελληνικά, 3 ώρες Θρησκευτικά, 3 ώρες Ελληνική Ιστορία και 3 ώρες Αριθμητική. Τα κηρύγματα στις εκκλησίες, επίσης, δεν περιορίζονταν στα στενά θρησκευτικά πλαίσια, αλλά ήταν εθνικά σαλπίσματα, όσο συγκαλυμμένα κι αν λέγονταν.

……….Την προσπάθεια τής Εκκλησίας στήριξαν όλοι οι κοινοτικοί άρχοντες, ιδιαίτερα όμως οι 143 δάσκαλοι και δασκάλες που πρόσφεραν τις μορφωτικές τους υπηρεσίες προς όφελος τού λαού, ενώ ο μητροπολίτης Απόστολος ανέλαβε να κάνει γνωστή την δραστηριότητα των Κατηχητικών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αποστέλλοντας και μία από τις πολλές εκθέσεις τους. Ο οικουμενικός πατριάρχης Βενιαμίν με απαντητική επιστολή του, εξέφραζε τα συγχαρητήριά του στον Απόστολο, καθώς και την ευαρέσκειά του γιά την ιδιαίτερη μέριμνα που επεδείκνυε ως προς τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση των νέων.

……….Εκτός από το Πατριαρχείο, την λειτουργία των Κατηχητικών στην επαρχία Ρόδου επικρότησε και η ελληνική Κυβέρνηση, ενισχύοντας μέχρι την κήρυξη τού ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940 την Μητρόπολη, μέσω τού Προξενείου στην Ρόδο, με τα εξής ποσά: 25.000 λιρέττες κάθε χρόνο γιά την λειτουργία των Κατηχητικών, 10.000 λιρέττες γιά την συντήρηση τού γραφείου τής Μητρόπολης και 24.000 λιρέττες γιά προσωπικό επίδομα τού Μητροπολίτη. Μετά την κήρυξη τού πολέμου, ο τότε Έλληνας Πρόξενος Χριστοδούλου διαμήνυσε στον Μητροπολίτη να προσπαθήσει, με κάθε τρόπο, να διατηρήσει την Μητρόπολη και τα Κατηχητικά σχολεία, κάτι που ο Τρύφωνος κατάφερε να κάνει.

……….Η τακτική φοίτηση των παιδιών στα Κατηχητικά σχολεία, όμως, προκάλεσε την αντίδραση των περιφερειακών διευθυντών των ημερήσιων σχολείων, οι οποίοι, σε σύσκεψη στο χωριό Γεννάδι, μετά το πέρας τού σχολικού έτους 1940 – 1941, αποφάσισαν να ζητήσουν από τον τότε Ιταλό διοικητή ναύαρχο Inigo Campioni να απελάσει τους θεολόγους κατηχητές και ιεροκήρυκες, με το αιτιολογικό ότι κατέστρεφαν το έργο τους. Ο Campioni, όμως, τους απείλησε με απομάκρυνση από την Δωδεκάνησο, κατηγορώντας τους γιά ανικανότητα, διότι, ενώ οι θεολόγοι ήταν μόνο πέντε, αυτοί, εκτός από την ενίσχυση τού κράτους, είχαν στην διάθεσή τους εκατοντάδες δασκάλων, οι περισσότεροι των οποίων ήταν Ιταλοί.

……….Με την επικράτηση των Γερμανών τον Σεπτέμβριο τού 1943 αρχίζει η τρίτη και τελευταία περίοδος λειτουργίας των Κατηχητικών σχολείων, η οποία λαμβάνει τέλος με την απελευθέρωση τής Δωδεκανήσου. Πρόκειται γιά μία περίοδο ελεύθερης λειτουργίας των Κατηχητικών, αφού οι Γερμανοί, απασχολημένοι με τις ανάγκες τού πολέμου, δεν στόχευαν στον αφελληνισμό τού πληθυσμού, γι’ αυτό και επέτρεψαν την λειτουργία των Κατηχητικών ως ημερήσιων σχολείων με αναλυτικό πρόγραμμα τού ελληνικού Υπουργείου Παιδείας. Η αντίδραση τής ιταλικής αστυνομίας και των υπαλλήλων της ήταν έντονη και περιλάμβανε καταγγελίες εναντίον των Ελλήνων γιά «παρά τους κείμενους νόμους» ίδρυση σχολείων, επικαλούμενη το σχολικό Διάταγμα τού 1937, καθώς και το προϋπάρχον πολιτικό καθεστώς, το οποίο οι Γερμανοί, γιά λόγους σκοπιμότητας, αποφάσισαν να διατηρήσουν στα νησιά. Με συνεχή, εξάλλου διαβήματα οι Ιταλοί προσπαθούσαν να μεταπείσουν την στρατιωτική γερμανική διοίκηση, χωρίς, ωστόσο, αποτέλεσμα.

……….Την Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 1943 διαβάστηκε σε όλες τις Εκκλησίες εγκύκλιος του μητροπολίτη Ρόδου Απόστολου, με την οποία γινόταν γνωστή η λειτουργία Κατηχητικών σχολείων καθημερινά σε όλα τα χωριά της Ρόδου και ζητούσε τη στήριξη του λαού. Στις 14 Δεκεμβρίου του 1943, εξάλλου, άρχισε η λειτουργία Ανώτερου Κατηχητικού με γυμνασιακά μαθήματα μέσα στο μητροπολιτικό ναό των Εισοδίων της Ρόδου, με διευθυντή το γυμνασιάρχη Δημήτριο Αναστασιάδη, υποδιευθυντή τον πρωτοσύγκελο Απόστολο Παπαϊωάννου και καθηγητές τους: Παντελή Παντελίδη, Μιχαήλ Σελλά, Σεβαστό Μαΐλη, Εμμανουήλ Μανωλά, Θάνο Παπαθανάση, Αθηναγόρα Κωνσταντινίδη, Ζαχαρία Παπαζαχαρίου και Σταμάτη Καζούλλη. Η έναρξη των μαθημάτων έγινε μέσα σε συγκινητική ατμόσφαιρα, με παρόντες και τους καθηγητές του Βενετόκλειου Γυμνάσιου Ρόδου, σε χώρο του οποίου συνεχίστηκε αργότερα, υπό τύπον Ανώτερου Κατηχητικού, η λειτουργία του Γυμνασίου αυτού.

……….Στις 14 Φεβρουαρίου τού 1944, σε συνάντηση τού μητροπολίτη Ρόδου Απόστολου με τον Γερμανό διοικητή Ulrich Kleemann, ετέθη, μεταξύ άλλων, και το ζήτημα των Κατηχητικών σχολείων. Ο διοικητής έθεσε υπ’ όψη τού Μητροπολίτη τις σχετικές αναφορές των Ιταλών, στις περισσότερες εκ των οποίων υπήρχε το αίτημα τής επαναφοράς των Κατηχητικών στην προηγούμενη μορφή τους, δηλαδή με δασκάλους μόνο ιερείς και ημέρες διδασκαλίας μόνο τις Κυριακές και τις γιορτές. Ο Τρύφωνος δικαιολόγησε την λειτουργία των νέων Κατηχητικών με το επιχείρημα ότι αρκετοί απόφοιτοι των κατώτερων Κατηχητικών ήθελαν να γίνουν ιερείς, γι’ αυτό και έπρεπε να διδαχθούν ανώτερα Κατηχητικά μαθήματα. Το επιχείρημα αυτό φαίνεται ότι ικανοποίησε τον Γερμανό διοικητή, με αποτέλεσμα το σχολικό έτος 1943 – 1944 να τελειώσει ομαλά.

……….Στις 30 Σεπτεμβρίου τού 1944 εκδίδεται Κυβερνητικό Διάταγμα γιά το σχολικό έτος 1944 – 1945, σύμφωνα με το οποίο η Εκπαίδευση παύει να ανήκει στην αρμοδιότητα τής Εκκλησίας και περνά στην αντίστοιχη τής Κυβέρνησης, επανέρχεται, δηλαδή, το σχολικό καθεστώς τού Διατάγματος τού 1926. Στις 22 Δεκεμβρίου 1944 ο μητροπολίτης Απόστολος αποστέλλει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως πλήρη αναφορά γιά την πορεία λειτουργίας των Κατηχητικών σχολείων και την κατάσταση που επικρατεί στην παρούσα φάση.

……….Με την υπογραφή τής ειρήνης και την κατάληψη τής Δωδεκανήσου από τους Άγγλους το 1945 εγκαθίστανται και οι πρώτες εξαρτημένες απ’ αυτούς εκπαιδευτικές αρχές, με διευθυντή Παιδείας τον Ροδίτη Ευστάθιο Λαγκάνη, ο οποίος υπήρξε καθηγητής τού Βενετόκλειου Γυμνασίου και τής Σαλβαγείου Σχολής τής Αλεξάνδειας.

……….Το σχολικό έτος 1945 – 1946, το Βενετόκλειο λειτούργησε ως πλήρες Γυμνάσιο Αρρένων, ενώ το Καζούλλειο ως Γυμνάσιο Θηλέων, προκειμένου να τιμηθούν οι δύο οικογένειες των μεγάλων ευεργετών τής Ρόδου. Τον Σεπτέμβριο τού 1945 αποφοιτούν από το Βενετόκλειο Γυμνάσιο και οι πρώτοι μαθητές, ενώ επανέρχονται και αυτοί που είχαν διακόψει τις σπουδές τους λόγω ανωτέρας βίας το 1937, κατατασσόμενοι ανάλογα με τις γνώσεις τους σε διάφορες τάξεις και αποφοιτώντας και αυτοί. Πρόκειται γιά την γενιά που, σύμφωνα με τα σχέδια των Ιταλών, θα αποτελούσε την πρώτη εξιταλισμένη γενιά των Ελλήνων κατοίκων τής Δωδεκανήσου.

……….Ο Νικόλαος Βλάχος, καθηγητής Πανεπιστημίου, σε έκθεσή του προς τον Έλληνα Πρωθυπουργό και τα Υπουργεία Εθνικής Παιδείας και Εξωτερικών στις 30.9.1946 αναφέρει σχετικά: «…Πλην τού διωγμού τής Εκκλησίας και τής απαγορεύσεως τής χρήσεως τής ελληνικής γλώσσης ενώπιον των αρχών, εκλείσθησαν τα πάσης φύσεως ελληνικά σχολεία αντικατασταθέντα δι’ ιταλικών. Πατριώται και φιλομαθείς κατά παράδοσιν οι νησιώται ετρώθησαν εις την εθνικήν φιλοτιμίαν των, αλλά δεν απήλπισαν, ουδέ παρέλιπον να αντιδράσουν. [ ]  Ίσως το παράδειγμα των αφανών διδασκάλων και των κρυφών σχολείων τής Τουρκοκρατίας ενεψύχωσε και ενεθάρρυνε τους νησιώτας εις την εγκαρτέρησιν τής δυστυχίας και ανέδειξε τους νέους αφανείς διδασκάλους και τα νέα «κρυφά σχολειά» τής Δωδεκανήσου.[ ]  Σήμερον, μετά διετίαν από τής ευτυχούς μεταστροφής τού πολέμου υπέρ των ηνωμένων εθνών, δεν υπάρχει χωρίον τής Δωδεκανήσου, εις το οποίον να μη διδάσκωνται τα ελληνικά γράμματα, εις δε τα κέντρα της, οργιά ακατάσχετος η προς την ανωτέραν μόρφωσιν ορμή…».

……….Στις 31 Μαρτίου 1947 υψώνεται στην Ρόδο η ελληνική σημαία, ενώ την διοίκηση τής Δωδεκανήσου αναλαμβάνει ο στρατιωτικός διοικητής των νησιών ναύαρχος Ιωαννίδης, με πρώτο διευθυντή Παιδείας, διορισμένο από το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας, τον Καλύμνιο Γιάννη Ζερβό, τον οποίο διαδέχεται ο Δημήτριος Τσιλίρας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των εκπαιδευτικών αρχών τής Ελλάδας, τα σχολεία τής Δωδεκανήσου βρίσκονταν σε άριστο επίπεδο, σαν να μην είχαν περάσει όλες αυτές τις δοκιμασίες επί μία πενταετία, αρχής γενομένης από το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων.

……….Την 7η Μαρτίου 1948, ημέρα τής Ενσωμάτωσης στην Μητέρα πατρίδα, η κατάσταση στα εκπαιδευτικά πράγματα τής Ρόδου βρίσκεται ήδη σε ικανοποιητικό επίπεδο, ενώ τα σχολεία όλων των βαθμίδων λειτουργούν κανονικά, με πλήθος μαθητών σ’ όλες τις τάξεις. Οι Δωδεκανήσιοι εκπαιδευτικοί, εξ άλλου, που επί ιταλικής διοίκησης είχαν παυτεί από τα καθήκοντά τους αποκαταστάθηκαν, ενώ τα χρόνια προϋπηρεσίας τους υπολογίστηκαν και γιά την πριν την Ενσωμάτωση περίοδο, έστω και εάν δεν είχαν εργαστεί τότε. Αναγνωρίστηκαν, επίσης, από την ελληνική Πολιτεία ως ισότιμοι με τους τίτλους σπουδών των σχολών τού ελεύθερου ελληνικού κράτους και οι αντίστοιχοι τίτλοι που είχαν χορηγηθεί από τα Κατηχητικά σχολεία. Βέβαια, ενώ η αναγνώριση τής προσφοράς τού Δωδεκανήσιου δασκάλου δικαίωσε τον αγώνα των εκπαιδευτικών, δε συνέβη το ίδιο και με τον απλό παπά, ο οποίος επί μία πενταετία (1938-1943) έδωσε τον δικό του αγώνα, με τα δικά του μέσα.

……….Είναι γεγονός ότι η περίοδος 1937-1943 υπήρξε η πιό δύσκολη περίοδος στην ιστορία τής Ρόδου, ενώ η λειτουργία των Κατηχητικών σχολείων την περίοδο αυτή συνέβαλε τα μέγιστα ώστε οι γεννηθέντες τα χρόνια 1929 – 1933 να γνωρίζουν, κατά την Απελευθέρωση, την ελληνική γλώσσα, άποψη την οποία υποστηρίζει και ο απεσταλμένος τής ελληνικής Κυβέρνησης στα Δωδεκάνησα, με σκοπό να μελετήσει την εκπαιδευτική κατάσταση στην περιοχή, σε επιστολή του στις 25.1.1947 προς το Υπουργείο των Εξωτερικών:

……….«…Τα Κατηχητικά Σχολεία υπήρξαν τα κέντρα της Ελληνικής Παιδείας. [ ]  Διωργανώθη, τη εγκρίσει τής Προξενικής αρχής, το «κρυφό σχολείο», εις το οποίον ωρισμένοι εμπνευσμένοι κληρικοί, βοηθούμενοι υπό τινων θαρραλέων λαϊκών θεολόγων, εδίδασκον, εκτός των Θρησκευτικών, Ελληνικήν γλώσσαν, Ελληνικήν ιστορίαν και άλλα. Τα Κατηχητικά ταύτα μαθήματα απετέλεσαν από τού 1937 μέχρι τού 1943 την μόνην Ελληνικήν Παιδείαν εν Δωδεκανήσω και εξυπηρέτησαν μεγάλως την μαθητιώσαν νεολαίαν, καθόσον άνευ τούτων θα είχε παραμείνει αύτη τελείως εστερημένη Ελληνικής μορφώσεως».

……….Τα Κατηχητικά σχολεία υπήρξαν, αναμφίβολα, conditio sine qua non γιά την διατήρηση τής ελληνικής γλώσσας και τού ελληνικού πολιτισμού στην δύσκολη περίοδο ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων και ιδίως τα χρόνια 1937-1943. Χωρίς αυτά η πορεία τής Παιδείας στην περιοχή θα είχε ακολουθήσει διαφορετική διαδρομή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο εμπνευστής και δημιουργός των Κατηχητικών στην επαρχία Ρόδου, μητροπολίτης Απόστολος Τρύφωνος:

……….«…Τα Κατηχητικά τής Επαρχίας Ρόδου είτε το θέλουσιν είτε δεν το θέλουσι μερικοί, έχουσι την ικανοποίησιν ότι εις τας σκοτεινοτέρας στιγμάς τού Εθνικού της βίου με το αμυδρόν φως τής κανδήλας των, καθωδήγησαν τας ψυχάς των Ελληνοπαίδων της προς την οδόν των μεγάλων πεπρωμένων τής Φυλής, και θα αποτελέσουν ως τοιαύτα την φωτεινοτέραν σελίδα τής Ιστορίας τής Σκλαβιάς της, καθώς το κρυφό Σχολείο τού Νάρθηκος απετελεί και θ’ αποτελή εις αιώνα τον άπαντα την φωτεινοτέρα σελίδα τής Ιστορίας τής σκλαβιάς τού πολυπαθούς μας Έθνους…».

***

  • Πηγή: Η Διπλωματική εργασία που κατέθεσε ο Ανδρέας Μαυρίδης, στο ΑΠΘ, το έτος 2009.
  • Επιμέλεια κειμένου:  Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο
Copyright (©) «Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο»

Αφήστε μια απάντηση