ΑΦΙΕΡΩΜΑ – ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑΣ

ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

……….Από τους μεγαλύτερους τής αφύπνισης και αναγέννησης τού ελληνισμού, ο λόγιος ιερέας Κοσμάς, μορφωμένος σε εκκλησιαστικές σχολές έρχεται σε αντίθεση με την μεροληπτική και επίπεδη επιχειρηματολογία των Εθνικών γιά τον δήθεν ανθελληνισμό τής Βυζαντινής  Ελληνικής Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας και των πολιτών της, όπως επίσης και γιά εκείνον τής Εκκλησίας.

……….Επίσης θα καταδείξει την πάγια τακτική τής εξουσίας προς τους πολέμιούς της, ανεξαρτήτου θρησκευτικού φρονήματος και εθνικής προέλευσης. Ας προσεχθεί επίσης πως αυτός ο αφυπνιστής τού Γένους είναι Χριστιανός και όχι υποτιθέμενος «κρυπτόμενος Εθνικός υπό διωγμό, που θεράπευε τον Ελληνικό πολιτισμό». Αυτός ο Έλληνας Προφήτης Χριστιανός Ιερέας συνέβαλε στην αφύπνιση τού Ελληνισμού σπουδάζοντας και μαθαίνοντας γράμματα αποκλειστικά σε εκκλησιαστικά μορφωτικά ιδρύματα (Αθωνιάδα, Πατριαρχική Σχολή Κωνσταντινούπολης κ.α.). Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα επιχειρήματα Εθνικών γιά την μη «ελληνική» παιδεία τής Ορθόδοξης Εκκλησίας και τους θεσμούς που αυτή περικλείει.

,,,,,,,,,,Γεννήθηκε το 1714 στο Μεγάλο Δένδρο τής Αιτωλίας. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Κώνστας. Στην ηλικία των 8 στάλθηκε στην Σιγδίτσα τής επαρχίας Παρνασσίδος όπου ήταν μαθητής τού ιεροδιδάσκαλου Λύτσικα , αργότερα μετέβη στο Άγιο Όρος όπου σπούδασε στην Αθωνιάδα Σχολή υπό τους διδάσκαλους Παναγιώτη Παλαμά και Νικόλαο Ζερτζούλην. Μετά την αποφοίτησή του πήγε στην μονή Φιλοθέου, όπου και χειροτονήθηκε μοναχός με το όνομα Κοσμάς. Ο μονότονος μοναχικός βίος του δεν τού άρεσε όπου ήθελε να δράση γιά το όφελος τής κοινωνίας.

……….Αφού εγκατέλειψε την μονή πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου συναντήθηκε με τον μεγάλο αδελφό του Χρύσανθο διδάσκαλο τής πατριαρχικής σχολής. Με τις συστάσεις που τού έκανε γνωρίστηκε με πολλούς αρχιερείς και  με τον πατριάρχη Σεραφείμ και με την έγγραφη άδεια τού Πατριαρχείου άρχισε το ευαγγελικό κήρυγμα το 1760 από την πρωτεύουσα. Μετά περιηγήθηκε στα νησιά τού Αιγαίου Πελάγους, την Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα και Ιόνια Νησιά κηρύττοντας τον θείο λόγο.

……….Τα κηρύγματα τού Κοσμά δημιούργησαν μεγάλη εντύπωση διότι χρησιμοποιούσε την δημοτική γλώσσα. Ο λαός κατά χιλιάδες παρακολουθούσε τα κηρύγματά του σε όλα τα  χωριά ενώ εκείνος δίδασκε με ασυνήθιστη ευγλωττία, κοινωνική αλληλεγγύη, θρησκευτική ευλάβεια και την αγάπη του προς την παιδεία. Ήταν ένθερμος  υποστηριχτής τής παιδείας. Αυτό φαίνεται και από μία επιστολή του προς τον  αδελφό του Χρύσανθο που τώρα ήταν Σχολάρχης Νάξου και από την οποία μαθαίνουμε ότι  ταξίδεψε σε 30 επαρχίες, ίδρυσε 10 ελληνικά σχολεία και 200 δημοτικά.  Στο τέλος τής επιστολής του γράφει: «Δέκα χιλιάδες Χριστιανοί με αγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι και ένας όχι τόσο. Χιλιάδες εβραίοι θέλουσι τον θάνατό μου και ένας όχι. Αψοθ’ Μαρτίου β΄. Ο σός αδελφός Κοσμάς Ιερομόναχος».

……….Όχι μόνο οι Χριστιανοί αλλά και οι Τούρκοι σέβονταν τον Κοσμά και άκουαν με προσοχή τις συμβουλές του. Σε όποιο μέρος δίδασκε καρφωνόταν ένας ξύλινος σταυρός γιά να αποδεικνύει ότι πέρασε από εκεί. Κατά την αποστολική του περιοδεία ακολουθείτο από πολλούς ιερείς οι οποίοι μιμούμενοι αυτόν διασκορπίζονταν στα χωριά κηρύττοντας ή αναγιγνώσκοντας τους λόγους του. Επειδή δε συνήθως έψεγε και κάκιζε τους άρχοντες των κοινοτήτων που επισκεπτόταν και τις αυθαιρεσίες τους, είχε πολλούς εχθρούς. Στην Κεφαλλονιά οι άρχοντες – ευγενείς ζήτησαν από τον Ενετό  διοικητή  την απέλασή του η οποία όμως ματαιώθηκε από την ενθουσιώδη υποστήριξη τού λαού.  Όταν αποφάσισε να μεταβεί στην Ζάκυνθο τον συνόδευσαν 10 πλοία κατάμεστα από Κεφαλλονίτες θαυμαστές του. Επειδή όμως οι άρχοντες τού απαγόρευσαν να αποβιβασθεί γιατί φοβήθηκαν τα λεγόμενά του, γύρισε ξανά στην Κεφαλλονιά και μετά από αρκετό καιρό στην Κέρκυρα όπου και τού έγινε μεγάλη υποδοχή. Πρωτοφανής ήταν η συρροή των ακροατών τόσο από τους Ιονίους νήσους όσο και από την Ήπειρο ώστε και πάλι ο Κοσμάς δεν έμεινε ήσυχος. Αναγκάσθηκε από τον διοικητή τού νησιού, που παρακινήθηκε από τους προύχοντες, να εγκαταλείψει το νησί και να περάσει στην Ήπειρο και την Αλβανία.

……….Οι Εβραίοι τής Ηπείρου συκοφάντησαν τον Αιτωλό ως φιλοπόλεμο και τον κατηγόρησαν στην Τουρκική διοίκηση ως οργανωτή επαναστάσεως. Προσκλήθηκε τότε στο  Βεράτιο τής Αλβανίας γιά να απολογηθεί και καταγοήτευσε τόσο τον διοικητή ώστε αντί να καταδικασθεί τού δόθηκε μικρός θρόνος όπου και ανέβηκε κηρύσσοντας τον λόγο τού Θεού. Τότε  οι Εβραίοι επινόησαν άλλο μέσο για να καταδικασθεί. Προσέλαβαν μουσουλμάνο εισπράκτορα ο οποίος ανάφερε στον διοικητή ότι λιγόστευαν οι φόροι διότι ο κόσμος παρακολουθεί την διδασκαλία τού Αιτωλού αντί να ασχολείται με την γεωργία. Ο διοικητής διέταξε να τον σταματήσουν αλλά ο εισπράκτορας παρερμήνευσε την διαταγή και ενέργησε κρυφά ώστε να θανατωθεί. Σκοτώθηκε τις 24 Αυγούστου 1779.

……….Την μνήμη τού Κοσμά σέβονταν και οι Μουσουλμάνοι. Ο διαβόητος Αλή – Πασάς των Ιωαννίνων έκτισε με δικά του έξοδα εκκλησία στο χωριό Καλκουτάση τού Βεράτιου, όπου κρεμάστηκε ο Άγιος Κοσμάς, ονομάσθηκε Άγιος με απόφαση τής εκκλησίας, και ζήτησε να τού ετοιμάσουν αργυρή κεφαλή τού Αγίου. Όταν την έφεραν μπροστά στον Αλή, αυτός τότε έψαυσε 3 φορές τα γένια του σε σημείο σεβασμού. Επειδή οι παρόντες μουσουλμάνοι δυσανασχέτησαν, τους είπε ο Αλή – Πασάς: «φέρετέ μου ένα μουσουλμάνο σαν αυτόν τον χριστιανό να τού φιλήσω και τα πόδια».

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ

.

Τού Γ. Δ. Μεταλληνού , κοσμήτορα τἠς Θεολ. Σχολής τού Παν. Αθηνών.

……….Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, μοναχός, υπήρξε διδάσκαλος και φωτιστής τού Γένους, εθνομάρτυρας και άγιος τής Εκκλησίας. Καμιά προσωπικότητα των χρόνων τής δουλείας δεν έχει απασχολήσει τόσο πολύ την επιστήμη, την λογοτεχνία και την θεολογία, όσο ο Πατροκοσμάς, όπως επικράτησε να ονομάζεται από τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Ανήκει στις φωτισμένες μορφές, που προετοίμασαν το Γένος για την παλιγγενεσία του. Η εμφάνισή του συνέπεσε με μία κρισιμότατη περίοδο τής ιστορίας τού δούλου Γένους. Τον 18ο αιώνα συντελείται η ανασυγκρότηση τού ελληνισμού σε όλους τους τομείς. Μέσα στο προστατευτικό πλαίσιο τής εθναρχούσας Εκκλησίας διατήρησε την ακεραιότητά του και μπόρεσε να επιβιώσει στους ιδιαίτερα δύσκολους 16ο και 17ο αιώνες.

Βιογραφικά

……….Γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δένδρο (κατ’ άλλους στον Ταξιάρχη), τής επαρχίας Αποκούρου τής Αιτωλίας. Το Μέγα Δένδρο δέχεται ως τόπο καταγωγής του ο πρώτος βιογράφος και σύγχρονός του Νικόδημος ο Αγιορείτης. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο ιεροδιδασκαλείο τού Λύτσικα στην Σιγδίτσα τής Παρνασσίδος και στην μονή Αγίας Παρασκευής στα Βραγγιανά των Αγράφων. Δίδαξε ως «υποδιδάσκαλος» στην Λομποτινά Ναυπακτίας και σε άλλα χωριά. Επιθυμώντας να λάβει μίαν ανώτερη παιδεία πήγε στην Αθωνιάδα Σχολή (μονή Βατοπεδίου) γύρω στο 1750, όπου είχε δασκάλους τον Παν. Παλαμά, τον Ευγένιο Βούλγαρη και τον Νικ. Τζαρτζούλη.

……….Στο Άγιο Όρος επιδόθηκε στην άσκηση και την μελέτη τής Αγίας Γραφής και των εκκλησιαστικών Πατέρων. «Μελετώντας το άγιον και ιερόν Εύαγγέλιον – έλεγε στο κήρυγμά του – εύρον μέσα πολλά και διάφορα νοήματα, τα οποία είναι όλα μαργαριτάρια, διαμάντια, θησαυρός, πλούτος, χαρά, ευφροσύνη, ζωή αιώνιος». Μολονότι το περιεχόμενο τής παιδείας του δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια, από το κήρυγμά του συνάγεται ότι είχε μία βαθιά εκκλησιαστική γνώση και μία επαρκή γενικότερη «θύραθεν» παιδεία. Γνώριζε καλά Ελληνικά, έμαθε ξένες γλώσσες («Εβραϊκά, Τουρκικά, Φράγκικα») και δείχνει κάποια άνεση στην χρήση και τής αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Άλλωστε, και μετά την φοίτησή του στην Αθωνιάδα, ως μοναχός μπορούσε να συνεχίσει την κατάρτισή του «κατ’ ιδίαν» («…έφθειρα την ζωήν μου εις την σπουδήν σαράντα πενήντα χρόνους… τα βάθη τής σοφίας ήρεύνησα» – θα ομολογήσει). Το 1759 έγινε μοναχός στην μονή Φιλόθεου. Τότε άλλαξε το κοσμικό του όνομα Κώνστας με το μοναχικό Κοσμάς.

……….Στον χώρο τής μετανοίας του φλεγόταν από τον πόθο να βοηθήσει το υπόδουλο Γένος, συμβάλλοντας στον κατά Θεόν φωτισμό του. «Άκούοντας και εγώ, αδελφοί μου – θα πει αργότερα –τούτον τον γλυκύτατον λόγον, όπου λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και διά τους αδελφούς μας, μ’ έτρωγεν εκείνος ο λόγος μέσα εις την καρδίαν τόσους χρόνους, ωσάν το σκουλήκι, όπου τρώγει το ξύλον… Όθεν άφησα την ιδικήν μου προκοπήν, το ιδικόν μου καλόν, και εβγήκα να περιπατώ από τόπον εις τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου». Και αλλού θα συμπληρώσει: «Επειδή το Γένος μας έπεσεν εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία τού Θεού και η ευχή σας σώσει και εμένα».

……….Στα τέλη τού 1760, πιθανότατα, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε άδεια και ευλογία τού οικουμενικού πατριάρχη Σωφρονίου Β’, γιά να αρχίσει το ιεραποστολικό του έργο, το οποίο συνέχισε γιά μία περίπου εικοσαετία και το επισφράγισε με το μαρτύριο του.

……….Ο Κοσμάς πραγματοποίησε τέσσερεις ή κατ’ άλλους τρεις περιοδείες, σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Οι πορείες του δεν μπορούν να οριστούν με ακρίβεια. Διάφορες «ενθυμήσεις» εκκλησιαστικών βιβλίων, τοπικές παραδόσεις και οι επιστολές του βεβαιώνουν ότι περιόδευσε τα μέρη τής Κωνσταντινούπολης, την Θράκη, το Άγιο Όρος, την Στερεά Ελλάδα, την Αχαΐα, την Θεσσαλία, την Μακεδονία, την Ήπειρο, τα νησιά τού Αιγαίου και Ιονίου, τμήμα τής Σερβίας και την Βόρειο Ήπειρο, όπου υπήρχε ελληνικό στοιχείο. Κήρυττε σε πόλεις και χωριά, σε ορεινές και απομονωμένες περιοχές, αψηφώντας μόχθο και κινδύνους.

,,,,,,,,,,Παρά την ηπιότητα και πατρικότητα τού κηρύγματός του, το οποίο έβρισκε μεγάλη λαϊκή ανταπόκριση, δεν έλειψαν οι αντιδράσεις. Τους πλουσίους και κάθε είδους δυνατούς προκαλούσε ο λόγος του να δώσουν «το άδικον οπίσω»· πολλούς από τους κοτζαμπάσηδες ο λόγος του γιά δικαιοσύνη – τους Ενετούς και το επτανησιακό αρχοντολόι η ρωμαίικη παράδοση, που αυτός εκπροσωπούσε· και τέλος τους Εβραίους η μεταφορά, με ενέργειες του, τού παζαριού από την Κυριακή στο Σάββατο και οι λαϊκές αντιεβραϊκές παραδόσεις που χρησιμοποιούσε. Η επιβουλή των Εβραίων εναντίον του έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνός του: «Να τον παρακαλέσετε (τον Χριστό) -έλεγε – να με φυλάγη από τις παγίδες τού Διαβόλου και μάλιστα των Εβραίων, όπου εξοδιάζουν χιλιάδες πουγγιά διά να με θανατώσουν».

……….Στις 2 Μαρτίου 1779 έγραφε στον λόγιο αδελφό του Χρύσανθο: «Δέκα χιλιάδες Χριστιανοί με αγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι και ένας όχι τόσον. Χιλιάδες Εβραίοι θέλουν τον θάνατόν μου και ένας όχι». Οι Εβραίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήταν όργανο τής Ρωσίας και υποκινούσε επανάσταση. Ενώ κήρυσσε στο χωριό Κολικόντασι τού Βερατίου, συνελήφθη με εντολή τού Κουρτ πασά, στις 23 Αυγούστου 1779, και την επομένη κρεμάστηκε από δέντρο στις όχθες τού ποταμού Άψος, χωρίς καμμιά δίκη και καταδικαστική απόφαση. Το σώμα του γυμνώθηκε και ρίχτηκε στον ποταμό, απ’ όπου το ανέσυρε ύστερα από τρεις μέρες ο εφημέριος τού χωριού και το έθαψε στον ναό του.

Η δράση

……….Ο Κοσμάς επέλεξε τον αποστολικό τρόπο δράσης, υπακούοντας σε εντολές και ευρύτερο σχέδιο τού οικουμενικού πατριαρχείου. Η έναρξη ιεραποστολικής δράσης σχεδόν ταυτόχρονα με τον Κοσμά και από τον λόγιο ιεροκήρυκα τού πατριαρχείου, Δωρόθεο Βουλησμά, ενισχύει αυτή την εκδοχή. Οι περιοδείες τού Πατροκοσμά αποσκοπούσαν στην ενίσχυση τής λαϊκής ενότητας μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση, που ήταν και εθνική. Πρωταρχικός στόχος του ήταν η ανάσχεση των εξισλαμισμών, που είχαν πυκνωθεί τον 18ο αιώνα.

……….Το κήρυγμα τού Πατροκοσμά μπόρεσε να βρει απήχηση και συνεπώς να έχει και διάρκεια, γιατί ο Κοσμάς μπορούσε να μιλεί με τρόπο κατανοητό στον λαό, αντίθετα με άλλους λογίους ιεροκήρυκες τής εποχής του. Ο λόγος του φανερώνει το λαϊκό φρόνημά του. Χρησιμοποίησε τον γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας των λαϊκών στρωμάτων, γιά να μπορεί να βρει απήχηση ο λόγος του. Διάνθιζε το κήρυγμά του με ελεύθερη απόδοση αγιογραφικών και πατερικών χωρίων, με τα οποία ο λαός ήταν εξοικειωμένος στην λειτουργική ζωή του. Ο «δημοτικισμός» όμως τού Πατροκοσμά δεν ήταν τεχνητός, αλλά φυσικός και αβίαστος. Δεν επεδίωκε, άλλωστε, τον εντυπωσιασμό τού λαού, αλλά την πνευματική προκοπή του. Στην απλουστευμένη μορφή τού λόγου του, σώζεται ατόφιος ο ελληνικός γλωσσικός πλούτος, μέσα σε μία φυσική και ανεπιτήδευτη ρητορικότητα, που παρουσιάζει σε πολλά σημεία σπάνια λογοτεχνική δύναμη. Ο Πατροκοσμάς δεν κατέχεται από κάποιο γλωσσικό μονισμό. Γνωρίζει την ελληνική γλώσσα σ’ όλη την διαχρονία της. Γι’ αυτό χρησιμοποιεί με άνεση διάφορες γλωσσικές μορφές, ανάλογα με τις περιστάσεις. Αρκεί να παραβάλει κανείς την γλώσσα τού κηρύγματός του με εκείνη τής αλληλογραφίας του.

,,,,,,,,,,Η αγάπη τού Κοσμά γιά τον λαό φανερώνεται συχνά στο κήρυγμά του. «Χρέος έχουν εκείνοι, όπου σπουδάζουν – σημειώνει –να μην τρέχουν εις αρχοντικά και αυλάς μεγάλων και να ματαιώνωσι (να χαραμίζουν) την σπουδή τους, διά να αποκτήσουν πλούτον και αξίωμα, αλλά να διδάσκωσι μάλιστα τον κοινόν λαόν, όπου ζώσι με πολλήν απαιδευσίαν και βαρβαρότητα». Πρότυπά του σε αυτό το πλησίασμα τού λαού, που επιχείρησε, είχε ασφαλώς τον Φραγκίσκο Σκούφο (1644-1697), τον Ηλία Μηνιάτη (1669-1714) και τον Βικέντιο Δαμοδό (1700-1752). Την ίδια δε παράδοση θα ακολουθήσει και ο νεώτερος τού Κοσμά, Νικηφόρος Θεοτόκης (1730-1800).

……….Το κήρυγμα τού Πατροκοσμά και η διδασκαλία του αποτυπώθηκαν στις περίφημες Διδαχές του, ο οποίες δείχνουν την πατερικότητα και παραδοσιακότητά τους. Στον λιτό και ανεπιτήδευτο λόγο του ανακεφαλαιώνεται όλη η πατερική παράδοση. Το φιλολογικό πρόβλημα των Διδαχών εξέτασε εκτεταμένα ο Ι. Μενούνος στην διατριβή του. Ο λόγος τού Πατροκοσμά δεν έχει μεγάλη ποικιλία. Είναι μία βασική διδασκαλία, που ο «σκελετός» της παρέμενε βασικά ο ίδιος, με ανάλογες προσαρμογές κατά τις περιστάσεις. Το θεολογικό του σχήμα είναι: δημιουργία από τον Θεό -πτώση- σωτηρία εν Χριστώ -μέθοδος οικειώσεως τής εν Χριστώ σωτηρίας (λυτρωτικά μέσω τής Εκκλησίας: άσκηση -μυστήρια). Ο Ι. Μενούνος διακρίνει πέντε τύπους Διδαχών (συνολικά 26 κείμενα) τού Κοσμά, των τελευταίων ετών τής δράσης του. Κανένα αυτόγραφό του δεν σώζεται. Τα κηρύγματά του καταγράφονταν από ακροατές του.

……….Ο Κοσμάς ακολουθούσε συγκεκριμένη πορεία στο κήρυγμα του. Σε κάθε τόπο έκανε μία πρώτη ομιλία το βράδυ, γιατί η μετακίνησή του γινόταν στην διάρκεια τής ημέρας. Το πρωί έκανε μία δεύτερη ομιλία. Στην πρώτη μιλούσε γιά την δημιουργία και την πτώση, στην δεύτερη για την σωτηρία. Το δεύτερο βράδυ έκανε τρίτη ομιλία με θέμα την ανάσταση και την εξάπλωση τής πίστης, μέχρι την Δευτέρα Παρουσία.

,,,,,,,,,,Η ευρύτερη θεματική των ομιλιών του είχε στόχο την ανταπόκριση στις άμεσες ανάγκες και στους προβληματισμούς τού Γένους. Θα μπορούσαν να διακριθούν εδώ τρεις άξονες:

α) Η ορθόδοξη πίστη και παράδοση

……….Απέβλεπε στην αναζωπύρηση τού πατερικού φρονήματος, για την επανεύρεση των υπαρκτικών θεμελίων το Γένύους. Γι’αυτό έκανε συνεχώς έκκληση στην ορθόδοξη συνείδηση τού λαού: «Έμαθα -έλεγε-πως με την χάρη τού Κυρίου μας Ιησού Χρίστου και Θεού δεν είσθενε Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτρες), δεν είσθενε ασεβείς αιρετικοί άθεοι, αλλ’ είσθενε ευσεβείς ορθόδοξοι Χριστιανοί, πιστεύετε και είσθενε βαπτισμένοι εις το όνομα τού Πατρός και τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος και είσθενε τέκνα και θυγατέρες τού Χριστού μας…».

,,,,,,,,,,Η δική του (δια)φωτιστική προσπάθεια διαφοροποιούνταν ριζικά από εκείνη των δυτικόφρονων Διαφωτιστών τής εποχής και επεδίωκε να προφυλάξει τον λαό από την σύγχυση των διαφόρων προπαγανδών, που άρδευαν κατακλυσμικά την συνείδησή του: «Όλες οι πίστες – ήταν το κήρυγμα τού Πατροκοσμά – είναι ψεύτικες, κάλπικες, όλες τού Διαβόλου. Τούτο εκατάλαβα αληθινόν, θείον, ούράνιον, σωστόν, τέλειον και διά λόγου μου και διά λόγου σας, πως μόνη η πίστις των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών είναι καλή και αγία…».

……….Το κήρυγμά του, τριαδοκεντρικό οπωσδήποτε, εστιάζεται συχνά στο πρόσωπο τού Χριστού, αφού το «κινδυνευόμενον και προκείμενον» ήταν η χριστιανική (ορθόδοξη) υπόσταση τού Έθνους. Ο Χριστός είναι για τον Κοσμά «ο γλυκύτατος αυθέντης και δεσπότης». Χρυσοστομικές εξάρσεις στον λόγο του είναι συχνές: «Ανίσως, αδελφοί μου, και ήταν δυνατόν να ανεβώ εις τον ουρανόν, να φωνάξω μίαν φωνήν μεγάλην, να κηρύξω εις όλον τον κόσμον πως μόνος ο Χριστός μου είναι Υιός και Λόγος τού Θεού και Θεός αληθινός και ζωή των απάντων, ήθελα να το κάμω».

……….Το κήρυγμά του δεν ήταν άχρωμη ηθικολογία, αλλά θεολογία, πατερικό στην ουσία του και δογματικό παρά την απλότητά του. Προέβαλλε το ορθοδοξοπατερικό ήθος μέσα από τον ρεαλισμό τής εν Χριστώ σωτηρίας. Ζητούσε καθαρότητα τής καρδιάς, γιά να μπορεί να βλαστήσει ο Θείος σπόρος (πρβλ. Λουκ, η’ 5 κ.εξ.) και μετοχή στα μυστήρια τής Εκκλησίας. Γι’ αυτό έστηνε έναν ξύλινο σταυρό (πολλοί από αυτούς έχουν σωθεί) και δίδασκε στην σκιά του, καλώντας τον λαό στα μυστήρια (ευχέλαιο, εξομολόγηση, Θεία Ευχαριστία). Από την ορθόδοξη παράδοση προχωρούσε στο ορθόδοξο ήθος, προβάλλοντας την τριάδα των αρετών: ταπείνωση, συγχωρητικότητα, αγάπη, ως θεμέλιο τής εκκλησιαστικής κοινωνικότητας. Ζητούσε από τον Θεό να «φύτευση και να ρίζωση εις την καρδίαν (των ακροατών του) την ειρήνην, την αγάπην, την ομόνοιαν, την πραότητα, την θερμήν πίστιν, την ορθήν έξομολόγησιν». Οικοδομούσε, έτσι, τον σύνδεσμο ατομικότητας και κοινωνικότητας μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα.

β) Η γνήσια παιδεία

……….Ο Πατροκοσμάς υπήρξε απόστολος όχι μόνο τής Ορθόδοξης πίστης, αλλά και τής ελληνικής παιδείας. Σ’ αυτό το σημείο δεν έλειψαν οι αντιφατικές κρίσεις και ιδεολογικές ακόμη χρήσεις των λόγων του. Την παιδεία συνδύαζε με τον φωτισμό τού ανθρώπου και γι’ αυτό θεωρούσε αμάρτημα την αδιαφορία απέναντί της: «Αμαρτάνετε πολύ να τα αφήνετε (=τα παιδιά) αγράμματα και τυφλά, και μη μόνον φροντίζετε να τους αφήσετε πλούτη και υποστατικά, και μετά τον θάνατό σας να τα τρων και να τα πίνουν και να σάς οπισολογούν (κατηγορούν; δυσφημούν;). Καλύτερα να τα αφήσετε φτωχά και γραμματισμένα, παρά πλούσια και αγράμματα».

……….Η παιδεία όμως, που αυτός συνιστά, είναι η παιδεία τού Γένους, ελληνική. Δεν τον κινεί κάποιος εθνικιστικός σωβινισμός στο αίτημα αυτό, αλλά η ιστορία τού Γένους. Μιλεί για την παιδεία των Πατέρων, η οποία ως γνήσια ζήτηση τής αλήθειας (φιλοσοφία) ανοίγει τον δρόμο προς το Ευαγγέλιο, τον λόγο τής σωτηρίας. «Η Εκκλησία μας -λέγει – είναι εις την ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσεις τα Ελληνικά, δεν ημπορείς να καταλάβεις εκείνα που ομολογεί η Εκκλησία μας». Για να περιορίσει και να εξαφανίσει από τους Έλληνες την χρήση τού βλάχικου ή αρβανίτικου γλωσσικού ιδιώματος, θα φθάσει σε σημείο να δηλώσει: «Όποιος χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, υπόσχεται μέσα εις το σπίτι του να μην κουβεντιάζη Αρβανίτικα, ας σηκωθεί επάνω να μου είπη και να πάρω όλα του τα αμαρτήματα εις τον λαιμόν μου από τον καιρόν όπου εγεννήθηκε, έως τώρα, και να βάλω όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρέσουν…».

……….Η παιδεία που διέδιδε ο Πατροκοσμάς απέβλεπε στην αναγέννηση τού Έθνους. Όπως έγραφε στους Παργίους, το ελληνικό σχολείο που θα ίδρυαν, έπρεπε να συντελέσει «εις την διαφύλαξιν τής πίστεως και ελευθερίαν τής πατρίδος». Ήταν μία παιδεία που ανταποκρινόταν στις άμεσες ανάγκες τού δούλου Γένους και διαφοροποιούνταν ριζικά από εκείνη των δυτικοπλήκτων και τα «άθεα γράμματα» μερικών Διαφωτιστών. Το αυθεντικό πατερικό φρόνημά του αποτυπώνουν τα λόγια του: «Αι πολλαί Εκκλησίαι ούτε διατηρούν, ούτε ενισχύουν την πίστιν μας, όσον και όπως πρέπει, εάν οι εις Θεόν πιστεύοντες δεν είναι φωτισμένοι υπό των παλαιών και νέων Γραφών. Η πίστις μας δεν εστερεώθη από αμαθείς Αγίους, αλλά από σοφούς και πεπαιδευμένους, οίτινες και τας αγίας Γραφάς ακριβώς μάς εξήγησαν και δια θεοπνεύστων λόγων αρκούντως μάς εφώτισαν…».

……….Πάνω σε παρόμοιες θέσεις τού Πατροκοσμά, φαίνεται, στηρίχθηκε η άποψη ότι γκρέμισε στην Χειμάρρα εκκλησίες, για να γίνουν σχολεία. Δεν είναι όμως απίθανο, ερειπωμένες και εγκαταλελειμμένες εκκλησίες να όριζε να τις μετατρέψουν σε σχολεία. Το σχολείο όμως τού Κοσμά ήταν προέκταση τής Εκκλησίας: «Από το σχολείο μανθάνομεν, το κατά δύναμιν, τί είναι Θεός, τί είναι η Αγία Τριάς, τί είναι άγγελοι, τί είναι αρχάγγελοι, τί είναι δαίμονες, τί είναι παράδεισος, τί είναι κόλασις, τί είναι αμαρτία, αρετή. Από το σχολείον μανθάνομεν τι είναι Αγία Κοινωνία, τι είναι Βάπτισμα, τι είναι το άγιον Ευχέλαιον, ο τίμιος γάμος, τί είναι ψυχή, τί είναι κορμί, τα πάντα από το σχολείον τα μανθάνομεν». Έβλεπε, συνεπώς, το σχολείο ως ναό τής αληθινής γνώσης και θεοκεντρικής παιδείας.

……….Ο διαφωτισμός τού Πατροκοσμά ήταν ορθοδοξοκεντρικός. Το παιδευτικό του πρότυπο ήταν ο Θεάνθρωπος, όχι ο κατά κόσμον σοφός, αλλ’ ο θεούμενος. Πλήρης η ταύτισή του με τους συγχρόνους του Κολυβάδες. Ως φωτιστής τού Γένους δεν μπορεί να τοποθετηθεί δίπλα στους δυτικόφρονες, αλλά δίπλα στον Βούλγαρη και τον Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ο ζήλος του για την παιδεία των ομοεθνών του φαίνεται από τα ίδια τα έργα του. Στον αδελφό του Χρύσανθο έγραφε (1779) ότι ίδρυσε 10 ελληνικά σχολεία και 200 για τα κοινά γράμματα (δημοτικά), στις 30 επαρχίες που είχε επισκεφθεί.

γ) Ορθόδοξη κοινωνικότητα

……….Ο Πατροκοσμάς απέβλεπε με το κήρυγμά του να σώσει και τα υπαρκτικά θεμέλια τοὐ Γένους στις διαστάσεις τής ρωμαίικης κοινωνικότητας. Αποσκοπούσε όχι μόνο στην αναγέννηση τού ανθρώπινου προσώπου, αλλά και σύνολης τής κοινωνίας. Την κοινωνικότητα έβλεπε ως οριζόντια θρησκευτικότητα. Κήρυττε ισότητα και αδελφότητα όλων των ανθρώπων («από ένα άνδρα και μίαν γυναίκα εγεννήθημεν και όλοι είμεθα αδελφοί»). Δεν παρέλειπε όμως να συμπληρώνει: «Όλοι είμεθα αδελφοί, μόνον η πίστις μας χωρίζει», δείχνοντας την πατερική και εδώ θεμελίωσή του.

……….Η υπερφυλετική παναδελφοσύνη των ανθρώπων απέρρεε από την ρωμαίικη οικουμενικότητα τού φρονήματός του, που θεμελιωνόταν όχι στο όμαιμο, αλλά στο ομόπιστο, στο ομόδοξο. Παράλληλα όμως κήρυττε την ισότητα ανδρών και γυναικών και την ιερότητα τού γάμου, μέσα όμως στην λειτουργική ιδιαιτερότητα των φύλων και τής αποστολής τους στο κοινωνικό σώμα (ήθελε τον άνδρα «ωσάν βασιλέα» στην οικογένεια και την γυναίκα «ωσάν βεζίρη»). Συνιστούσε την πρακτική δικαιοσύνη, την αποφυγή «τής αρπαγής και αδικίας» και να δίνεται «το άδικον οπίσω», σ’ όποιον και αν είχε γίνει η αδικία («… όσοι αδικήσατε Χριστιανούς, ή Εβραίους, ή Τούρκους»).

……….Ιδιαίτερα εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Πατροκοσμάς έδειχνε σημαντικό ενδιαφέρον για την συλλογική – κοινωνική συμπεριφορά και οργάνωση, για κοινή – κοινοτική ύπαρξη και σύμπραξη: «Αμή τί είναι η πλερωμή μου; Να καθίστετε από πέντε-δέκα να συνομιλήσετε αυτά τα θεία νοήματα, να τα βάλετε μέσα εις την καρδίαν σας, δια να σας προξενήσουν την ζωήν την αιώνιον». Σε κάθε τόπο, που επισκεπτόταν, συνιστούσε στην συσσωμάτωση σε αδελφότητα, για την συλλογική δραστηριοποίηση τής κοινωνικής ομάδας, στα όρια όμως μιας κοινής και εθνωφελούς στοχοθεσίας. Όριζε εκλογή των υπευθύνων με βάση δημοκρατική («με την γνώμη όλων των χριστιανών»). Σύμφωνα με μαρτυρία τού προβλεπτή τής Λευκάδας, που είχε πάρει από τον κατάσκοπο τού αγίου, άρχοντα Μαμωνά, ο Πατροκοσμάς απέτρεπε τους κατοίκους τής Πρέβεζας να εκκλησιάζονται στις ενορίες εκείνες που δεν είχαν συσσωματωθεί σε αδελφότητα. Είναι φανερό ότι το κοινοβιακό πρότυπο τού Αγιορείτη μοναχού Πατροκοσμά μεταφυτευόταν στις κοσμικές ενορίες και κοινότητες.

……….Την κοινωνική ενότητα στήριζε στον αλληλοσεβασμό «αρχόντων και αρχομένων». Προέτρεπε τους πιστούς να τιμούν τους ιερείς παραπάνω από τους βασιλείς και τους αγγέλους, αλλά και τους προεστούς και τους γεροντότερους, χωρίς «να καταφρονούν κανένα… ότι ο Θεός όμοια μας έχει όλους». Τις ρωμαίικες-ορθόδοξες ρίζες τής κοινωνικής του θεωρίας αποκαλύπτει η θέση του για τους προεστούς: «Ό,τι χρεία τύχη τής χώρας, τους προεστούς γυρεύουν και σεις κοιμάσθε ξέγνοιαστοι...». Στην συνάφεια αυτή έχει σημασία η τοποθέτηση τού Πατροκοσμά απέναντι στον κατακτητή. Συνιστά στον λαό νομιμοφροσύνη, αλλ’ όχι δουλικότητα: «Περιπατώ – γράφει σε κάποιον κατή – και διδάσκω τους Χριστιανούς να φυλάγουσι τας εντολάς τού Θεού και να πείθωνται (υπακούουν) εις τας κατά Θεόν βασιλικάς προσταγάς». (Πράξ. ε’ 29). Συνιστούσε υπακοή σε όσα «δεν αντιστέκονται στο Ευαγγέλιο».

……….Στην θέση του απέναντι στους Τούρκους μένει πιστός στην χαραγμένη ήδη από τον πατριάρχη Γεννάδιο Β’ τον Σχολάριο τακτική. Βραχυπρόθεσμη συνεργασία και κατευνασμός τού «θηρίου» και πρόκριση τού Τούρκου, ως λιγότερο επικίνδυνου για την «ψυχή», από τον Φράγκο: «Και διατί δεν έφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και τού το εχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μάς βλάπτουν εις την πίστιν, και ο Τούρκος δεν μάς βλάπτει. Άσπρα (χρήματα) δώσ’ του καί καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι…». Έδινε έτσι μίαν απάντηση στους δυτικόφρονες ενωτικούς. Δεν δίσταζε όμως, όταν έπρεπε, να αποκαλύπτει τους εχθρούς τής πίστεως και τού Γένους: «Ο αντίχριστος ο ένας είναι ο Πάπας και ο έτερος είναι αυτός, που είναι εις το κεφάλι μας. Χωρίς να είπω το όνομα του, το καταλαβαίνετε…».

Ο οραματισμός

……….Η μεγαλόπνοη δράση τού Πατροκοσμά δέχθηκε πολλές ερμηνείες, αναζητήθηκαν διάφορες σκοπιμότητες και επισημάνθηκαν ανάλογοι στόχοι. Θεωρήθηκε «εθνικιστής», «κοινωνικός επαναστάτης», «δημοτικιστής» κ.ά. Οι τοποθετήσεις όμως αυτές μάλλον τον αδικούν, διότι είναι ευδιάκριτη η πατερικότητά του. Ο άγιος Κοσμάς ανήκε ολόκληρος στην ορθόδοξη πατερική παράδοση, είχε ευρύ πατερικό πνεύμα και οι στόχοι και τα μέσα του καθορίζονταν από την ζωή και πράξη τής Εκκλησίας. Απέβλεπε στον αναβαπτισμό τού Έθνους στην πατερική παράδοση, όπως αυτή σώζεται στην πραγματικότητα τής Εκκλησίας.

,,,,,,,,,,Οραματιζόταν μιά ελληνική κοινωνία «κατοικία τού Θεού, κατοικία των αγγέλων». Τίποτε λιγότερο, δηλαδή, ή περισσότερο από ό,τι ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έλεγε: «γήν ουρανόν ποιήσωμεν». Το κήρυγμά του, προϋποθέτοντας την ακαταστασία των καιρών, οδηγούσε σε μία χριστοκεντρική κοινωνία, σε μία αταξική αδελφοποιία, μέσα στην ελευθερία και την δικαιοσύνη: «Να ζήσουν (οι άνθρωποι) -έλεγε-και εδώ καλά, ειρηνικά και αγαπημένα, και μετά να πηγαίνουν εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε». Έξω από κάθε ουτοπία, κινούνταν στον πνευματοκρατικό ρεαλισμό τής Ορθοδοξίας, στα όρια τού – υπαρκτού Χριστιανισμού», όπως σώζεται στη μοναστική αδελφότητα-ενορία. Αδιανόητη ήταν γι’ αυτόν μιά Ελλάδα χωρίς Χριστό, χωρίς Ορθοδοξία. Η φιλοπατρία του διεπόταν από την διπολικότητα πρόσκαιρου – αιωνίου, με έμφαση βέβαια στο δεύτερο:

  • α) «Η πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και ματαία, είναι από τού Αγίου Άρτης και από την επαρχίαν Απόκουρον». Αλλά συμπλήρωνε:
  • β) «Ημείς, Χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ πατρίδα (Εβρ. ιγ’ 14). Διά τούτο και ο Θεός μάς έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος, διά να στοχαζώμασθε πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας».

……….Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθεί και η εθνική του προσδοκία, η οποία δεν πρέπει να χωριστεί από τη ρωμαίικη οικουμενικότητα, που, όπως στους Κολλυβάδες, σωζόταν και στον Πατροκοσμά. Μιλούσε γιά το ρωμαίικο («αυτό μιά μέρα θα γίνη ρωμαίικο»). Η ανάσταση τού Γένους προσανατολιζόταν στην Πόλη και την Ελληνορθόδοξη αυτοκρατορία τής Ρωμανίας. Αυτή την αποκατάσταση τού Γένους υπαινίσσονταν και οι σπουδαίες προφητείες του. Με υπονοούμενα και συμβολικές φράσεις εξ άλλου, προσπαθούσε να εμπνεύσει στις ψυχές των υποδούλων τον πόθο τής παλιγγενεσίας και να συντηρήσει την ελπίδα γιά την έλευση τού «ποθούμενου».

……….Και ως μόνο μέσο γι’ αυτή την ενδυνάμωση τής συλλογικής συνείδησης θεωρούσε την εμμονή στην πίστη: «Το κορμί σας ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν· τα πράγματά σας ας τα πάρουν, μη σας μέλλει. Δώσατε τα. Δεν είναι δικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος να πέση δεν ημπορεί να σας τα πάρη, εκτός και τα δώσετε με το θέλημα σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάττετε, να μη τα χάσετε». Μετά τις αποτυχίες των ρωσοτουρκικών συγκρούσεων (1774 κ.ε.) πρέπει να συνειδητοποίησε ο Κοσμάς την ανάγκη τής εσωτερικής σποράς μέσα στην λαϊκή ψυχή, ώστε να βρει μόνη της τον δρόμο τής ελευθερίας, με την αναζωπύρωση τής αυτοσυνειδησίας της.

Η απήχηση

……….Το κήρυγμα τού Πατροκοσμά είχε τεράστια απήχηση στον λαό. Σε κάθε τόπο που επισκεπτόταν, προκαλούσε σεισμό στις συνειδήσεις, συνοδευόμενο από μετάνοια. Εχθροί συμφιλιώνονταν, κλέπτες επέστρεφαν τα κλοπιμαία, ληστές μεταβάλλονταν, πλούσιες γυναίκες πρόσφεραν τα χρυσάφια τους γιά έργα φιλανθρωπίας κ.λπ. Κατά τον βιογράφο του Νικόδημο, μοίρασε συνολικά «υπέρ τα πεντακόσιας χιλιάδας σταυρούδια».

……….Τις ομιλίες του παρακολουθούσαν χιλιάδες (τουλάχιστον 6.000 ήταν οι ακροατές του στο χωριό Μαύρο Μανδήλι κοντά στην Πρέβεζα κατά τον κατάσκοπο τού Μαμωνά). Ακόμη και σήμερα όλη η βορειοδυτική Ελλάδα διατηρεί την μνήμη τής παρουσίας του. Σε πολλά μέρη τής Θεσσαλίας, τής Μακεδονίας, των Αγράφων και τής Στερεάς άρχιζε η επανάσταση με το δίστιχο: «Βοήθα μας, άγιε Γιώργη, και συ άγιε Κοσμά / να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά».

,,,,,,,,,,Ιδιαίτερη εκτίμηση έτρεφε γιά τον άγιο ο διαβόητος Αλή πασάς των Ιωαννίνων, τού οποίου το μέλλον είχε προφητεύσει ο Κοσμάς. Γι’ αυτό και ανήγειρε μεγαλοπρεπή ναό στον τόπο τής ταφής τού αγίου. Διέταξε ακόμη να κατασκευάσουν αργυρά θήκη γιά την κάρα του, την οποία πολλές φορές έφερε στα Γιάννινα γιά να την προσκυνήσει. Όταν κάποιοι τον χλεύασαν γιά την πράξη του αυτή, απάντησε με οργή: «Φέρετέ μου ένα μουσουλμάνο σαν κι αυτόν τον Χριστιανό και να τού φιλήσω και τα πόδια».

……….Ο Πατροκοσμάς είχε και το χάρισμα τής θαυματουργίας, ευρύτατα γνωστό στον λαό, που είχε, έτσι, την βεβαίωση τού αγιοπνευματικού φωτισμού του. Δείγματα τής αγιότητάς του ήταν και οι προφητείες του, πολλές από τις οποίες βρήκαν την πραγμάτωσή τους. Έλεγε λ.χ. «το ποθούμενο θα γίνη στην τρίτη γενεά. Θα το δουν τα εγγόνια σας». Πράγματι, η γενεά τού 1821 ήταν η τρίτη από την εποχή τού Κοσμά. «Πότε θαρθή το ποθούμενο;» -τον ρώτησαν στα Τσαραπλανά τής Ηπείρου. «Όταν ενωθούν αυτά», απάντησε, δείχνοντας δύο μικρά δένδρα, τα οποία πράγματι μεγάλωσαν και ενώθηκαν το 1912.

……….Ο λαός τον τιμούσε γι’ αυτό ως άγιο ήδη πριν από το μαρτύριό του, μετά το οποίο τού αποδίδονταν τιμές μάρτυρα τής πίστεως. Αυτή την πράξη έλαβε υπ’ όψιν το οικουμενικό πατριαρχείο, το οποίο με πράξη του τον κατέταξε μεταξύ των αγίων τής Εκκλησίας, στις 20 Απριλίου 1961, υπογραμμίζοντας, ότι «άπασαν την πατρώαν γην διέδραμε, κηρύττων ιεραποστολικώς τον λόγον τού θεού, σχολεία πολλαχού ιδρύων, ασθενούντας θεραπεύων, την αγίαν αυτού εκκλησίαν κρατύνων, τύπον δ’ εαυτόν ταπεινώσεως, αυταπαρνήσεως, αρετής και εγκράτειας αναδείξας, έως ου και τον μαρτυρικόν υπέμεινε θάνατον». Η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου, μέρα τού μαρτυρίου του.

……….Ο άγιος Κοσμάς ονομάστηκε «ο μεγαλύτερος μετά την άλωση Έλληνας» και πατέρας τού νεοελληνικού Έθνους. Ίσως θα πρέπει να προστεθεί ότι υπήρξε πρότυπο νεοελληνικού ήθους και αναστηλωτής τού αυθεντικού ελληνορθόδοξου ιδεώδους.


Πηγή: Η σελίδα τού Απολογητή http://www.apologitis.com/

Σχετικά κείμενα:

Αφήστε μια απάντηση