ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΪΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

.

.

.

Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα

.
.
Μεμβρανόφωνα

Νταούλι
Γνωστό ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους, είναι το κατ’ εξοχήν ρυθμικό όργανο της στε-ριανής Ελλάδας, με μεγάλη ποικιλία στις διαστάσεις, το δέσιμο των σχοινιών, την επεξεργα-σία του δέρματος και την κατασκευή. Φτιάχνεται από τον ίδιο τον νταουλιέρη και παίζεται, κρεμασμένο στον αριστερό ώμο, με δύο νταουλόξυλα: ένα χοντρό και βαρύ για το δεξί χέρι (κόπανος) κι ένα λεπτό για το αριστερό (βέργα ή βίτσα). Μαζί με τον ζουρνά αποτελούν τη ζυγιά, το παραδοσιακό μουσικό συγκρότημα της στεριανής Ελλάδας κατάλληλο για ανοιχτούς χώρους.
Το νταούλι –ένας ξύλινος κύλινδρος, σκεπασμένος στις δύο παράλληλες βάσεις του με δέρμα, τεντωμένο με σχοινί– είναι ένα ρυθμικό, κυρίως όργανο, που παίζεται με δύο ειδικά φτιαγμένα νταουλόξυλα. Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη: η διάμετρος κάθε δερμάτινης επιφάνειας από 25 εκατοστά έως ένα περίπου μέτρο και ύψος (η απόσταση ανάμεσα στις δύο δερμάτινες επιφάνειες) από 20 έως 60 περίπου εκατοστά. Το μέγεθος του νταουλιού το καθορίζουν: η παράδοση στις διάφορες περιοχές και ο νταουλιέρης, που «φτιάχνει το νταούλι στα μέτρα του».
Το νταούλι παίζεται με δύο ξύλα –ένα στο κάθε χέρι– τα νταουλόξυλα, ή του-μπανόξυλα, ή νταουλόβεργες. Το ξύλο του αριστερού χεριού, η βέργα, ή βίτσα, είναι πολύ λεπτό και ελαφρύ, ενώ του δεξιού, ο κόπανος, είναι χοντρύτερο και βα-ρύτερο και φτιάχνεται σε διάφορα σχήματα και διαστάσεις. Το μήκος του κοπάνου, το βάρος και ο όγκος της άκρης που χτυπάει τη δερμάτινη επιφάνεια εξαρτιόνται από το μέγεθος του νταουλιού και από τη σωματική διάπλαση του νταουλιέρη.
Όταν φτιάχνουν ένα νταούλι, ο νταουλιέρης, που είναι συνήθως και ο κατασκευαστής του, φροντίζει η μία από τις δύο δερμάτινες βάσεις να είναι 1-2 εκατοστά περίπου μεγαλύτερη και το δέρμα της να είναι χοντρύτερο σε σύγκριση με την απέναντι βάση. Έτσι, η μεγαλύτερη και με χοντρύτερο δέρμα επιφάνεια, όπου ο κόπανος χτυπάει τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου, δίνει βαρύτερο ήχο, ενώ η απέναντι, μικρότερη και με λεπτότερο δέρμα επιφάνεια, πάνω στην οποία χτυπάει η βέργα τους αδύνατους χρόνους του μέτρου, δίνει οξύτερο ήχο.
Ο νταουλιέρης παίζει όρθιος, με το νταούλι του κρεμασμένο απ’ τον αριστερό ώμο. Όταν το κρεμάει προσέχει να έχει δεξιά του τη δερμάτινη επιφάνεια που δίνει το βαρύτερο ήχο. Σ’ αυτή την επιφάνεια χτυπάει με το χοντρό ξύλο, τον κόπανο (δεξιό χέρι), τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου. Στην άλλη, με τον οξύτερο ήχο, χτυπάει ελαφρά με τη λεπτή βέργα (αριστερό χέρι) τους αδύνατους χρόνους του μέτρου, η «κρατάει το ίσο», όπως συνηθίζουν να λένε, ένα είδος ρυθμικού ισοκράτη.
Στην συνοδεία του νταουλιού διακρίνουμε δύο τρόπους παιξίματος, που υπαγορεύονται από το ρυθμικό τύπο της μουσικής που συνοδεύει κάθε φορά το νταούλι. Όταν η μελωδία που συνοδεύει είναι περιοδικού ρυθμικού τύπου, όπως π.χ. όλες οι χορευτικές μελωδίες, ο νταουλιέρης χτυπάει με τον κόπανο (δεξιό χέρι) τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου και με τη βέργα (αριστερό χέρι) τους αδύνατους. Στην περιοδικότητα όμως αυτή δεν επαναλαμβάνεται το ίδιο πάντα σχήμα, τα ίδια δηλαδή χτυπήματα του νταουλιού από το δεξιό και τ’ αριστερό χέρι. Ο καλός νταουλιέρης ξομπλιάζει διαρκώς το παίξιμό του μ’ ενδιάμεσα χτυπήματα –υποδιαιρέσεις των ισχυρών και αδύνατων χρόνων– άλλοτε με τον κόπανο και άλλοτε με τη βέργα· αντιστρέφει για λίγες στιγμές, τη λειτουργία των δύο χεριών και χτυπάει τους ισχυρούς χρόνους με τη βέργα (αριστερό χέρι) και τους αδύνατους με τον κόπανο (δεξί χέρι)· γυρίζει το νταούλι, ώστε ο κόπανος να χτυπάει τη δερμάτινη επιφάνεια που δίνει τον υψηλότερο φθόγγο· χτυπάει άλλοτε το στεφάνι και άλλοτε το έδαφος αντί τη δερμάτινη επιφάνεια του οργάνου και τα λοιπά. Ενώ παράλληλα, ο τρόπος με τον οποίο χτυπάει τη δερμάτινη ε-πιφάνεια: δυνατά ή σιγά, κοφτά και σκληρά ή μαλακά και ξυστά, όπως και το μέρος στο ο-ποίο τη χτυπάει, στο κέντρο, προς την περιφέρεια ή πολύ κοντά στο στεφάνι, χαρίζουν κάθε φορά κι ένα διαφορετικό τόνο στο χρώμα του ήχου.
Ρυθμικό όργανο όπως είναι, το νταούλι δεν παίζεται μόνο του αλλά πάντα μαζί με ένα τουλάχιστον μελωδικό όργανο. Μαζί με το ζουρνά αποτελούν τη ζυγιά, το παραδοσιακό ορ-γανικό συγκρότημα της ηπειρωτικής Ελλάδας.
.
.
Η συνέχεια του κειμένου ΕΔΩ
.
.
.

Η κατάργηση τού έντυπου λόγου και η απόπειρα «πτώχευσης τής Ιστορίας»

.

.

Του Αθανάσιου Τσακνάκη
.

.

Η επινόηση και χρήση τής γραφής, ως μέσου γιά την διάσωση και διάδοση των καρπών τής σκέψης, υπήρξε αναμφίβολα ένα φωτεινό επίτευγμα τής ανθρώπινης νόησης. Η δυνατότητα τής καταγραφής και κληροδοσίας των γεγονότων και των στοχασμών ενίσχυσε την ατομική και συλλογική μνήμη των ανθρώπινων κοινωνιών, διατηρώντας ζωντανό και προσεγγίσιμο στο παρόν ένα σημαντικό τμήμα πληροφοριών από το παρελθόν και μετατρέποντας την διαδικασία τής βραχύχρονης ατομικής επιβίωσης σε ομαδική διαχρονική πολιτιστική πορεία.

Η γραφή, βέβαια, δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί ένα εργαλείο και, όπως συμβαίνει με κάθε εργαλείο, η αξία του κρίνεται από το έργο που επιτελεί, άρα από την ηθική ποιότητα τού χρήστη του. Γνωρίζουμε ότι τα εργαλεία είναι παντελώς άχρηστα μεταξύ των θηρίων και ίσως να είμαστε σε θέση να ισχυριστούμε ότι μάλλον είναι άχρηστα και μεταξύ των Θεών. Εφόσον, όμως, δεν έχουμε ακόμη δημιουργήσει μία θεϊκή κοινωνία επάνω στην Γη, διατηρούμε ακέραιο το δικαίωμα να μην επιθυμούμε να ζούμε σε μία αποθηριωμένη πραγματικότητα. Επίσης, είναι βέβαιο ότι ένα χέρι δύναται τόσο να βοηθήσει, όσο και να δολοφονήσει, αλλά ποτέ δεν θα επιλέγαμε να αποκόψουμε τα χέρια μας φοβούμενοι το δεύτερο ενδεχόμενο. Μας συμφέρει, λοιπόν, να αποδεχθούμε την γραφή και να περιφρουρήσουμε αποφασιστικά την ορθή και επωφελή χρήση της.

Η γραφή είναι τυπωμένη πληροφορία, έντυπος λόγος και, ως τέτοιος, διασώζεται επάνω στην πέτρα και στο μάρμαρο, στο ξύλο και στο πλαστικό, στο ύφασμα και στο χαρτί. Στις μέρες μας, κυρίως στο χαρτί. Φυλάσσοντας το ανάλογο υλικό, διαφυλάσσουμε και το νόημα τού γραπτού κειμένου που αποτυπώνεται στην επιφάνειά του. Αυτή η διαδικασία κατέστη ευκολότερη, ταχύτερη και οικονομικότερη χάρη στην αλματώδη πρόοδο που γνώρισε η τυπογραφία στο δεύτερο μισό τού 20ού αιώνα, ο οποίος πρόσφερε στο ανθρώπινο γένος την δυνατότητα να προσεγγίζει με θαυμαστή ευκολία και να αναγιγνώσκει ένα πλήθος εντύπων, καθώς και να δημιουργεί ένα πλήθος ατομικών ή συλλογικών αρχείων και βιβλιοθηκών. Εάν, μάλιστα, ο άνθρωπος είχε εγκαίρως φροντίσει να επινοήσει οικολογικές μεθόδους αναπαραγωγής εντύπων, θα είχε οπωσδήποτε διαφύγει τις καταστροφικές συνέπειες τής ανεξέλεγκτης υλοτόμησης, προκειμένου να παραχθεί το απαιτούμενο χαρτί, και τής επικίνδυνης μόλυνσης τού εδάφους και των υδάτων από τα χημικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στην τυπογραφία. Ωστόσο, ακόμη δεν είναι «πολύ αργά» γιά να επανορθώσει.

Από τα τέλη τού 20ού αιώνα και μετά, η ανθρωπότητα άρχισε να γνωρίζει και να χρησιμοποιεί τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, διδασκόμενη την ψηφιακή τεχνολογία και ανακαλύπτοντας την ψηφιακή γραφή. Έχοντας εξέλθει πρόσφατα από δύο παγκόσμιους πολέμους, που δεν κατέστρεψαν, καίτοι μόνον εκεί αποσκοπούσαν, αλλά έβλαψαν σημαντικά τον πολιτισμό, η ανθρωπότητα, ακόμη σκοτισμένη, και ας μην το κατανοεί, ακόμη αποπροσανατολισμένη, και ας μην το διαισθάνεται, ήρθε αντιμέτωπη με την καλούμενη «υψηλή τεχνολογία», τής οποίας η εξέλιξη είναι τόσο ταχεία, που ο μέσος νους αδυνατεί να την συλλάβει σε όλη της την έκταση, ενώ ο μέσος άνθρωπος καλείται εσπευσμένα να την κάνει κτήμα του (μήπως μόνον αφεντικό του;), αν και δεν γνωρίζει ούτε στο ελάχιστο τα χαρακτηριστικά, την δράση και τις επιπτώσεις της.

Συνέχεια ανάγνωσης Η κατάργηση τού έντυπου λόγου και η απόπειρα «πτώχευσης τής Ιστορίας»

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

.

.

.

Eλληνόφωνες ομάδες στην Τουρκία – μια άγνωστη πλευρά της σύγχρονης Τουρκίας
.

.
Βλάσσης Αγτζίδης*

.
.
.
Ενα από τα πλέον ενδιαφέροντα φαινόμενα στη σύγχρονη Τουρκία αποτελεί αυτό της ύπαρξης μουσουλμανικών ελληνόφωνων ομάδων. Η παραδοσιακή ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, η αυταρχική εσωτερική δομή της Τουρκίας, η εξέγερση των Κούρδων, μαζί με την επιβίωση των στερεοτύπων για τη διαμόρφωση των νεότερων εθνών στην περιοχή μας, εμπόδισε τη μελέτη του φαινομένου αυτού. Η μετάβαση ελληνοφώνων ομάδων από το χριστιανικό θρησκευτικό σύστημα στο ισλαμικό κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης αποτελεί μέχρι σήμερα ένα θέμα άγνωστο για τη νεοελληνική επιστήμη. Το φαινόμενο αυτό έχει εμφανιστεί σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Από την Κύπρο και την Πελοπόννησο έως την Ηπειρο και τον Πόντο.
Σήμερα όμως, η δημόσια εμφάνιση όσων από τις ομάδες αυτές επιβιώνουν διευρύνει το ερευνητικό ενδιαφέρον. Η βιβλιογραφική και αρθρογραφική παρουσία των ελληνόφωνων ομάδων της Τουρκίας είναι πλέον γεγονός. Η αρχή έγινε πριν από μερικά χρόνια με την Tanju Izbek, η οποία έλαβε το βραβείο Ιπεκτσί για μια νουβέλα της στο κρητικό ιδίωμα, όπως αυτό μιλιέται σήμερα στην περιοχή της Gunda (τα παλιά Μοσχονήσια). Πιθανότατα, σύμφωνα με το τουρκικό περιοδικό Actuel, να υπήρχαν πολιτικές ομάδες στη Βόρεια Τουρκία που δραστηριοποιούνταν, πριν από το πραξικόπημα του ’80, γύρω από τον πολιτισμό του Πόντου. Το 1996 εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον εκδοτικό οίκο Belge, το κλασσικό πλέον βιβλίο του Omer Asan με τίτλο “Pontos Kulturu”, δηλαδή: Ο πολιτισμός του Πόντου. Σήμερα υπάρχουν τέσσερις ελληνόφωνες ομάδες στην Τουρκία: κρητική, ποντιακή, μακεδονική και κυπριακή. Κάθε μια απ’ αυτές έχει εξαιρετικό ιστορικό ενδιαφέρον. Η έκφραση είναι γεγονός ιδιαίτερης σημασίας, εφόσον αναδεικνύει μια άγνωστη πλευρά της σύγχρονης τουρκικής κοινωνίας, που ολοένα γίνεται σημαντικότερη.
Η δημόσια εμφάνιση των ομάδων αυτών δεν αφορά μόνο στην τουρκική κοινωνία, η οποία συνειδητοποιεί αργά τον πολυεθνοτικό της χαρακτήρα, καθώς και στους εθνογενετικούς της μύθους. Αφορά παράλληλα και στην ελληνική, γιατί της αποκαλύπτει τον τρόπο συγκρότησης των σύγχρονων εθνικών κρατών στην περιοχή μας και το αδιέξοδο των ενδιάμεσων ομάδων – γέννημα της ιστορίας – οι οποίες υποχρεώθηκαν να ενταχθούν στο κράτος που είχε ως ιδεολογικό υπόβαθρο το δικό τους θρησκευτικό δόγμα. Η κρητική και η κυπριακή, από τις τέσσερις αυτές ομάδες – οι οποίες στη διαχρονική τους παρουσία ταυτίστηκαν ως μουσουλμανικές με την οθωμανική αυτοκρατορία – συγκρούστηκαν με το επαναστατικό κίνημα των χριστιανών Ελλήνων. Εμμέσως υπέστη τις συνέπειες της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης και η μακεδονική, η οποία υποχρεώθηκε με βάση τη συμφωνία ανταλλαγής των πληθυσμών να εγκαταλείψει τα γενέθλια εδάφη της περιοχής του Αλιάκμονα και της Κοζάνης και να αναχωρήσει για την Τουρκία το 1824.

Η διαμόρφωση του φαινομένου

Η κατανόηση του φαινομένου της επιβίωσης ελληνόφωνων μουσουλμανικών πληθυσμών απαιτεί την υπέρβαση της σημερινής εικόνας που έχουμε για τις σχέσεις ισλαμισμού και χριστιανισμού, καθώς και για τις σύγχρονες αρχές συγκρότησης των μονοεθνικών κρατών. Θα πρέπει να δεχθούμε ότι το σημερινό τείχος που υπάρχει ανάμεσα σε εμάς και τους γείτονές μας, σε θρησκευτικό επίπεδο, είναι μια πραγματικότητα της τελευταίας ιστορικής περιόδου. Για εκατονταετίες υπήρχε ένα ανακάτεμα εθνών και θρησκειών. Αν σήμερα ο διαχωρισμός είναι απόλυτος μεταξύ άσπρου και μαύρου, εντούτοις, για μεγάλο διάστημα, υπήρχε ανάμεσά τους ένας εκτεταμένος γκρίζος χώρος. Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο που σήμερα εξετάζουμε θα πρέπει να δούμε τη διαπλοκή του Ισλάμ με τον Ελληνισμό σε χρονικό και γεωγραφικό επίπεδο. Από τον 14ο αιώνα συναντιούνται Ελληνες στους χώρους της νέας θρησκείας. Ο περιηγητής Ιμπντί Μπατούτα γράφει ότι συνάντησε στον ποταμό Κούμα, κοντά στην πόλη Ματζάρ, το αναχωρητήριο του μουσουλμανικού τάγματος Αχμεδέ στο οποίο όπως γράφει «διεβίουν σε κοινή ζωή Δερβίσες, Αραβες, Πέρσες, Τούρκοι και Ελληνες».
Ο εξισλαμισμός μέρους των Ελλήνων ανοίγει την δίοδο για να εισχωρήσουν στον ισλαμικό χώρο οι ελληνικές φιλοσοφικές δοξασίες. Οι σοφιστικές απόψεις για παράδειγμα εκφράζονται με τους “σούφι”, το θρησκευτικό τάγμα των δερβίσηδων. Ο δημιουργός του, Τζελαδεδίν Ρουμί, χρησιμοποιεί την ελληνική γλώσσα – όπως μιλιόταν κατά τους μέσους χρόνους στην Καππαδοκία. Τα μελωδικά κείμενα των δερβίσηδων αποτελούν προσαρμογή των βυζαντινών μελωδιών στις νέες ανάγκες. Ο Μ.Ρικό, γραμματέας του Βρετανού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρει το 1670 ότι στον ισλαμικό κόσμο υπάρχει «μεγάλη ποικιλία γνωμών και απόψεων, ασυγκρίτως μεγαλύτερα από τον χριστιανικό κόσμο». Ο Ρικό θεωρεί ότι η είσοδος νέων εθνών στο μουσουλμανικό χώρο δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα. Γράφει: «Δεδομένου ότι την καλλίτερη μερίδα των νέων εθνών αποτελούν οι Ελληνες και ότι δεν ικανοποιήθηκαν με τις ονειροπολήσεις του Κορανίου, αυτοί που άλλοτε υπήρξαν διδάσκαλοι των επιστημών από τις οποίες τους απέμεινε κάποια συγκεχυμένη γνώση, αφού προσέθεσαν στη νέα τους θρησκεία παλιές παραδόσεις και κάποιες γνώμες αρχαίων φιλοσόφων, δημιούργησαν μέρος της ποικιλίας των γνωμών για τις οποίες μιλούμε».
Η ύπαρξη ελληνόφωνων ομάδων στην σύγχρονη Τουρκία, εκτός από μια εντυπωσιακή επιβίωση που ενθουσιάζει τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους και τους λαογράφους, μπορεί να αποτελέσει και μια αποτελεσματική και μόνιμη γέφυρα φιλίας μεταξύ των δύο πλευρών του Αιγαίου. Η πιθανή εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας κάνει, ίσως, εφικτή την προσέγγιση των δύο λαών. Η ανάδειξη των κοινών στοιχείων βοηθά, κατ’ αρχάς στο να γίνει κατανοητή η διαδικασία διαμόρφωσης των σύγχρονων κρατών στην περιοχή μας και να γίνει επίσης ο απολογισμός για τις διάφορες παραμέτρους που καθόρισαν τα πολιτικά αποτελέσματα στην εποχή του έθνους – κράτους.
.
.
.

*Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας του ΑΠΘ
από την εφημερίδα “Καθημερινή”

  .
.

ΠΗΓΗ

.

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΤΡΙΗΡΗΣ

.

..

ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΤΡΙΗΡΗΣ.

.

.

Του Δημητρίου Τσιρόγλου
.

,.

  Η τριήρης, κατά βάσιν η αθηναϊκή, διάδοχος της τριακοντόρου και πεντηκοντόρου, υπήρξε πρόγονος της ρωμαϊκής τριήρους και όλων, σχεδόν, των  άλλων μεταγενέστερων γνωστών σκαφών, δηλαδή του βυζαντινού δρόμωνα, της κορβέτας και της γαλέρας (τέλη 18ου αι.).

  Πρωτοκατασκευάστηκε από Κορίνθιους ναυπηγούς ως διάδοχη της πεντηκοντόρου και της διήρους κατασκευή με επί κεφαλής τον ναυπηγό Αμεινοκλή, ο οποίος έλυσε το πρόβλημα της τοποθέτησης των τριών σειρών στον περιορισμένο χώρο που διέθετε η διήρης(7ο αι.).[1] Όντας η πεντηκοντόρος ένα ήδη εκπληκτικό σε δυνατότητες σκάφος και μάλιστα αποκλειστικά πολεμικό δημιούργησε την τριήρη, μοναδικής έμπνευσης και εξαιρετικής ευφυΐας προϊόν, με απίστευτες, για την εποχή ικανότητες. Η  κατασκευή της θεωρείται σταθμός στην ιστορία της ναυπηγικής τέχνης.

   Είχε σύνηθες μήκος περί τα 45 μέτρα και πλάτος 6, κατασκευασμένη από πολύ ελαφρύ ξύλο, συνήθως έλατο. Είχε 3 επάλληλες σειρές κουπιών σε κάθε πλευρά, εξ ου και  η ονομασία.[2] Το βάρος έφτανε σχεδόν τους 70 τόνους. Είχε 2 πανιά, ένα μεγάλο τετράγωνο στο κέντρο και ένα μικρότερο μετά την πλώρη. Ο κεντρικός ιστός μπορούσε να χαμηλώνει. Στην πλώρη υπήρχε χάλκινο έμβολο το οποίο ήταν η αιχμή του δόρατος, δηλαδή το βασικό όπλο της τριήρους με το οποίο μπορούσε να εμβολίζει και να βυθίζει τα δυσκίνητα εχθρικά πλοία[3].

   Στην πρύμνη βρισκόταν η θέση του τριήραρχου και αμέσως μετά του κυβερνήτη, στη συνέχεια η θέση του κελευστή που ήταν ο διοικητής ερετικού (δηλαδή του σώματος των κωπηλατών) και είχε υπό την εξουσία του δύο αυλητές που ονομάζονταν τριήραυλοι. Ο κελευστής έδινε τις εντολές για την διεύθυνση της τριήρους, ενώ οι τριήραυλοι έδιναν τον ρυθμό στους ερετούς με την χρήση αυλών ή κροτάλων.   Στην πρύμνη ήταν τοποθετημένα δύο μεγάλα κουπιά (ένα σε κάθε πλευρά) ώστε να ρυθμίζουν την κατεύθυνση του πλοίου. Επίσης η πρύμνη τελείωνε στο  ακροστόλιο, μία κατασκευή που έμοιαζε με ουρά μεγάλου ψαριού κατασκευασμένη από κυρτό ξύλο. Γενικά σε συνδυασμό με τα τεράστια ζωγραφισμένα μάτια της πλώρης η τριήρης ήταν ιδιαίτερα επιβλητική ομοιάζοντας με θαλάσσιο τέρας ώστε να προκαλεί τρόμο στον εχθρό.

   Είχε πλήρωμα 200 περίπου άνδρες επί συνόλου: ο  επί κεφαλής τριήραρχος, 5 αξιωματικοί και 4 υπαξιωματικοί (ο κυβερνήτης  υφιστάμενος του τριήραρχου , ο κελευστής κ.ά.), 16 επιβαίνοντες στρατιώτες  ελαφρά οπλισμένοι, εκ των οποίων 2 τοξότες και οι υπόλοιποι 170 κωπηλάτες. Απ’ αυτούς 62 βρίσκονταν στο χαμηλότερο επίπεδο και λέγονταν θαλαμίτες, 54 στο μεσαίο με το όνομα ζυγίτες και 54 στο υψηλότερο και λέγονταν θρανίτες. Οι τελευταίοι διέθεταν κουπιά μήκους 7,20 μέτρων. Οι άλλοι μικρότερα . Έτσι με την δύναμη των 170 περίπου ερετών (κωπηλατών) σε συνδυασμό με το μικρό της βύθισμα ενός μόλις μέτρου μπορούσε να αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες (έως και 8-9 κόμβους) και την ικανότητα να κινείται και σε αβαθή ύδατα.

   Η τριήρης δεν διέθετε θαλαμίσκους για το πλήρωμα, ούτε καν τρόφιμα (πλην ύδατος), ώστε να μην χάσει την ευκινησία της. Για το λόγο αυτό συνοδευόταν από άλλα πλοία (πλοία συνοδείας). Απαγορευόταν η επάνδρωσή της από δούλους. Οι κωπηλάτες έπρεπε να είναι ελεύθεροι πολίτες και η θέση θεωρούνταν ιδιαίτερα τιμητική.

   Στην αρχαιότητα υπήρχαν δύο διάσημες τριήρης. Αυτές ήταν η Πάραλος και η Σαλαμινία. Ήταν οι ιερές τριήρης των Αθηναίων. Είχαν πλήρωμα όλο τον χρόνο, δηλαδή βρίσκονταν σε επιχειρησιακοί ετοιμότητα. Χρησίμευαν σε επείγουσες ανάγκες: μεταφορά χρημάτων, πρεσβειών κ.ά. Εν καιρώ πολέμου στην Πάραλο επέβαινε ο στρατηγός ή  ο ναύαρχος. Η Σαλαμινία χρησίμευε για την μεταφορά ετησίως των θεωριών στην Δήλο.

   Στο μουσείο Ναυτικής Παράδοσης Πειραιώς υπάρχει κατασκευασμένο ομοίωμα τριήρους σε αναλογία 1 προς 50. Προσφάτως (1987) το πολεμικό ναυτικό κατασκεύασε με την συνδρομή του ναυπηγού John Coates ακριβές αντίγραφο (1/1) αρχαίας αθηναϊκής τριήρους με το όνομα ‘’Ολυμπιάς’’. Η  Ολυμπιάς είναι ενταγμένη επισήμως στη δύναμη του Πολεμικού Ναυτικού. Χρησιμοποιήθηκε στην μεταφορά της ολυμπιακής φλόγας και σε άλλες εργασίες. Δημιουργήθηκε διεθνής σύλλογος στην Οξφόρδη με το όνομα ‘’Ένωση της Τριήρους’’ που επανδρώνει την ‘’Ολυμπιάδα’’.


[1] Θουκυδίδου, Ιστοριών, 1.13.2 ‘’Πρώτοι δε Κορίνθιοι λέγονται εγγύτατα του νυν τρόπου μεταχειρίσαι τα περί τας ναυς, και τριήρεις εν Κορίνθω πρώτον της Ελλάδος ναυπηγηθήναι’’.

[2] Υπήρχαν επιπλέον και διήρεις και πεντήρεις.

[3] Σώζονται παγκοσμίως δύο έμβολα, εκ των οποίων το ένα βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο Πειραιώς.

,

,

,

[ shortlink]  :  http://wp.me/p12k4g-13V

,

,

 

ΚΕΡΚΥΡΑ, 28-6-1797

.

……….Μετά την υπό τού Βοναπάρτου κατάλυσι τής Ενετικής Δημοκρατίας, γαλλικά στρατεύματα, υπό τον στρατηγό Ζαντιλί, κυριεύουν την Κέρκυρα. Συνέχεια ανάγνωσης ΚΕΡΚΥΡΑ, 28-6-1797

ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ’21 – ΙΣΚΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

.

.

……….Ο Ανδρέας Ίσκος ήταν αρματολός τού Βάλτου στην Δυτική Ελλάδα κατά την περίοδο τής επαναστάσεως τού 1821. Συνέχεια ανάγνωσης ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ’21 – ΙΣΚΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

Ἑλληνικό Ἡμερολόγιο-Ἑλληνοϊστορεῖν